ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

πούλλες - αυκοτές και άλλα πασχαλινά ψωμιά της Κύπρου

Σταυροκούλουρο αυκοτή
Κουλούρι του Χριστού από την Μηλιά Αμμωχώστου
Κουλούρι πλεξούδα αυκωτή
Το αγκέθενον στεφάνι του Χριστού
Πούλλες με πέντε αυκά
Σταυροκούλουρο της Λαμπρής
Αθθρωπούιν τζιαι ζυμπιλούιν αυκοτές
Τα χέρια του Νυμφίου
Πούλλα  της Λαμπρής από την Ακανθού
Κατσινιόρος
Πούλλες της Λαμπρής 

Από το βιβλίο «Το Πλουμιστό Ψωμί της Κύπρου» της Δωρίτας Βοσκαρίδου

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Οι παραδοσιακές ενδυμασίες της Πάφου


 
Αν και όλες οι παραδοσιακές ενδυμασίες της Κύπρου είναι σήμερα σχετικά παραγνωρισμένες, αλλά και παραμορφωμένες από τα διάφορα κυπριακά λαογραφικά χορευτικά συγκροτήματα, η γυναικεία σαγιά της Πάφου είναι ίσως η πιο παραγνωρισμένη και άγνωστη από όλες τις άλλες.
Η σαγιά είναι η πιο αρχέγονη γυναικεία ενδυμασία της Κύπρου, και κατάφερε να επιζήσει στα δυο απομονωμένα άκρα του νησιού, την Καρπασία και την Πάφο, μέχρι και τις αρχές του εικοστού αιώνα.


Η σαγιά της Πάφου και της Καρπασίας έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, εντούτοις, όμως, έχουν και συγκεκριμένες διαφορές που τις κάνουν να ξεχωρίζουν η μια από την άλλη. Γι' αυτό έχουμε την καρπασίτικη σαγιά (η οποία είναι πιο γνωστή) και την παφίτικη σαγιά. Οι κύριες διαφορές είναι στο κόψιμο και στο φάρδος. Η παφίτικη σαγιά είναι πιο κοντή και πιο φαρδιά από αυτή της Καρπασίας, ενώ το κόψιμο στα πλαϊνά ανοίγματα είναι μικρότερο στη σαγιά της Πάφου.


Εκτός από το κόψιμο της σαγιάς, υπήρχε και διαφορά στο χρώμα των βρακιών. Στην Πάφο μέχρι και το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, οι γυναίκες προτιμούσαν να βάφουν τα βρακιά τους πορφυροκόκκινα χρησιμοποιώντας τις ρίζες του φυτού ριζάρι. Αυτή η συνήθεια, όμως, εγκαταλείφθηκε μετέπειτα, ίσως επειδή σταμάτησαν πλέον οι νεαρές γυναίκες να φορούν τη σαγιά. Το βέβαιο πάντως είναι ότι κατά την δεκαετία του 1920 όπου εγκαταλείφθηκε η σαγιά για το φουστάνι, τα βρακιά ήταν άσπρα όπως αυτά της Μεσαορίας. Όπως και στην Καρπασία, τα κάτω άκρα του βρακιού της παφίτικης ενδυμασίας της σαγιάς (τα οποία έφθαναν μέχρι τον αστράγαλο) και που ήταν γνωστά ως ποβράτζια, ήταν συνήθως κεντημένα. Τα κεντίδια αυτά γίνονταν πάνω στα άσπρα βρακιά και αποτελούνταν από τα διακριτικά σχέδια της Πάφου, γνωστά ως φυθκιώτικα. Δεν γνωρίζουμε αν κεντούσαν και τα πορφυροκκόκκινά τους βρακιά, επειδή δυστυχώς δεν έχουν διασωθεί δήγματα μέχρι τις μέρες μας. Τα ποβράτζια της Πάφου ήταν κεντημένα μέχρι πάνω στα γόνατα, λόγο του ότι η παφίτικη σαγιά ήταν κοντότερη από αυτή της Καρπασίας, ενώ στην Καρπασία τα κεντίδια στα ποβράτζια ήταν πολύ χαμηλότερα.

