NOCTOC
Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012
Η Μονή της Παναγίας Υπάτης στην Κερύνεια - The Monastery of Panagia Ypati in the district of Kyrenia
Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012
Η εκκλησία της Παναγίας Χαρδακιώτισσας στη κατεχόμενη Κυθρέα της επαρχίας Λευκωσίας - The church of Panagia Chardakiotissa in Turkish occupied Kythrea at the district of Nicosia
![]() |
| Εικόνα Παναγίας Χαρδακιώτισσας (16ος αι.) - Icon of Panagia Chardakiotissa (16th cen.) |
Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012
Η εκκλησία του Αγίου Ευλαμπίου στη Λάμπουσα της Κερύνειας - The church of Saint Eulambios at Lambousa in the district of Kyrenia
Της φύσεως θεσμώ, συνημμένοι ενθέως, ομόψυχοι στερρώς, ως ομαίμονες θείοι, αυτάδελφοι Μάρτυρες, εν αθλήσει ωράθητε, ώ Ευλάμπιε, συν τη σεμνή Ευλαμπία• όθεν στέφανον, νικητικόν δεδεγμένοι, ημάς διασώζετε.
Περί τα 40 μέτρα, στα ανατολικά του μοναστηριού της Αχειροποιήτου κοντά στη Λάμπουσα (Λάπηθο) της Κερύνειας βρίσκεται μονόλιθη κατασκευή που είναι γνωστή ως εκκλησία του Αγίου Ευλαμπίου. Έχει ακανόνιστο ορθογωνικό σχήμα και εξωτερικά φαίνονται «σκαλοπάτια» να οδηγούν στην οροφή. Η σημερινή εμφάνιση της κατασκευής αυτής οφείλεται στους πετροκόπους. Εσωτερικά έχει και πάλι ακανόνιστο σχήμα και στη δυτική και ανατολική πλευρά λαξευτές θήκες για υποδοχή σαρκοφάγων. Στη βόρεια πλευρά έχει διαμορφωθεί σε κάποιο στάδιο βήμα, ενώ, στη νότια πλευρά υπάρχει είσοδος. Ο G. Jeffery σημειώνει ότι παλαιότερα υπήρχε νάρθηκας, ενώ ο R. Gunnis αναφέρει υπολείμματα τοιχογραφιών. O G. Jeffery αναφέρει επίσης την ύπαρξη τετράγωνου πηγαδιού στην γωνία. Στην οροφή υπάρχει φωταγωγός.
There is no doubt that the original form of the construction was not a church. In actual fact, its an above-ground tomb carved in the rock. This is indicated by the internal styling with the tomb receptacles for receiving sarcophagi, the well and the skylight. The conversion of this tomb into a church must have taken place in later years. However, Saint Eulambios was martyred in 296 AD in Necodemea (present day Izmit) and is not connected with Cypriot tradition. Therefore it is likely that this construction has been the hermitage of Saint Eulalios also known as Saint Eulabios. It is very likely that the name Eulambios comes from Eulabios.Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012
Περί της Ελληνορθοδόξου Εκκλησιαστικής Μουσικής • Commentary note on the Greek Orthodox Liturgical Music
Η βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική είναι ο ένας από τους δύο κλάδους της εθνικής μουσικής των Ελλήνων• ο άλλος είναι τα δημοτικά τραγούδια. Έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα και ιδιαιτέρως αναπτύχθηκε ως χριστιανική τέχνη κατά τη βυζαντινή εποχή -γι' αυτό ονομάζεται «βυζαντινή» - και είναι συνυφασμένη με τα ποιήματα ενδόξων υμνογράφων. Αποτελεί μοναδικό μέσο όχι μόνο δοξολογίας του Ύψιστου αλλά και εμμελούς κηρύγματος των χριστιανικών αληθειών. Εξαίρει τις υψηλές έννοιες της πίστης, κινεί σε κατάνυξη και προτρέπει σε μετάνοια• εξίσταται ενώπιον του θαύματος της ενανθρωπήσεως του Κυρίου, μυσταγωγεί κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, είναι δραματική και πένθιμη την εβδομάδα των Θείων Παθών, θριαμβική και πανηγυρική την Ανάσταση.
Πλέον μελισματική σε παλαιότερες εποχές, έχει επανέλθει ήδη εδώ και τρεις αιώνες περίπου στην αρχαϊκή της απλότητα χωρίς τους μεγάλους πλατυασμούς των παλαιοτέρων μαθημάτων του ιβ'- ιζ'αί.
Δύο από τα χαρακτηριστικά αυτής της μουσικής, τα οποία πιστεύουμε ότι πρέπει να γνωρίζουν όλοι οι Έλληνες και που κάνουν την να διακρίνεται από την αντίστοιχη δυτική όχι μόνον ως είδος αλλ΄ ως «ουσία» ψυχαγωγία είναι τα ακόλουθα:
1. Η βυζαντινή μουσική είναι καθαρά φωνητική σύμφωνα με τον πνευματικό χαρακτήρα της ορθοδόξου λατρείας της οποίας είναι ομοούσιο γέννημα. Από την αρχαία εκκλησία παρέμεινε και παραμένει φωνητική• ουδέποτε εισήλθαν όργανα στην λατρεία, αφού η ελληνική παράδοση θέλει να προβάλλεται ο λόγος -κατά την Πυθαγόρειο αντίληψη- με φυσικά και όχι τεχνικά μέσα (ενόργανη συνοδεία), πράγμα το οποίο στην συνέχεια υιοθέτησαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Η βυζαντινή μουσική υπηρετούσα τον «περί Θεού λόγον» (υμνολογία) δεν εξασφαλίζει μόνον της ευχάριστη προσέγγιση του λόγου αλλά, όπως αναφέρει ο Γρηγόριος Νύσσης, «εκ-καλύπτει τον νουν των ρημάτων».
Πλούσια μα και λιτή ταυτόχρονα η ψαλτική τέχνη των Ελλήνων• πλούσια γιατί θεμελιώνεται στην οκταηχία με ηχοχρώματα και μουσικές θέσεις που «αρμοδίως» επενδύουν τους ύμνους. Λιτή υπό την έννοια ότι είναι απαλλαγμένη από αισθησιασμό. Δεν είναι τυχαίο ότι, ενώ στο ελληνικό μουσικό σύστημα υπάρχουν ογδόντα περίπου ήχοι (τρόποι) πάνω στους οποίους έχουν μελοποιηθεί αριστουργήματα κοσμικής μουσικής, τελικά οι πατέρες της Εκκλησίας επέλεξαν και καθιέρωσαν για την λατρεία μόνον οκτώ κατ' αντιστοιχία των οκτώ τρόπων της αρχαίας μουσικής. Αυτοί οι οκτώ ήχοι έχοντες ήθος* άλλοτε διασταλτικό (χαρμόσυνο-πανηγυρικό), άλλοτε συσταλτικό (ταπείνωση-δέηση) και άλλοτε ησυχαστικό (απώθηση βιωτικών μεριμνών) δίνουν την ευκαιρία στους πιστούς να παραδοθούν στην «εξ αποκαλύψεως αλήθεια».
2. Η βυζαντινή μουσική είναι μονόφωνη ή ομόφωνη• αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μία γραμμή μέλους -και όχι «πολλές εν παραλλήλω» (ετεροφωνία*) -με σταθερό υπόβαθρο ισοκρατημάτων. Το άκουσμα που προκύπτει, όταν συμψάλουν πολλοί, δίνει την αίσθηση ότι οι φωνές «ως εξ ενός στόματος φέρονται», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Το γνωστό ισοκράτημα ή ίσο εκφράζει κάτι το λεπτότερο και πνευματικώτερο από την ετεροφωνία η την ενόργανη συνοδεία και όχι μόνο πλουτίζει τη μελωδία, αλλ΄ υπογραμμίζει (τονίζει) τον ήχο.
Η ετεροφωνία και η ενόργανη συνοδεία, κύρια χαρακτηριστικά της δυτικής εκκλησιαστικής μουσικής, πλήρως πλήρως σεβαστά για το μουσικό σύστημα και την κουλτούρα που υπηρετούν, είναι τελικά παντελώς ξένα προς την ελληνορθόδοξη παράδοση διότι:
α) διασπούν και συγχέουν τα νοήματα των υμνογραφικών κειμένων.
β) παραχαράσσουν το κάλλος των ακολουθιών, και
γ) αποπροσανατολίζουν τους πιστούς από την πεμπτουσία της λατρείας.
Η βυζαντινή μουσική εμμελής και πλήρης φωνητικών ποικιλμάτων, συνεχώς ανελισσόμενη, τροποποιούμενη, βελτιούμενη και στη σύνθεση και προπαντός στη γραφή, ζώσα και ενεργός αλλά πάντοτε ακολουθούσα τα πρότυπα και την παράδοση προγενεστέρων εποχών είναι ταυτόγχρονα «νέα και παλαιά». Για τους Έλληνες αποτελεί πνευματική και καλλιτεχνική παρακαταθήκη μέσα στη σύγχρονη εποχή μας.
Άσβεστο, λοιπόν, πάντα και απανταχού πρέπει να παραμένει το ενδιαφέρον της Εκκλησίας για την τύχη της πατροπαράδοτης λατρευτικής μουσικής, όχι για τον «κίνδυνο απωλείας των παραδόσεών μας αλλά για τον κίνδυνο απωλείας των ψυχών μας». Ας μη λησμονούμε λοιπόν, ότι:
«'Ο,τι αφήνεις σ' αφήνει, αλλ' αυτό που σ' αφήνει μένει και περιμένει».
* Ήθος είναι η έκφραση των ψυχικών διαθέσεων και συναισθημάτων που δημιουργούνται στον άνθρωπο από το άκουσμα ενός τροπαρίου ή μιας μελωδίας.
* Ετεροφωνία: πολυφωνία (π.χ. τετραφωνία).
Γ.Ρ.
Ιερά Πατριαρχική & Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου. Έσσεξ, Αγγλία
Byzantine Liturgical Music is one of the two branches of the authentic music of the Greek nation, the other being Greek traditional music. Its roots can be found in antiquity, but it developed as a particular form of Christian art during the Byzantine era which is why it is called “Byzantine” and it is inseparably related to the works of inspired hymnographers. It not only constitutes a unique means for glorifying God in the higest but is also a musical vehicle for the declaration of Christian faith. It voices the most refined receptions of the kernels of the faith. It moves the faithful towards devoutness and repentance. It stands in awe before the miracle of incarnation, it initiates during the period of the Great Lend, it is dramatic and mournful during the Passion, jubilant and triumphant in relation to the Resurrection.
Having gone through a more elaborate melismatic period from the 12th to the 17th centuries, Byzantine liturgical music has returned in the last three centuries to its more austere and simple original style.
Two basic characteristics of this liturgical music which distinquish it from the Western liturgical tradition are the following:
Firstly, Byzantine music is exclusively vocal in accordance with the particular spiritual character of Orthodox worship of which it is a direct derivative. It has always been exclusively vocal without any instrumental accompaniment since its main purpose is to project the word in accordance with the Pythagorean view, with natural, direct and not indirect means, a view adopted by the Church Fathers. Thus Byzantine music factions primarily in the service of the hymnology and secures not only a satisfying approach to the texts, but, as Saint Gregory of Nyssa has stated, “reveals the spirit of the words”.
The Greek art of liturgical chanting is both rich and austere. Rich because it is based on eight modes (ochtaechon) which permit appropriately varied musical investment in hymns. Austere, in the sinse that it is devoid of trappings and the particular sensuality of secular music. It is no coincidance that whereas the Greek musical system comprises over eighty modes which have been used to produce masterpieces of secular music, the Church Fathers selected only eight in accordance with the musical system of antiquity. These eight modes secure the musical ethos* which serve the spirit of the hymns. Expansive when the hymns are joyful and celebratory, contractive when they are imploratory or mortificatory, meditative when they invoke a departure from wordly concerns, the musical ethos offers the devout the oppurtunity to surrender themselves totally to the apocalyptic truths of the faith.
Secondly, Byzantine music is monophonic or homophonic. This means that there is one melodic line, sypported by a solid ground and not several in parallel, as is the case in the Western polyphonic tradition.
The unison effect thus created when the choir is of a certain size gives the impression that “all voices emanate as if from a single source” as Saint John Chrysostom aptly states. The characteristic “ison” or “isokratima”, that is to say the ground, expresses something spiritually deeper and subtler then polyphonic elaboration or the used of instrumental accompaniment and underpins the musical mode in addition to enriching the melodic effect.
Polyphony and instrumental accompaniment, the main features of Western church music, fully respected in the musical and the cultural system employed, are ultimately completely alien to Orthodox tradition because:
a) they distract and confuse the meaning of the hymnographic texts.
b) they falsify the beauty of the liturgies, and
c) distract the faithful from the very essence of worship.
Byzantine music with its particular forms of variation and emballishment has undergone continuous development and refinement in terms of composition but especially in turns of musical notation always, however, in conformity with the values and precepts of the past eras. It is thus a living and active musical tradition at once new and old. For the Greeks it constitutes an intellectual and artistic legacy in our contemporary era.
It is therefore essential that the Church must always and everywhere keep its interest burning about the fate of traditional liturgical music, not because of the “risk of losing our traditions, but from the risk of losing our souls”. So let's not forget that:
“Whatever you let go, it lets you gο of it, but that which you let go, stays and waits for you”
* By musical ethos what is meant is the spiritual quality of feeling or emotion evoked in the listener by the particular rendition of a hymn or musical piece.
G.R.
Holy Patriarchal and Stavropegic Monastery of St. John the Baptist. Essex, England.
Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012
Ο Διγενής Ακρίτας μέσα από την παράδοση της Κύπρου
Ο Διγενής Ακρίτας ο σημαντικότερος μυθικός ήρωας της κυπριακής δημώδους παραδόσεως, ο οποίος πρωταγωνιστεί σε ακριτικά τραγούδια, σε πολλές τοπικές παραδόσεις και σε παραμυθιακές διηγήσεις.
Ο συνηθέστερος τύπος ονομασίας του είναι Διενής . Το όνομά του παρουσιάζεται και με τον τύπο Διεννής και σπανιότερα με τον τύπο Διενάτζης. Ο Σ. Μανάνδρος αναφέρει και τύπο Ριενής.
Ο Διγενής στα κυπριακά δημοτικά τραγούδια
Στα κυπριακά δημώδη ακριτικά ο Διγενής πρωταγωνιστεί σε τραγούδια, που μπορούν, από πλευράς περιεχομένου, να διακριθούν στις ακόλουθες κατηγορίες:
1. Τραγούδια με θέμα την πάλη Διγενή και Χάροντα
2. Τραγούδια με θέμα την αρπαγή της κόρης του Αλιάντρη
3. Τραγούδια με θέμα την πάλη του Διγενή με τον Κάβουρα
1. Πάλη Διγενή και Χάροντα - Θάνατος του Διγενή:
Τα περισσότερα κυπριακά δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται στον Διγενή έχουν θέμα τους το τελευταίο και πιο μεγάλο κατόρθωμα του μεγάλου ήρωα, τη νίκη του πάνω στον Χάροντα, ύστερα από επέμβαση του ίδιου του Θεού. Ενώ ο Διγενής ψυχομαχεί, διηγείται τα κατορθώματά του στα παλικάρια που τρώνε και πίνουν μαζί του.
Τα τραγούδια αρχίζουν με την εμφάνιση του μαυροντυμένου Χάροντα στο τραπέζι όπου κάθονται άρχοντες μαζί με τον Διγενή και γλεντούν. Αυτοί καλοδέχονται τον Χάροντα και τον καλούν στο τραπέζι τους. Αυτός όμως απαντά ότι σκοπός της επίσκεψής του δεν είναι το γλέντι:
Εν ήρτα 'γιω ο Χάροντας να φα' να πκιώ μιτά σας
... παρά 'ρτα γιω ο Χάροντας τον κάλλιος σας να πάρω.
(Ξ. Φαρμακίδη, Κύπρια 'Επη, σ. 4, στ. 11 και 15).
Όταν ο Διγενής αντιλαμβάνεται ότι ο Χάρος θέλει να πάρει τον ίδιο, τον προκαλεί σε πάλη με τη συμφωνία αν νικήσει ο Διγενής να του χαρίσει τη ζωή. Μετά τη συμφωνία προχωρούν, πιασμένοι χέρι - χέρι, προς την παλαίστρα:
Σ'ερκές, σ'ερκές επκιάσασιν τζαι στην παλιώστραν πάσιν.
Τζαι τζ' ειν εν' που παλιώννασιν τρεις νύκτες τρεις ημέρες
τζ' ει πόπκιαννεν ο Χάροντας τα γαίματα πιτούσαν
τζ' ει πόπκιαννεν ο Διενής τα κόκκαλα ελειούσαν.
(Ακαδημ. Αθηνών, Ελλην. Δημ. Τραγ., Τόμ. Α', σ. 39, στ. 18-21).
