Wednesday, November 4, 2009

Βυζαντινή Αγιογραφία : Η Χαλεπιανή Σχολή και οι Μελχίτικες εικόνες - Byzantine Hagiography : The Aleppo School and Melkite icons


Όταν σκεφτόμαστε για εικόνες, τι μας έρχεται στο νου; Οι περισσότεροι άνθρωποι στη Δύση νομίζουν ότι είκονες είναι κάτι ντελικάτα Βυζαντινά τρίπτυχα εικονίδια, ή τους έρχονται στο νου οι θρυλικές διακοσμημένες εικόνες σε Βυζαντινούς Ιερούς Ναούς του παρελθόντος. Όμως αυτό που δεν έρχεται στο μυαλό τους είναι ότι για σχεδόν τρεις αιώνες, Άραβες καλλιτέχνες δημιουργούσαν εξαίσιες εικόνες στην Εγγύς Ανατολή. Αυτοί οι καλλιτέχνες ήταν συνήθως μέλη διάφορων Χριστιανικών ομάδων που ακολουθούν την Βυζαντινή παράδοση.
Η λέξη "εικόνα," σημαίνει ομοίωμα, ή υλική αναπαράσταση πραγματικού ή φανταστικού αντικειμένου με πλαστά μέσα. Οι αρχαίες νεκρικές ζωγραφιστές προσωπογραφίες ή πορτρέτα που βρέθηκαν στην όαση Φαγιούμ της Αιγύπτου, υποδηλώνουν ότι η εικονική μορφή τέχνης μπορεί να έχει προέλευση από την Εγγύς Ανατολή. Οι Αραβικές εικόνες ονομάζονται Μελχίτικες επειδή είχαν ζωγραφιστεί από Άραβες τεχνίτες που ανήκαν είτε στην Eλληνόρυθμη Bυζαντινοκαθολική Εκκλησία, είτε στην Έλληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτοί ήταν Βυζαντινοί Μελχίτες Χριστιανοί (αργότερα μοιράστηκαν σε Ορθοδόξους και Καθολικούς) οι οποίοι μιλούσαν την Αραβική γλώσσα. Το όνομα "Μελχίτικες" για τις Αραβικές εικόνες πρωτοδόθηκε από τον Virgil Candea, ένα Ρουμάνο λόγιο, όταν ήταν σύμβουλος για μια έκθεση εικόνων από συλλογές του Λιβάνου και της Συρίας που έγινε από το Μουσείο Sursock της Βηρυτού τον Μάιο του 1969.

Εκείνη την εποχή, η Sylvia Agemian, ερευνητής στο Μουσείο Sursock, ήταν ίσως ο μόνος ειδικός για τις Μελχίτικες εικόνες στην Εγγύς Ανατολή. Υποστήριξε ότι η αναγνώριση των Μελχίτικων εικόνων ήταν μια σημαντική ακαδημαϊκή ανακάλυψή, διότι για πρώτη φορά ερευνητές αναγνώρισαν ότι υπήρξαν αγιογραφικές σχολές στην Εγγύς Ανατολή των οποίων οι καλλιτέχνες ακολούθησαν την Βυζαντινή παράδοση εικονογραφίας, αλλά με την προσθήκη Αραβικών και Ισλαμικών στοιχείων.

Οι εικόνες αυτές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της θρησκευτικής ζωής των Χριστιανών που ακολουθούν τη Βυζαντινή παράδοση και που ονομάζονται Βυζαντινοί Χριστιανοί. θεωρούνται ως αντικείμενα έμπνευσης και προσκύνησης και δεν είναι απλώς για διακόσμηση. Όμως, και για διακόσμηση είναι μοναδικές. Οι αρχικές εικόνες ήταν εικόνες ζωγραφισμένες πάνω σε ένα χρυσό καπλαμά, εφαρμοσμένες σε ένα ομαλό στρώμα από σοβά σε ένα πίνακα από ξύλο. Συνήθως είναι τοποθετημένες σε εικονοστάσι ή τέμπλο μπροστά από το Ιερό.

Η εικόνα του προσώπου του Χριστού που έμεινε στο μαντήλι της Αγίας Βερόνικας θεωρήθηκε ως η πρώτη εικόνα. Κατά συνέπεια, η πρώιμη Εκκλησία αποφάσισε ότι η απεικόνιση των θείων δεν θα πρέπει να αφεθεί στη φαντασία του κάθε καλλιτέχνη. Μέχρι το δέκατο έβδομο αιώνα, παραδοσιακά, οι Βυζαντινοί αγιογράφοι ακολουθούσαν τις κατευθυντήριες γραμμές της Παράδοσης της Εκκλησίας που καθόριζε ότι οι αγίοι θα πρέπει να απεικονίζονται πως ανήκουν όσο το δυνατόν λιγότερο στα εγκόσμια.

Για να επιτευχθεί αυτή η αίσθηση, ο καλλιτέχνης έκανε τους αγίους να φαίνονται σχεδόν χωρίς σάρκα χρησιμοποιώντας μια γεωμετρική διαμόρφωση του σώματος. Κάθε υπόδειξη του αισθησιακού ελαχιστοποιείτο με το περιτύλιγμα των αγίων μέσα σε βαριά ενδύματα. Δεδομένου ότι η αγιότητα των αγίων έκπεμπε ένα εσωτερικό φως, ο καλλιτέχνης ζωγράφιζε γραμμές πάνω στα ζυγωματικά και τα χέρια του αγίου για να δίνουν την αίσθηση του φωτός.

When you think of icons, what comes to mind? Most people think of icons as delicate Byzantine triptychs, or the legendary jewelled icons of revered Byzantine churches of the past. But for almost three centuries, Arab artists made exquisite icons in the Near East. These artists were usually members of Byzantine Christian religious orders.

Though icon is a Greek word meaning "image," ancient funeral portraits in Fayyoum, Egypt, suggest that the iconic art form may be of Near Eastern origin. The Arabic icons are called Melkite icons because they were painted by Arab artisans of the Greek Catholic and Greek Orthodox Churches; that is, Byzantine Melkite Christians (later separated into Orthodox and Catholics) of Arabic-speaking background. This name was first attributed to the Arabic icons by Virgil Candea, a Romanian scholar, when he was consultant for an exhibit of icons from Lebanese and Syrian collections produced by the Sursock Museum of Beirut in May 1969.

At that time, Sylvia Agemian a researcher at the Sursock Museum, was possibly the only specialist on Melkite icons in the Near East She maintained that the identification of the Melkite icons was an important academic discovery, because for the first time scholars recognize that there were schools of iconographers in the Near East whose artists followed the Byzantine iconic tradition with the addition of Arabic and Islamic elements.

Icons are an integral part of the religious life of Byzantine Christians. They are regarded as objects of inspiration and veneration, not simply as decoration. But simply as decoration they are unique. Original icons were images painted onto a gold veneer applied to a smooth coat of plaster on a board. Ordinarily they were placed on an iconastasis or screen in front of the altar of sacrifice.

The image of Christ's face left on Saint Veronica's veil was regarded as the first icon. Consequently, the early Church decided the portrayal of the divine should not be left to the imagination of the individual artist. Until the seventeenth century, traditional Byzantine icon painters followed church guidelines directing that holy persons appear as other-worldly as possible.

To achieve this impression, the artist made his subjects appear almost fleshless by means of geometric molding of the body. Any hint of the sensual was minimized by draping the bodies in heavy garments. Since the holiness of the saints exuded an inner light, the artist painted lines on a saint's cheekbones and hands to suggest light.

Για να τονίσει την αγιότητα των αγίων, ο καλλιτέχνης ζωγράφιζε κεφαλές δυσανάλογα μεγάλες με επίσημα φορμαρισμένα μαλλιά και γένια. Ακόμη και τα χρώματα καθορίζονταν από το εγχειρίδιο οδηγιών της Εκκλησίας. Για παράδειγμα, το Ωμοφόριον της Θεοτόκου, ένα πέπλο που καλύπτει το κεφάλι και τους ώμους όλων των αγίων γυναικών, ήταν πάντα κόκκινο ωχρό για να συμβολίζει την τραγική μοίρα του Θείου γιου της. Εάν τα βουνά ή κτίρια εμφανίζονταν σε μια εικόνα, ήταν εξαιρετικά τυποποιημένα και δεν ήταν καθόλου ρεαλιστικά. Όμως, σπάνια συμπεριλαμβάνονται. Στις Ορθόδοξες εικόνες τα άγια πρόσωπα απεικονίζονταν με χρυσό βάθος, χωρίς επίγεια στοιχεία εκτός από εκείνα που συνδέονται με τον άγιο. Για παράδειγμα, βιβλία για Ευαγγελιστές και Πατριάρχες, ξίφη για πολεμιστές αγίους όπως τον Αγίο Γεώργιο.

Το πιο πιθανό είναι ότι οι Μελχίτες καλλιτέχνες έμαθαν την εικονογραφία από εικόνες που έφεραν στην Εγγύς Ανατολή Έλληνες Βυζαντινοί και Ρώσοι Πατριάρχες και προσκυνητές, καθώς και από έξοχα δείγματα εικόνων ζωγραφισμένων από Βυζαντινούς Έλληνες καλλιτέχνες που ζούσαν στη Συρία, το Λίβανο και την Παλαιστίνη. Ωστόσο, οι Μελχίτες τεχνίτες γνώριζαν επίσης και έργα της Κρητικής Σχολής του δέκατο τέταρτου και δέκατου έβδομου αιώνα. Γι αυτό το λόγο, σε μια εικόνα του Αρχάγγελου Μιχαήλ που ζωγράφισε ο Χάννα (Γιάννης) ελ-Κούντσι (Hanna al-Kudsi) το 1726, ο καλλιτέχνης αυτός του δέκατου όγδου αιώνα, συμπεριλαμβάνει μια επιγραφή που εξηγεί ότι η εικόνα ήταν βασισμένη σε προγενέστερο Κρητικό μοντέλο.