 Εκτός από όλα όσα έχουμε αναφέρει, η σαγιά της Πάφου, διακρινόταν και από τα σκούρα απαλά της χρώματα, σε αντίθεση με τη σαγιά της Καρπασίας στην οποία κυριαρχούσε το κόκκινο χρώμα, αλλά και που μπορούσε να είναι και ολόασπρη. Αντίθετα από την Πάφο, οι γυναίκες που ζούσαν στην πεδιάδα της Μεσαορίας φορούσαν φορέματα με έντονους χρωματισμούς από κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, ακόμη και πορτοκαλί. Αυτές οι επιδράσεις στους χρωματισμούς, ήταν φυσικά, λόγο της γειτνίασης της περιοχής με την πρωτεύουσα της Λευκωσίας.
Οι ενδυμασίες της Πάφου, πρώτα η σαγιά και ύστερα το φουστάνι, ήταν από την άλλη, μουντές. Συνήθως αποτελούνταν από κόκκινες ή κίτρινες στενές ρίγες σε φόντο δερματί (μπεζ), αν και οι μπλε με άσπρες ρίγες ήταν επίσης σε προτίμηση.

Οι γυναίκες κάτοικοι των ορεινών περιοχών της Πάφου κατασκεύαζαν τις ενδυμασίες τους, αλλά και αυτές των ανδρών, από ύφασμα καμωμένο από μαλλί και βαμβάκι, για πρόσθετη ζεστασιά.
Το μεγάλο άνοιγμα στο στήθος, δεν χρησίμευε μόνο για να επιδεικνύει το περίτεχνα διακοσμημένο πουκάμισο που φοριόταν κάτω από τη σαγιά (και που έφτανε μέχρι περίπου μιισό δάκτυλο κάτω από αυτήν), αλλά και για να μπορούν εύκολα να θηλάζουν τα νεογέννητα παιδιά τους.

Όπως και στις υπόλοιπες περιοχές της Κύπρου, το φουστάνι, που αντικατέστησε τις παλαιότερες γυναικείες φορεσιές του νησιού, έφθασε (αν και κάπως ταλαιπωρημένα) μέχρι τα μέσα τις δεκαετίας του 1920 και στη μακρινή Πάφο. Το φουστάνι ήταν ένα εφαρμοστό, μονοκόμματο φόρεμα με μανίκια και πιέτες στη μέση, και με βαθύ άνοιγμα στο στήθος.

Το φουστάνι εμφανίστηκε στην Κύπρο κατά τα τέλη του 190υ αιώνα, και είχε ευρύτατη διάδοση, τόσο στις ορεινές, όσο και στις πεδινές περιοχές του νησιού. Έτσι, όταν έφθασε στην Πάφο μερικές δεκαετίες αργότερα, αντικατέστησε πολύ γρήγορα την αρχέγονη παφίτικη σαγιά. Τα παφίτικα φουστάνια διατήρησαν τα μουντά ριγωτά χρώματα της προγενέστερης σαγιάς, και είχαν μάκρος που άφηνε να φαίνονται τα φουσκωτά ποδινάρκα των λευκών βρακιών ή οι χαρακτηριστικές παφίτικες γυναικείες ποδίνες.


Η Πάφος ήταν ξακουστή σ' όλη την Κύπρο για τις παφίτικες γυναικείες μπότες που κατασκευάζονταν από τους τσαγγάριδες του τόπου. Ήταν καμωμένες από λεπτό και επεξεργασμένο μαύρο δέρμα, όμορφα διακοσμημένες με μαυρόασπρες και κόκκινες βελονιές στις άκρες και στο κυρίως μέρος.


