ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2007

ΑΡΟΔΑΦΝΟΥΣΑ : ΕΝΑ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ - ARODAPHNOUSA : A MEDIEVAL SONG FROM CYPRUS

Κάπου στραφτεί κάπου βροντά,
κάπου χαλάζιν ρίβκει,
κάπου Θεός εθέλησεν μιαν χώραν ν’ αναύρη.
Μήτε στραφτεί μήτε βροντά,
μήτε χαλάζιν ρίβκει,
μήτε Θεός εθέλησεν μιαν χώραν ν’ αναύρη,
μονόντας εν η ρήαινα τες σκλάβες της τζιαί δέρνει,
τζιαί δέρνει τζιαί σκοτώνει τες,
για να της μολοήσουν,
πκοιάν αγαπά ο ρήας της τζιαί πκοιάν εν π’ αγκαλίζει.
Τζιαί πκοιάν βαλεί στ’ αγκάλια του την νύκταν τζιαί τζοιμίζει.
Τζιαί πολοάται η σκλάβα της, της ρήαινας τζιαί λέει:
- Αν σου το πω τζυράκκα μου, έσσιεις με σκοτωμένην,
τζ’ αν σου το φήκω στο κρυφόν, είμαι θανατισμένη.
Τζιαί πολοάται η ρήαινα της σκλάβας της τζιαί λέει:
- Μα το σπαθίν που ζώννουμαι, που πα ομπρός τζιαί πίσω,
τζείνον να ένει ο χάρος μου, σκλάβα μου αν σου τζίσω.
Τζιαί πολοάται η σκλάβα της, της ρήαινας τζιαί λέει:
- Πάνω στην πάνω γειτονιάν έσσιει τρεις αερφάες,
την μιαν λαλούν την η Ροδού, την άλλην Αδορούσαν
η τρίτη η καλλύττερη εν η Αροδαφνούσα,
τον μήναν που γεννήθητζεν ούλλα τα δέντρ’ ανθθούσαν,
εππέφταν τ' άνθθη πάνω της τζιαί μυρωδκιοκοπούσαν.
Ροδόστεμμαν εν η Ροδού, γλυκόν εν η Αδορούσα,
μα το φιλίν του βασιλιά εν γιά την Αροδαφνούσαν.
Τζείνην εν π’ αγαπά ο αφέντης μου, τζείνην εν π’ αγκαλίζει
τζείνην βάλει στ’ αγκάλια του, την νύκταν τζιαί πλαγίζει,
που το μάθεν ο Βασιλιάς τζεί πάει τζιαί κονεύκει.
Που το μάθεν η ρήαινα, αρκώθην τζιαί θυμώθην,
Κάθεται γράφ’ έναν χαρτίν, γλήορις το βουλλώνει
τζιαί δια το της, της σκλάβας της, στ’ Αροδαφνούν να πάρει
χαπάρκα τζιαί μυνύνατα πεμπεί της για να πάει.
Τζ’ έπηρεν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλλει την στ’ Αροδαφνούς τα σπίδκια,
τζιαί πολοάται η σκλάβα της Αροδαφνούς τζιαί λέει:
- Άνου να πας Αροδαφνού, τζ’ ωσγοιάν αν θέλεις πάμεν
Άνου να πάμεν Ροδαφνού τζ’ η ρήαινα σε θέλει
- Τζιαί μέναν σκλάβα η ρήαινα που μέ’ δεν, που με ξέρει!
Ίντα με θέλει ρήαινα, ίντα’ν το μήνιμαν της;
τζιαί αν με θέλει για χορόν, να πκιάσω τα μαντήλια,
αν ένι για το γέμωσμα, να πκιάσω τα λαήνια,
αν ένι για το ζύμωμαν, να πάρω τες σανίες,
τζ’ αν ένι για μαείρεμαν, να πάρω τες κουτάλες.
Τζιαί πολοάται η σκλάβα της Αροδαφνούς τζιαί λέει:
- Άνου να πάμε Ροδαφνού, τζ’ ότι αν θέλης πκιάσε.