Οι Μελχίτικες Βυζαντινές εικόνες, ωστόσο, διαφέρουν από τις Ελληνικές και τις Ρωσικές ομόλογες τους περισσότερο για την λεπτομέρια και για την επεξεργασία των θεμάτων τους παρά για την μορφή τους. Αυτό που διακρίνει τις Μελχίτικες εικόνες είναι το χαρακτηριστικό στυλ της διακόσμησης, τα πρόσωπα και η οργάνωση των θεμάτων, η συχνότητα σε συγκεκριμένα θέματα, και η Αραβική επιγραφή.

Στις αρχικές τους προσπάθειες, οι Μελχίτες καλλιτέχνες φυσικά κοίταζαν στα Βυζαντινά Ελληνικά μοντέλα. Καθώς ωρίμαζαν, γρήγορα έμαθαν να εκφράζουν τα δικά τους γούστα και τα συναισθήματά τους. Παρόλο που τα Βυζαντινά στοιχεία επικρατούν στην πλειονότητα των πρώιμων έργων ζωγραφικής, είναι επίσης παρόν και σημαντικά Αραβικά χαρακτηριστικά.

To emphasize the holiness of the saints, the artistic formula called for heads disproportionately large with formally molded hair and beards. Even colors were specified by the church manual of instructions. For example, the Virgin Mary's maphorion, a veil covering the head and the shoulders of all women saints, was always an ochre red to symbolize the tragic fate of her Divine Son.

If mountains on buildings appeared in an icon, they were highly stylized and not at all realistic. But they were seldom included. In orthodox icons holy persons were portrayed against a background of gold with no earthly elements other than those associated with the saint; for instance, books for evangelists and patriarchs, swords for martial saints like St.George.

Most likely Melkite artists learned the iconic form icons brought to the Near East by Byzantine Greek and Russian patriarchs and pilgrims, and from the fine specimens painted by Byzantine Greek artists living in Syria, Lebanon, and Palestine. Yet the Melkite craftsmen knew also the Cretan works of the fourteenth and seventeenth centuries. For on a 1726 icon of St. Michael the Archangel done by Hanna al-Kudsi, the eighteenth-century artist included an inscription explaining it was based on an earlier Cretan model.

Byzantine Melkite icons, however, differ from their Greek and Russian counterparts more in detail and treatment of subjects than in form. Distinguishing the Melkite icon are the characteristic style of decoration, the faces and bodies of the subjects, the frequency of particular themes, and Arabic inscription.

In their early efforts Melkite artists naturally looked to Byzantine Greek models. As they matured, they quickly learned to express their own tastes and feelings. Although Byzantine elements prevail in the majority of early paintings, markedly Arabic characteristics are present.

Όλα τα πρόσωπα ζωγραφισμένα από Μελχίτες καλλιτέχνες - όχι μόνο αγίοι από την Εγγύς Ανατολή, αλλά και ο Χριστός και οι αγγέλοι - έχουν αραβοποιημένη χροιά. Αυτά τα πρόσωπα έχουν μια πιο οβάλ και ηπιότερη έκφραση σε σχέση με τις Ελληνικές Βυζαντινές εικόνες. Τα σώματα είναι πληρέστερα και πιο στρογγυλεμένα, με λιγότερο από το χαρακτηριστικό στυλιζάρισμα της παραδοσιακής αγιογραφίας. Επιπλέον, κάποιος μπορεί να δει Αραβικά κοστούμια, σύγχρονα έπιπλα, και καθημερινά οικιακά αντικείμενα - όλα σε έντονη αντίθεση με τα άλλα-εγκόσμια Βυζαντινά πορτρέτα. Για παράδειγμα, σε ένα Μελχίτικο έργο από τις αρχές του δέκατου όγδοου αιώνα, η Παναγία κουνάει το βρέφος της μέσα σε μια κούνια που είναι ακόμη κοινή στη Συρία και τον Λίβανο. Σε άλλα δείγματα ο θεατής βλέπει τον Αβραάμ να φοράει τουρμπάνι, τον Αγίον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή να γράφει πάνω σε ένα Αραβικό γραφείο, και τον Αγίο Γεωργίο να κραδαίνει ένα Αραβικό σπαθί.

Ακόμη και τα πρώιμα Μελχίτικα έργα χαρακτηρίζονται από πλούσιο διάκοσμο που οι Χριστιανοί τεχνίτες δανείστηκαν απευθείας από την Ισλαμική τέχνη. Αυτό που βρέθεται πάνω στις Μελχίτικες εικόνες είναι οι περίπλοκες διακοσμήσεις σε χαλκό, σε περσικά χαλιά, καθώς και σε μπροκάρ και ξύλινα πλαίσια της Δαμασκού. Συχνά, το όλο πλαίσιο αυτών των εικόνων είναι καλυμμένο με άνθη ή φυτά, και γεωμετρικά σχέδια. Φύλλα αγράμπελης, λουλούδια λωτού, ρόδια, κρίνα, τουλίπες, και φοίνικες είναι διάσπαρτα κατά μήκος των πλαισίων, στα φωτοστέφανα, και τα ενδύματα των αγίων. Αλλά αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι όλες οι Μελχίτικες εικόνες είναι διακοσμημένες περίτεχνα. Αντιθέτως το δέκατο ένατο αιώνα τα έργα είναι συχνά απλά στην ακραία.

Όπως και άλλοι καλλιτέχνες, οι Μελχίτες ζωγράφοι όταν επιλέγαν θέματα για να τονίζουν, επηρεάζονταν από το περιβάλλον τους. Οι τοπικοί αγίοι και θρύλοι ήταν δημοφιλής. Παρουσιάζονταν συχνά οι αγίοι εκείνοι που είχαν έντονους δεσμούς με την Εγγύς Ανατολή: Ο Αγίος Γεωργίος, ο οποίος σύμφωνα με το μύθο πολέμησε το δράκο κοντά στη Βηρυτό, ο Αγίος Σάββας, ο οποίος κατεύθυνε ένα μοναστήρι κοντά στην Ιερουσαλήμ, ο Άγιος Συμεών ο Στυλίτης, ο οποίος ζούσε πάνω σε ένα πυλώνα στη Συρία για δεκαετίες, η Αγία Μαρία η Αιγυπτία, η Παναγία στον κήπο του Ιεσσαί, ο Προφήτης Ηλίας να καταπολεμά τους ιερείς του Βάαλ.

Ακόμη και τα αφιερώματα που αναγράφονται πάνω στις Μελχίτικες εικόνες διαθέτουν μια ευδιάκριτη λογοτεχνική γεύση της Εγγύς Ανατολής. Ακριβώς όπως οι Ελληνικές και οι Ρωσικές επιγραφές είναι λακωνικές, εκείνες που αφορούν τις Μελχίτικες εικόνες είναι μακρές και πολύλογες. Ένα παράδειγμα είναι μια εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνα που δώθηκε σε μια εκκλησία της Ρουμανίας το 1794 από τον Συλβέστρο, τον Πατριάρχη Αντιοχείας. Δεν μεταφέρει μόνο το όνομα του δωρητή και αναφορά για το λόγο που έγινε η δωρεά, αλλά επί ευκαιρία και χαιρετισμούς και ευλογίες που καλύπτουν περίπου το ένα τέταρτο της επιφάνειας της εικόνας.

Οι περισσότερες πρώιμες Μελχίτικες εικόνες παρήχθησαν στο Χαλέπι της Συρίας, όπου μια οικογένεια και οι μαθητές της ανέπτυξαν μερικά από τα καλύτερα παραδείγματα της Μελχίτικης θρησκευτικής τέχνης. Αυτή η οικογένεια εμπλούτισε καλιτεχνικά τον δέκατο έβδομο και τον δέκατο όγδοο αιώνα με το ιδιέτερο έργο τους. Οι πιο αξιοσημείωτοι καλλιτέχνες ήταν ο ιερέας, (Ιωσήφ) Yusef al-Mussawwin, ο γιος του Nemeh (Ελευθέριος), ο εγγονός του Hanania (Ανανίας) και ο δισέγγονος του Girgis (Γεώργιος). Ο σπουδεότερος της οικογένειας αυτής των αγιογράφων ήταν ο Nemeh, ο οποίος ανέπτυξε το στυλ του Αλέππο που έγινε γνωστό ως Χαλεπιανή Σχολή.

All the faces painted by the Melkite artists - not just Near Eastern saints, but Christ and the angels too - have Arabized complexions. These faces have a more oval and softer expression than in the Byzantine icon. The bodies are Fuller and rounder with less of the modelling which is characteristic of traditional icon painting. In addition, one sees Arabic costumes, contemporary furniture, and daily bousehold objects - all in sharp contrast to the other-worldly Byzantine portraits. In one early eighteenth-century Melkite work, for example the infant Virgin Mary is being rocked in a cradle still common in Syria and Lebanon. In other specimens the viewer sees Abraham wearing a turban, St. John the Evangelist writing at an Arabic desk, and St. George brandishing an Arab sword.

Even the earliest Melkite works are characterized by sumptuous decoration which the Christian artisans borrowed directly from Islamic art. Found on Melkite icons are the intricate decorations seen on brasswork, on Persian carpets, and on the brocades and wood panels of Damascus. Frequently, the entire background of these icons are covered with floral, vegetable, and geornetric designs. Bent leaves, lotus flowers, pomegranates lilies, tulips, and palms are scattered across the borders, the halos, and the clothing of the saints. But this should not be construed to mean that all Melkite icons are ornately decorated. On the contrary the nineteenth-century works are often simple in the extreme.

