ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Κτήμα: Η Πάφος του 1878 μέσα από το φακό του Φώσκολο - Ktima: Paphos in 1878 through the lens of Foscolo


Άποψη του Κτήματος
 «Η πόλη έχει περίπου 1700 κατοίκους, από τους οποίους 2/3 είναι Μωαμεθανοί. Το μέρος είναι ένα σύνολο από αρχαία κλασσικά ερείπια ανακατεμένα με κείνα των Μαισαιωνικών χρόνων. Επίσης φαίνονταν πολλά καλοπελεκημένα σπήλαια στους βράχους. Η ύπαιθρος γύρω από την πόλη είναι καλά καλλιεργιμένη και υπάρχει μεγάλος αριθμός χαρουπόδεντρων που κάνουν το τοποίο δροσερό και πράσινο. Δεν υπάρχει λιμάνι με την σύγρονη σημασία της λέξης, αλλά υπάρχουν κατάλοιπα ενός παλαιού μώλου, που, όταν θα ήταν σε καλή κατάσταση, δεν έχω αμφιβολία ότι το μέρος θα μπορούσε να καταγραφεί στους παλαιούς χάρτες σαν «λιμάνι».

Ιωάννης Π. Φώσκολο
1878

Κτήμα, Πάφος
 "The town has about 1700 inhabitants, two thirds being Mohammedans. The place is a mass of very ancient classical ruins interspersed with those of Mediaeval times. There were many well shaped caves cut from the rocks to be seen. The country around the town seems well cultivated and there are quantities of carob trees. There is no harbour in the modern acceptation of the word but there are the remains of an old mole which, when in good condition, I have no doubt caused the place to be recorded on the middle age charts as a "port".

John P. Foscolo
1874

Άποψη του Κτήματος μέσα από τους κήπους
Κτήμα, Πάφος

Δρόμος από το Κτήμα προς Κάτω Πάφο

Κάτω Πάφος

Παναγία Θεοσκέπαστη. Κάτω Πάφος


Λιμάνι της Πάφου

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Παραδοσιακά κυπριακά τραγούδια για την ετοιμασία της μανάσσας (παστού)

Ένα από τα έθιμα του κυπριακού γάμου είναι «η μανάσσα», το οποίο δεν γίνεται πλέον. Η μανάσσα στηνόταν μια μέρα πριν από το γάμο, δηλ. το Σάββατο, που συνίστατο στη διαμόρφωση του νυφικού δωματίου σε βασιλικό διαμέρισμα με βήλα και παραπετάσματα. Στολίζανε το ταβάνι και τους τοίχους με απλωμένα και κρεμαστά σεντόνια και με μαντηλίες, κρατημένες στη μέση, ώστε να σχηματίζουν χιαστί σταυρό. Στις άκρες των μαντηλιών στερέωναν σταυροκούλουρα και ανθρωπόμορφα ψωμιά. Στην Πάφο η μανάσσα ονομαζόταν «παστός» και στην επαρχία αυτή κολλούσαν στον τοίχο από ζυμάρι πουλάκια, φίδια και ακτινωτούς σταυρούς ως σύμβολα του γάμου. Όλα αυτά γίνονταν με τη συνοδεία οργάνων και τραγουδιών. Συγχρόνως οι γυναίκες έφερναν μέσα σε πανέρια και την άλλη προίκα χορεύοντας και την εξέθεταν. Πιο κάτω παραθέτω δυο σήμερα άγνωστα τραγούδια για την ετοιμασία της μανάσσας:

Φωνάξετε τις νόστιμες, πέτε τους να βουρίσουν*
Μανάσσαν εν' που στήνουμεν, για να μας βοηθήσουν.
Φωνάξετε της μάνας της να φέρει τ' ανοιχτάριν*,
να ΄βρετε τα σεντόνια της τα διπλοτριπλωμένα
που τα ετριπλοδίπλωσε με τα χρυσά της χέρια.
Άγια Μαρίνα, σύντρεξε, τζι' άγια* Φανερωμένη,
βοηθάτε τούτην την δουλειάν να είν' ευλοημένη.
Σύντρεξε τζιαι βοήθα τους τζιαι στείλε τους την χάριν,
τζι' άγια Χρυσορρογιάτισσα* με το γρουσόν ζωνάριν.
Σύντρεξε τζιαι βοήθησε να ΄ρτουν οι καλεσμένοι,
να ΄ρτουν οι καλεσμένοι τους κανίσσια* φορτωμένοι.
Τζυρά του Τζύκκου*, μια είσαι, υπερδεδοξασμένη,
οπούρκονται στην χάριν σου 'π' ούλην την οικομένην 
τζιαι λουτουρκούν την μέραν σου πισκόποι τζιαι γουμένοι.
Τζυρά του Τζύκκου, μια είσα τζι' άλλη του Τροόδου*
τζι' ένας ο Τίμιος Σταυρός*, ο Κάνναβος* τ' Ομόδου.
Συντρέξετε, βοηθάτε τους, να 'ρτουν ευλογημένοι,
να 'ρτουν κ' οι καλεσμένοι τους κανίσσια φορτωμένοι.

βουρίσουν = τρέχουν, ανοιχτάριν = κλειδί, άγια = άντε εμπρός, Χρυσορρογιάτισσα = Παναγία η Χρυσορρογιάτισσα μοναστήρι στην Πάφο, κανίσσια = δώρα, Παναγία του Κύκκου = μεγάλο μοναστήρι της Παναγίας στην Κύπρο, Παναγία του Τροόδου = μοναστήρι της Παναγίας Τροοδίτισσας, Τίμιος Σταυρός = μοναστήρι Τιμίου Σταυρού στο χωριό Όμοδος, Κάνναβος = κομμάτι σχοινί που έδεσαν τον Χριστό στο Σταυρό,


και το άλλο είναι το ακόλουθο:


Ώρα καλή τζι' ώρ' αγαθή τζι' ώρα ευλοημένη
τούτ' η δουλειά π' αρκέψαμεν, να βκει στερεωμένη
τζιαι που το στόμαν του Γριστού νά' νι ευλοημένη.
Η Παναΐα τζι' ο Γριστός 'ννα βκουν να σιριανίσουν
τζι έννα περάσουν που δαμέ τζι έννα μας ευλοήσουν.
Φωνάξετε τες νόστιμες, πέτε τους να βουρήσουν,
μανάσσαν εν' που στήννουμεν, για να μας βοηθήσουν.
Φωνάξετε της μάνας της, να φέρει τ' αννοικτάριν,
φέρτε τζιαι ποκλειδώστέ το το κάρενον αρμάριν,
νά ' βρετε τα σεντόνια της, τα διπλοτριπλωμένα,
που τα εδιπλοτρίπλοσεν 'που τα μικρά της χρόνια.
Μέσ' στην αυλήν της νιόνυφφης εστήσασιν αμάξιν
στήσετε την μανάσσαν της με την πολλήν την τάξιν.
Ο άνεμος εφύσησεν τζι' η θάλασσα 'ν πουνάτσα
βοήθα τζιαι των νόστιμων να στήσουν την μανάσσαν.
Η Παναΐα τζι' ο Γριστός 'ννα βκουν εις το σιριάνιν
τζι' εννά 'ρωτουν 'που την νιόνυφφην, να δούσιν ίντα κάμνει.