Όπως και η γυναικεία ενδυμασία, η ανδρική ενδυμασία της Πάφου χαρακτηρίζεται από τα μουντά και απαλά της χρώματα. Το κυρίαρχο χρώμα του παφίτικου ανδρικού ζιμπουνιού είναι το κόκκινο βυσσινί, μπλε ή μπεζ με λιτές διακοσμήσεις στους ώμους και στα γύρω άκρα από κλωστές γήινων χρωμάτων, όπως το καφέ, και το κυπαρισσί πράσινο.
Η παφίτικη ανδρική βράκα είναι πιο κοντή και στενή, χωρίς το μακρύ κάβαλλο (βάκλα) και το μεγάλο όγκο με τις πολλές πιέτες, κάτι πολύ χαρακτηριστικό, σε πολλά άλλα μέρη του νησιού. Το ζωνάρι (ζώστρα) του νεαρού Παφίτη βρακοφόρου, ήταν και αυτό συνήθως μπεζ στο χρώμα, περίτεχνα διακοσμημένο στα δυο άκρα με τα χαρακτηριστικά φυθκιώτικα σχέδια. Μάλιστα το χωριό Φύτη, δεν ήταν μόνο ξακουστό στη Πάφο για τα κεντήματά του, αλλά και για την κατασκευή της παφίτικης ανδρικής ζώστρας καθώς και για τα γαμπριάτικα όμορφα και περίτεχνα διακοσμημένα γιλέκα που έφτιαχναν στο χέρι οι γυναίκες του χωριού, επί παραγγελία.
Φυσικά, όπως και στις άλλες περιοχές της Κύπρου, την ανδρική ενδυμασία της Πάφου συμπλήρωνε το πουκάμισο (ιταρέ, μεταξωτό, ή βαμβακερό), οι ποδίνες και ο κεφαλόδεσμος.

Πιο πάνω βλέπουμε μια ανεπανάληπτη φωτογραφία (από τις αρχές τις δεκαετίας του '70) ενός Παφίτη βρακοφόρου καθ΄οδόν προς το σπίτι του, μετά από σκληρή εργασία στα χωράφια. Φυσικά δεν λείπει από κοντά του και το απαραίτητο γαϊδουράκι. Σήμερα ο βρακοφόροι στην Πάφο μετρούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού και είναι όλοι σε πολύ προχωρημένη ηλικία.

NOCTOC


Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Οι ριγωτές ζερβέττες ή μαντηλιές της Πάφου

Οι ζερβέττες ή μαντηλιές, οι κοινώς γνωστές πετσέτες ήταν υφαντά τα οποία σε πιο παλιά χρόνια ύφαιναν σχεδόν όλες οι γυναίκες της Κύπρου. Εκτός από το σερβίρισμα στο τραπέζι, οι μαντηλιές χρησίμευαν επίσης για να τυλίγουν τα κεριά οι γιορτάριδες που θα προσέφεραν στους πιστούς στην εκκλησία, στους γάμους, και για άλλες κοινωνικές συνευρέσεις.
Στην Πάφο τα υφαντά γίνονταν κυρίως από ντόπιο βαμβάκι ή μαλλί αλλά και από μετάξι. Το κέντρο της υφαντικής τέχνης στην Πάφο ήταν το χωριό Φύτη. Τα φυθκιώτικα υφαντά χαρακτηρίζονται από πολύχρωμες γεωμετρικές ανάγλυφες διακοσμήσεις και το πιο κοινό είδος με φυθκιώτικες διακοσμήσεις ήταν οι μαντηλιές. Οι φυθκιώτικες μαντηλιές είναι οι πιο γνωστές, όμως, σε άλλες περιοχές της Πάφου ύφαιναν λιγότερο γνωστές μαντηλιές οι οποίες στα δύο άκρα είχαν κυριώς ριγωτές διακοσμήσεις σε διάφορα χρώματα.  

Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

Τραγούδια από το κατεχόμενο Ριζοκάρπασο


Φορεσιά Καρπασίου, σαγιά μεταξοβάμβακη. 19ος αι.