Like other artists, the Melkite painters were influenced by their environment when choosing themes to illustrate. Local saints and legends were popular. Those with strongly Near Eastern settings figured commonly: St. George, who according to legend, fought the dragon near Beirut; St. Saba, who directed a monastery near Jerusalem St. Simon Stylites, who lived on a pillar in Syria for decades; St. Mary the Egyptian; the Virgin Mary in the garden of Jesse; the prophet Elias combating the priests of Baal.

Even the dedications inscribed on Melkite icons possess a distinctly Near Eastern literary flavor. Just as Greek and Russian inscriptions are terse, those on Melkite paintings are long and flowery. For example, an icon of St. Spiridon was given to a Romanian church in 1794 by Sylvester, the Orthodox patriarch of Antioch. It carries not only the donor's name and mention of the occasion, but salutations and blessings covering about one-fourth of the icon's surface.

Most early Melkite icons were produced in Aleppo, where a Syrian family and their students developed some of the finest example of Melkite religious art. This family spanned the seventeenth and eighteenth centuries with their distinctive work. The more notable artists were the priest, Ysef al-Mussawwin; his son, Nemeh grandson, Hanania; and greatgrandson, Girgis. The greatest of this family of iconographers was Nemeh, who developed the Aleppo style which became known as the Aleppo School.

Αν και δεν απόκλινε ριζικά από την παραδοσιακή προσέγγιση της Βυζαντινής εικόνας, ο Nemeh προτίμησε ένα στυλιζαρισμένο νατουραλισμό. Οι αγγέλοι και οι γυναίκες του έχουν πιο έντονα οβάλ κεφάλια παρά στην Ελληνική Βυζαντινή ζωγραφική. Οι νεαροί του έχουν στρογγυλεμένα πρόσωπα, και οι άνδρες του έχουν μεγάλο κεφάλι με εξογκωμένο μέτωπο, ζυγωματικά που προεξέχουν και κούφια μάγουλα. Αν και η μύτες διατηρούν τη Βυζαντινή τους κομψότητα, οι άγιοι του Nemeh έχουν καλίγραμμα αμυγδαλωτά μάτια με μακριές βλεφαρίδες, κάτι που είναι αντιπροσωπευτικό ανάμεσα στους λαούς των Αράβων. Επιπλέον, εξατομίκευσε τις εικόνες του με εναλλασσόμενο πράσινο και κόκκινο πλαίσιο που καλύπτεται με χρυσή διακόσμηση.

Η επιρροή της Χαλεπιανής Σχολής υφίστατο μέχρι το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα με μια εκπληκτική συνέχεια και αφθονία. Ο Σουκραλλάχ ιμπν Ιωακείμ του Χαλεπίου (Shukrallah ibn Yuwakim), ο Κύριλλος ο Δαμασκινός (Kyrillos al-Dimashki), και μερικοί από τους ανώνυμους ζωγράφους μαναχούς του τάγματος του Βασιλείου, ακολούθησαν τον τρόπο ζωγραφικής του Nemeh στα πρόπωπα, το διακοσμητικό στυλ, και το χαρακτηριστικό πράσινο και κόκκινο πλαίσιο των εικόνων που είναι χαρακτηριστικό των αγιογράφων της Χαλεπιανής Σχολής.

Παρόλο που σε γενικές γραμμές επικράτησε η ανωνυμία μεταξύ των αγιογράφων της Χαλεπιανής Σχολής, πολλοί ανεξάρτητοι Μελχίτες καλλιτέχνες εμφανίζονται στη σκηνή. Ο Hanna al-Kudsi, ένας ζωγράφος του δέκατου όγδοου αιώνα, έκανε ως επί το πλείστον αποκαταστάσεις και αναπαραγωγές προηγούμενων έργων, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων από αυτά του Nemeh. Τα έργα του ίδιου του Hanna είναι μια πιο παραδοσιακή αγιογραφία. Ο Μιχαήλ ο Δαμασκηνός (Mikhail al-Dimashki), εργάστηκε στη Δαμασκό κατά την εποχή που ο Hanna al-Kudsi εργαζόνταν στην Ιερουσαλήμ. Ο Μιχαήλ ζωγράφισε παραδοσιακές εικόνες ενός λαϊκού χαρακτήρα με στοιχεία που αντλήθηκαν από καλλιτέχνες της Δύσης.

Ο Συλβέστρος, ο Ορθόδοξος Πατριάρχης Αντιοχείας, αν και εργαζόνταν στην Εγγύς Ανατολή, τα έργα του ήταν ζωγραφισμένα σε αυστηρή Ελληνική Βυζαντινή μορφή. Τα έργα του μαρτυρούν τη διαμάχη μεταξύ της Ανατολικής Εκκλησίας και της Εκκλησίας της Ρώμης. Ο Συλβέστρος αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην καταπολέμηση του Κυρίλλου του πέμπτου, του Πατριάρχη του Χαλεπίου και μερικών επισκόπων του Κυρίλλου. Κάτω από την επιρροή των Ιησουϊτών και Καπουτσίνων ιεραποστόλων από την Ευρώπη, ο Κύριλλος και οι οπαδοί του αποχώρησαν από την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και ενώθηκαν με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Οι εικόνες του Συλβέστρου είναι τυπικά Βυζαντινές επειδή καταπολεμούσε διαδόσεις που θεωρούσε ότι δεν συμπίπταν με τις θρησκευτικές διδασκαλίες της Ανατολικής Εκκλησίας.

Με τον ερχομό του δέκατου ένατου αιώνα, η ζήτηση για μικρότερες, δημοφιλείς εικόνες και η αύξηση της εν γένει ευημερίας κατέστη δυνατή τη προσωπική κατοχή εικόνων. Αλλά σαν άτομα οι ανθρώποι δεν είχαν χρήματα για να ξοδέψουν στην διακόσμηση μιας εικόνας. Αντί να αναπαριστάνουν τα θέματα τους πάνω στο χρυσό, οι καλλιτέχνες άρχισαν να τα ζωγραφίζουν απευθείας στο ξύλο.

Though he did not deviate radically from the traditional Byzantine approach to icons, Nemeh preferred a stylized naturalism. His angels and women have more pronounced oval heads than in Byzantine painting. His young people have rounded faces; and his men possess large heads with bulging foreheads, prominent cheekbones and hollow cheeks. While the noses retain the Byzantine slenderness, Nemeh's saints have the fine almond-shaped and Heavily-lashed eyes found among Arabie people. Moreover, he personalized his icons with alternating green and red borders covered with gold decoration.

The influence of the Aleppo School endured until the late eighteenth century with an astonishing continuity and abundance. Shukrallah ibn Yuwakim of Aleppo, Kyrillos al-Dimashki, and some anonymous painters of the Basilian order of monks followed Nemeh's facial types, ornamental style, and the characteristic green and red borders that mark the Aleppo School of iconographers.

Although anonymity prevailed in general among the icon painters not of the Aleppo School, several independent Melkite artists do appear on the scene. Hanna al-kudsi, an eighteenth-century painter, did mostly restorations and reproductions of earlier works, including some of Nemeh's. Hanna's own works are more traditional icon painting. Mikhail al-Dimashki worked in Damascus at the time Hanna al-Kudsi did in Jerusalem. Mikhail painted traditional icons of a popular nature with elements learned from western artists.

Sylvester, the Orthodox Patriarch of Antioch, though working in the Near East, painted strictly in the Byzantine form. His works attest to the controversy between the Eastern Church and the Church of Rome. Sylvester spent much of his life fighting Cyrillus V, the Patriarch of Aleppo and some of Cyrillus' bishops. Through the influence of Jesuit and Capucin missionaries from Europe, Cyrillus and his followers left the Greek Orthodox Church and united with the Roman Catholic Church. Sylvester's paintings are formally Byzantine because he was countering the spread of what he considered non-Eastem religious teachings.

With the arrival of the nineteenth century, the demand for smaller, popular icons and increased generally prosperity made possible the personal possession of icons. But individuals did not have money to use on the omarnentation of an icon. Instead of portraying their subjects on gold, the artists began painting directly on the wood.

Με την αυξημένη ζήτηση για εικόνες, ιδίως από τη νεοσυσταθείσα Μελχίτικη Ελληνόρυθμη Βυζαντινοκαθολική Εκκλησία, οι καλλιτέχνες είχαν λιγότερο χρόνο για την παραγωγή ή τη διακόσμηση τους. Μέχρι τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα η διακόσμηση εξαφανίστηκε. Απλές δέσμες λουλουδιών αντικατέστησαν τα περίτεχνα σχέδια που κάλυπταν την επιφάνεια και τα πλαίσια των έργων της Χαλεπιανής Σχολής. Τα στυλιζαρισμένα κορμιά και πρόσωπα εξαφανίστηκαν. Οι ζωγράφοι αποσχίστηκαν τελείως από τους πρώιμους καλλιτεχνικούς κανόνες και περιορισμούς.