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Λαϊκή Ιατρική, Ξόρκια και Γητειές της Κύπρου



Δεν υπάρχει χώρα και λαός όπου, εκτός από τα φώτα της ιατρικής επιστήμης, οι άνθρωποι να μη καταφεύγουν και στους εμπειρικούς λεγόμενους γιατρούς που, όταν τύχει και δεν είναι αγύρτες και εκμεταλλευτές της άγνοιας των απλοϊκών ανθρώπων - δηλαδή κατά το κοινώς λεγόμενο «κομπογιαννίτες» - καταφέρνουν με τα γιατροσόφια τους να φέρουν κάποτε και κάποιο θεραπευτικό αποτέλεσμα στον άρρωστο. Αυτοί συνήθως, σαν μακρινοί απόγονοι του Ασκληπιού και του Ιπποκράτη, με το πρωτόγονο ένστικτό τους ή από πείρα ή από μακρόχρονον ατταβισμό ορμώμενοι καταφεύγουν κυρίως στο φυτικό βασίλειο όπου, μέσα στα μύρια είδη του βοτανικού του θησαυρού, ξέρουν - από πείρα ή από παράδοση - να ξεχωρίσουν τούτο ή εκείνο το χόρτο, τη ρίζα ή το φύλλο, τον ανθό ή τον καρπό, που τον ανακατεύουν με διάφορες άλλες ζωικές ουσίες - γάλα, μέλι, ξίδι, κρασί, λάδι, ακόμη και με ποντικόλαδο, με βδέλλες, βατράχους και άλλα αηδιαστικά πράγματα - πιστεύοντας πως φέρνουν θεραπευτικό αποτέλεσμα στην κάθε αρρώστια. Πολλές φορές η εφαρμογή της θεραπείας συνοδεύεται και από την κατάλληλη επωδή, δηλ. τη γητειά, που σημαίνει ξόρκι που απαγγέλλεται από τον γητευτή ή τη γητεύτρα πάνω στον άρρωστο, με επίκληση στον Χριστό, στην Παναγία, στους Αγίους Αναργύρους και σε πολλούς άλλους αγίους, ενώ ταυτόχρονα τον καπνίζουν με άνθη του Επιτάφιου ή τον ραντίζουν με αγιασμό. Στους κατοίκους της υπαίθρου - όπως και σε άλλα μέρη - υπάρχουν λαϊκοί γιατροί και γιάτραινες  που καταπιάνονται με τη θεραπεία «πάσης νόσου και πάσης μαλακίας» ψιθυρίζοντας τις επωδές των πολλές φορές με λόγια ακατανόητα ή με φράσεις αγιωτικές.
Οι επωδές με τους εξορκισμούς των συνοδεύονταν τις πρωτόγονες εποχές από χορούς και μαγικές ιεροτελεστίες με σκοπό τη θεραπεία άρρωστων ανθρώπων και ζώων, την ευφορία των καρπών της γης και το διώξιμο των σκοτεινών πνευμάτων από κάθε ανθρώπινη ζωή και πράξη. Ιδιαίτερα οι ανατολικοί λαοί, Αιγύπτιοι, Ινδοί, Χαλδαίοι, εφάρμοζαν σε κάθε περίσταση τους ανάλογους εξορκισμούς μαζί με τη μαντική, τη μαγεία, και τις προρρήσεις για το μέλλον. Αλλά και οι αρχαίοι Έλληνες επίστευαν στην ευεργετική επίδραση των επωδών, αν θυμηθούμε τον Όμηρο που αναφέρει στην Οδύσσεια του (τ 457-458) πως οι γιοί του Αυτόλυκου δέσανε με τέχνη τη λαβωματιά του θείου και αψεγάδιαστου Οδυσσέα και σταμάτησαν με επωδό το μαύρο αίμα της πληγής του. Ακόμη και οι Ρωμαίοι συνόδευαν κάθε ιατρική τους πράξη με τους κατάλληλους εξορκισμούς, με καθαρμούς και θυσίες.
Η λαϊκή ιατρική της Κύπρου εφαρμόζεται στα χωριά, σαν προγονική παράδοση, με όλες τις σχετικές «γητθκιές» που άλλοι τις λένε πάνω από τον άρρωστο ή τες μελετάνε τη νύκτα στα άστρα και στο φεγγάρι.
Με τη δημώδη ιατρική του νησιού έχουν ασχοληθεί ντόπιοι επιστήμονες - γιατροί, ιστορικοί, καθηγητές και δασκάλοι που αγάπησαν τη λαογραφία της πατρίδας τους και τη μελέτησαν με θερμό ζήλο, συγκεντρώνοντας σε αξιόλογα βιβλία το ποικίλο και πλούσιο υλικό της. Από τους κυριότερους εστάθηκαν ο γιατρός Νεοκλής Κυριαζής και ο ιστορικός Ξενοφών Φαρμακίδης - για να αναφέρουμε τους γνωστότερους - πολυγραφότατοι και οι δύο λαογράφοι που δεν υπάρχουν πια. Από τους νεώτερους γιατρούς έχουν ιδιαίτερα ασχοληθεί με τη δημώδη ιατρική οι Κύπρος Χρυσάνθης, ταυτόχρονα ποιητής του έντεχνου και του πεζού λόγου, και ο βαθυστόχαστος Γ. Σπανόπουλος. Ο γυμνασιάρχης Κυριάκος Χατζηϊωάννου, εμπνευσμένος συγγραφέας και ερευνητής, έχει αφιερώσει στη λαογραφία του νησιού και ιδιαίτερα στη λαϊκή του ιατρική πολύτιμες μελέτες. Δεν ξέρει κανείς τί να πρωτοξεχωρίσει και για τί να πρωτομιλήσει πάνω σ' αυτές. Ελάχιστα δείγματα θ' αναφέρουμε αρχίζοντας από τον Ξ. Φαρμακίδη («Κυπριακή Λαογραφία»), που είναι ο παλαιότερος, και καταγράφοντας την κάθε συνταγή του πάνω σε γενικότερη και πιο απλουστευμένη γλωσσική μορφή. Μας λέει λοιπόν τα ακόλουθα:


Για τη Θεραπεία του Πυρετού

Όταν από τα χωριά περνούν ατσίγγανοι με αρκούδες, οι αγρότες αγοράζουν τρίχες από την αρκούδα, τις καίνε στο καπνιστήρι και καπνίζουνε τον άρρωστο με τον καπνό τους.
Αν ο πυρετός συνοδεύεται από ρίγος, ο γητευτής παίρνει τότε τρία φύλλα αγιασμένης ελιάς της Μεγάλης Πέμπτης· στο πρώτο φύλλο γράφει: «ζάγος, δράγος, δίδυμος» στο δεύτερο «Ιησούς Χριστός» και στο τρίτο «φαΐνι πάσι». Έπιτα βάζει τα τρία φύλλα σε λίγα αναμμένα κάρβουνα και θυμιατίζει με τον καπνό τους τον άρρωστο τρεις φορές γύρω απ' το κεφάλι του. Τέλος ρίχνει τη στάχτη τους σε ποτήρι με νερό και του το δίνει να το πιει.

Θεραπεία για τη στείρωση της γυναίκας

Η γυναίκα που θέλει ν' αποκτήσει παιδί παίρνει βδέλλες, τις κρεμάει πάνω από τον καπνό του τζακιού όσο να ξεραθούν. Έπειτα τις κοπανίζει να γίνουν σκόνη. Αυτή τη σκόνη τη ρίχνει σε νερό και το πίνει «βρόκκον- βρόκκον», δηλ. γουλιά-γουλιά, λέγοντας: «Καθώς κολλούν οι βδέλλες τούτες πάνω στον άνθρωπον, έτσι να κολληθεί παιδίν πάνω στην μήτραν μου».

Θεραπεία των σκαθθάρων

Σκάθθαρους λένε στην Κύπρο τους κάλους των ποδιών, και τους θεραπεύουν με τον ακόλουθο τρόπο: Παίρνουν ένα κλαδί από άνυδρη ροδοδάφνη (να μην είναι φυτρωμένη κοντά σε νερά) και σ' ένα από τα φύλλα του κλαδιού κάνουν τρεις φορές το σημείο του σταυρού λέγοντας: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.» Έπειτα τραβούν το φύλλο ώστε να αποσπασθεί από το κοτσάνι με το φλούδι, μελετώντας τ' ακόλουθα: «Έτσι να σκιστεί κι ο σκάθθαρος του... » Θάφτουν ύστερα το φύλλο κάτω από μια πέτρα και, όταν αυτό αρχίζει να σαπίζει, τότε και ο κάλος ξεριζώνεται. Σε περίπτωση που οι κάλοι είναι πολλοί, σε άλλα τόσα φύλλα γίνεται το ίδιο όπως και για το ένα που περιγράψαμε πιο πάνω.

Για το δέσιμο του ανδρογύνου

Όταν την πρώτη νύχτα του γάμου, που οι αρχαίοι Έλληνες την έλεγαν «η μυστική νυξ», ο γαμπρός αδυνατεί να εκτελέσει το συζυγικό του καθήκον, η θεραπεία του κακού γίνεται με τον ακόλουθο τρόπο, που παίρνει τη μορφή ιεροπραξίας: το πρωί αφού ξημερώσει, ο γαμπρός πηγαίνει στον μάγο του χωριού, που είναι και γητευτής κι αυτός τον συμβουλεύει με αυτά τα λόγια: «Να πάρεις 3 κυπαρισσόφυλλα και αμίλητο νερό από τρία πηγάδια και να τα βράσεις.» Αφού το ανδρόγυνο βάλει σ' ένα αγγείο το θερμό νερό, να κάμει τρεις γύρους - πρέπει και οι δύο να είναι γυμνοί - γύρω απ' αυτό, απαγγέλοντας το κοντάκιο του Αγίου Κυπριανού: «Εκ τέχνης μαγικής επιστρέψας, θεόφρων, προς γνώσιν θεϊκήν ανεδείχθης τω κόσμω ακέστωρ σοφώτατος, τα ιάδεις δωρησάμενος τοις τιμώσι σε, Κυπριανέ, συν Ιουστίνη, μεθ' ης πρέσβευε τω φιλανθρώπω Δεσπότη σωθήναι τους δούλους σου.» Έπειτα το ανδρόγυνο λούζεται μ' αυτό το νερό και το κακό θεραπεύεται.

Γήτεμαν της κουφής

Όταν θέλουν να σκοτώσουν την κουφή (έχιδνα), για να τη ναρκώσουν και να μη δαγκάσει τον άνθρωπο της διαβάζουν την ώρα που κοιμάται, σταυρώνοντάς την τρεις φορές τούτη τη γητθκιά: «Άϊ- Λουκά , φουκά, στεροπενταδάχτυλε, σύρε και χαλίνωσε τον όφιν και την όφισσαν, ώστε να ξημερώσει. Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.»


Γήτεμαν του αλουπού

Ο Νεοκλής Κυριαζής στη «Δημώδη Ιατρική» και «Σύμμικτα» του (Κυπρ. Χρονικά, τομ. Δ') μας περιγράφει σε μια επωδό του πώς γίνεται από τους χωρικούς η «γητειά του αλουπού», δηλ. το γήτεμα της αλεπούς, που την αποδίδουμε εδώ σε απλούστερη γλωσσική μορφή: «Ένας από τους πιο επικίνδυνους εχθρούς του βοσκού είναι και ο παμπόνηρος «αλουπός» που πολλές φορές ξεφεύγει από την άγρυπνη προσοχή του βοσκού και πνίγει ένα ή περισσότερα πρόβατα. Γι' αυτό οι βοσκοί, που συνήθως οπλοφορούν, στήνουν αμείλικτο πόλεμο στην κάθε αλώπεκα που θα συναντήσουνε στο δρόμο τους. Τυχαίνει άλλοτε ένα ή περισσότερα πρόβατα, χωρίς να το προσέξει ο βοσκός, να «κόψουν πίσω» και να παραπλανηθούν τη νύκτα χωρισμένα απ' το κοπάδι. Μόλις ο βοσκός το αντιληφθεί, από φόβο μήπως τα κυνήγησε η αλεπού και ελπίζοντας ότι θα τα βρει, τρέχει πρώτα ειδικό γητευτή που διαβάζει την ακόλουθη γητειά: «Έρχομαι 'που την Αλεξανδρινήν μου χώραν και πααίνω (πηγαίνω) στην πολιτικήν μου πόλιν, φέρνω πέντε άρνους, πέντε αμνάδες, πέντε τούκλους, πέντε ερίφους, πέντε έριφες. Ενυχτώχηκα στο όρος των Ελαίων και το σταυροπελεκητό. Έστρωσα την νεκατικήν (κλίνη) μου κ' έππεσα (επλάγιασα). Ήρτεν το κάθαρτον (ακάθαρτον) αλούπι κ' έφαν τα πρόβατά μου ούλα. Σηκώνομαι κλαμώντας, θρηνώντας και τον Θιόν (Θεόν) παρακαλώντας. Έμπλασέν μου (με συνάντησε) ο δεσπότης ο Χριστός κ' είπεν: είντα ΄χεις, έλενον (δύστυχο. ελεεινό) παιδί και κλάεις και θρηνίζεις και τα δέντρα μαρανίζεις; (Ξαναλέγεται από την αρχή ως τη φράση: σηκώνομαι κλαμώντας...»
Να πιάσεις σκουλλί (στουπί) αβούρτσιστον ΄που μάναν και ΄που κόρην» Το όλο επαναλαμβάνεται τρεις φορές. Ύστερα παίρνουν το σκουλλί, το περνούν από το τερστέλλι (κρίκος, χτυπητήρι της εξώπορτας) και δένουν κάθε φορά από έναν κόμπο εναφέροντας την κάθε μέρα της εβδομάδας. Πρώτη αναφέρεται η μέρα που γίνεται η γητειά. Δένοντας λοιπόν τον κάθε κόμπο με το σκουλλί λένε: «Αλουπόν Τριτιανόν και δένω κόμπον»· «αλουπόν Τετρακιανόν, Πεφτεκιανόν, Παρασκευτικόν, Σαββατιανόν, Κερκανόν, Δευτερκιανόν.» Σε κάθε μια από αυτές τις λέξεις προηγείται η λέξη «αλουπόν» και η φράση «και δένω κόμπον». Λέγοντας όλα αυτά τους άλλους έξι κόμπους του δένουμε, τον τελευταίο όμως, δηλαδή τον κόμπο για την τελευταία ημέρα, κάνουμε τάχα πως τον σφίγγουμε, όμως πριν πούμε τα ακόλουθα:
«Γήννω (δήννω, δένω) και βαώνω (κλείνω) τες εβδομήκοντα βλέες (φλέφες) του λαιμού του αλουπού, τα δόντια του καρφιά και τα μάτια του γυαλλιά να μεν έχει νοίκον (δύναμη) να πάει εις την κουβέλλαν (προβατίνα) του δείνος (του δείνα) πόφοκεν εις το τάδε μέρος. Μόνον να πάει εις το όρος των Ελαίων και να λαρτομουστακιάσει (να φάει λέμαργα, να λερώσει το μουστάκι του με το λαρδί).» Τότε σφίγγουμε τον κόμπο και τον δένουμε σφιχτά, αφού πούμε όλα τα παραπάνω λόγια, γιατί επικρατεί η πεποίθεση πως, αν γίνει αλλιώτικα τούτη η θεραπεία, «δεν δήννεται ο αλουπός» και η γητειά πάει χαμένη. Όταν η γητειά επιτύχει, είναι δυνατό να συναντήσουμε τον αλουπό μαζί με τα χαμένα πρόβατα να παίζει μ' αυτά χωρίς να μπορεί να τα φάει.

Γητειά του λιμπούρου

Υπάρχουν πολλές γητειές για να ξορκίζουν τους λίμπουρους (μερμήγκια). Μια απ' αυτές είναι και τούτη: Μ' ένα μαχαίρι μαυρομάνικο κάνουν το σημείο του σταυρού πάνω από τη φωλιά των λίπουρων και λένε αυτή τη γητειά: «Λίμπουρε, τριλίμπουρε, στην μέσην διακομμένε. Χαιρετά σε η μάνα σου η χιλιακού και ο κύρης σου ο Μαρτέζος. Να πιάσεις το φουσάτον σου και να πάει άρκον (άγριο) όρος. Έχει λίβανον και φακήν, να φάεις να χορτάσεις. Αν και παρακούσεις του Αγίου Θεού και του αρκαγγέλου, έννα (θα) στείλω την μαυροκλωσσαρκάν (μαύρη κλάσσα) με τα πουλλιά της να φάει το φουσάτον σου να μεν μείνει κανένας.» 
Άλλη παρόμοια γητειά καταλήγει με την εξής απειλή: «να πιάσεις την συνεπαρτσιάν σου (συντροφιά, οικογένεια) και να πας στα μαύρα όρη, πα στα βουνά γιατί έρκεται ο βασιλειάς Αλέξανδρος με τα φουσάτα του και τσαλαπατά σε και σκοτώνει σε.»

Ας δούμε τώρα τί μας λέει στο βιβλίο του  «Η Λαϊκή Ιατρική εν Κύπρο» ο διαπρεπής γιατρός της Λευκωσίας Γ. Σπανόπουλος, που έχει μαζέψει πλήθος συνταγές λαϊκής ιατρικής, με τις γητιές και τα ξόρκια τους από το ίδιο το στόμα του λαού:

Πώς γιατρεύεται η λύσσα

Εκείνος που τον δάγκωσε λυσσασμένο σκυλί πρέπει ύστερα από σαράντα ημέρες να βγει έξω κατά το «βούττημαν» του ήλιου και, συνοδευμένος από συγγενείς και φίλους, να πλανιέται στα χωράφια ξάγρυπνος ως την άλλη μέρα το πρωί που θ' ανατείλει ο ήλιος, ενώ οι συνοδοί του σ' αυτό το διάστημα διασκεδάζουν με βιολιά και τούμπανα κάνοντας μεγάλο θόρυβο. Μόλις τελειώσει αυτή η διαδικασία, που οι χωρικοί τη λένε «σκυλλόγαμο», βάζουνε τον άρρωστο να κοιμηθεί ως την άλλη μέρα.

 Για το λύσιμο του ανδρογύνου

Όταν με μαγείες οι εχθροί «δένουν» τον άντρα ώστε να μην μπορεί να συνευρεθεί με τη γυναίκα του, ο παπάς του χωριού δίνει ένα μήλο στον άντρα κ' ένα στη γυναίκα λέγοντας τούτα τα λόγια: « Ο καταβάς εις τον Άδην και λύσας τα δεσμά του θανάτου και του Αδάμ το κατάκριμα, αυτός, Κύριε ο Θεός ημών, λύσον πάσαν μαγείαν από τον δούλον του Θεού (δείνα) και την δούλη του Θεού (δείνα). » Έπειτα απ' αυτή τη γητειά το αντρόγυνο τρώει από ένα μήλο και πέφτει να κοιμηθεί.

Για το ανεμοπύρωμα

Στην Κύπρο τ΄ονομάζουν «Σουρουπάθι». Πολλοί είναι - κατά τη λαϊκή αντίληψη - οι τρόποι της θεραπείας του, συνοδευόμενης και από την κατάλληλη επωδό (γητθκειά, ξόρκι κατά της βασκανίας). Ξεχωρίζουμε την ακόλουθη: Δίνουν στον άρρωστο να πιει ξύσματα γαλαζόπετρας (θειϊκού χαλκού) με νερό και να λούσει μ΄αυτήν το μέρος που υποφέρει, ή διαβάζει ο παπάς ξίδι ή σουσαμόλαδο που μ' αυτό αλείβεται ο άρρωστος. Ακολουθεί το γήτεμα: Αφού ο λαϊκός γιατρός ή η γιάτραινα σηκώσουν τον άρρωστο, τον βάζουν να βλέπει την ανατολή ή τη δύση, ανάλογα με τη θέση που βρίσκεται ο ήλιος. Τότε μ' ένα μαχαίρι μαυρομάνικο σταυρώνουν το κεφάλι του, το ίδιο κάνουν και σε μια φέτα λεμονιού λέγοντας τα ακόλουθα: «Στώμεν καλώς κτλ., σουρουπαθά, σελάμ, μελάν, κουτάν, μαλαού, μαντατού, λαού, κοντινού Θεού Πατρός και φισοτρός του Ριωνά «ανεμοπύρωμα.» Εδώ σταματά το ξόρκι κι ακολουθεί η ευχή: «Εις το όνομα του Πατρός κτλ.», με φύσημα του αρρώστου και με τα λόγια: «Να ξοριστεί το κακόν από τον δούλον του Θεού (τάδε)». Σε άλλη παρόμοια γητθκειά, όπου επικαλούνται  τους Αγίους Αναργύρους, διατάζουν το κακό να φύγει από τον άνθρωπο μ' αυτά τα λόγια: «Ανεμοπύρωμα, λαμπροπύρωμα, καψοπύρωμα, ξόριστον το κακόν ΄που τον δούλον σου.»

Για το πρήξιμο του λαιμού από μέσα

«Λάβε 4 ή 5 βαθράκους - να είναι μεγάλοι - κόψε την κεφαλήν τους και τα πόδια τους, ρίξε τα· σχίσε τους από το πλευρόν, άνοιξέ τους, βράσε ολίγο λάδι μέσα εις το τηγάνι, βάλε τους να πάρουν μίαν βράστην, όχι να καουρδιστούν πολλά, και έτσι ζεστούς βάλε τους εις τον λαιμόν και δέσε τους να κάμουν τρεις ή τέσσερις ημέρες, εάν είναι χειμώνας, και ιατρεύεσαι· ειδέ είναι καλοκαίριν, ας κάμουν δύο ημέρες και ρίξε τους, και βάλλε άλλους επειδή βρωμούν· και είναι βέβαιον και δοκιμασμένον».

Στους παραπάνω εξορκισμούς, που παίρνουν τη μορφή καθαρής ιεροπραξίας προσθέτουμε και τους επόμενους, που μας κάνει γνωστούς μέσα από το πλήθος των λαογραφικών του μελετών ο γυμνασιάρχης Κυριάκος Π. Χατζηιωάννου.


Γητειά του κατσινιόρου

Στην Κύπρο κατσινιόρο λένε τον σκορπιό. Τον λένε ακόμη και «γρινκοζελλόρο», «διντζελλόρο» και «τερκζελλόρο». Τον εξορκίζουν με την ακόλουθη γηθκειά: «Πρώτα ήμουν γένοντας κ' ύστερις παλληκάριν / κάμνουν την δάφνην άλετρον και την ελιάν ποδάριν (μέρος του αλετριού) / κάμνουν τα ζευλοράμματα γρουσά μαλαματένια / και πκιάνει τα κ΄επήαινεν κάτω στο περιγιάλιν / που βρέθην το κακόν θερκόν (φίδι) που λέσιν και λαλούσιν, / ο δίκομπος, ο τρίκομπος κ' εκείνος ο διντζέλλαρος· / ευρέθην και η Παναϊά και είπεν του: / «Τί έπαθες, παιδίν μου, / και κλαίες και θρηνίζεις/ και τα δέντρη μαρανίσκεις; Πήαινε, γυιέ μου, και πκιάσε ξίδιν και πίτερα και πε: Στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Οκοιάν (όπως) τρέχει ο ήλιος, οκοιάν τρέχει η  σελήνη, οκοιάν τρέχουν τα νερά στον ποταμόν και τα νέφη στον γιαλόν έτσι να τρέξει το κακόν ΄που τον δούλον ή την δούλην του Θεού (δεινά). Ορκίζω σας εις τους τέσσερεις Αρκαγγέλους, στον Μιχαήλην, Αρβιήλην, και εις τον Ροβά και Ραχαήλ τζι' εις τον Απόστολον Αντρέαν κι εις τον Απόστολον Λουκά τον Απόστολον Τζεγκιάν και εις την Παναΐαν, παν πλημέλημαν, πασ' αστένεια, πασ' γιατρέψεως, πασ' αφέσεως. Στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» Στο τέλος ο γητευτής  ή η γητεύρια, αφού ζυμώσει τα πίτουρα με το ξίδι, αλείβει μ' αυτά το μέρος του «κρουσμάτου», δηλ. το σημείο που εδάγκασε ο σκορπιός.

Για την στεράν και τα κουλούνκια

Όταν μια γυναίκα υποφέρει από υστερικούς πόνους της στέρας (μήτρας) ή από κουλούνκια (νευραλγίες) γράφουν μέσα σ' ένα άσπρο πιάτο τα ακόλουθα: «Στέρα στέρη, στέρα στερημένη /  του Θεού καταραμένη / γύρνα στέρα και ξηράνθουψ / σαν το φύλλο του κλημάτου / ως το χώτρον του δωμάτου / σαν τον άππαρον (άλογο) σκαλίζεις / σαν το βόδιν μουγκαρίζεις / και τα μέλη του μελίζεις». Μετά τα πλένουν με νερό και το πίνει ο ασθενής. Για τα κουλούγκια η γητειά αυτή πρέπει να γίνει την ύστερη Παρασκευή ή σελήνη.

Ο Λευκωσιάτης γιατρός Κύπρος Χρυσάνθης μας κάνει γνωστές τις ακόλουθες επωδές στη μελέτη του «Τρία Ιατρικά Σύμμικτα Κύπρου» (Κυπριακά Γράμματα, έτος Ζ'):

Γητειά του σφαλαντζιού

Με την ονομασία «σφαλάντζιν» είναι γνωστά στην Κύπρο διάφορα έντομα της οικογένειας Mutillidae, ιδίως γνωστότερα είναι το Dasylabris maura και το Sceliphron spirifex. Τα θηλυκά έχουν κεντρί και το κέντρισμά τους είναι οδυνηρότατο, κάποτε μάλιστα μπορεί να είναι θανατηφόρο. Για τη θεραπεία του κεντρίσματος από σφαλάντζιν επικαλείτο τη βοήθεια του γητευτή ο οποίος συνήθως έβαζε τον πάσχοντα να πλαγιάσει ανάσκελα· τοποθετούσε ξίδι σε μικρό δοχείο και διάβαζε την ακόλουθη γητειά: «Δύναμη του Θεού Σωτήρος ημών Ισού Γριστού. Έπεψε με η μάνα μου στο σκολείον να μάθω γράμματα / και γράμματα δεν έμαθα / παρα μόνο έμαθα  να γητεύω /  το βορούιν, βολούιν, το λατρίριν, το πατσάλιν, το κουντούριν / κρούζει  Μαν και Πρωτογιούνην / σαν τρέχουν τ' άστρη, σαν τρέχουν οι καταρράκτες τ' ουρανού, σαν τρέχει το ύδωρ και πάει στην θάλασσαν, έτσι να τρέξει το πάσα κακόν από τον δούλον ή την δούλην του Θεού ... (τάδε) / στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.» Ύστερα ο γητευτή παίρνει το δωχείο με το ξίδι, το δίνει στον πάσχοντα, κι εκείνος πίνει τρεις γουλιές, ενώ με το υπόλοιπο αλείβει τη πληγή του κεντρίσματος.

Για το Ανεμοπύρωμα (Ερυσιπέλας)

«Ο Θεός, Ο Θεός  ο την βάτον φυτεύσας και του Μωυσέως συλλαλήσας εν τω όρει του Σινά, αυτός. Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών σβέσαι παν πύρωμα, ανεμοπύρωμα, καλλοπύρωμα, ηλιοπύρωμα και νυκτοπύρωμα. Τα ενδρέχοντα και εκτός εβδομήκοντα δυόμισυ φλέβας των ανθρώπων, άνδρες γεραδκές και εις τα εβδομήκοντα δυόμισυ γενεάς των πυρωμάτων και χαλίνωσον και εξολόθρευσον και εξόρισον αυτά από τον δούλον του Θεού δεΐνα. Κάβουρος φύσαρος, φυσώριος φωνή Κυρίου, διάκοψον την φλόγαν του πυρός· φύγε πύρωμα, Ο Χριστός σε διώκει ο Κύριος των κυριευόντων και βασιλεύς των βασιλευόντων. Εις το όνομαν του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· Αμήν. Σαν τρέχει ο ήλιος και πάει στην μάνα του, έτσι να τρέξει το κακόν από δεΐνα.» Αν περάσει με το νερόν είναι αρσενικόν· αν με το ξίδι θηλυκόν. να το διαβάζεις δυσμάς ηλίου.

Γητειά του  ντζανιού (ικτέρου)

Πέρνεις μια κλωστή κόκκινη και την ώρα που λες την γητειά την μετράς στ' ανάστημα του αρρώστου. Άμα φτάσεις εκεί που λες «εις τ΄όνομα του Πατρός κλπ.» την διπλώνεις και την βάζεις μέσ' το νερό και τ' αφήνεις να «ποσπεριστεί» και πίνει ο άρρωστος τρεις γουλιές (βρόκκους) κάθε πρωί ως τρεις μέρες. Λέγεται αυτή η γητειά: «Στον κίτρινον πωταμόν εβλάστησεν κίτρινον δεντρόν / κίτρινους κλόνους έκαμεν / κίτρινα φύλλα έβκαλεν / κίντρινον πουλλίν εκατοίκησεν / κίντρινην φουλιάν έκεμεν / κίτρινα αυγά εγέννησεν / κίντρινα πουλιά έβκαλεν, Δίχως πόδια πα στο δεντρόν εξέβηκα, δίχως χέρια τάπιασα, δίχως μαχαίριν τάσφαξα, δίχως λαμπρόν (φωτιά) τα έψησα, δίχως δόντια τάφαα. Αν δεν πιστεύκεις για ντζανίν εβ' έξω να τα δεις, που την καρδιά του τάδε.»
Άλλη παρόμοια γητειά του ντζανιού καταλήγει ως εξής: «Φύγε ντζανίν, κακόν ανεμόζανον, κίτρινον ντζάνιον και κάθε κακόν ζάνιον, ορκίζω σε, επικοιμώ σε εις τον μεγάλον Θεόν λειτουργόν του κόσμου, και να λέψεις από τον δούλον του Θεού (δεΐνα)· και η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία, δόξα σοι. Σ.Τ.Μ.Κ.Λ.Σ.Μ.Τ.Φ.Β. Θεού. Αμήν.»
(εις δρόσον). «εκ της ημέρας εκείνης ότε εξήρχετο η Παναγία Θεοτόκος από το όρος των Ελαιών μετά μυριάδων Αγγέλων, Αρχαγγέλων, απήντησε τον Όκταρα και δεν τον εχαιρέτησεν· εστάθη όμως και τον ηρώτησε: «Πού υπάγεις, Όκταρα και κίτρινε και δυνάδελφε του του Χάρου και συναγωγέ του θανάτου;» Και εκείνος λέγει της Παναγίας: «Θα υπάγω εις τον δούλον του Θεού (δεΐνα), να δράμω εις την κεφαλήν του, να έμβω εις τα πλευρά του, εις την ακοήν του.» Και η Κυρία Θεοτόκος έτοιμη εστάθη και του λέγει: «Τομή σου αδόλου η χείρα πέντε δάκτυλα και χρυσή σφραγίδα έχω να σε ορκίσω εις 24 ψηφία τους εις τας ακτίνας να χωνεύσεις τον θυμόν σου εις τα όρη και τα βουνά και σπήλαια και τα βάθη της θαλλάσης και να μην εισέλθεις εις τον δούλον του θεού δεΐνα διότι είναι βαπτισμένος και από μύρον μυρωμένος και δεν δύναται να βαστάξει τους πόνους σου. Σ.Τ.Μ.Κ.Λ.Σ. Μ.Φ.Β. Θεού. Αμήν.»

Γητειά του φθόνου

Παίρνεις τρία φύλλα «ελιάν ευλογημένην» απ΄αυτή δηλαδή που πήραν στην εκκλησία την Κυριακήν των Βαΐων και βλογήθηκε· και την ώρα που θα πεις «ήρθεν ο Άγγελος Κυρίου» να σταυρώσεις τρεις φορές στο καπνιστήρι και θα ρίψεις και την ελιά να καεί και θα καπνίσεις τον Θεό (έξω στην αυλή) ύστερα τον άρρωστο και κείνους που θα βρεθούν εκεί. Τον άρρωστον τον εξορκίζεις με την ακόλουθη γηθκειά:
Η Παναΐα η Δέσπινα σηκώθην που το πωρνόν, εσάρισεν (σκούπισε), εράντισεν, εφτά ρουάνια εγέμισεν κι' ο ήλιος δεν ανέτειλεν. Έρεξεν (πέρασε) η Ζήλα, η Δήλα, η Αναρκοδοντιά, η Κατωβιζού, καλόν της είπαν και κακόν εγίνηκεν, έππεσεν (πλάγιασε) και σκεπάστηκεν, το ριόν (ρίγος) την έπιασε και δεν εσιουρκάστηκεν (υσήχασε) κι εφώναξεν εις τον γυιόν της τον Μονογενήν κι' επήεν Άγγελος Κυρίου κι' είπεν της: «Είντα έχεις, Δέσποινα, και κλαίεις κι' αναστενάζεις και τον Θεόν φωνάζεις;» -Έρεξεν η Ζήλα, η Δήλα, η Αναρκοδοντιά, η Κατωβιζού και καλόν μου είπασιν και κακόν μου γίνηκεν. Ερέξασιν να πάσιν στο Καρπάσιν (χερσόνησος Καρπασίας), τα νερά να τα ξεράνουν, τα όμορφα παιδιά να τα πεθάνουν. «Κι' είπεν ο Άγγελος εις την Δέσποιναν: «Να πάρεις εις το χέριν σου τρεία φύλλα ελιάν να σταυρώσεις εις τ' όνομαν του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος νυν και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν. Όπως τρέχουν τα ποτάμια, όπως τρέχουν τ΄άστρη, όπως τρέχει ο ήλιος να πάει στη μάναν του, έτσι να τρέξει το πάσα κακό, να φύει από τον δούλον σου. (δεΐνα).»

Πηγές: «Λαογραφικά Κύπρου», Κυριάκου Χατζηιωάννου
             «ΚΥΠΡΟΣ», τόμος Β',  Αθηνά Ταρσούλη


Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Κυπριακοί μύθοι


Μιάν φοράν μια αίγια τζιαί μια κουέλλα είθεν να ρέξουν πόναν αρκάτζιν. Επήεν η κουέλλα να ρέξει πρώτα. Την ώραν π' αππήαν, εσούστην η βάκλα της τζι' εφάνησαν τα πισινά της. Η αίγια άμαν την είεν εχαχχάνιζεν· «ώ, εφάνησαν τα πισινά σου, ώ εφάνησαν τα πισινά σου!» Τζι' αναέλαν της ούλην την ώραν. Τα δικά της τα πισινά που εν-ι- σσεπάζουνται ποττέ τους εν τα θώρεν τζι' εθέρεν τα πισσινά της κουέλλας  που εφάνησαν τζείν' την ώραν.

(Ο μύθος σημαίνει ότι οι άνθρωποι δεν βλέπουν τις δικές τους ασχημίες και περιγελούν το ελάχιστο που βλέπουν στους άλλους).
 Μιαν φοράν επέθανεν ένας τζι' άφηκεν των παιδκιών του μιαν κούμναν χαλλούμια. Τα παιδκιά του εμαλλώναν εις την μιρασσιάν «όι εσού επήρες παραπάνω, όι εσού επήρες παραπάνω...» Που τζαχαμαί επέρναν μια αλουπού που τζι' εφωνάξαν της να τους κάμει τον κριτήν. Εβάλεν τζι' η αλουπού τα χαλλούμια μέσ' στο ζύϊν για να τα μοιράσει. Εβάρεν που την μιαν... εφώναζεν ο ένας. Έτρωεν η αλουπού κάμποσον που τα βαρετά. Εζύαζέν τα τωρά, εβάρεν που την άλλην μερκάν... εφώναζεν ο άλλος! Έτρωεν η αλουπού που τα βαρετά πάλε. Έτσι, εζύαζεν-έτρωεν, εζύαζεν-έτρωεν, ώστι τζι' εν άφηκεν τους μιρασκέρηες!

(Ο μύθος διδάσκει ότι ο μεταξύ διαδίκων συμβιβασμός είναι πολύ προτιμότερος της προσφυγής στα δισκαστήρια)
Είσσεν έναν γαλατάρην τζι' επίτωννεν κάθ' ημέρα το γάλαν με το νερόν τζι επούλαν το. Τζείν' τα ριάλια που κέρτισεν που το νερόν που πούλαν με το γάλαν -σαν να πούμεν...εκατόν λίρες- εκράτεν τα τζι' επήαιννεν με τα παμπόρκα έξω. Έτσι σαν τα κράτεν, εππέσαν του μέσ' στην θάλασσαν. «Ά, Παναΐα μου», είπαν ούλλοι, «επήαν τα ριάλια του αδρώπου!» Πολοάται τζι' ο γαλατάρης τζιαι λαλεί «που το νερόν ήρτασιν, εις το νερόν εν να πάσιν». 

(Ο μύθος διδάσκει ότι θησαυροί, που αποκτούνται με αθέμιτα μέσα, εξανεμίζονται χωρίς ν' αφήσουν ίχνη).
 Ένας κάττος μιαν φοράν αποφάσισεν ν' αγιάσει. Να μεν πκιάννει πκιόν με ποντικούς, με πουλλιά, με να κλέφτει που το τραπέζιν φαγειά. Τζι επήεν σ' έναν μοναστήριν. Πράγματι έδειξεν μετάνοιαν πολλήν για τες πράξεις του τζι' εκάμαν τον δκιάκον. Μιαν ημέραν όμως που κράτεν τον θυμιατό στο 'ναν σσέριν τζιαι την λαμπάαν εις τ' άλλον τζι' εθυμιάτιζεν του παπά, που γύριζεν τ' άϊα, επετάχτηκεν ένας ποντικός. Ο κάττος άμαν τζι' είεν τον ποντικόν εξήασεν πως ήτουν δκιάκος τζιαί ξοπολά τον θυμιατόν τζιαι την λαμπάαν τζιαί βούρος...να πκιάσει τον ποντικόν!