Όταν το Χάρος αντιλαμβάνεται πως θα νικηθεί δοκιμάζει να ξεγελάσει τον Διγενή, αλλά στο τέλος χάνει την πάλη, καταφεύγει στον Θεό, παίρνει μορφή αετού ή την θεότην και κατορθώνει να ρίξει τον Διγενή στο κρεβάτι. Ενώ ο Διγενής ψυχομαχεί, έρχονται τα παλικάρια να τον δουν. Τους στρώνει τραπέζι και, ενώ τρώνε και πίνουν, τους διηγείται τα κατορθώματά του: Στα έρημα τα άγρια μέρη της Αραπκιάς κυνήγησε μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα και σκότωσε εκατοντάδες δράκοντες και λιοντάρια μια τεράστια κουφή (= φαρμαρκερό φίδι) «με πέντε τζ' εφαλάες» και τον υπερφυσικό, κοσμικών διαστάσεων, Σαρακηνό.
Συνήθως τα τραγούδια τελειώνουν με την περιγραφή του Σαρακηνού την ώρα που πεθαίνει και δεν γίνεται αναφορά στον θάνατο του Διγενή. Σε μερικά όμως το τέλος είναι διαφορετικό, όπως στην παραλλαγή από την Κώμα του Γιαλού:
Επίεν τζ' η καλίτσα του να ποσ'αιρετιστούσιν,
στ' αγκάλια του την έσφιξεν τζ' εξέην η ψυσ'ή τους.
(Ακαδ. Αθηνών, ό.π.π. σ. 41, στ. 105-106).
Στη μια από τις δυο παραλλαγές της συλλογής Α. Ελευθεριάδη (Κυπρ. Σπ. ΛΖ', 1973), σ. 18, στ. 94-99) ο Διγενής ψυχομαχεί αλλά δεν παρουσιάζεται να πεθαίνει, ενώ στην άλλη αναφέρεται και ο θάνατός του (ό.π.π. σ. 19, στ. 48-55):
Ο Διγενής ψυχομασ'εί στον κόσμον αγροικειέται.
Ο Διγενής επέθανεν, τρέξετε, αρκόντοι, τρέξετε.
Ίντα μυστήριον, α, ίντα μυστήριον πράμαν!
Που πάνω που τους νώμους του ελιόμυλοι γυρίζαν,
που κάτω στες μασκάλες τουπερτίτζ'ια κακκαρίζαν
που πάνω εις την ράσ'ην του σσ'ύλοι λαόν ετρέχαν,
που μέσα στα ρουθούνια του βουβάλια ξισταυλίζαν.
Τρέξετε, άρκοντες, τρέξετε, ίντα μυστήριον πράμαν!
2. Τραγούδια με θέμα την αρπαγή της κόρης του Αλιάντρη:
Σε μερικά τραγούδια ο Διγενής απάγει την κόρη το Αλιάντρη, μετά την άρνηση του πατέρα να του δώσει την κόρη του. Στέλλει προξενητή είτε τον Χιλιοπαππούν είτε τον Κατσίγγανον και μετά την αρνητική απάντηση κατασκευάζει από κορμό πεύκου ένα βιολάριν (=βιολί) ή ένα ταμούρι, πάει κάτω από το παράθυρο της κόρης, παίζει μουσική και τραγούδια. Η κόρη εμφανίζεται στο παράθυρο και ο Διγενής την απάγει. Κατά την καταδίωξη σκοτώνει τους γονείς της κόρης ή και τον αρραβωνιαστικό της (Σακελλαρίου Αθ., Κύπρια Έπη, σσ. 85-99: «ο Διγενής»).
3. Τραγούδια με θέμα την πάλη του Διγενή με τον Κάβουρα
Στα τραγούδια αυτά ο Διγενής αναλαμβάνει, ύστερα από προσταγή του βασιλιά, να εξοντώσει ένα τερατώδη κάβουρα ο οποίος σκοτώνει ανθρώπους και ρημάζει τη χώρα. Κατά την πάλη ο Κάβουρας αφοπλίζει τον Διγενή και τον αρπάζει στις δαγκάνες του. Ο τελευταίος επικαλείται την βοήθεια του Θεού, ο οποίος επεμβαίνει και τον καθοδηγεί να τραβήξει το μαχαίρι του και να κτυπήσει τον κάβουρα «ίσ'ια μέσα στ' αφφάλιν». (Ξιούτα Π., Κύπρια Έπη, σσ. 81-84: «Ο Διενής τζι' ο Κάουρας» - Παπαδόπουλου Θ., Δημώδη Κυπριακά Άσματα, σσ. 163-164: «Άσμα του Καρκίνου»).
Σε άλλα τραγούδια, την εξόντωση του Κάβουρα αναλαμβάνει ο Κωσταντάς. Η δράση και στις δυο κατηγορίες τραγουδιών είναι ανάλογη και τελειώνει με την επέμβαση του ίδιου του Θεού.
4. Καταγωγή και χαρακτήρας του Διγενή
Στα κυπριακά ακριτικά ελάχιστες φορές γίνεται λόγος για την καταγωγή του Διγενή. Σε ένα δίστιχο, ποιητάρικο και παρέμβλητο πιθανότατα, αναφέρεται σαν γιος τ' Ακρίτη:
Αύριον είναι Τζ'ερκατζή τζ'αι πιθαρκού εν' Τρίτη
τζ'αι είπασιν οι άρκοντες πως εν' ο γιος τ' Ακρίτη.
(βασική Βιβλιοθήκη, Τόμ. 46, 1958, σ. 13, στ. 212-213).
Στο ίδιο τραγούδι, στους στίχους 206-208, ο Διγενής όταν, μετά την απαγωγή της κόρης, κτυπά την πεθερά του και της κόβει τα χέρια, της απευθύνει τα ακόλουθα:
Τζ' εν μου το είπες μνιαν τζ' αι δκυό τζ'αι τέσσερις τζ'αι πέντε,
ο τζ'ύρης μόσ Σαρατζηνός τζ' η μάννα μου Οβράϊσσα,
τζι'αι φτάννω από τρεις γεννιές γαμπρόν τζ'αι δεν με θέλεις;
Σε μια άλλη παραλλαγή τραγουδιού με το ίδιο θέμα, την αρπαγή της κόρης του Αλιάντρη (Σακελλαρίου, Κυπριακά, Β', σ. 15. στ. 44-46), η μάνα αρνείται τα προξένια του Διγενή με την εξής δικαιολογία:
Τζ'αι πολοάτ' η μάνα της τούτον τον λόον λέει:
Η μάνα του εν' Σαρατζ'ηνη τζ' ο τζ'ύρης του Οβραίος
τζ'αι τζ'είνος πολλοΰριστος, γαμπρόν [τζ'αι] εν τον θέλω.
Από τις αναφορές αυτές είναι φανερό ότι κατά την λαϊκή αντίληψη ο Διγενής κατάγεται από δυο ή και τρεις εθνικές ρίζες και από προγόνους όχι Χριστιανούς. Τούτο όμως δεν είναι σημαντικό θέμα για τα κυπριακά ακριτικά, όπου εξυμνούνται τα κατορθώματα του ήρωα και κυρίως η υπερφυσική του δύναμη.
Όπως συμβαίνει και με τους άλλους ήρωες των ακριτικών ο Διγενής είναι μυθικός ήρωας με υπερφυσικές δυνάμεις που φαίνονται στα κατορθώματά του, την πάλη και τους αγώνες του εναντίον θηρίων και τεράτων, και του ίδιου του Χάρου. Πότε περιγράφεται «κοντός, κοντούτσικος, χαμηλοβρακάτος και αναρκόδοντας», άλλοτε αναφέρεται ότι «στη σέλλα του κόμα χωρεί αλλό ΄ναν» και σε άλλες περιπτώσεις παρουσιάζεται με τεράστιες διαστάσεις. Τα γνωρίσματα όμως αυτά αποδίδονται και στους αντιπάλους του, τον Χάροντα ή τον Σαρακινό.
Παρά την διαφαινόμενη αντίληψη ότι ο Διγενής έχει ξενική καταγωγή, τα πολιτιστικά στοιχεία των τραγουδιών τον εντάσσουν μέσα στην χριστιανική και βυζαντινή παράδοση. Ο Θεός επεμβαίνει στη δράση είτε για να βοηθήσει τον Διγενή, όταν κινδυνεύει, είτε για να βοηθήσει τον Χάροντα να αφαιρέσει την ψυχή του ήρωα, που θέλει να ξεπεράσει το νόμο του Θεού και να νικήσει και τον ίδιο τον θάνατο.