Ευδιάκριτη σε αυτές τις μεταγενέστερες Μελχίτικες εικόνες είναι η παρουσία χωρικών και αγροτών της Εγγύς Ανατολής, ιδιαίτερα στα έργα του Butros (Πέτρου) Agaimy. Αυτός ο Λιβάνιος ιερέας ζωγράφισε κατά την έναρξη του δέκατου ένατου αιώνα, κοντά στο χωριό Deir al-Kamar (Ντιέρ ελ- Καμάρ), του Λιβάνου. Σε μια από τις εικόνες του, αυτή του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος απεικονίζεται ο άγιος με ένα μεγάλο σαρκώδες πρόσωπο, μια μεγάλη μύτη, μεγάλα μάτια, και τραχιά χέρια εργάτη. Ο Άγίος Ιωάννης της Κλίμακος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας εργάτης του Λιβάνου όπως και ένας ιερέας του έκτου αιώνα που έζησε στο Σινά, όπου έγραψε ένα διάσημο βιβλίο σχετικά με τις Χριστιανικές αρετές. Δεν χρησιμοποιήθηκε χρυσός σε αυτή την εικόνα, και τα γήινα χρώματα είναι καστανόχροα και γκρι. Ένας άλλος Μελχίτης ζωγράφος που ευνοούσε το απλό στυλ στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα είναι ο Nemeh Nasser (Νέμεχ Νάσερ) από την πόλη Χομς της Συρίας και τα έργα του χαρακτηρίζονται από την τραχύτητα τους. Αυτός ο καλλιτέχνης εργάστηκε απευθείας σε υγρό γύψο, και τα αυλάκια είναι ορατά ακόμη και μετά από πολλές στρώσεις βαφής.

Δεδομένου ότι η επιρροή της Χαλεπιανής Σχολής μειώθηκε κατά το δέκατο ένατο αιώνα, μια άλλη Μελχίτικη σχολή αγιογραφίας αναπτυχθεί στην Ιερουσαλήμ, κατά τα μέσα του αιώνα - η Σχολή του Kudsi. Τρεις Μελχίτες ζωγράφοι της περιόδου αυτής, μπορεί να χρησιμοποιούσαν ορισμένες τεχνικές μαζικής παραγωγής, λόγω της εύκαρπης παραγωγής τους με τόσες πολλές εικόνες με το ίδιο θέμα και καμωμένες με τον ίδιο τρόπο. Οι τρείς αυτοί ζωγράφοι είναι ο Μιχαήλ Μαχάννα (Mikhail Mahanna), ο Γιουχάννα Σαλίμπα (Yuhanna Saliba), και ο Νικόλας Θεόδωρος (Nicolas Theodorus). Οι μεγάλες πινελιές και η απλότητα χαρακτηρίζουν τα έργα τους. Οι αγίοι τους έχουν κεφάλια στρογγυλά όπως τα πορτοκάλια και τα πρόσωπα τους είναι γεμάτα από ηρεμία.

Η ισχυρότερη επιρροή πάνω τους Μελχίτες ζωγράφους του δέκατου ένατου αιώνα ήταν τα έργα του Μιχαήλ Πολυχρονίου, ή Μιχαήλ του Κρητικού. Ο Μιχαήλ έζησε και εργάστηκε στη Δαμασκό από το 1809 μέχρι το 1821. Οι περισσότερες εκκλησίες κάποιας σημασίας στην Εγγύς Ανατολή έχουν μια εικόνα που παρήχθηκε από τον Μηχαήλ. Οι εικόνες του, καμωμένες από ελαιογραφίες, αντανακλούν Βυζαντινά και Ιταλογενή στοιχεία, αλλά κατατάσσονται μέσα στο Μελχίτικο στυλ. Ο λόγος: διακοσμητικά θέματα από ξυλόγλυπτα της Δαμασκού: ο τρόπος που στολίζει τα ενδύματα τους αγίους που απεικονίζει. Τα ενδύματα των θεμάτων του είναι θαυμάσια φταγμένα, και η σημασία αυτού του ζωγράφου δεν περιορίζεται στα καλλιτεχνικά επιτεύγματά του, αλλά επεκτείνεται και στην επιρροή του σε πολλούς καλλιτέχνες της εποχής και της περιοχής. Εκτός από την ναΐφ τέχνη, όπως αυτή του Butros Agaimy, οι Μελχίτες ζωγράφοι προσπάθησαν να μιμηθούν και το Δυτικό στυλ του Μιχαήλ.

Με την αλλαγή του αιώνα ήρθε η προσέλκυση για δυτικά πράγματα. Το ενδιαφέρον αυτό οδήγησε στην εγκατάλειψη του χαρακτηριστικού, τοπικού, Αραβικού στυλ. Για δεκαετίες οι γνώση και η εκτίμηση για τις Μελχικές εικόνες έμενε γενικά πολύ περιορισμένη. Αυτά τα ξεχωριστά έργα αγιογραφίας τα εκτιμούσαν και τα απολάμβαναν μόνο λίγοι συλλέκτες από τον Λιβάνο και την Συρία.

Πριν από την τρέχουσα αναταραχή στο Λίβανο, μερικά από τα ωραιότερα δείγματα Μελχίτικων εικόνων υπήρχαν στο Μουσείο Sursock της Βηρυτού, στη Συλλογή του Henri Pharaon, και στην Ιερά Μονή του Σωτήρα στην πόλη Ζιούνε, δίπλα από την Βηρυτό. Η ανακάλυψη τους και η ανανέωση του ενδιαφέροντος για αυτές είχε ως αποτέλεσμα την πολύτιμη συμβολή τους στην τέχνη και τη θρησκεία. Οι μελετητές ελπίζουν ότι η μελέτη των Μελχίτικων εικόνων θα δημιουργήσει νέες τεκμηριωμένες γνώσεις σχετικά με τη ζωή των Αράβων Χριστιανών.

With the increased demand for icons, especially from the newly formed Melkite Greek Catholic Church, the artists had less time for the production or their decoration. By the mid-nineteenth century decoration disappeared. Simple clusters of flowers replaced the intricate designs smother the surface and borders of the works of the Aleppo School. Stylized bodies and faces were no more. The painters broke completely with early artistic canons and restraints.

Prominent in these later melkite icons are Near Eastern villagers and peasants, particularly in the works of Butros Agaimy. This Lebanese priest painted during the opening of the nineteenth century near Deir al-Kamar, Lebanon. His icon of St. John Climacus depicts the saint with a large fleshy face, a wide nose, big eyes, and rough workman's hands. St. John Climacus could just as easily be a Lebanese laborer as the sixth-century priest who lived in Sinai, where he wrote a famous book about Christian virtues. No gold was used in this icon, and the colors are earthy browns and grays. Another Melkite painter who favored the simple style in the mid-nineteenth century is Nemeh Nasser of Homs Syria his works are characterized by roughness. This artist worked directly on wet plaster, and the grooves are visible even through several layers of paint.

As the influence of the Aleppo School declined in the nineteenth century, another school Melkite iconography developed in Jerusalem, by the middle of the century - the Kudsi. Three Melkite painters of this period may have used some mass production techniques because of their prolific output of so many icons of the same subject done in the same manner. They are Mikhail Mahanna, Yuhanna Saliba, and Nicolas Theodorus. Large brush strokes and simplicity characterize their works. Their saints have heads as round as oranges and faces touched with serenity.

The strongest influence of Melkite painters of the Nineteenth century was the work of Michael Polychronos, or Michael the Cretan. Michael lived and worked in Damascus from 1809 to 1821. Most churches of significance in the Near East have an icon produced by Michael. His icons, done in oil, reflect Byzantine and italianate elements, but are classified as Melkite in style. The reason: decorative themes from Damascus woodwork: panels ornament the robes draping the saints portrayed. The draperies of his subjects' robes are magnificently molded, and the significance of this painter is not confined to his artistic achievements, but extends to his influence on many artists of his day and locale. Aside from the primitive stylists like Butros Agaimy, Melkite painters attempted to imitate Michael's occidental style.

With the turn of the century came the attraction of things western. This interest led to the abandonment of the characteristic, local, Arabic style. For decades the knowledge and appreciation of Melkite icons lay generally dormant. These special works of iconography were the privileged information and enjoyment of only a few Lebanese and Syrian collectors.

Prior to the current upheaval in Lebanon, some of the finest specimens of Melkite icons were found in the Sursock Museum, Beirut; the Henri Pharaon Collection; Holy Savior Monastery, Jounieh. Frorn their rediscovery and the renewal of interest in them has resulted a valuable contribution to art and religion. Scholars are hoping that the study of Melkite icons will generate new insights into the lives of Arabic Christians.

Καυχήσονται όσιοι εν δόξη και αγαλλιάσονται επί των κοίτων αυτών...
---------------------------------
Πολλοί λέγουσι, τις δείξει υμίν τα αγαθά; Εσημειώθη εφ΄ημάς το φως του προσώπου σου Κύριε. ---------------------------------
Ευφράνθην επί τοις ειρηκόσιν μοι εις οίκον κυρίου πορευσόμεθα .
---------------------------------
Πηγή : Εδώ

Tuesday, November 3, 2009

Η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου στην αραβική γλώσσα -The divine liturgy of Saint John Chrysostom in the Arabic language

Σε αυτό το CD μπορούμε να ακούσουμε την Ορθόδοξη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην αραβική γλώσσα η οποία τελείται από τους Ελληνορθόδοξους Άραβες Χριστιανούς του Λιβάνου.
Η φωνή του ιερέα είναι αυτή του Γέροντα Παντελεήμων Φάραχ, ηγούμενου της Ιεράς Μονής της Θεοτόκου στο Όρος Χαματούρα στο Λίβανο και η Χορωδία είναι από τη Σχολή Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής του Όρους Λιβάνου.
------------------------------------------------------------------------------------------------- From this CD we can listen to the Orthodox Divine Liturgy of Saint John Chrysostom in Arabic performed by the Greek Orthodox Arab Christians of Lebanon.
The voice of the Priest is that of Gerontas Pandeleimon Farah, Abbot of the Theotokos of Hamatoura Monastery in Lebanon and the Choir is from the School of Byzantine Ecclesiastic Music of Mount Lebanon.