 Είπουν να μεν πάω έσσω της τζι' είπουν να μεν πατήσω,
μα η στράτα μον ΄που τζειά χαμαί, πόθθεν να πογυρίσω,
μα η στράτά μον που τζειά χαμαί,
ρα λεχνή λαλώ σου το,
πόθθεν να πογυρίσω!

Τζι έλα κοντά κοντύττερα,
να σε φιλώ καλλύττερα,
τζι' έλα κοντά μου, πού είσαι,
τζιαι το λαμπρόν μ΄ οσού είσαι.

Τζι' ά Καρπασιτοπούλλά μου, την Κύπρον έκαψές την,
άννοιξες την Παράδεισον και πάλ' εσφάλισές την,
τζι'  άννοιξες την Παράδεισον,
μάνα μου, ρα λεχνή,
τζι' πάλ' εσφάλισές την.

Νυφική φορεσιά Καρπασίου. Ρουτζέττιν. 1950

Τζι' ά Καρπασιτοπούλλά μου, την Κύπρον έκαψές την,
άννοιξες την Παράδεισον τζιαι πάλ' εσφάλισές την.

Ν' αναστενάξω, τα βουνά χαλούν ΄που τον καμόν μου,
μα ΄ν έχω φίλον έμπιστόν να πω το μυστικόν μου.

Τ΄ άστρα, πον πα ΄ς τον ουρανόν, θαμμάζω πώς ηστέκουν,
έβαλεν τα ο πλάστης μου τον ουρανόν να γλέπουν.

Θέλω να πάω ΄τζει έσσω της μα ΄ντ' αφορμήν εννά ΄βρω,
΄ς την μέσην της να τυλιχτώ σαν το θερκόν το μαύρον.
 
Φορεσιά Ριζοκαρπάσου, σαγιά. 1971

Τζι' από το Ριζοκάρπασον να πάω την Γιαλούσαν
τζι' εν είδασιν τ' αμμάδκια μου τέθκοιαν μαυρομματούσαν.

Τζι' έλα, που να λαώννεσαι,
μεν με θωρείς τζιαι χώννεσαι.

Ν' αναστενάξω, κάφκουνται τζι' ούλλα της γης τα κάλλη,
κλαίω τζιαι  με τα δάρκα μου θέννα βλαστήσουν πάλιν.

Σε αγαπώ, σαν αγαπά τυφλός το φως ηλίου,
σαν αγαπά τζι' η χρυσαλλίς τα άνθη του Μαΐου,
σαν αγαπά τζι' η χρυσαλλίς, πουλλούα, τα άνθη του Μαΐου.

Κόρη,  τον χαρτομένον σου κρατείς τον παλληκάριν,
τζιαι φέρ΄τον να παλιώσουμεν τζι' απού νιτζήσ΄ας πάρει,
τζιαι φέρ' τον να παλιώσουμεν, πουλλούα μου, τζι' απού νιτζήσ' ας πάρει.

Φορεσιά Ριζοκαρπάσου. Σαγιά. 1971



Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Χριστουγεννιάτικα Ψωμιά της Κύπρου - Christmas Breads of Cyprus

Χριστόψωμο από το Άρσος, Λεμεσού
Σταυροκούλουρο Περιστερωνοπηγής Αμμοχώστου
Αθθρωπούθκια των Χριστουγέννων
Γεννόπιττα με ασησάμωτα πλουμίδια
Βόρτακοι των Χριστουγέννων
Σταυρός των Χριστουγέννων
Κοπέλλα των Χριστουγέννων από το Μπελαπάις
Άη Βσιλούθκια της Πρωτοχρονιάς
Πίττα της Πρωτοχρονιάς
Βασιλόπιτα με ασησάμωτο Άη Βασίλη
Βασιλόπιττα από την Αγία Βαρβάρα Λευκωσίας
Βασιλόπιττα με ξηρούς καρπούς
Βασιλόπιτα με Σταυρό και κορώνα