Τζ’ επκιάσεν τ’ ανικτάριν της, τζιαί στο σεντούτζιν πάει,
τζ’ έβκαλεν τα παλλιά ρούχα, φόρησεν τα καλά της
π’ αππέσσω βάλλει πλουμιστά, π’ αππέξω γρουσαφένα,
τέλεια που πάνω έβαλεν τα μαρκαριταρένα,
καζακκάν ολόγρουσον φορεί, γρουσόν μαλαματένον,
ποδά κομμάτιν λασμαρίν, να μεν την πκιάνει ο ήλιος,
ποζιεί γρουσόν μήλον κρατεί, τζιαι παίζει το τζιαί πάει.
Τζιαί βάλλει βάγιες που τ’ ομπρός, τζιαί βάγιες που τα πίσω,
τζιαί βάγιες που τα δκυο πλευρά τζιαί πέρνουν την τζιαί πάει,
τζ’ επολοήθην τζ’ είπεν τους, των βάγιων της, τζιαί λέει:
- Έλατε, βάγιες μου καλές στης ρήαινας να πάμεν,
γιατί εν ενί θέλημαν θεού,
πόψε εις την εκκλησσιάν αντίερον να φάμεν.
Επίραν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλει τες στης ρήαινας τον πύρκον.
Εβκέην έναν το σκαλίν, τζιαί σούστην τζ’ ελυίστην,
εβκέην τζ’ άλλον το σκαλίν τζ’ ενιφτοκανατζίστην,
τέλεια στο πάνω το σκάλιν τζ’ η ρήαινα την νώθη,
φωνάζει τζιαί της σκλάβας της, τσαέραν γιά να φέρη.
Που την θωρεί η ρήαινα έμεινεν σπαγιασμένη:
- Είδα την τζιαί σπαγιάστηκα, τζ’ άντρας μου πως να μείνει!
- Τζ’ ώρα καλή σου ρήαινα.
- Καλός την πέρτικαν μου!
Καλός ήρτες Αροδαφνού, να φας να πκιής μετά μας
- Εγιώ εν ήρτα ρήαινα, να φα να ξεφαντώσω,
παρά βουλήν μου έπεψες τζιαί ήρτεν να με πάρη.
Ρωτά την τζιαί ξαννοίει την πκιάν αγαπά ο ρήας.
- Εγιώ τζυρά μου ρήαινα, χαπάριν εν το έχω.
Τζιαί τζει χαμαί η ρήαινα έκαμεν τζει να πάει
τζιαί πολοάτ’ Αροδαφνού τζιαί λέει τζιαί λαλεί της:
- Άδε την αναρκοδοντούν, την τουμπομετοπούσαν,
το πετινάριν το τσιφνόν, καλά μου το λαλούσαν !
Η ρήαινα εν άκουσεν,
οι σκλάβες της που τουν τζεί χαμαί, τζείνες εν που τ' ακούσαν
τζ' επήαν εις την ρήαιναν τζιαί λέουν τζιαί λαλούν της:
- Tζιαί να’ ξερες τζυράκκα μου, Αροδαφνού ιντά πεν!
Άδε την αναρκοδοντούν, την τουμπομετοπούσαν,
το πετινάριν το τσιφνόν, καλά μου το λαλούσαν!
Κάθεται γράφ’ έναν χαρτίν, γλήορις το βουλλώνη
τζιαί δια το εις στην σκλάβα της, Αροδαφνούς να πάρη
Χαπάρκα τζιαί μηνύματα πάλε στην Ροδαφνούσαν
- Άνου να παμεν Ροδαφνού, τζ’ η ρήαινα σε θέλει.
Τζιαί πολοάται η Αροδαφνού της σκλάβας της τζιαί λέει:
- Τωρά μουν εις την ρήαιναν, πάλε ίντα με θέλει!
- Άνου να πάμεν Ροδαφνού τωρά εν που σε θέλει.
Έμπην έσσω τζιαί έφκαλεν τα ρούχα τα καλά της
τζαί φόρισεν τα μαύρα της τα ρούχα τα παλιά της,
μαυρίζει τζιαί το μήλον της, τζιαί πέζει το τζιαί πάει
τζιαί πολοήθην τζ’ είπεν τους τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
- Τζ’ ελάτε βάγιες δαχαμέ να ποσσιαιρετιστούμεν,
γιατ’ εν ηξέρω βάγιες μου αν ενά ξαναβρεθούμεν
τζιαί που σα πάω βάγιες μου, πού σ’ αποσσιαιρετώ σας
γιατ’ εν ηξέρω βάγιες μου, πκιόν αν τζιαί ξαναδώ σας.