Στα παλαιότερα επίσης ακριτικά διασώζονται αναφορές μόνο στα όπλα της βυζαντινής εποχής. Ο Διγενής χρησιμοποιεί ματσούκιν ή ττοπούζιν (=ρόπαλο), πιλατίτζ'ιν (=απελατίκι), κοντάρι, σπαθάτζ'ιν (=σπαθίν), μασ'αίριν (=εγχειρίδιο), που τα βγάζει από το φηκάριν (=θηκάρι) και τα ίδια του τα γυμνά χέρια όταν παλεύει με τον Χάροντα. Σε ορισμένες παραλλαγές παρουσιάζονται πολιτιστικά στοιχεία από μεταγενέστερα χρόνια, τόσο στο λεξιλόγιο όσο και στα δημόσια αξιώματα, τα όπλα κλπ.
Για μια παραλλαγή με κυπριακό ακριτικό τραγούδι του Διγενή βλέπε εδώ
Ο Διγενής στις τοπικές παραδόσεις
Ο Διγενής πρωταγωνιστεί σε πολλές παραδόσεις προερχόμενες από όλες τις περιοχές της Κύπρου. Οι παραδόσεις αυτές έχουν τοπικό χαρακτήρα, σκοπός δηλαδή είναι να δώσουν κάποια μυθική εξήγηση για γεωγραφικούς σχηματισμούς και τοπωνύμια (Πενταδάκτυλος, Πέτρα του Διγενή, Παθκιά του Διγενή κλπ.) ή να εξηγήσουν την προέλευση διαφόρων αρχαίων μνημείων, όπως υδραγωγεία, μαρμάρινες κολόνες (=λίγγρες ή και λιγγριά του Διγενή) και άλλα. Παραδόσεις που φέρουν τα ονόματα Ρωμιός (Πέτρα του Ρωμιού) ή Αράκλης (Πάτημαν ή Πέτρα του Αράκλη κλπ.) πρέπει να θεωρηθούν ότι εντάσσονται στον κύκλο του Διγενή και παραδίδουν τον ίδιο μυθικό ήρωα με άλλα ονόματα.
Στις τοπικές αυτές παραδόσεις ο Διγενής παρουσιάζεται με όλα τα υπερφυσικά γνωρίσματα που είδαμε στα δημοτικά τραγούδια. Τα όπλα του είναι τεράστιοι βράχοι, τα παιγνίδια του είναι μεγάλες μαρμάρινες κολόνες, τα πηδήματά του καλύπτουν πολλά μίλια και γίνονται πάνω από βουνά, τα πατήματά του αφήνουν μεγάλα ίχνη υπερφυσικών διαστάσεων. Παρά το γεγονός ότι στις παραδόσεις που τον συνδέουν με την Ρήγαινα παίρνει πιο ανθρώπινα χαρακτηριστικά, οι άθλοι που αναλαμβάνει αφορούν έργα υπεράνθρωπα.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον από τις παραδόσεις αυτές παρουσιάζει ένας κύκλος προερχόμενος από την Πάφο, στον οποίο συνδέονται ο Διγενής και η Ρίγαινα. Σ' αυτές, όπως και στα παραμύθια, ο ήρωας παρουσιάζεται πιο ανθρώπινος. Ερωτεύεται την Ρήγαινα, γοητεύεται από τον ομορφιά της και είτε αναλαμβάνει κάποιους άθλους για να την κερδίσει είτε παίζει μαζί της και την κυνηγά μέχρι να την υποτάξει στον έρωτά του όπως συμβαίνει σε μια παράδοση από το Νέο Χωριό Πάφου (Ν. Κληρίδη, Θρύλοι και Παραδόσεις της Κύπρου, σσ. 49-50).
Ο Διγενής στις Παραμυθιακές διηγήσεις
Ο Διγενής παρουσιάζεται σαν ήρωας και σε παραμυθιακές διηγήσεις, που σκοπό έχουν να ερμηνεύσουν την τεράστια φυσική του δύναμη. Η δύναμη αυτή προέρχεται από παραχώρηση του Θεού, ο οποίος ευσπλαχνίζεται το αδύναμο και φτωχό παιδί.
Σε μια τέτοια διήγηση ο Διγενής έχει αδελφό τον Κωσταντά. Είναι και οι δυο φτωχοί και κακορρίζικοι και τους κακομεταχειρίζονται τα άλλα παιδιά. Ύστερα από παρακλήσεις τους ο Θεός τους έδωσε δύναμη «τζ' εν τους εσήκωννεν η γη. Κατόπιν εκλαύτησαν εις τον Θεόν τζ' εκατέην πάλε ο άντζ'ελος τζ' έδωκέν τους δύναμιν, όσον τζ' έσωννεν τους η γη». Ο ίδιος ο Θεός κατεβαίνει ύστερα στη γη και δοκιμάζει την ευσπλαχνία και την φιλανθρωπιά τους (Ξεν. Φαρμακίδης, Κυπριακή Λαογραφία σσ. 196-197).
Σε μια άλλη διήγηση (ό.π.π, σσ. 196-197) ο Διγενής είναι ένα παιδί κκέλικο (=φαλακρό) και ορφανό, που οι βοσκοί τα βασανίζουν διαρκώς με τις προσταγές τους. Όταν ο Θεός του δένει δύναμη, αποκτά ένα άλογο και αρχίζει να γυρίζει τον κόσμο και να συναντά παλικάρια. Κατά τις περιπλανήσεις του αντικρίζει κάποτε την γυναίκα του Γιάννη, την οποία απαγάγει, παρά τις προσπάθειες του τελευταίου να την υπερασπίσει.
Για τις διηγήσεις αυτές βλέπε εδώ
Γενικές Παρατηρήσεις
Ο Διγενής είναι μυθικός ήρωας που κατατάσσεται στην κατηγορία των γιγάντων. Τα κατορθώματά του, και κυρίως η εξόντωση αγρίων θηρίων, του Σαρακηνού και του κάβουρα, τον κατατάσσουν και στην κατηγορία την γνωστή με το όνομα ήρωες εκπολεμιστές. Η προέλευση του δεν είναι άσχετη προς τον αρχαίο Ηρακλή, με τον οποίο τον συσχετίζουν τόσο τα κατορθώματά του όσο και τα ονόματα Ρωμιός και Αράκλης.
Η πάλη του με τον Χάροντα τον καθιστά ήρωα των δυνάμεων της ζωής και του φωτός, που αντιμάχονται τις δυνάμεις του σκότους και του θανάτου. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, όταν εμφανίζεται ο Χάροντας για να πάρει την ψυχή του Διγενή, αυτός κάθεται σε γλέντι με άλλους άρχοντες και μάλιστα μέσα στην χαρούμενη ατμόσφαιρα του πανηγυριού. Ο Χάροντας φαίνεται να ζηλεύει την παλικαριά του, γιατί τον ονομάζει «τον κάλλιον» της συντροφιάς, και ζητά να τον πάρει ακριβώς την ώρα που κορυφώνεται το γλέντι και οι δυνάμεις της ζωής βρίσκονται σε έξαρση μέσα στο κλίμα της χαράς και του γλεντιού. Η πάλη που ακολουθεί είναι ενδεικτική της λαϊκής πεποίθησης ότι, αν ο νόμος του θανάτου είναι ακατάλυτος, εξίσου ακατάλυτες είναι και οι δυνάμεις της ζωής και της φύσεως. Απ' αυτή την άποψη ο Διγενής είναι η τελειότερη έκφραση των δυνάμεων της ζωής, κυρίως στα τραγούδια και τις παραδόσεις. Στις παραμυθιακές διηγήσεις ο Διγενής γίνεται ό,τι είναι, γιατί το θέλησε ο Θεός, ενώ στις παραδόσεις και τα τραγούδια η φύση του φαίνεται να είναι άσχετη προς οποιαδήποτε θεία επέμβαση. Είτε γεννάται φυσικά από κάποιος γονείς είτε απλώς υπάρχει σαν αρχέγονη φυσική δύναμη μέσα στον κόσμο όπως τα θηρία και τα τέρατα (κουφή, Σαρακηνός και Κάβουρας).
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι σ' αυτό τον αρχέγονο κόσμο των φυσικών δυνάμεων δεν διασαλεύεται το κράτος (=δύναμη) του Θεού όπως το διαμόρφωσε η ορθόδοξη θεολογία του Βυζαντίου.
Ερμηνευτική προσέγγιση της προσωπικότητας του Διγενή
Ο Διγενής, που συνηθέστατα είναι γνωστός με το χαρακτηριστικό επίθετο Ακρίτας, δηλαδή φύλακας των ακραίων συνόρων του Ελληνισμού, υπήρξε ο δημοφιλέστερος και σημαντικότερος μυθικός ήρωας των δημοτικών επικών ακριτικών τραγουδιών αλλά και πολλών παραδόσεων και παραμυθιών. Προικισμένος με υπεράνθρωπη μυϊκή δύναμη αλλά και με ευγένεια συναισθημάτων και ψυχής, ο Διγενής δεν είναι άλλος από ένας νεότερος και χριστιανικός απόγονος του Ηρακλέους, του ημιθείου της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Στο πρόσωπό του εξ άλλου ενσαρκώνονται και συμπυκνώνονται όλες εκείνες οι στρατιές των Βυζαντινών υπερασπιστών των εσχατιών της Αυτοκρατορίας, οι οποίοι είχαν να αντιπαλεύσουν συνεχώς προς ποικίλους εχθρούς.
Τα ακριτικά έπη, ποιητικές συνθέσεις της Βυζαντινής εποχής που λίγα δείγματά τους έχουν διασωθεί, δεν είναι τα μόνα στα οποία δημοφιλής ήρωας είναι ο Διγενής Ακρίτας. Ο Διγενής, πέρα από τις ηρωικές πράξεις του (λ.χ. πάλη και νίκη κατά των δυνάμεων του κακού, τις οποίες αντιπροσωπεύουν ο γίγαντας Σαρακηνός ή και εφιαλτικά τέρατα όπως ο Κάβουρας -μύθος που παραπέμπει στην πάλη του Ηρακλέους με τέρατα) απαντάται και σε ερωτικές σχέσεις (ο έρωτας, που και αυτός προϋποθέτει ανδρεία και γενναιοψυχία, είναι βασικός παράγων ζωής), αλλά και σε μία τελική αναμέτρηση με τον Χάροντα. Και ενώ ο Χριστιανός Διγενής όχι σπάνια επικαλείται την θεϊκή βοήθεια για να νικήσει τρομερούς αντίπαλους ενός φανταστικού κόσμου, στην καθοριστική σύγκρουσή του με τον Χάροντα δεν μπορεί να ξεφύγει από τους αδυσώπητους νόμους του φυσικού κόσμου, και νικιέται από τον Χάροντα μόνο ύστερα από θεϊκή και πάλι παρέμβαση. Δεν είναι, βεβαίως, τυχαίο το ό,τι όταν ο Χάροντας έρχεται για να πάρει την ψυχή του Διγενή, τον βρίσκει να συμμετέχει σε γλέντι, μέσα σε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα πανηγυριού. Διότι για τους πραγματικά γενναίους ανθρώπους και αυτός ο θάνατος είναι το δίκαιο αποτέλεσμα ενός πραγματικού αγώνα.
Εκτός από τα δημοτικά τραγούδια που επιβίωσαν από την ηρωική εποχή της ακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τον Διγενή απαντούμε και σε διηγήσεις, παραμύθια και παραδόσεις, σε ένα είδος μιας πλούσιας προφορικής λογοτεχνίας, όπως απαντούμε και την περιβόητη και ωραία και μυστηριώδη Ρήγαινα (βασίλισσα δηλαδή), την αφέντρα κάθε πλούσιου κάστρου, κάθε αρχαίου χαλάσματος, κάθε κορυφής και κάθε κοιλάδας της Κύπρου. Από αυτή την ιδιαίτερα πλούσια προφορική λογοτεχνία, που για αιώνες μεταδιδόταν από στόμα σε στόμα, δυστυχώς λίγα δείγματα έχουν διασωθεί και τα πλείστα έχουν χαθεί οριστικά διότι δεν είχαν εγκαίρως καταγραφεί. Ωστόσο σε πάρα πολλά μέρη της Κύπρου υπάρχουν τοποθεσίες που στις παραδόσεις σχετίζονται είτε με την περιβόητη Ρήγιανα, είτε με τον περίφημο Διγενή, είτε κάποτε και με τους δυο. Βράχοι εξ άλλου θεόρατοι, που στέκουν στην πεδιάδα είτε προεξέχουν από κύματα σε διάφορα μέρη της Κύπρου, θεωρούνται στις τοπικές παραδόσεις ως βλήματα που είχε ρίξει ο Διγενής κατά των εχθρών, που φυσικά δεν ήσαν προσωπικοί εχθροί του αλλά εισβολείς που επιβουλεύονταν την ίδια την Κύπρο. Και μέσα στους ατελείωτους αιώνες της Κυπριακής ιστορίας υπήρξαν άπειροι τέτοιοι.
Στις σχέσεις του με τις γυναίκες, ο Διγενής είναι εκείνος που αγαπά την ίδια την ζωή. Στην πάλη του εναντίον αγρίων θηρίων ή βαρβάρων, ο Διγενής είναι ένας ήρωας- εκπολιτιστής, κάτι σαν μυθοποιημένος Μέγας Αλέξανδρος. Στη σύγκρουσή του με τον Χάροντα, ο Διγενής είναι εκείνος που ήδη ευρίσκεται σε επίπεδο ημίθεου, αφού πέρασε με επιτυχία δοκιμασίες και επιτέλεσε άθλους (όπως ο προγονός του Ηρακλής), είναι εκείνος που δεν αποδέχεται μοιρολατρικά ούτε και τους υπέρτατους κανόνες του κόσμου τούτου και που αγωνίζεται μέχρι τέλους για να τους αλλάξει. Γνωρίζει ότι τούτο είναι αδύνατο, αλλά δεν παραδίδεται αμαχητί. Στον κόσμο του Διγενή, ένα αρχέγονο κόσμο των φυσικών δυνάμεων, ό,τι και να συμβαίνει, δεν διασαλεύεται τελικά η τάξη και δεν αλλοιώνεται ο θεϊκός νόμος, γι' αυτό τελικά ακόμη καο ο Διγενής πεθαίνει.
Γενικότερα, ο Διγενής αποτελεί την προσωποποίηση των οραμάτων και των προσδοκιών του λαού, ενός λαού που γνώρισε πλήθος καταστροφές, πλήθος εισβολές, πλήθος επιβουλές, πλήθος τραγωδίες. Και εναντίον όλων των εισβολέων και κουρσάρων, εκείνος που με επιτυχία αντιστεκόταν ήταν η ψυχή αυτού του μικρού τόπου, και την μεγάλη αυτή ψυχή είναι που αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα ο Διγενής Ακρίτας.
Η Κύπρος, από την αυγή της ιστορίας της (μιας από τις αρχαιότερες και πλουσιότερες στον κόσμο), δεχόταν συνεχώς εισβολές και γνώριζε την καταστροφή, την ερήμωση, τον θάνατο. Το μικρό αυτό νησί, τοποθετημένο σε έναν ζωτικότατο γεωγραφικό χώρο, μεταξύ τριών ηπείρων (Ευρώπης, Ασίας, Αφρικής), υπήρξε πάντοτε χώρος διακινήσεως σημαντικότατων πολιτισμών αλλά και χώρος συναντήσεως και συγκρούσεως διαφορετικών κόσμων. Ο μικρός σε αριθμητική δύναμη λαός αυτού του νησιού, που είχε πάντοτε να αντιπαλέψει με ισχυρούς και πολυάνθρωπους επιβουλευτές και κατακτητές, είχε απόλυτη ανάγκη να γεννά Διγενήδες και σε τελευταία ανάλυση, το γεγονός ότι αυτός ο μικρός λαός κατόρθωσε και κατορθώνει ακόμη να επιβιώνει, οφείλεται στο ότι αυτός ο λαός υπήρξε ο ίδιος ο Διγενής, κατά κάποιον τρόπο, που απετέλεσε έναν τεράστιο άθλο: να εξακολουθεί να υπάρχει.
Ν. Σ. ΣΠΑΝΟΣ
Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC
Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012
Η μοναξιά του Σοχράμπ Σεμπεχρί - The loneliness of Sohrab Sepehri
Περίπου 35 χλμ. μακριά από τη πόλη του Κασιάν, στα σύνορα της κεντρικής ερήμου του Ιράν, σε ένα χωριό που ονομάζεται «Μασάντ Αρντχάλ», αναπαύεται για πάντα ο μεγάλος σύγχρονος ιρανός ποιητής και ζωγράφος, Σοχράμπ Σεμπεχρί. Θρηνεί για την μοναξιά. Έγραψε τα ακόλουθα λόγια για να τεθούν και που είναι γραμμένα στην ταφόπλακα του:
Αν έρθεις να με επισκεφθείςΜήπως και το τζάμι της μοναξιάς μου ραγίσει
Σοχράμπ Σεμπεχρί
About 35 km way from the city of Kashan, on the border of Iran's central desert, in a village called 'Mashad Ardhal', Sohrab Sepehri, the great Iranian contemporary poet and painter is resting forever. He grieves of loneliness. He wrote the following words to be put and are written on his tombstone:Sohrab Sepehri
Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012
Πέργαμος • Pergamon • Bergama • Θυάτειρα • Ακχισάρ • Thyatira • Akhisar
Η πόλη της Περγάμου είναι γνωστή ως Πέργαμα στα τουρκικά. Πριν το 1914 η Πέργαμος είχε πληθυσμό 19.000 κατοίκων εκ των οποίων οι 11.000 ήταν Έλληνες, 7.000 ήταν Τούρκοι, 300 ήταν Αρμένιοι, και 700 ήταν Εβραίοι. Στις 27 Μαΐου 1914, οι τουρκικές αρχές στην Πέργαμο έδωσαν εντολή σε όλο τον χριστιανικό πληθυσμό να εγκαταλείψει την πόλη μέσα σε δύο ώρες. Οι περισσότεροι από τους τρομοκρατημένους κατοίκους κατέφυγαν στο νησί της Μυτιλήνης, ενώ άλλοι κατάφεραν να φύγουν για την Μασσαλία. Όταν ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη το 1919, 8.000 εκ των Ελλήνων προσφύγων επέστρεψαν στην Πέργαμο μόνο για να απελαθούν και πάλι το 1922.