(Ο μύθος διδάσκει ότι οι άνθρωποι, που έχουν φυσικά ελαττώματα, δεν μπορούν να τα καταστείλουν, όσο κι' αν προσπαθήσουν, και σε μια στιγμή αδυναμίας θα τα εκδηλώσουν).
Είσσεν μιαν τζι' επαντρεύτικεν έναν σσηράτον με παιδκιά τζι' ότι να-ιν-κάμει είτε πίτταν είτε κουλλούρκα των προονιών της, εν έκαμνεν του δικού της παιδκιού, παρά ελάλεν των προονιών της: «δώστε του εσείς π' έναν κομμάτιν που το δικό σας». Άτε, εδιούσαν του ούλλοι, το παιδίν της έπκιαννεν παραπάνω που τα προόνια, αμμά εν εφαίνετουν.

(Ο μύθος λέγεται για κείνους που χωρίς να έχουν οι ίδιοι τίποτε, παίρνουν περισσότερα από εκείνους που έχουν με τη συνεισφορά τούτων).
Η καμήλα επαρακάλεν να κάμει καμηλίν, να ξηποσταθεί τζιαι τζείνη λλίον που το γομάριν. Αμμά, πού 'καμεν το καμηλίν, εφορτώνναν του το γομάριν, εν το 'σωννεν, άτε εφορτώνναν το τζιαί τζείνον της καμήλας.

(Ο μύθος λέγεται για τους γονιούς που ελπίζοντας ότι θα κάμουν τέκνα και θ' ανακουφισθούν από τους μόχθους της ζωής, επιφορτίζονται τουναντίον με μεγαλύτερα βάρη).

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Τα Πλουμιστά Φυδκιώτικα Υφαντά της Πάφου

 Η Πάφος, το απομακρυσμένο δυτικό ακραίο τμήμα της Κύπρου, ήταν φημισμένη για τα πολύχρωμα κεντήματά της, που ήταν τόσο υφαντά στον αργαλειό όσο και κεντητά, οι σταυροβελονιές.
 Τα υφαντά, που είναι διακοσμημένα με διάφορα χρωματιστά γεωμετρικά ή σχηματοποιημένα θέματα, είναι από τα πιο ενδιαφέροντα και λέγονται πλουμιστά της βούφας και τα σχέδιά τους πλουμιά (από το πλουμίζω, στολίζω). Τα διακοσμητικά θέματα σχηματίζονται με τη μετρημένη εναλλαγή, σύμφωνα με το σχέδιο, δέσμης (7-10) χρωματιστών κλωστών σε κάθε σειρά υφαντού.
 Η υφάντρια μετρά (σε ζευγάρια ανά δυο) τον αριθμό των στημονιών που χρειάζεται κάθε χρώμα, για να σχηματίσει το σχέδιο σε όλο το πλάτος του υφάσματος, και περνά με το χέρι ή περασμένες από βελόνα τις αντίστοιχες  χρωματιστές κλωστές. Κάθε φορά που συμπληρώνεται όλο το πλάτος του στημονιού περνά με τη σαΐττα δυο άσπρα υφάδια του κάμπου και συνεχίζει την παρεμβολή του κεντήματος. Τα βασικά χρώματα του πλουμιού είναι πέντε - κόκκινο, μπλε, κίτρινο, πορτοκαλί, πράσινο- και με τις διαδοχικές μετρήσεις και την εναλαγή τους, καθώς προχωρεί η ύφανση, σχηματίζονται και ολοκληρώνονται τα διακοσμητικά θέματα.
 Το ύφασμα ήταν, συνήθως, χοντρό βαμβακερό με λεπτές ρίγες στο υφάδι και το αδρό υφαντό κέντημα στόλιζε με αυστηρή χρωματική σύνθεση τις δυο στενές άκρες και πολλές φορές και τη μέση του.
 Τα κεντήματα στις άκρες ήταν πυκνά γεωμετρικά, με βασικό σχέδιο τον ρόμβο και συχνά, τελείωναν με σχηματοποιημένα φυτικά θέματα ή ανθρώπινες φιγούρες, όπως τις φοινικούδες, τις κορούδες, τα αδρωπούδκια. Τα σχέδια στη μέση του υφαντού ήταν παραλλαγές του σταυρού, ζώα και φυτικά θέματα.
 Εκτός από τα βεμβακερά, μάλλινο δίμιτο υφαντό χρησιμοποιήθηκε για χειμωμιάτικα κλινοσκεπάσματα της προίκας, τα ιγραμοσέντονα, που ήταν και αυτά πλούσια σιακοσμημένα με πολύχρωμες ρίγες.
 Τα υφαντά κεντήματα, που συνθέτονταν στο υπόλευκο φόντο του φυσικού μαλλιού, ήταν πυκνά και κάλυπταν όλο τον κάμπο του σεντονιού. Σπάνια, ο κάμπος των σεντονιών αυτών ήταν καρώ, με διασταυρομένες ρίγες υπόλευκου και καφέ ή μαύρου- σε φυσικό χρώμα-μαλιού που δημιουργούσε ένα ένα διαφορετικό αισθητικό αποτέλεσμα. οι άκρες του στημονιού των υφαντών και των κεντητών πλέκονταν σε δαντέλα με πολύχρωμο κλώσμα.
 Εκτός από το σχέδιο, σχηματικός παράγοντας ομορφιάς των υφαντών είναι το χρώμα με τις ζωηρές αντιθέσεις τόνων, με το διάλογο θερμών και ψυχρών και το δέσιμο σχεδίου και χρώματος.
 Τα χρώματα συνθέτονταν σε ομοιόχρωμο λευκό φόντο κ;αι σπάνια σε χρωματιστό, γαλάζιο ή κόκκινο. Στα φωτινά λευκά βαμβακερά φόντα τα θέματα είναι πυκνά που αναδεικνύουν τα χρώματα και τη σύνθεσή τους.
 Στην Πάφο τα πολύχρωμα ολόπλουμα της προίκας, διακοσμιμένα με διαδοχικές σειρές από ποικιλία μοτίβων και υφαντού κεντήματος, αποτελούν εντυπωσιακά δείγματα της τέχνης αυτής.
 Τα υφαντά κεντήματα ήταν η κύρια ασχολεία των γυναικών του χωριού Φύτη και γι' αυτό, παρόλο που γίνονταν και σε άλλες περιοχές του νησιού (ιδιέτερα στην Καρπασία), είναι τα κατεξοχήν ιδιότυπα της περιοχής και γνωστά με το όνομα φυδκιώτικα.
 Από το βιβλίο «Υφάσματα της Κύπρου» της Ελένης Παπαδημητρίου

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

πούλλες - αυκοτές και άλλα πασχαλινά ψωμιά της Κύπρου

Σταυροκούλουρο αυκοτή
Κουλούρι του Χριστού από την Μηλιά Αμμωχώστου
Κουλούρι πλεξούδα αυκωτή
Το αγκέθενον στεφάνι του Χριστού
Πούλλες με πέντε αυκά
Σταυροκούλουρο της Λαμπρής
Αθθρωπούιν τζιαι ζυμπιλούιν αυκοτές
Τα χέρια του Νυμφίου
Πούλλα  της Λαμπρής από την Ακανθού
Κατσινιόρος
Πούλλες της Λαμπρής 

Από το βιβλίο «Το Πλουμιστό Ψωμί της Κύπρου» της Δωρίτας Βοσκαρίδου

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Οι παραδοσιακές ενδυμασίες της Πάφου


 
Αν και όλες οι παραδοσιακές ενδυμασίες της Κύπρου είναι σήμερα σχετικά παραγνωρισμένες, αλλά και παραμορφωμένες από τα διάφορα κυπριακά λαογραφικά χορευτικά συγκροτήματα, η γυναικεία σαγιά της Πάφου είναι ίσως η πιο παραγνωρισμένη και άγνωστη από όλες τις άλλες.
Η σαγιά είναι η πιο αρχέγονη γυναικεία ενδυμασία της Κύπρου, και κατάφερε να επιζήσει στα δυο απομονωμένα άκρα του νησιού, την Καρπασία και την Πάφο, μέχρι και τις αρχές του εικοστού αιώνα.