Περιεχόμενο - Track List

01. Μεγάλη Συναπτή: Εν ειρήνη του Κυρίου ...». - The Great Litany (or supplication)

02. Α Αντίφωνο: «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου ...». - The First Antiphon (By the Intercession of the Theotokos...Tes Presvies..)

03. Μικρά Συναπτή: «Έτι και έτι εν ειρήνη · - ·»· - The Little Litany (or supplication)

04. Β Αντίφωνο: «Σώσον ημάς Υιέ Θεού ...» -The Second Antiphon (Save us O Son of God..Soson imas Iye Theou)

05. Ευχές - Litany

06. Τροπάριον (Ήχος α'_ Του λίθου σφραγισθέντος...) - Troparion (Mode 1_The grave was sealed...Tou lithou..)

07. Ό Τρισάγιος ύμνος: «Άγιος ο Θεός ...». - Trisagion (Agios o Theos)

08. Ανάγνωσμα Απόστολου (Προς Εφεσίους δ' 7-13) - Reading of the Epistle (Ephesians IV 7 13)

09. Ανάγνωσμα Ευαγγελίου (Κατά Ματθαίον 15 (ιε') 30-38) - Reading of the Gospel (Matthew XV 30-38)

10. Χερουβικός Ύμνος: «Οι τα Χερουβίμ μυστικώς ...». - Hymn of the Cherubim (Cherubikon)

11. Ευχή - Litany

12. Το «Πιστεύω ...». - By the Father , the Son and the Holy Spirit One in indivisible Trinity..(Patera, Ion..)...Creed....(Pistevo)...

12. Ο Επινίκιος ύμνος: «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ... - Sanctus (Agios agios agios Kyrios Savaoth...)

13. Εξαιρέτως της Παναγίας ... Άξιον εστίν ως αληθώς ... - Hymn to the Theotokos (It is our duty... Axion estin)

15. Ευχή - Litany (supplication)

16. Εις Άγιος εις Κύριος Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού - There is only one Saint, one Lord.. (Is Agios)

17. Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης ... - Invitation to the Communion

18. Είδομεν το φως το άληθινόν .. - We have seen the True Light (Idhomen to fos to alithinon)

19. Tελευταία ευχή - Final litany

20. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον - Blessed is the Name of the Lord (Ei To Onoma Kyriou)

21. Ευλογία Κυρίου - Blessing

22. Δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών....Τον Δεσπότην και αρχιερέα - (Hymn to the Celebrator (like Ton Dhespoti)


Monday, November 2, 2009

Ο Άγιος Δημητριανός επίσκοπος Χύτρων - Saint Dimitrianos Bishop of Chytroi

Ο Άγιος Δημητριανός κατάγετο από ένα χωριό που λεγόταν Συκαί και μετέπειτα Συκά, το οποίο βρισκόταν κοντά στο σημερινό Παλαίκυθρο της επαρχίας Λευκωσίας. Γεννήθηκε κατά την εποχή της βασιλείας του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Θεόφιλου, γύρο στα 834 - 835. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και η μητέρα του ευσεβέστατη. Οι γονείς του τον γαλούχησαν με τα ιερά νάματα της ευσέβειας.
Νεαρός σε ηλικία 15 χρονών νυμφεύθηκε, όμως η σύζυγος του μετά τρεις μήνες γάμου πέθανε. Τότε ο Δημητριανός αποφάσισε να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Και αφού πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου που βρισκόταν στην νότια πλευρά του Πενταδακτύλου πιο πάνω από την κωμόπολη της Κυθραίας- το οποίο σήμερα δεν σώζεται- και αφού έγινε δεκτός από τον ηγούμενο και τους εκεί μοναχούς εκάρη σε λίγο μοναχός.
Εκεί επιδόθηκε στην νηστεία και στην άσκηση και αφού απέκτησε τα δάκρυα και την αγάπη του Θεού και «την των αμαρτιών ανάμνησιν», κατά τον βιογράφο του, έλαβε την χάρη από τον Θεό να κάνει θαύματα. Οι δαίμονες απηλαύνοντο, μόνο με τον λόγο του Αγίου, τα νοσήματα θεραπεύονταν μόνο με την αφή των χεριών του. Οι κάτοικοι των γύρω περιοχών άκουσαν τη φήμη του και έρχονταν κοντά του και τους γιάτρευε, αφού πρώτα τους συμβούλευε να μην αμαρτάνουν, αλλά να τηρούν τις εντολές του Χριστού.
Μετά από αυτή την φήμη την οποία απέκτησε ο Άγιος, για να μην ευρίσκεται «συναυλιζόμενος με τους βάσκανους οφθαλμούς» κατά τον βιογράφο του, αναχωρούσε σε ήσυχους τόπους του όρους και εκεί προσευχόταν μόνος του στον Θεό. Όταν ο επίσκοπος της πόλης των Χύτρων Ευστάθιος άκουσε για όλα αυτά, κάλεσε τον Δημητριανό στην επισκοπή του και τον χειροτόνησε ιερέα και οικονόμο της επισκοπικής του περιφέρειας. Αργότερα όταν πέθανε ο ηγούμενος της Μονής του Αγίου Αντωνίου, ο Δημητριανός επέστρεψε στην μονή του και έγινε ο νέος ηγούμενος. Στην μονή παρέμεινε συνολικά σαράντα χρόνια.
Κατόπιν ο επίσκοπος Χύτρων Ευστάθιος έγινε αρχιεπίσκοπος Κύπρου και ο θρόνος της επισκοπής των Χύτρων έμεινε κενός. Ο Δημητριανός κατάλαβε ότι θα τον ζητούσαν για την επισκοπή, ανεχώρησε από τη μονή του προς τα βορειότερα μέρη του όρους και αφού βρήκε κάποιο «σπήλαιον σμικρότατον παρά τις όχθες της θαλάσσης φοβερώτατον και λίαν δύσβατον» πλησίο κάποιου χωριού, το κατοίκησε, και την προμήθευε με τα αναγκαία για το προς το ζην κάποιος άνδρας με το όνομα Παύλος, τον οποίον όρκισε ο Άγιος για να μην τον ομολογήσει σε κανένα. Και έτσι απέφευγε τη δόξα των ανθρώπων και συναναστρεφόταν μόνο με τον Θεό μέσα από τις προσευχές του.

Εν το μεταξύ, ο Αρχιεπίσκοπος Ευστάθιος έστειλεν ανθρώπους για να ζητήσουν τον Δημητριανό, και αφού δεν τον βρήκαν στη μονή του , τον αναζητούσαν στα περίχωρα και στα όρη. Κάποιος χωρικός από το χωριό που ήταν κοντά η παραθαλάσσια σπηλιά, είδε τον Παύλο που προμήθευε τον Δημητριανό με τροφή και το είπε στους απεσταλμένους του αρχιεπισκόπου. Αφού ανέβηκαν στο σπήλαιο, οι απεσταλμένοι έδειξαν στον Δημητριανό το ένταλμα του Ευσταθίου. Έτσι τον οδήγησαν στον Αρχιεπίσκοπο Ευστάθιο και τον ανέβασε στο Θρόνο των Χύτρων. Ανήλθε στον επισκοπικό θρόνο σε ηλικία 56 ετών, δηλαδή κατά το 890 ή 891, και παρέμεινε στην διαποίμανση του χριστεπώνυμου λαού των Χύτρων μέχρι του θανάτου του, 25 χρόνια αργότερα.
Ως επίσκοπος πια, ο Άγιος Δημητριανός απεδόθη σε αγαθοεργίας, σε βοήθειες προς τους φτωχούς, σε προστασία των χήρων και των ορφανών, και σε θεραπείες ασθενών.
Το μεγαλύτερο όμως κατόρθωμα του Αγίου Δημητριανού ήταν που πέτυχε να απελευθερώσει τους συμπατριώτες του από την αιχμαλωσία, όταν το 911 - 912 αιχμαλωτίστηκαν από τον Έλληνα εξωμότη ναύαρχο Δαμιανό που είχε καταγωγή την Ταρσό της Κιλικίας, και οδηγήθηκαν στον Αββασίδη Χαλίφη της Βαγδάτης. Αφού αιχμαλωτίστηκε το ποίμνιο του, το ακολούθησε και αυτός, αν και υπέργηρος που ήταν, στην Βαγδάτη και πέτυχε με τη μεσιτεία του στον Χαλίφη, αλλά και με τις ενέργειες του τότε Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως να τους οδηγήσει πίσω στην Κύπρο κατά το 913.
Μετά από δύο έτη, κατά το 915, ο Δημητριανός πέθανε στην ηλικία των 80 ή 81. Ο κατά πλάτος βίος του Αγίου Δημητριανού σώζεται στο Σιναϊτικό ελληνικό κώδικα με αριθμό 789 του 12 ου αιώνα.
Η μνήμη του Αγίου Δημητριανού εορτάζεται από την Εκκλησία στις 6 Νοεμβρίου. Στην επαρχία της Πάφου η μνήμη του Αγίου εορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα στο χωριό Άγιος Δημητριανός, αφού το χωριό πήρε το όνομά του από τον Άγιο, και ο Ναός της κοινότητας (που βλέπετε πιο κάτω), είναι αφιερωμένος σ΄αυτόν.

Saint Dimitrianos was born in a village called Sykai which was later renamed Syka. This village was near the present village of Palaikythro (which is now under Turkish occupation) in the Nicosia district. He was born during the reign of the Byzantine Emperor Theophilos, round 834 to 835. His father was a priest and his mother was a very pious woman. His parents brought him up with the holy gift of piety.
He was married off at the young age of 15, but his wife died after only three months of marriage. Dimitrianos then decided to follow the monastic life. And after going to the monastery of Saint Anthony, which was on the south side of the Pentadaktylos Mountains, near the town of Kythrea- which does not survive today - and after been accepted by the abbot and the monks, he was tonsured a monk.
There he served the Church in fasting and ascetic exercise and after having acquired the tears and the love of God and "the remembrance of sins", as his biographer states, he received the blessing of God to make miracles. The demons were driven off only just by the words of the saint, and disease where healed only just by the touch of his hands. The residents of the surrounding areas heard his reputation and came to him and were healed, after advising them not to sin, but to keep the commandments of Christ.
Having acquired this reputation, the Saint not wanting to "be surrounded by the spell of the evil eye" as his biographer states, departed to quiet places of the mountain and there he prayed by himself to God. When Efstathios, the Bishop of the city of Chytroi heard all about him, he called Dimitrianos to his Bishopric and made him a priest and the accountant of his Episcopal peripheral. Later when the abbot of the monastery of Saint Anthony died, Dimitrianos returned to the monastery and became the new abbot. He remained in the monastery was forty years.
Later, Bishop Efstathios became Archbishop of Cyprus and the throne of the Bishopric of Chytroi remained empty. Dimitrianos understood that he would be called from the Bishopric in order to take the throne as Bishop, and for this reason he departed from the monastery and went towards the northern part of the mountain and after finding a "small cave at the shores of the Sea which was a frightening and very difficult place to get to" near a village, he took habitation there, and was supplied with the necessary items for living by a man named Paul, whom the Saint made to promise not to confess him to anyone. And thus he avoided the glory of the people and was only in the company of God through prayer.

Meanwhile, Archbishop Efstathios had send people to find Dimitrianos, and since they did not find him in the monastery, they started looking for him at the surrounding mountains. One villager from the village which was near the seaside cave, saw Paul as he was suppling Dimitrianos with food and told the envoys of the Archbishop. Having climbed to the cave, the delegates showed Dimitrianos the written announcement made by Efstathios. So he was led to Archbishop Efstathios and was raised to the throne of Chytroi. He took on the Bishop's throne at the age of 56 years, ie in 890 or 891, and remained in the Bishopric of Chytroi serving his flock until his death, 25 years later.
As a Bishop now, Saint Dimitrianos served on charity, aiding the poor, protecting widows and orphans, and healing the sick .
The biggest achievement of Saint Dimitrianos was made when he accomplished to liberate his countrymen from captivity, after being captured in 911- 912 by the Greek runagate admiral Damianos who was fromTarsus of Cilicia, and who were taken to the Abbasid Caliph of Baghdad. With his flock beeing captured, Demetrianos followed them to Baghdad, even though he was very old, and succeeded with his brokering to the Caliph, and through the actions of the then Patriarch of Constantinople to lead them back to Cyprus in 913.
Two years after returning to Cyprus from Baghdad, in 915, Dimitrianos died at the age of 80 or 81. The life of Saint Dimitrianos survives in an extended version in the Sinaitic Greek code by the number 789 of the 12th century.
The memory of Saint Dimitrianos is celebrated by the Orthodox Church on the 6th of November. In the province of Paphos, the memory of the Saint is celebrated with special splendor at the village of Saint Dimitrianos, since the village got its name from the Saint and the church of the community (which you can see above), is dedicated to him.

Πηγή : Άγιοι Ασκητές και Σπήλαια της Κύπρου του Βλάσιου Μοναχού.

Sunday, November 1, 2009

Η εκδήλωση της ανδρείας του Διγενή και του Κωνσταντά κατά την παράδοση των Παφίων και των Καρπασιτών

Στα ακριτικά άσματα της Κύπρου εξέχουσα θέση έχουν, όσα εξυμνούν την υπεράνθρωπην ανδρεία του Κωνσταντά και του Διγενή. Δεν αναφέρεται σε κανένα όμως από αυτά από που πήραν την τόση ανδρεία και γενναιότητα και πώς έτυχε να γνωρίσουν την ρώμην και αλκήν, την οποίαν είχαν. Αυτό το αναφέρουν δυο παραδόσεις οι οποίες ευτυχώς διασώθηκαν και προέρχονται από τα δυο άκρα της Κύπρου. Από την Καρπασία στα ανατολικά, και από την Πάφο στα δυτικά. Η μία από αυτές προέρχεται από το χωριό Κώμη του Γιαλού της Καρπασίας, την οποία υπηγόρευσε ο αναλφάβητος κηπουρός Τριαντάφυλλος Γιαννή, ηλικίας τριάντα ετών την 28η Απριλίου του 1921, ενώ η άλλη προέρχετε από το χωριό Αρόδες της Πάφου, και την υπηγορεύσεν ο αναλφάβητος Ττοουλής Βουαλλής, τσαγκάρης στο επάγγελμα, ηλικίας σαρανταπέντε ετών, στις 22 Οκτωβρίου του 1923. Κατεγράφησαν όπως τις υπηγόρευσαν και τις δυο στην Κυπριακή διάλεκτο.

Η παράδοση κατά Παφίους

Ο Διενής τζι ο Κωνσταντάς ήταν αέρκια. Τον τζαιρόν που επααίναν εις το σκολείον ήταν έτσου κατακομμένοι με κάτι κατακομμένα ρούχα τζι ελέαν τους τα κοπελλούδκια τα άλλα πως εν λυτσιαρίδκια τζι εδέρναν τους τζι εκλαίασιν τα κακορίζικα, τζι επαρακαλούσαν ούλλην την νύχταν τον Θεόν να τους κάμη μιαν ευκολίαν, να γλυτώσσουν που τα σσιέρκα των άλλων κοπελλουδκιών, να τους δώκει μιαν χάριν. Που τες πολλές βολές, άκουσεν τους ο Θεός, τζι έστειλεν άντζελον τζι εκατέην τζι αρώτησέν τους είντα που θέλουν που τον Θεόν τζιαί κάμνουν τόσην δέησιν. Τζιαί τζείνοι εν εζητήσασιν που τον Θεόν με ρηάλλια, με πλούτη, μόνον εζητήσαν που τον Θεόν δύναμιν. Επήεν ο άντζελος τζι είπεν του το του Θεού, ότι εν εζητούσιν τίποτε , μόνον δύναμιν. Ο Θεός έστειλεν τον άντζελον τζι έδωκέν τους δύναμιν. Άμα τους έδωκεν δύναμιν, έδωκεν τους τόσην πολλήν που εν τους εσήκωννεν η γη. Κατόπιν εκλαύτησαν εις τον Θεόν τζι εκατέην πάλε ο άντζελος τζι έδωκεν τους δύναμιν τόσην, όσον τζι έσωννέν τους η γή. Όταν τους έδωκεν τζείνην την δύναμιν, σαν επααίνναν εις το σκολείον, τα κοπελλούδκια ενομίζαν πως ήταν τα λυτσιαρίδκια, τζι εγυρέβκαν να τα δέρουν. Τα λυτσιαρίδκια, όπου εντζίζαν επεθανίσκαν τα άλλα κοπελλούδκια. Εδιούσαν τους τον πάτσον τζι εν ελαλούσαν μανά. Που τότες εφάνην η δύναμις τους. Εβκέησαν όξω του χωρκού τζιαί εβοράσαν που έναν άππαρον τζι εκαβαλλιτζέψαν που το Κτήμαν να παν την Πόλιν. Τα δικανίτζια τους, τούτα που εβαστούσαν ήταν νεβκές. Στον δρόμον που επααίννασιν, ο Θεός για να δη την καρκιάν τους, εγίνηκεν γέρος. Άμα εφτάσαν κοντά του, ο Διενής τζι ο Κωνσταντάς εσσαιρετίσαν τον. Λαλεί τους ο γέρος «Πεζάτε, τζιαί τανείτε μου να φορτωθώ το ισακκούϊν μου». Ο Διενής έφτασεν τζι εμπροδκιάην τζι έμεινεν ταπισών ο Κωνσταντάς. Ο Διενής λαλεί του: «Πέζα ολάν τζιαί τάνα του παππού μας να φορτωθή το ισακκούϊν». Εφανίστην του Κωνσταντά να μεν πεζέψη. Έμπηξεν το δικανίτζιν να φορτώση το ισακκούϊν του γέρου. Στο μπήμαν έσπασεν το δικανίτζιν, τζι εθύμωσεν ο Διενής τζι επέζεψεν. Έπκιασεν το ισάτζιν ήτσου, εσήκωσεν το πάνω, τζι εγύρεψεν να το φορτώση του γέρου. Ο γέρος εν εκαΐλισεν τζιαί λαλεί του : «Άηστο γυιέ μου τζι έσσιε την ευτζιήν μου, τζι εσήκωσες τον ήμισον κόσμον». Μέσα στο ισακκούϊν ο Θεός είσιεν τον ήμισον κόσμον.

Η παράδοση κατά Καρπασίτας

Μια βολάν είσσιεν έναν παιΐν τζιαί ήταν πολλά φτωχόν τζιαί κκέλικον. Ήταν αρφανός τζι που μάναν τζι που τζύριν. Λοιπόν το παιϊν επήαιννεν βοηχός όξω με τους βοσκούς τζιαί του ελαλούσαν : «Λάμνε, βρέ πέντα τες κουέλλες που τζεί». Τούτον, που τον επροστάζαν, εκάμναν του το κάθ' ημέρα. Λοιπόν, επαραπονιέτουν πως τον είχαν δύσκολα οι βοσσιοί. Μιαν ημέραν έκατσεν πάνω εις μιαν πέτραν μεάλην τζι αναστέναζεν εις τον Θεόν για όσα ετράβαν με τους βοσκούς. Έτσι σαν αναστέναζεν, εκατάλαβεν ότι ετάραξεν η πέτρα η μεάλη που τον τόπον της. Λοιπόν, που την ώραν τζείνην εδυνάμωσεν το κορμίν του, τζι εφανίστην του να διτζιμάση αν εδυνάμωσεν που τ' αλήθκεια το κορμίν του, τζι έπκιασεν μιαν άλλην πέτραν με το σιέριν του, που είσσιεν πάνω- κάτω δκιακόσιες οκκάες βάρος. Τούτη η πέτρα εφάνηκεν του τόσον ελαφρυά, που ήτουν σαν να είσσιεν δκιακόσια δράμια βάρος. Γύριση μέρα, είπαν του οι βοσσιοί πάλε «Κόψε βρε τες κουέλλες πο' τζει, βρε παλαιόκκελε». Τότες ο παλαιόκκελος αντιστάθηκεν του βοσκού, τζι ο βοσκός τότες εθύμωσεν τζι εμούνταρεν πάνω στον κακορίζικον τον κκέλην με τον σκοπόν να τον δέρη. Εγύρισεν τότε το σσιέριν του ο κκέλης τζι έδωσεν του έναν πάτσον, τζι εστρέβλιασεν η μουτσούνα του πίσω του τζι εξέρναν γαίμαν. Τότες οι άλλοι βοσσιοί, άμα είδαν τον σύντροφον τους, που τον έκαμεν ο κκέλης τέθκοιον χάλιν, εβουρίσαν τζιαί τούτοι θυμωμένοι να του δείξουν είντα λοής ένι τα παλλικάρκα, τζιαί τους έκαμεν τζιαί τζείνους σσιειρόττερα παρά του πρώτου. Τζι εκαταλάβασιν πως ήταν που τον Θεόν η χάρι, που είσσιεν ο παλαιόκκελος τζιαί τότες εσύραν πίσω.
Ο Κκέλης λοιπόν αφού εκατάλαβεν την δύναμιν του τζιαί την χάριν του, έπκιασεν τζι έναν αππάριν τζι εδκιατζινέβκετουν εις τον κόσμον, τζι όπου αν ακούση ότι είσσιεν έναν παλλικάριν επήαιννεν να το δη. Ηύρεν έναν παλλικάριν που το ελαλούσαν Γιάννην. Τζι είσσιεν αυτός ο Γιάννης μιαν γυναίκα που ήταν πολλά ώμορφη. Λοιπόν, ο Κκέλης εμούνταρεν πάνω του τζιαί του την επήρεν. Εφανίστην του Γιάννη να ποταβριστή πάνω στον κκέλη. «Βρε», λαλεί του «Πκοιός είσε εσύ τζι ήρτες να μου πάρης την γυναίκαν μου;» Λαλεί του, «Είμαι ο Διενής ο Κκέλης που ακούεις». Ο Γιάννης ετσίππωσεν πάνω στον Διενήν για να τον κατακόψη. Εγύρισεν τότες το σσιέριν του ο Κκέλης τζιαί σφίγγει του έναν πάτσον του Γιάννη τζιαί τον εμεσοσκότωσεν. Ο Γιάννης έμεινεν τζει 'αμμαί τζι έχασκεν, τζι ο Διενής έπκιασεν την γεναίκαν του τζι έφυεν.
Υστερα που γρόνια, άμα ο Διενής εκατάλαβεν ότι εν να ξηψυσσίση, αρώτησεν την κάλην του :
-Εγιώ μέλλω να πεθάνω τζι όταν πεθάνω, πκοιόν μέλλεις να πάρεις;
- Διενή μου, τον Γιάννη μου είχα άντραν, τον Γιάννη μου πάλε εν να πάρω.
- Καλόν, γρυσή μου, έλα κοντά μου να ποσσιαιρετιστούμε τζι όταν πάω εγιώ, όπκοιον θέλεις πάρε.
Επήεν τζι η κάλη του να ποσσιαιρετιστούσιν τζι έβαλεν την μέσ' τ΄αγκάλια του, πως εν να φιληθούσιν τζι έσφιξέν την τζιαί μαζίν εξηψυσίσαν.

Πηγή: Κυπριακα Γράμματα 1938. Τα έργα τέχνης είναι του χαράκτη Χαμπή.

Το τραούδιν της Αρετής : Ακριτικό Κύπριον Άσμα


Μια γυναίκα έκαμεν εννιά γυιούς στον κόσμον,
ύστερον εν που έκαμεν μιαν κόρην θυατέραν
στα σκοτεινά την έλουννεν τζιαί πάντα ήταν μέρα.
Προξένια εν που έπεψεν ο βασιλιάς που πέρα.
- Δεν δκιώ την Αρετήν, γυιέ μου, να πάει εις τα ξένα,
γιατί, αν μο' ρτη πλήξι τζιαί χολή, πκοιός έννα μου την στρέψη;
Επολοήθην Κωνσταντάς, το πρώτον της αέρφι.
- Μάνα, αν σο' ρτη πλήξι τζιαί χολή, εγιώ να σου την φέρω.
Ο γρόνος ήρτεν δίσεκτος, τζι οι εννιά γυιοί επεθάναν,
τζιαί τίποτ' εν της έμεινεν, μόνον η Αρετούσα
τζι η Αρετούσα βρίσκετον στα μακριά, στα ξένα,
στα ξένα τζιαί στην ξενιδκειάν, εις τα ξενιτεμένα.
Τζιαί μονοπάτι έκεμεν στον Άδην να πααίννη,
του Κωνσταντά εφώναζεν, να πα να της την φέρη.
- Αχ, γυιέ μου, δεν σου τό 'λεγα να μεν πάη στα ξένα,
στα ξένα τζιαί στην ξενιδκειάν, εις τα ξενιτεμένα,
τζι αν μο' ρτη πλήξι τζιαί χολή πκοιός έννα μου την φέρη!
Ο Άδης εβαρήθην την, το χώμαν έδκιωξέν την,
τζι ένα κομμάτιν μάρμαρον εγίνην φτερνιστήριν,
τζι έναν κομμάτιν χόγλακος ένινεν χαλινάριν,
τζι μια φούκτα χωματζιά εγίνητζεν αππάριν
τζι έναν μονόσσιερον πηλός, εγίνην παλικάριν.
Ππηά τζι εκαβαλλίτζεψεν στην Αρετήν τζιαί πάει
όσον να πη «έσιετε γειάν», επήεν σσίλια μίλια,
όσον να πη «με το καλόν», άλλα ΄κατόν πενήντα.
Τα κλάματ΄ήτον περισσά τζείνα που λαλούσαν-
επήεν τζιαί ο Κωνσταντάς τζει εις την Αρετούσαν.
Πκοιός τ΄ώρπιζε στον ουρανόν τούτα να τα λαλούσαν-
τώρα λαλεί ο Κωνσταντάς τζιαί εις την Αρετούσαν :
- Άτε να πάμεν, Αρετή, τζι μάνα σου σε θέλει.
- Τζι ίντα με θέλει μάνα μου, ίντα' ν το μήνυμαν της;
- Άτε να πάμεν Αρετή, τζι η μάνα σου σε θέλει.
Τον άππαρον εκρόκατσεν, πίσω του την πετάσσει.
Όσον να πη «έσιετε γειάν», επήεν σσίλια μίλια
όσον να πη «με το καλόν», άλλα ΄κατόν πενήντα,
όσον να πάσιν προς στα τζει, άλλα εξήντα μίλια.
Τζι επολοήθην Αρετή του Κωνσταντά τζιαί λάει :
- Φαίνεσταί μου, αρφούλλη μου, τζιαί θαναθκιές μυρίζεις!
Τζιαί δκιαλαλά της Κωνσταντάς τζιαί λέει τζιαί λαλεί της :
- Απ΄έναν τόπον δκιάβηκα, πόλεμον εν που κάμναν,
πο τζείθθε εν που έρεξα, τζιαί θαναθκιές μυρίζω.
Τζιαί πέζα , πέζα, Αρετή, βάλε ψουμίν να φάμεν,
να βοσσιηθή τζι ο άππαρος, στην μάνα μας να πάμεν.
Άγ-για κόρη Αρετή, τώρα να με φτερίσεις.
- Φαίνεσταί μου, ά Κωσταντά, λιβάνιν ' ν που μυρίζεις!
- Που το παζάριν δκιάβηκα τζιαί τζει ελιβανίζαν,
τζι ελιβανίσαν με τζι εμέν, τζιαί λιβανιές μυρίζω.
Γρυσόν πουλλίν εν που' κατσεν εις της ελιάς τον κλώνον,
δεν εκελάδειν να λαλή, σαν κελαδούσιν ούλλα,
μον΄εκελάδαν τζι έλεεν μ΄αγγελικήν φωνούλλαν :
- Κρίμαν σε, τέδκοιαν λυερήν, κρίμαν σε, τέδκοιαν κόρην,
να παρπατής με τους νεκρούς την νύκταν μέσ ' τα όρη!
Τότ' εφοήθην λυερή τζι επήρεν την το κλάμαν,
το κλάμαν τζιαί το κούντζυσμαν, τζιαί μούλλωσιν δεν είσιεν.
Τζι επολοήθην Κωσταντάς της λυερής τζιαί λέει :
- Ίντα' παθες ά λυερή, τζιαί πήρεν σε το κλάμαν,
το κλάμαν τζιαί το κούντζυσμαν, τζιαί μούλλωσιν δεν είσιεις;
Γρυσόν πουλλίν εν που' κατσεν εις της ελιάς τον κλώνον,

δεν εκελάδειν να λαλή, σαν κελαδούσιν ούλλα,
μον΄εκελάδαν τζι έλεεν μ΄αγγελικήν φωνούλλαν :
- Κρίμαν σε, τέδκοιαν λυερήν, κρίμαν σε, τέδκοιαν κόρην,
να παρπατής με τους νεκρούς την νύκταν μέσ ' τα όρη!
-Μούλλωσε, μούλλωσ΄, Αρετή, τζιαί μεν το πάρης πλήξιν,
του τόπου τούτου τα πουλλιά έτσ' εν που κελαδούσιν.
Θωρείς το τούτον το στράτιν, τούτον το μοναπάτιν;
Η ρύμη τούτη βκάλλει σε στης μάνας σου το σπίτιν.
- Τζιαί που πάεις, αρφούλλη μου, τζι εμέναν που μ΄αφίννεις;
-Χρωστώ τζερκά τ΄άη Γιωρκού, να πα ' να του τα άψω.
Η Αρετή της μάνας της πήεν τζιαί φάτζησέν της.
- Αν εν δκιαβάτης, ας δκιαβή, περάτης, ας περάση,
αν εν ο Μεγαλόχαρος, δεν έχω να του δώκω
η Αρετή μου έμεινεν, τζιαί τζείνη εν στα ξένα,
στα ξένα τζι εις στην ξενιδκειάν, τζι εις τα ξενιτεμένα.
- Άννοιξε, μάνα μ΄άννοιξε τζι είμαι η Αρετούσα.
Τζιαί πκοιόν καράβιν σ΄έφερεν τζιαί πκοιός καραβοτζύρης;
- Ο αερφός μ΄ο Κωνσταντάς ένι η συντροφκιά μου,
τζι η Παναγία Δέσποινα εν η βοήθειά μου.
Τ΄αερφού σου του Κωνσταντά τζιαί τες εννιά του κάμνω.
Η μάνα ξηρωμάνιζεν τζι κόρη ψυχομάχαν,
αγκάλια, αγκάλια σμίχτησαν οι δκυό τους τζι επεθάναν.

Wednesday, October 28, 2009

Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο χωριό Φύτη - The church of Saint Demetrios in the village of Phyti

Στην κεντρική πλατεία του χωριού Φύτη στην Πάφο βρίσκεται κτισμένη η εκκλησία που είναι αφιερωμένη στην μνήμη του Αγίου Δημητρίου και είναι κτίσμα του 19 ου αιώνα. Στην βόρεια είσοδο του ναού πάνω σε πέτρα αναγράφεται η χρονολογία 1857. Επίσης στα παράθυρα είναι γραμμένη η χρονολογία 1864.

Το κωδωνοστάσιο του ναού, είναι διπλάσιο σε ύψος από την εκκλησία με δύο καμπάνες, είναι πετρόκτιστο με καλοδουλεμένες πέτρες. Το κτίσμα του κωδωνοστασίου είναι νεότερο και διαφορετικό από την εκκλησία, όπου οι πέτρες κτίζονταν όπως ήταν στην φυσική τους κατάσταση.

Στο εσωτερικό η εκκλησία είναι πάρα πολύ ωραία. Το εικονοστάσιο έγινε το 1857, είναι σκαλιστό και το κοσμούν εικόνες του 1800-1900 μ.Χ. Η πρόσοψη του γυναικωνίτη που έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο φέρει τοιχογραφίες με τους 12 αποστόλους που έγιναν την τελευταία δεκαετία. Άξιο λόγου είναι η «Αποκαθήλωση» του Χριστού, αρκετά παλιό έργο χρυσοκέντητο και μεταξωτό.
Ο Ναός του Αγίου Δημητρίου στη Φύτη πανηγυρίζει στις 26η Οκτωβρίου.

In the square of the village of Phyti in Paphos there is the church dedicated to the memory of Saint Demetrios and which was build the 19th century. In the northern entrance of the church, there is a stone bearing the date 1857. Also on the windows the date 1864 is written.

The belfry of the church, is double in height from the church, it has two bells, and is made from well carved stones. The building of the bell tower is newer and different from the church, where the stones were built as they were in their natural state.

In the interior the church is very nice. The iconostasis was made in 1857, is carved and decorated with pictures of 1800-1900 AD. The face of women's section which was built at a later date has paintings of the 12 apostles made in the last decade. Worth mentioning is the "pieta" of Christ, which is very old work made from embroidered silk.
The church of Saint Demetrios in Phyti celebrates on October 26.

Πηγή Εδώ

Tuesday, October 27, 2009

Μια βέρα για την Ελλάδα - A wedding ring for Greece

Η Κύπρος βρισκόταν από αρχαιοτάτων χρόνων πάντοτε δίπλα από την Ελλάδα, στέλνοντας χρήματα, υλικό και εθελοντές όποτε οι Έλληνες βρίσκονταν σε δεινή θέση. Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, μαζεύτηκε ποσό £350.000 από χρυσαφικά που έδιναν οι Κύπριες. Έξω από τις εκκλησίες είχαν στρωθεί σεντόνια όπου οι γυναίκες τοποθετούσαν τα χρυσά κοσμήματα τους για τη δοκιμαζόμενη από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο Ελλάδα. Χρυσές λίρες που είχαν στο λαιμό, σκουλαρίκια και βραχιόλια όλα εδίδοντο απλόχερα. Οι παντρεμένες γυναίκες κατέθεταν και τη χρυσή βέρα τους, και τους επαραχωρείτο χάλκινη βέρα, για να δείχνουν ότι είναι παντρεμένες. Επίσης έγινε μια ασυνήθιστη αποστολή ειδών: μέσα σε κιβώτα μαζεύτηκαν προίκες κοριτσιών, σεντόνια, μαξιλάρια με θαυμάσιες δανδέλες, ιχράμια, κουβέρτες, πυτζάμες, κάλτσες, πλεχτά και άλλα, ραντισμένα με ροδοπέταλα και φύλλα άλλων λουλουδιών. Στη Πάφο 14 χιλιάδες βέρες δωρήθηκαν στο ελληνικό προξενείο. Σε πολλά χωριά οι εκκλησίες έδωσαν τα ιερά τους σκεύη. Στα Kούκλια, τα Εξαπτέρυγα τους, με την δήλωση του Ιερέα ότι "όταν η πατρίδα κινδυνεύει δεν χρειαζόμαστε Εξαπτέρυγα, μπορούμε και χωρίς αυτά να κάνουμε Λειτουργία''. Στη Καλλέπια έδωσαν τα ασημένια καντήλια τους, στη Τάλα το Ιερό τους δισκοπότηρο κ.λ.π. Αν και η Πάφος ήταν πάντα η πιό φτωχή επαρχία της Κύπρου, εντούτοις £50,000 εισπράχτηκαν για τον Αγώνα, £8,000 για τον ελληνικό ερυθρό σταυρό, £5,000 για την ελληνική αεροπορία, και £6,000 για μια καινούρια "ΕΛΛΗ''. Η επαρχία της Κυρήνειας από μόνη της με έρανο μάζεψε χρήματα με τα οποία αγοράστηκε πολεμικό αεροπλάνο για την Ελλάδα που ονομάστικε "ΚΥΡΗΝΕΙΑ". Αν και δεν τους επέτρεπαν οι Άγγλοι να καταταγούν στον ελληνικό στρατό, υπολογίζεται ότι 4.000 Κύπριοι πήραν μέρος στην ελληνοϊταλική σύρραξη υπερασπίζοντας την Ελλάδα. Άλλες 30.000 Κυπρίων πολέμησαν σε διάφορα άλλα μέτωπα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτή είναι η κορωνίδα της κυπριακής ψυχής.

From ancient times, Cyprus has always stood next to Greece, by sending money, material goods and volunteers whenever the Greeks found themselves in bad situations. During the Greek-Italian War of 1940, the amount of £350.000 pounds was collected after Cypriot women donated their gold jewelry. Sheets were laid outside the churches where the women placed their golden jewels to been send to Greece which was in great need because of the Second World War. They donated gold coins that they used to hung around their neck, earrings and bracelets,were all given away generously. Married women gave away their gold wedding rings, and cooper ones were given to them in exchange, in order that they could still show that they were married. They also made a very unusual collection in material goods: they collected in big boxes the dowries of girls, sheets, cushions with beautiful lace work, winter sheets, blankets, pajamas, socks, woollies and other materials, scattered with rose petals and leafs from other flowers. In the province of Paphos 14 thousand wedding rings were given to the Greek consulate. In a lot of villages, the churches gave way their holy church articles. In the village of Kouklia they gave away their golden cherubs (exapteriga) with the statement of the priest that "when the motherland is in danger we do not need cherubs, we can also make the liturgy without them''. In the village of Kallepia, they gave away the silver votive lamps (kandilia) of their church, in the village of Tala their Holy Communion Cup e.c.t. Even though Paphos has always been the poorest province of Cyprus, nevertheless £50,000 pounds were collected for the Greek cause, £8, 000 for Greek Red Cross, £5, 000 for the Greek Aviation, and £6, 000 for a new ship to be called "ELLI'' after the one that was sunk by the Italians. The province of Kyrenia alone collected enough money with which a new war plane was bought for Greece which was named "KYRENIA". Even though the British did not allow Cypriot men to enlist in the Greek Army, it is estimated that 4.000 Cypriots took part in the Greek-Italian war defending Greece. Another 30.000 thousand Cypriots fought in various other forefronts during the Second World War. This is the greatness of the Cypriot soul.