![]() |
Pergamus. General view. Late 19th century. Pergamon's ancient library on the Acropolis was the second best (after Alexandria in Egypt) in the ancient Greek World with 200.000 books. |
The city of Pergamos (Pergamus or Pergamum) is known as Bergama in Turkish. Before 1914 Pergamos had a population of 19,000 of which 11,000 were Greeks, 7,000 were Turks, 300 were Armenians, and 700 were Jews. On may 27 1914, the turkish authorities at Pergamum command all Christian population to leave the town within two hours. Most of the terrorized inhabitants took refuge in the Greek island of Mytilini while others made it to Marseille. When the Greek army landed in Smyrna in 1919, 8,000 of the Greek refugees went back to Pergamos only to be expelled again in 1922.
![]() |
| Παλαιά πόλη της Περγάμου - Οlder part of Bergama |
Η σύγχρονη πόλη της Περγάμου δεν είναι ιδιαίτερα γραφική, ωστόσο στην παλαιά πόλη διασώζονται μερικά όμορφα σπίτια χτισμένα σύμφωνα με την αρχιτεκτονική του περασμένου αιώνα.
The modern town of Bergama is not particularly picturesque, however in the older part of the town survive some beautiful houses build in the architetual style of the past century.
![]() |
| Τα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Τέλη του 19ου αιώνα - Ruins of the church of St. John the Theologian. Late 19th century |
Η τεράστια Κόκκινη Βασιλική (Κιζίλ Αυλού) βρίσκεται στο κέντρο της Περγάμου, και είναι δύσκολο να μην τη δει κανείς καθώς είναι με διαφορά το μεγαλύτερο κτίριο στην πόλη. Η Βασιλική έχει μια κάποια ποιότητα μυστηρίου, εν μέρει επειδή είναι ένα τεράστιο κτίριο που είναι εγκαταλελειμμένο στο κέντρο της πόλης και εν μέρει λόγω του ότι αναφέρεται στην Αγία Γραφή ως μία από τις επτά εκκλησίες της Αποκάλυψης, και αναφέρεται από τον Άγιο Ιωάννη στο βιβλίο της Αποκάλυψης ως «ο θρόνος του διαβόλου».
Χτίστηκε γύρω στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. και ο ναός ήταν αφιερωμένος στον αιγυπτιακό ειδωλολατρικό θεό Σέραπι. Όπως και πολλά παλαιότερα θρησκευτικά κτίρια μετατράπηκε κατ' αρχάς ως εκκλησία από την αυτοκρατορία του Βυζαντίου κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ., και πιο πρόσφατα ως τζαμί. Το κτίριο υπέστη σοβαρές ζημιές από τις αραβικές επιδρομείς κατά το 716 μ.Χ. και μια μικρότερη εκκλησία χτίστηκε στο εσωτερικό. Το σημερινό τζαμί βρίσκεται σε έναν πύργο σε μια από τις πλευρές του κτιρίου.
![]() | |||
| Τα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη στην Πέργαμο σήμερα - The ruins of the church of St. John today |
It built around the early 2nd century BC and the temple was dedicated to the pagan Egyptian god Serapis. Like many older religious buildings it was turned firstly as a church by the Byzantium empire in the 4th century AD, and latterly as a mosque. The building was badly damaged by Arab raiders in 716 AD and a smaller church was built inside. The current day mosque is situated in a tower to one side of the building.
![]() | ||
| Thyatira late 19th century. General view - Θυάτειρα τέλη 19ου αιώνα. Γενική άποψη |
Από το 1922 δεν υπάρχει Χριστιανική κοινότητα στο Ακχισάρ, όμως ο Ελληνορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος της Μεγάλης Βρετανίας φέρει τον τίτλο του Μητροπολίτη Θυατείρων. Η δικαιοδοσία του καλύπτει τους Ορθόδοξους Χριστιανούς που ζουν στη Μεγάλη Βρετανία, τη Νήσο του Μαν, τα νησιά της Μάγχης, και τη Μάλτα.
![]() |
| Η πόλη των Θυατείρων κατά την οθωμανική περίοδο -The city of Thyatira during the Ottoman Period. |
The city of Thyatira is known as Akhisar in Turkish. Shortly before the First World War 24,000 people were living in and around Akhisar: 12,000 Greeks, 11,000 Turks, 800 Armenians, and 150 Jews. As it happened in Smyrna, Akhisar was the scene of many tragedies in 1922. On August 28, 1922, the Greek mayor of Akhisar adviced all the Greeks to leave, but many refused to depart from their city. A few days later, Akhisar was occupied by advancing Turkish troops, and an estimated 7,00o Greek Christians were killed.
There has been no Christian Community in Akhisar since 1922, but the Greek Orthodox Archbishop of Great Britain carries the tittle of Metropolitan of Thyatira. His jurisdiction covers those Orthodox Christians living in Great Britain, the Isle of Man, the Channel Islands, and Malta.
![]() |
| Η σύγχρονη πόλη της Ακχισάρ - Modern city of Akhisar |
The city of Thyatira is in ruins today. The modern city of Akhisar surrounds the one square block of what is left of the ancient city. Nothing is left but rubble.
Η έρευνα και η γραφή αυτού του άρθρου έγινε από NOCTOC
This article was researched and written by NOCTOC
Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012
Σύρος: Τούμας Τράνστρεμερ - Syros: Tomas Tranströmer
Στο λιμάνι της Σύρου παρατημένα εμπορικά πλοία σε αναμονή.
Οι πλώρες δίπλα δίπλα. Αραγμένα εδώ και χρόνια:
CAPE RION, Μονρόβια.
KRITOS, Άνδρος.
SCOTIA, Παναμάς.
Σκοτεινοί πίνακες πάνω στο νερό, κρεμασμένοι απόμερα.
Σαν παιδικά παιχνίδια που γιγαντώθηκαν
και μας κατηγορούν
για ό,τι δεν γίναμε.
XELATROS, Πειραιάς.
CASSIOPEJA, Μονρόβια.
Η θάλασσα σταμάτησε να τα διαβάζει.
Όταν όμως ήρθαμε για πρώτη φορά στη Σύρο, νύχτα ήταν,
είδαμε τις πλώρες δίπλα δίπλα στο φως της σελήνης και σκεφτήκαμε:
τι πανίσχυρος στόλος, υπέροχα ενωμένος!
Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου
SYROS
In Syros harbor leftover cargo steamers lay waiting.
Prow by prow. Moored many years since:
CAPE RION, Monrovia.
KRITOS, Andros.
SCOTIA, Panama.
Dark pictures on the water, they have been hung away.
Like toys from our childhood that have grown to giants
and accuse us
of what we never became.
XELATROS, Pireus.
CASSIOPEIA, Monrovia.
The sea has read them through.
But the first time we came to Syros, it was at night,
we saw prow by prow by prow in the moonlight and thought:
What a mighty fleet, magnificent connections.