Η σαγιά της Πάφου και της Καρπασίας έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, εντούτοις, όμως, έχουν και συγκεκριμένες διαφορές που τις κάνουν να ξεχωρίζουν η μια από την άλλη. Γι' αυτό έχουμε την καρπασίτικη σαγιά (η οποία είναι πιο γνωστή) και την παφίτικη σαγιά. Οι κύριες διαφορές είναι στο κόψιμο και στο φάρδος. Η παφίτικη σαγιά είναι πιο κοντή και πιο φαρδιά από αυτή της Καρπασίας, ενώ το κόψιμο στα πλαϊνά ανοίγματα είναι μικρότερο στη σαγιά της Πάφου.


Όπως και στην Καρπασία, τα κάτω άκρα του βρακιού της παφίτικης ενδυμασίας της σαγιάς (τα οποία έφθαναν μέχρι τον αστράγαλο) και που ήταν γνωστά ως ποβράτζια, ήταν συνήθως κεντημένα. Τα κεντίδια αυτά γίνονταν πάνω στα άσπρα βρακιά και αποτελούνταν από τα διακριτικά σχέδια της Πάφου, γνωστά ως φυθκιώτικα. Το κυρίαρχο χρώμα ήταν το κόκκινο. Τα ποβράτζια της Πάφου ήταν κεντημένα μέχρι πάνω στα γόνατα, λόγο του ότι η παφίτικη σαγιά ήταν κοντότερη από αυτή της Καρπασίας, ενώ στην Καρπασία τα κεντίδια στα ποβράτζια ήταν πολύ χαμηλότερα.

 Εκτός από όλα όσα έχουμε αναφέρει, η σαγιά της Πάφου, διακρινόταν και από τα σκούρα απαλά της χρώματα, σε αντίθεση με τη σαγιά της Καρπασίας στην οποία κυριαρχούσε το κόκκινο χρώμα, αλλά και που μπορούσε να είναι και ολόασπρη. Αντίθετα από την Πάφο, οι γυναίκες που ζούσαν στην πεδιάδα της Μεσαορίας φορούσαν φορέματα με έντονους χρωματισμούς από κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, ακόμη και πορτοκαλί. Αυτές οι επιδράσεις στους χρωματισμούς, ήταν φυσικά, λόγο της γειτνίασης της περιοχής με την πρωτεύουσα της Λευκωσίας.
Οι ενδυμασίες της Πάφου, πρώτα η σαγιά και ύστερα το φουστάνι, ήταν από την άλλη, μουντές. Συνήθως αποτελούνταν από κόκκινες ή κίτρινες στενές ρίγες σε φόντο δερματί (μπεζ), αν και οι μπλε με άσπρες ρίγες ήταν επίσης σε προτίμηση.

Οι γυναίκες κάτοικοι των ορεινών περιοχών της Πάφου κατασκεύαζαν τις ενδυμασίες τους, αλλά και αυτές των ανδρών, από ύφασμα καμωμένο από μαλλί και βαμβάκι, για πρόσθετη ζεστασιά.
Το μεγάλο άνοιγμα στο στήθος, δεν χρησίμευε μόνο για να επιδεικνύει το περίτεχνα διακοσμημένο πουκάμισο που φοριόταν κάτω από τη σαγιά (και που έφτανε μέχρι περίπου μιισό δάκτυλο κάτω από αυτήν), αλλά και για να μπορούν εύκολα να θηλάζουν τα νεογέννητα παιδιά τους.

Όπως και στις υπόλοιπες περιοχές της Κύπρου, το φουστάνι, που αντικατέστησε τις παλαιότερες γυναικείες φορεσιές του νησιού, έφθασε (αν και κάπως ταλαιπωρημένα) μέχρι τα μέσα τις δεκαετίας του 1920 και στη μακρινή Πάφο. Το φουστάνι ήταν ένα εφαρμοστό, μονοκόμματο φόρεμα με μανίκια και πιέτες στη μέση, και με βαθύ άνοιγμα στο στήθος.

Το φουστάνι εμφανίστηκε στην Κύπρο κατά τα τέλη του 190υ αιώνα, και είχε ευρύτατη διάδοση, τόσο στις ορεινές, όσο και στις πεδινές περιοχές του νησιού. Έτσι, όταν έφθασε στην Πάφο μερικές δεκαετίες αργότερα, αντικατέστησε πολύ γρήγορα την αρχέγονη παφίτικη σαγιά. Τα παφίτικα φουστάνια διατήρησαν τα μουντά ριγωτά χρώματα της προγενέστερης σαγιάς, και είχαν μάκρος που άφηνε να φαίνονται τα φουσκωτά ποδινάρκα των λευκών βρακιών ή οι χαρακτηριστικές παφίτικες γυναικείες ποδίνες.


Η Πάφος ήταν ξακουστή σ' όλη την Κύπρο για τις παφίτικες γυναικείες μπότες που κατασκευάζονταν από τους τσαγγάριδες του τόπου. Ήταν καμωμένες από λεπτό και επεξεργασμένο μαύρο δέρμα, όμορφα διακοσμημένες με μαυρόασπρες και κόκκινες βελονιές στις άκρες και στο κυρίως μέρος.


Όπως και η γυναικεία ενδυμασία, η ανδρική ενδυμασία της Πάφου χαρακτηρίζεται από τα μουντά και απαλά της χρώματα. Το κυρίαρχο χρώμα του παφίτικου ανδρικού ζιμπουνιού είναι το κόκκινο βυσσινί, μπλε ή μπεζ με λιτές διακοσμήσεις στους ώμους και στα γύρω άκρα από κλωστές γήινων χρωμάτων, όπως το καφέ, και το κυπαρισσί πράσινο.
Η παφίτικη ανδρική βράκα είναι πιο κοντή και στενή, χωρίς το μακρύ κάβαλλο (βάκλα) και το μεγάλο όγκο με τις πολλές πιέτες, κάτι πολύ χαρακτηριστικό, σε πολλά άλλα μέρη του νησιού. Το ζωνάρι (ζώστρα) του νεαρού Παφίτη βρακοφόρου, ήταν και αυτό συνήθως μπεζ στο χρώμα, περίτεχνα διακοσμημένο στα δυο άκρα με τα χαρακτηριστικά φυθκιώτικα σχέδια. Μάλιστα το χωριό Φύτη, δεν ήταν μόνο ξακουστό στη Πάφο για τα κεντήματά του, αλλά και για την κατασκευή της παφίτικης ανδρικής ζώστρας καθώς και για τα γαμπριάτικα όμορφα και περίτεχνα διακοσμημένα γιλέκα που έφτιαχναν στο χέρι οι γυναίκες του χωριού, επί παραγγελία.
Φυσικά, όπως και στις άλλες περιοχές της Κύπρου, την ανδρική ενδυμασία της Πάφου συμπλήρωνε το πουκάμισο (ιταρέ, μεταξωτό, ή βαμβακερό), οι ποδίνες και ο κεφαλόδεσμος.

Πιο πάνω βλέπουμε μια ανεπανάληπτη φωτογραφία (από τις αρχές τις δεκαετίας του '70) ενός Παφίτη βρακοφόρου καθ΄οδόν προς το σπίτι του, μετά από σκληρή εργασία στα χωράφια. Φυσικά δεν λείπει από κοντά του και το απαραίτητο γαϊδουράκι. Σήμερα ο βρακοφόροι στην Πάφο μετρούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού και είναι όλοι σε πολύ προχωρημένη ηλικία.

NOCTOC