Έσσιετε γειάν ψηλά βουνά, τζιαί κλίνη που τζοιμούμουν,
τζ’ αυλή που δκιατζενεύκουμουν, τόποι που δκιατζενούμουν.
Τζ’ επήρεν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλει την στης ρήαινας το πύρκον.
- Ίντα με θέλεις ρήαινα, τζ’ ίνταν το θελημάν σου;
Που την θωρεί η ρήαινα που τα μαλιά την πκιάννει.
- Ελα να πάμεν Ροδαφνού, τζ’ ο κάμινος αφταίννει.
Τζιαί πολοάτε η Αροδαφνού της ρήαινας τζιαί λέει:
- Tζιαί χάμνα με που τα μαλλιά, τζιαί πκιάσ’με που το σσιέριν.
Χαμνά την απού τα μαλλιά, πκιάννει την που το σσιέριν.
Τζιαί βάλλει μιαν φωνήν μιτσσιάν τζιαί μιαν φωνήν μεάλην.
Τζ’ ο ρήας εις την περασσιάν, εσείστην η πιννιά του,
πάνω στο φαν, πάνω στο πιείν, ο ρήας την ακούει:
- Μουλλώστε ούλλα τα βκιολιά τζιαί ούλλα τα λαούτα,
τουτ’ η φωνή, που ξέβικεν, εν της Αροδαφνούσας,
Τζιαί φέρτε μου τον μαύρον μου, σελλοχαλινωμένον.
Ππηά, καβαλλιτζεύκει τον, σαν ήτουν μαθημένος
τζ’ ώστι να πεί έσσιετε γειάν, έκοψεν σσίλια μίλια,
τζ’ ώστι να πουν εις το καλόν, στης ρήαινας τον πύρκον.
Βρίσκει την πόρταν βαωτήν, βάλλει φωνήν μεάλην
Έλ’ άννοιξε μου, ρήαινα, Σαρατζηνοί με τρέχουν,
Σαρατζηνοί με τα σπαθκιά, Φράντζοι με τες κουρτέλλες.
Τζιαί πολοάται η ρήαινα τζιαι λέει τζιαί λαλεί του:
- Έπαρ’ μου λλίην πομονήν, λλίην καρτερωσύνην,
γεναίκαν έχω στο τζελλίν, πέρκιμον την γεννήσω.
Κλοτσσιάν της πόρτας έδωκεν, όξω’ τουν, τζ’ έσσω βρέθην,
θωρεί τζιαι την Αροδαφνούν χαμαί στην γην σφαμένην,
τζιαί πκιάννει τζιαί την ρήαιναν, στον κάμινον την βάλλει.
Αγκάδκιασεν στην κόξαν του, τζ’ ηύρεν χρυσόν φηκάριν,
μέσα στο χρυσοφήκαρον, βρισκ’ αρκυρόν μασσιέριν,
στους ουρανούς το πάταξεν, στο σσιέριν του ευρέθην,
τζιαί πάλε ξανασύρνει το, εις την καρκιάν του έμπην.
Τζ’ επκιάσαν τους τζ’ εθάψαν τους τζεί πάνω πον τα τζιόνια.
Τζιαί τζείνος που το έβκαλεν, σαν ποιητής λοάται,
τζείνου πρέπει μακάρισι τζ’ εμέναν ως παλλά τε.



Down yonder at five rivers way, down yonder at five springs,
Three pretty lasses live, three lasses with eyebrows so arched.
The one is called Adorou, the other Adorousa,
The third, the prettiest as well, is called Arodaphnousa.
The trees, they all broke out in bloom the month when she was born
The blossoms rained upon her head, their smell was Oh! So sweet.
Rose-water was for Adorou, rose-sweet for Adorousa,
But only the king’s very kiss was for Arodaphnousa.