Translated from Swedish by Robin Fulton
Σπάνιες φωτογραφίες των αρχών του 20ού αιώνα με γυναίκες από τα Δωδεκάνησα - Rare photos of the early 20th century with women from the Dodecanese
Γυναίκα της Καρπάθου - Woman from Karpathos
Γυναίκα της Τήλου - Woman from Tilos (Tylos)
Γυναίκα της Σύμης - Woman from Simi
Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012
Ίωνας Δραγούμης • Σαμοθράκη • Το Νησί
ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ
Σ' αυτό το μέρος της Άσπρης Θάλασσας, που είναι το νησί, όλοι οι άνεμοι μαζώνονται και σαρώνουν τη θάλασσα και το αέρα. Βοριάδες, νοτιές, δυτικοί και ανατολικοί φυσομανούν λυσσασμένοι και στριφογυρίζουν και χυμίζουν και κτυπούν κατεπάνω στα βουνά, που τους ξαναστέλνουν πίσω και χώνονται μέσα στους κόλπους της στεριάς και ξαναβγαίνουν και περνούν ανάμεσα στα νησιά, σαν πνεύματα και σαν κλέφτες, και σφυρίζουν αδιάκοπα τη λαλιά τους, που είναι μυστήριο. Σπάνια σε κείνα τα μέρη αφήνουν τη θάλασσα ατάραχη οι ανεμοζάλες. Τα νερά της Μαύρης Θάλασσας μαλλώνουν από τις δυό στενωσιές ανάμεσα στις δυό μεγάλες στεριές, Ευρώπη και Ασία. Μαζώνονται κάποτε οι ανέμοι σ' ένα από τα στενά όλοι μαζί μπλεγμένοι και κλώθουν και στριφογυρίζουν και σκίζουν τον αέρα και παλαίβουν αναμεταξύ τους και ξανασκορπίζονται χυμίζοντας άγρια, τρελά και ακράτητα στα πέρατα, λες της γης. Και κάποτε ξαφνικά χάνονται όλοι, σα μαγεμένοι, και μοναχό ένα απαλότατο γλυκό αεράκι χαϊδεύει τη θάλασσα, και σουρώνει τα νερά λαφρίτατα. Και η θάλασσα, τότε γελά. Η γαλήνη τέλεια δεν υπάρχει• ζη πάντα η θάλασσα, όσο και να φαίνεται απ' όξω κοιμισμένη και ασάλευτη. Είναι πάντα έτοιμη να θυμώση, όσο κι αν φαίνεται ήρεμη και γελαστή. Και, άμα θυμώσει αυτή η άξενη θάλασσα, σηκώνει άγρια κύματα και αφρίζει και κτυπά και δέρνει τα ανοιχτά τ' ακρογιάλια. Ανάμεσα στα δυ'ο νησιά, που προβάλουν σε κείνο το μέρος, κάποιος δαίμονας, λέει ο λαός, είναι κρυμένος στης θάλασσας τον πάτο και, άμα θυμώση, αυτός ταράζει και αναστατώνει τα νερά. Εκεί κοντά έχει τη σπηλιά της η θεά η Θέτιδα.
Γύρω γύρω γλείφει το νησί η θάλασσα με τα γλυκά της κυματάκια, στη γαλήνη. Γύρω τριγύρω το δέρνει η θάλασσα το νησί, η θυμωμένη, όταν μαλλώνη με τους ανέμους. Γύρω αγκαλιάζει το νησί η θάλασσα το καλοκαίρι και πότε το σφίγγει περισσότερο, πότε κουράζεται και χαλαρώνει λίγο τη δροσερή αγκαλιά της, τη μυρωδιασμένη. Και το χειμώνα είναι λιγώτερο παγωμένη από τον αέρα. Τότε, την αυγή σα δε φυσάη άνεμος βγαίνει ο ήλιος και τη βλέπει, που αχνίζει. Μα, καλοκαιριά, καλοκαιριά, ο,τι και να 'ναι, το έχει στην αγκαλιά της η θάλασσα το νησί και το σφίγγει ολούθε. Μα το νησί ξεπροβάλλει στα ύψη, γυρεύοντας αναπνοή και λευτεριά.
Του νησιού σύνορα είναι η θάλασσα, σύνορα, που ξεκόβουν καθαρά και ξάστερα φαίνονται. Το νησί το ξεμοναχιάζει από τον άλλο κόσμο η θάλασσα και ζη ξεχωριστό, ολάκερο, μοναχό. Εδώ στεριά, εκεί τριγύρω θάλασσα. Από την κορυφή φαίνονται ολοτρόγυρα τα σύνορα βέβαια, ορισμένα, αναμφισβήτητα. Ποιος άνθρωπος μπορεί ποτέ να αμφισβητήση τα σύνορα αυτά; Ποιος μπορεί να αρνηθή τη θάλασσα, τη θάλασσα, που πλάθει ακρογιάλια;
Τον καιρό του μεγάλου κατακλυσμού τα νερά του Εΰξεινου Πόντου άνοιξαν δρόμο από το Βόσπορο και τον Ελλήσποντο. Όλα τα νησιά και όλα τα περιγιάλια των μερών εκείνων πλημμύρισαν, και στο βουνό του νησιού, το ψηλότατο, που μοναχό έμεινε από πάνω από τα νερά, όρμησαν και συνάχτηκαν κατατρομαγμένοι οι άνθρωποι να γλυτώσουν. Καθώς ανέβαιναν τα νερά ολοένα και περισσότερο, προσευχήθηκαν στους θεούς οι άνθρωποι, και αφού γλύτωσαν από τον πνιγμό, στα μέρη, που σταμάτησε η θάλασσα, έστησαν γύρω γύρω στο νησί βωμούς στους μεγάλους θεούς, σημάδια και σύνορα της σωτηρίας. Στους βωμούς αυτούς χιλιάδες χρόνια έπειτα έκαναν ακόμη θυσίες στους θεούς οι άνθρωποι. Τα σημάδια έμειναν και είναι από τον καιρό εκείνο τα σύνορα του νησιού. Μα δεν τα έπλασαν οι άνθρωποι τα σύνορα αυτά. Τα έπλασε η θάλασσα• πώς να τα αμφισβητήσουν; Γι' αυτό τα επικύρωσαν με τα τεχνητά σημάδια τους. Του νησιού τα σύνορα χωρίς την επικύρωση των ανθρώπων υπάρχουν.
Ας σηκώσουν τις άγκυρες τα κράβια των ανθρώπων με τον άγριο βοριά ή με τη μανιασμένη τη νοτιά να τραβήξουν κατά το πέλαγο, κατά τα νησιά ή κατά την αντικρυνή στεριά• θα βουλιάξουν σύξυλα. Γι' αυτό μήνες κάποτε περνούν χωρίς συγκοινωνία οι νησιώτες με τους άλλους ανθρώπους. Και το καλοκαίρι ακόμη ο άνεμος είναι συχνά αγριώτερος, παρ' όσο χρειάζεται για να ταξιδέψουν. Μιλούνε μονάχα αναμεταξύ τους, άνθρωπο ξένο δεν αντικρύζουν και λένε τα δικά τους κι όλο τα δικά τους ξαναλένε. Έτσι γίνονται οι νησιώτες. Ζουν μεταξύ τους και κυτάζουν πάντα κατά τη μεγάλη θάλασσα, μην τους φέρνη κανένα μήνυμα από τους άλλους ανθρώπους. Συνήθισε η ματιά τους να αντικρύζη το πέλαγο και τις μακρινές στεριές με τις πολιτείες και τα ξένα νησιά και ακρογιάλια. Συνήθισε τ' αυτί τους να λογαριάζη τη δύναμη των ανέμων και το θυμό τους. Έμαθαν να υποψιάζονται τη θάλασσα πάντα. Και όταν ακόμη γελάη αυτή, οι νησιώτες μένουνε συλλογισμένοι. Αιώνες πέρασαν έτσι ζωσμένοι από την άξενη θάλασσα και τα άξενα περιγιάλια. Γενεές γενεών πέρασαν και ζουν αναμεταξύ τους οι νησιώτες, ρίχνοντας ματιές στη μεγάλη θάλασσα και ακούοντας τη βοή της και τα βογγητά των ανέμων. Και γίνηκαν άλλοι άνθρωποι.
Οι στεριανοί αναγκάστηκαν να πάρουν βουνά για σύνορα και να χτίσουν κάστρα στις κλεισούρες και στις ράχες σκοπιές. Και αυτών το κράτος ήταν μικρό, σαν το νησί, και από ένα βουνάκι στη μέση του κάμπου Φαίνονταν άλλοτε τα κάστρα όλα τριγύρο και, σαν περιδέραιο, τα βουνά, που ήταν σύνορα.
Άλλοι πάλε έκαμαν τον τόπο τους μεγάλο, που δεν φαίνονται τα σύνορά του και δεν ξέρουν και οι ίδιοι καλά καλά που τελειώνει ο τόπος τους.
Μα τα πλατιά σύνορα δε φανερώνουν πάντα λαό πλατύμαυλο και μεγαλόκαρδο• φανερώνουν μονάχα μεγάλο ανθρωπομάζωμα. Και τα ανθρωπομαζώματα όλο απλώνονται περισσότερο, ξεχάνονται, χαλαρώνεται η σύστασή τους και η ψυχή των ατόμων χαμηλώνει.
Εκείνοι πάλε, που έχουν τα στενά σύνορα και τα βλέπουν οι ίδιοι γύρω τους, περιμαζεύονται, φυλάγονται περισσότερο, συμπυκνώνεται η ψυχή τους, δεν ξεχνούν τον εαυτό τους εύκολα και ανεβαίνουν προς τα ύψη. Γίνονται στριμένοι και ψηλότεροι.
Έτσι και το νησί, που το σφίγγουν ολόγυρα τα σύνορά του, ξεπετιέται προς τα ύψη.
Οι Έλληνες είναι σχεσόν παντού νησιώτες• σχεδόν παντού βλέπουν τα σύνορά τους, τη θάλασσα. Μα η θάλασσα που ξεχωρίζει ανθρώπους απ΄άλλους ανθρώπους, η ίδια τους είναι ανοιχτή για ταξίδια σε τόπους και άλλους τόπους.
Το νησί, ως τόσο, είναι πάντα κάτι ξεχωριστό και ολάκερο. Έτσι το βλέπει κανείς απ΄όξω. Και από την ψηλή του κορυφή πάλι έτσι το βλέπει, ερημικό μέσα στο πέλαγο.
Σε κείνο το μέρος της Άσπρης Θάλασσας, που είναι το νησί και γίνονται από τα παλιά χρόνια σίφωνες, σεισμοί, κατακλυσμοί και καταποντισμοί, μπορεί και το νησί ολάκερο με τα σύνορά του να χαθή. Οι σφουγγαράδες, που βουτούν σε κείνα τα νερά, λέγουν πως ανάμεσα στο νησί και στη στεριά βλέπουν μια βουλιαγμένη πολιτεία. Και οι αρχαίοι αναφέρουν πως εκεί άλλοτε ήτανε νησιά που τα έθαψε η θάλασσα.
Από το βιβλίο του Ίωνα Δραγούμη «Σαμοθράκη το Νησί»
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC
Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012
Παντελής Μηχανικός: Ιλαρίων, Ιλαρίων, ω γλυκύ μου έαρ
Ιλαρίων, Ιλαρίων, ω γλυκύ μου έαρ,
Ήσουνα φως που φώτιζε
κι ήσουν ανθός και μόσκος
Φέρτε στάχτη ν' αλείψουμε τα πρόσωπά μας. Μάνα κλάψε.
Κι ας περπατήσουμε τη βαθιά σήραγγα, βαθιά βαθιά, όσο
να βρεθεί το νερό αν βρεθεί.
Αν δεν βρεθεί, θάνατος.
Κι αν βρεθεί
νίψετε τα πρόσωπά σας,
πλύνετε την καρδιά σας
καθαρίστε όλο το ρύπος.
Κάτι μου λέει πως ο καθαρός άνθρωπος δεν φοβάται την ήττα,
Κάτι μου λέει πως για τον καθαρόν άνθρωπο δεν υπάρχει ήττα,
αυτός προχωράει πάντα μπροστά. Κι όταν ακόμα τον χτυπήσει
ο θάνατος, αυτουνού η ψυχή πάει μπροστά. Μπροστά
χωρίς να κλαίει, χωρίς να ντροπιάζεται. Ολόρθος και γελαστός
πάει μπροστά.
Ο ρύπος μας
ο δικός μας ρύπος
τώρα μας τρομοκράτησε.
Τρομοκρατία
χτύπα βαθύτερα,
χτύπα βαθύτερα
όσο να τον ξεκάνεις
ή να τον αναστήσεις τον άνθρωπο.
Παντελής Μηχανικός
Από τ' ανέκδοτα ποιήματά του, 1975
Λευκωσία
Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012
Παντελής Μηχανικός: Τα δυο Βουνά
ΤΑ ΔΥΟ ΒΟΥΝΑ
Αυτό που ακούστηκε μέσα στη βαθιά νύχτα ήτανε κλάμα παιδιού που προχώρησε μ' ένα μουγκρητό τραυματισμένου ανθρώπου μέσα στ' απέραντα σκοτάδια που χτυπιόντανε ανελέητα.
Ανελέητα χτυπιόντανε ώρες πολλές μεταξύ τους άγονα τα ερωτηματικά. Κουρασμένος ο αγκώνας μου να βαστάει ένα βαρύ κεφάλι το άφησε πια να πέσει. Μπηγμένα τα δάχτυλα μου στα μαλλιά, τυραγνισμένα, δε μπορέσανε να πάρουνε καμμιάν απάντηση βασανίζοντάς τα. Ο ιδρώς που έσταζε απ' το πρόσωπό μου τίποτα δεν μολόγησε. Αποκαμωμένη η ανάκριση, γονατισμένη, παραχώρησε τη θέση της στην απελπισία. Κι αυτή χτυπούσε εύστοχα, χτυπούσε καίρια, χτυπούσε πια στα έγκατα της γης μου!
Τότε ήταν που ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα.
«Ήρθανε», σκέφτηκα. Ποιοι ήρθανε; Δεν ήξερα. Αλλά ήρθανε.
Βρήκα τη δύναμη να σταθώ στα πόδια μου, προχώρησα σταθερά κατά την πόρτα και την άνοιξα διάπλατα: ήτανε δυό παμπάλαιοι φίλοι.
«Περαστικοί ήμαστε κι ήρθαμε να σου πούμε μια καλησπέρα», είπε ο Μαχαιράς.
«Περνώντας είπαμε να σταθούμε μια στιγμή», είπε ο Ιλαρίων.
Σωριάστηκα στην καρέκλα μου κι ο Μαχαιράς πήρε κάθισμα δίπλα μου. Ο Ιλαρίων προχώρησε κατά το κελλάρι.
Έσκυψε πάνω μου ο Μαχαιράς και είπε:
«Μη σπαταλάς περισσότερο χρόνο. Καμμιά φορά η ζωή έτσι ξέρει να μας πλερώνει. Εκεί που σταματάς τη μάχη αντικρίζεις ερείπια. Πόνος δικός σου. Και πόνος που δεν είναι δικός σου. Πόνος των ιερών και των οσίων».
Πήρε ύφος ακόμη πιο σταθερό ο Μαχαιράς και συνέχισε:
«Όσους γυρέψανε να δώσουνε ζωή απ' τη ζωή τους στην ίδια τη ζωή - η ζωή τους πλέρωσε με βαθιές λαβωματιές. Τούτους να τους προσκυνάς!
Και να θαυμάζεις τους δυνατούς εκείνους που ζήσανε τις λαβωματιές τους μα δυνατότεροι απ' αυτές τις καταχτήσανε και τις προσθέσανε στη δύναμή τους. Έκαναν τις λαβωματιές τους μαργαριτάρια κι αστέρια και βγήκανε πιο πλούσιοι και πιο λαμπροί».
Απάνω σ' τούτο στράφηκε κι ο Ιλαρίων, τα χείλια και τα γένια του να στάζουνε κρασί. Κρατούσε μια κανάτα κι απίθωσε τρία ποτήρια στο τραπέζι. Γέμιζε τα ποτήρια κι έλεγε:
«Και τα κύματα του σκοταδιού ακόμη ένα μεγάλο κέρδος είναι. Που κάνει το φως της μέρας πιο λαμπερό. Τίποτα δε θα λάβουμε σαν κλείσουν οι αισθήσεις».
Ήπιε ακόμη ένα ποτήρι κρασί ο Ιλαρίων και συνέχισε:
«Ο καημένος ο άνθρωπος, πεθαμένος δυό χιλιάδες χρόνια, του δόθηκε ξάφνου η χάρη να βγει απ' το έρεβος και ν' ανοίξει τα μάτια για μια στιγμή. Μόνο μια στιγμή. Κι έβαλε σταλαγματιά σταλαγματιά το χρυσό φως του ήλιου να πέφτει απάνω στη φύση, να φανερώνει πολιτείες και να φωτίζει πλήθη πολύχρωμους ανθρώπους. Ένα θαύμα!
Ένα θαύμα είναι και το ποτήρι αυτό. Πιές το. Είναι κρασί! Πιές το κι είναι η μεγάλη ώρα!»
Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας. Τσουγκρίσαμε πολλά ποτήρια. Ύστερα ο Μαχαιράς και ο Ιλαρίων φύγαν.
Τα δυο βουνά πήγανε στις θέσεις τους. Η γη μου ησύχασε. Σφιχταγκάλιασε ξανά τ' αρχαία μάρμαρα, ανάπνευσε βαθιά με τα δάση της και σκόρπισε φουχτιές διαμαντικά ν' αστράφτουνε στις θάλασσες της κάτω απ' τον ήλιο του καλοκαιριού.
Παντελής Μηχανικός
Από την ποιητική συλλογή «Τα δυο Βουνά», 1963
Λευκωσία










