Από το βιβλίο «Το Πλουμιστό Ψωμί της Κύπρου» της Δωρίτας Βοσκαρίδου

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Κυπριακά Λυρικά Τραγούδια

Περτίτζιν εκακκάρισεν 'που κα' στο μερσινάτζιν
μια κόρη το εσσιάστηκεν 'που το παναθυράκιν:
«Πουλλίν, νάχα τα κάλλη σου, νάχα τες ομορκιές σου,
νάχα τες καλωσύνες σου τζιαί τες παρπατησσιές σου!»
 «Κόρη, ίντα μ' αζούλεψες εμέναν το πουλλάκιν!
Εσύ τρώεις ψουμίν γλυτζύν, τζι' εγώ τρώω χορτάκιν,
εσού πίννεις νερόν γλυτζύν, τζι' εγιώ πίννω φαρμάκιν·
΄σου καρτεράς τον κάλον σου νάρτει να σ΄αγκαλίσει,
'γω καρτερώ τον τζυνη(γ)όν, νάρτει να τζυνη(γ)ήσει,
να σύρει το ττουφέκκιν του τζιαι να με τταππαρίσει,
τζιαι να με βάλει στο λαμπρόν, τζιαί να με καψαλίσει.»


Μάνα μ', αντάν σ' εφίλησα, νύκτά 'τουν, πκοιός μας είδεν,
αυκή 'τουν, πκοιός μας ένωσεν, νύκτά 'τουν, πκοιός μας είδεν;
Η νύκτα τόπεν της αυκής τζιαί η αυκή του νέφους,
το νέφος το 'ψιχάϊσεν, ο ποταμός το πήρεν,
στην θάλασσαν τό 'ριξεν, τό 'πκιασεν το κατάρτιν,
τζιαί το κατάρτιν τό 'ριξεν, σαν τον θεόν που 'στράφτει.
Ο ναύτης το τραούδησεν στης λυερής την πόρταν,
τζι' ο κόσμος το 'γεμώστηκεν πώς σ' αγαπώ, χανάππιν.

Στην Κύπρον αναγιώθηκα, τζει εν τα γεννητικά μου
αχ, στην Κύπρο θέλω να θαφτούν
αχ, στην Κύπρο θέλω να θαφτούν,
ρα μουζουρού τζιαί μεν τα κόκκαλά μου.
Της Κύπρους χώμαν μου γλυτζύν,
κάμνεις τον τάφον αλαβρύν.

Π΄αππεξωθιόν εδιάβαιννα 'που την Φανερωμένην,
μιαν λυερήν εσσιάστηκα, όμορφα χολλιασμένην,
ένεψά της για το φιλίν, τζιαί τζείν' ήτουν καμένη·
πάω να μπω στην πόρταν της, την πέτροχαλασμένην,
πάω να βκω στην σκάλαν της, που να την δω σπασμένην!
'Που κάτω που την τάβλαν της πέντ' έξ' αρματωμένοι,
εκάμαν την ραχούλλάν μου μαύρην σκοτεινιασμένην.
Που το πωρνόν στην εκκλησσιάν εθώρέν με τζι' εγέλαν.
«Ανάθθεμάν σε, λυερή, τζι' εσέν τζιαί το φιλίν σου,
εψές εθανατώσαν με στην μέσην της αυλής σου»
«Εψές σου 'γέλουν, νιούλλικε, τζι, αν θέλεις πόψε, έλα.»

Επήα πέρα τζι' άρκησα τζι' έκαμα πέντε χρόνια,
τζι' έφερα μιαν βασιλιτζιάν με δκιαμαντένια κλώνια· 
φυτεύκω την εις τον κρεμμόν, κρεμμά τζιαί πάει κάτω,
φυτεύκω την εις το στενόν, πατούν την οι δκιαβάτες· 
να σσίσω την καρτούλλάν μου να την ψυτέψω μέσα,
τζι' αν έρτουν 'που του βασιλιά κλωνίν να μεν τους κόψω,
τζι' αν έρτει τζι' η αγάπη μου, να την ηξηριζώσω