“Somewhere a storm, it rages wild, somewhere it throws down hail
Somewhere the Lord God has in mind a land to rend asunder.”
“Nowhere does a storm rage wild, nowhere does hail crash down.
It’s none other than the Queen herself who bids her maids to tell her.”
And then the Queen sends messages, sends missives to Arodaphnou.
“Rise ye, O sweet Arodaphnou, the Queen she wants to see you”
“Pray, tell me what she wants with me? What may her missive be?
If it’s for kneading dough so sweet, let me my breadboards take.
If it’s for cooking meals so good, let me my ladles take.
If it’s for dancing happily, let me my kerchiefs take.”
“Rise ye, let’s go Arodaphnou, and take whate’er you like.”
She went and donned her best good clothes,
Not short, not long, right for her age.
Inside she wears embroidered clothes, outside all gilt-adorned.
And way on top she deemed to wear her pretty, shiny pearls.
In one hand she bore rosemary, the sun for not to burn her,
The other held an apple red, and tossing it she goes.
She takes the road, she takes the path
Which leads her to the Queen’s abode.
She stands and ponders: How to greet the Lady of the Castle?
“Am I to call her sweet clove-tree? But that is gnarled and knotty.
Am I to call her red rose-bush? That, once again, has thorns.
Oh let me greet her as I must, deservedly, with merit.”
Alighting on the very first step, she preened and primped herself.
Alighting on the second, she stood admiring herself.
“Good day to you O Queen, O daughter grand and regal
You shine a-seated on your throne, resplendent like a dove.”
And in response, with weighted words, the Queen she answered thus:
“On seeing you, confused I got, I leaned against the wall,
And lost all words I was to say, all that I were to tell you.
If I saw you and got confused, how could the King stay indifferent!
Come, Rodaphnou, let’s go right now; the furnace, it is burning.”
“Give me two hours, patience show, two hours more a-waiting,
So that I may call timidly, and then again more loudly;
Perchance the King will heed my cries and come and set me free.”
“You may cry once, or twice or thrice, or time and time again.
The King’s too far away from here to come and set you free.”
But far away, amid food and drink, the King he hears the calls.
“Be quiet all ye fiddlers now! Be quiet all ye lutists!
The cry that came from yonder far was my Arodaphnousa’s.
Slaves! Bring me my jet-black steed, which crushes stones in passing,
Which melts the iron in its path, which drinks from the Euphrates!”
And by the time he said “Goodbye”, a thousand miles he’d covered.
And by the time they said “Farewell” another thousand had he gone.
In step with clouds he travels far, the Sun and he doth race,
And on the third spur of his steed, the castle does he reach.
“Come! Open up for me O Queen! I haste, the need is pressing!”
“Be patient, O dear Lord, I plead, but not more than an hour.”
He kicks the door asunder hard, and enters still a-mounted.
And finds Arodaphnousa there, in her own blood a-laying.
And finds his wife, the Queen herself, a-seated on a rug.
He gently takes Arodaphnou and lays her on the rug.
He grabs his wife, the Queen herself, and stabs her hard and fast.
Arodaphnou was laid to rest by sombre priests and clerics.
The Queen was left and was devoured by a brace of hungry hounds.

A medieval song, based on historical facts. According to Leontios Machairas, the Frankish King of Cyprus, Peter I, fell madly in love with a noblewoman by the name of Joanna l’Aleman, and left her pregnant. During the King’s absence in France, Queen Eleonora summoned Joanna to the palace, where she subjected her to indescribable torture so that she would lose the baby, without however any success... Popular lore however substituted the noblewoman with a beautiful village girl, Arodaphnousa, and armed with rich imagination provided various twists and turns to the story through many variations. At the same time however, many historical elements remained unchanged. The song is quite long. Cypriot demotic music features many such lengthy narratives, which in days of old were presented at appropriate venues, such as the long hours of working in the fields, the threshing-floor, the cleaning of coarse cotton at nights at home, the endless winter evenings in front of the fireplace, without television and radio. Today, these venues as such no longer exist, and unfortunately the songs which used to be performed at them have also vanished. One of those songs was “Arodaphnousa”, which was extremely popular in days of old.


1 σχόλιο: