ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2007

SAINT SERGIUS AND BACCHUS - ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΣΕΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΒΑΚΧΟΣ


TEXT OF THEIR MARTYLROLOGY

Meanwhile the blessed Sergius, deeply distressed and heartsick over the loss of Bacchus, wept and cried out, "No longer, brother and fellow soldier, will we chant together, 'Behold, how good an pleasant it is for brethren to dwell together in unity!' You have been unyoked from me and gone up to heaven, leaving me alone on earth, bereft, without comfort." After he uttered these things, the same night the blessed Bacchus suddenly appeared to him with a face as radiant as an angel's, wearing an officer's uniform, and spoke to him. "Why do you grieve and mourn, brother? If I have been taken up from you in body, I am still with you in the bond of union, chanting and reciting, "I will run the way of thy commandments, when thou hast enlarged my heart.' Hurry up then, yourself, brother, through beautiful and perfect confession to pursue and obtain me, when finishing the course. For the crown of justice for me is with you." Sergius was a very famous saint in Syria and Christian Arabia. The city of Resafa, which became a bishop's see, took the name of Sergiopolis, and preserved his relics in a fortified basilica. The church was adorned and the place further strengthened by Justinian.
Many churches all around the world were built under there name: in Syria many of old Cathedrals, in Lebanon about 17 churches,many churches in Greece and in Turkey, Trieste in Italy has st. Sergius as a patron of the city with st. Giusto, Angers in France.

-------------------------------------------------------------------------------------------------


Μπορείτε επίσης άν κάποια στιγμή θέλετε, να διαβάσετε το διήγημα του M.Καραγάτση «Σέργιος και Βάκχος» σε δύο τόμους,το οποίο αναφέρεται στην ζωή πρίν και μετά τον θάνατο των δύο Αγίων.
Απόσπασμα από το έργο του «Σέργιος και Βάκχος»:
Εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν στον Αύγουσταιώνα, τη μεγάλη κεντρική πλατεία, το θαύμα των θαυμάτων! Στάθηκαν και κοίταξαν. Αριστερά τους ορθωνόταν η Αγία Σοφιά- αυτό το άλλο θαύμα- με τις λιτές γραμμές και τον πλατύ χαμηλό τρούλο. Πίσω τους αυτοσχεδιάζονταν, μεσ’ τη μελιχρή αμφιλύκη, οι οικοδομές των Πατριαρχείων, περιπλεγμένες στη βλάστηση των κήπων. Λίγο δεξιότερα βρισκόταν το Σενάτον-όπου συνεδρίαζε η Σύγκλητος-χτίριο επιβλητικό, σε ρυθμό αρχαίο ελληνικό, όλο άσπρο μάρμαρο. Πιο δεξιά ακόμα ήταν η μεγαλόπρεπη πύλη που οδηγούσε στο τεράστιο συγκρότημα του Ιερού Παλατιού. Γυρνώντας ακόμα δεξιότερα, αντίκρισαν τον Ιππόδρομο με τις μαρμάρινες κερκίδες και τις τρεις κολόνες κατά μήκος του στίβου, που ορθώνονταν προς τον ουρανό με άφατο , μεγαλείο. Γύρω τριγύρω, στα διάκενα που άφηναν τούτα τα χτίσματα, ξαπλώνονταν στοές μακρυές, ψηλές, ευρύχωρες, φωτισμένες με λυχνίες κρεμαστές. Χιλιάδες κόσμος συνωστιζόταν, περιδιάβαζε, συζητούσε, σκότωνε την ώρα του μέσα σ’ ένα πλαίσιο ομορφιάς τόσο ανείπωτο, που φχαριστιόταν η ψυχή του ανθρώπου.
-Κουράστηκα, είπε ο Βάκχος και κάθισε πάνω σε μια στήλη ολόχρυση, ψηλή ως ένα μέτρο, που ήταν στημένη στη μέση ακριβώς του Αυγουσταιώνα.
Σέργιος: Ευτυχώς που είσαι αόρατος, ειδ’ αλλιώς θα είχες φασαρίες. Να καθήσης πάνω στο Μιλιάριον!
Βάκχος: Τι είναι πάλι τούτο το… Πως το ‘ πες;
Σέργιος: Το Μιλιάριον; Από τούτη δω την κολονίτσα ξεκινούν όλοι οι δρόμοι που διασχίζουν την Αυτοκρατορία. Από δω αρχίζει το μέτρημα του μάκρους τους. Ή αν προτιμάς, εδώ καταλήγουν όλοι οι δρόμοι της Αυτοκρατορίας, που αρχινάν απ’ τον Ατλαντικό, το Δούναβη, τους κάμπους της Σκυθίας, τις πλαγιές του Καύκασου, τους άμμους της Αραπιάς και τις πηγές του Νείλου. Εδώ είναι ο αφαλός της Αυτοκρατορίας.
Βάκχος: Θεέ μου! Τι μεγάλο που είναι το Κράτος μας!
Σέργιος: Και πολύ μεγάλο, και πολύ μικρό. Τίποτα δε σημαίνουν τα σύνορα που είπα όταν, κάθε τόσο, οι εχτροί μπορούν να τα διαβούν και να φτάσουν ως τα τείχη της πρωτεύουσας. Είναι στιγμές που ολόκληρη η Αυτοκρατορία περιορίζεται σε τούτη εδώ την πόλη. Κλυδωνίζεται η Αυτοκρατορία…
Βάκχος: Μα δεν βυθίζεται!
Σέργιος: Ως πότε; Οι Έλληνες, που τη σιγοπαίρνουν στα χέρια τους, θα κάνουν όλα τα σφάλματα και όλα τα θαύματα! Θα την φέρνουν στο χείλος του γκρεμού και τη στερνή στιγμή, θα τη γλιτώνουν. Κάποτε όμως, ίσως να μην προφτάσουν…
Βάκχος: Εμείς οι Άγιοι, θα τους βοηθήσουμε!
Σέργιος: Όσον καιρό ο Θεός θα μας το επιτρέπη… Κι ίσως θα είναι λάθος.
Βάκχος: Τι θέλεις να πης;
Σέργιος: Πως οι Ρωμαίοι κακοσυνήθισαν στη βοήθειά μας! Εναποθέτουν σ’ εμάς όλες τις φροντίδες τους και ξεχνούν το «συν Αθηνά και χείρα κίνει».
Με σιγανή περπατησιά πήραν τη μέση οδό, που διάσχιζε την πολιτεία από ανατολή και δύση. Ήταν ολόισια ως τα τείχη-κάπου έξι χιλιόμετρα. Το πρώτο κομμάτι της, ανάμεσα Αυγουσταιώνα και Φόρο Κωνσταντίνου, ήταν όλο μαγαζιά κι εργαστήρια χρυσικών, καθώς και καταστήματα σαράφηδων, γι’ αυτό ονομαζόταν Αργυροπράτεια. Ήταν αφάνταστος ο πλούτος που συσσωρευόταν σε τούτο τον ελάχιστο χώρο! Κέντρο όλου του πολιτισμένου κόσμου, η Πόλη κρατούσε τα κλειδιά σύμπασας της οικονομικής ζωής. Το χρυσάφι συνέρεε από παντού και συγκεντρωνόταν στην Αργυροπράτεια. Εδώ ήταν η μεγάλη του αγορά, όπου ο νόμος προσφοράς και ζήτησης κανόνιζε την αξία του στα πέρατα της Οικουμένης. Εδώ γίνονταν οι χοντρές αγοραπωλησίες, έκλειναν οι συμφωνίες για εμπορεύματα και ναύλους μεγάλης αξίας, πληρώνονταν τα κάπαρα και διακανονίζονταν τα τελικά τιμολόγια. Εδώ οι αεριτζήδες του παρά έπαιζαν αέρα- με τα «πάνω» και τα «κάτω»- κερδίζοντας και χάνοντας περιουσίες μ’ ένα λόγο. Εδώ οι χρυσικοί, σκυμμένοι στα τραπέζια τους, δούλευαν τα πολύτιμα μέταλλα με μεγάλη επιδειξιότητα, φτιάχνοντας βραχιόλια, σκουλαρίκια, γιορντάνια και δαχτυλίδια, όπου οι καλλιτεχνικές ανάγλυφες παραστάσεις περιπλέκονταν αρμονικά με τα πολύτιμα πετράδια.
Βάκχος: (κουνώντας το κεφάλι με λύπηση): Ναός του Μολωχ! Οι άνθρωποι ξακολουθούν να θυσιάζουν στο Χρυσό Μοσχάρι! Το κήρυγμα του Ιησού δεν μπόρεσε να βγάλη από μέσα μας τον πυρετό του χρυδαφιού. Αιτία πάθους αβυσσαλέου, και πολεμών και σφαγών και πάσης δυστυχίας το καταραμένο τούτο μέταλλο!
Ο Σέργιος του έδειξε την προθήκη ενός χρυσικού:
Σέργιος: Κοίτα τούτο το γιορντάνι! Τι λεπτεπίλεπτη δουλειά! Τι θαυμάσια τέχνη! Δοξάζει κανείς τον Κύριο που δίδαξε στον άνθρωπο να κάνη τέτοια αριστουργήματα! Φαντάσου το στο λαιμό μιας όμορφης κοπέλας…
Βάκχος: Για το Θεό, Σέργιε. Μη με βάζης σε πειρασμό!
Σέργιος: Δεν μπορείς να ξεχωρίσης την ομορφιά του ανθρώπινου κορμιού από τα χυδαία γενετήσια ένστικτα; Μια όμορφη καλοστολισμένη γυναίκα είναι ευχάριστο πράμα να τη βλέπεις και τίποτα άλλο.
Βάκχος: Οι γυναίκες δεν στολίζονται για να τέρπουν την όραση των ανδρών…
Σέργιος: Άλλο τι κάνουν εκείνες κι άλλο τι κάνουν οι καθώς πρέπει άντρες… Το χρυσάφι, Βάκχο… Το χρυσάφι είναι απαραίτητο στοιχείο του πολιτισμού. Μπορώ να πω και σύμβολό του.
Βάκχος: Και το πνεύμα, Σέργιε; Το πνεύμα;
Σέργιος: Το πνεύμα είναι το παν. Μέσα όμως σ’ ένα κόσμο φτωχό και πανάθλιο, το πνεύμα δεν μπορεί ούτε να γεννηθεί, ούτε χαρά να χαρίσει. Εξόν που το πνεύμα δεν είναι μονάχα λόγος, αλλά και έργο…
Μιλώντας έτσι, έφτασαν στο Φόρο του Κωνσταντίνου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου