ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2007

ΟΙ ΦΥΤΕΙΕΣ ΖΑΧΑΡΟΚΑΛΑΜΟΥ ΚΑΙ Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΑΥΡΩΝ ΣΚΛΑΒΩΝ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟ - THE SUGAR CANE PLANTATIONS AND THE SLAVERY OF BLACKS IN CYPRUS


Από την αρχή της ιστορία της, στην Κύπρο υπήρξαν πάντα μαύροι Αφρικανοί. Από την εποχή του χαλκού, μαύροι Αφρικανοί απεικονίζονταν στην τέχνη της Κύπρου καθώς επίσης και κατά τη διάρκεια της αρχαίας αιγυπτιακής εποχής (όταν κυβερνήθηκε η Κύπρος από την Αίγυπτο) και τη Βυζαντινή/Αραβική περίοδο των χαλιφών, των Σταυροφόρων και την εποχή των Ενετών και Οθωμανών Τούρκων όταν η Κύπρος έλαβε πολλούς Αφρικανικούς σκλάβους, συνήθως από τη δυτική και κεντρική Αφρική, την Αιθιοπία και το νότιο σύγχρονο Σουδάν. Οι Ευρωπαίοι Γενοβέζοι καλλιέργησαν αρχικά το ζαχαροκάλαμο στην Κύπρο, την Κρήτη, και τη Σικελία χρησιμοποιώντας τη εργασία λευκών σκλάβων κατά τη διάρκεια του 12ου και μέχρι τον 15 αιώνα. Ήταν σε αυτές τις αποικίες που οι Ευρωπαίοι ανέπτυξαν τους θεσμικούς κανόνες που χρησιμοποίησαν αργότερα στη Θάλασσα της Καραβαϊκής. Η εκτεταμένη καλλιέργεια ζάχαρης άρχισε στην Κύπρο και τη Σικελία πολύ πριν να αρχίσουν οι Πορτογάλοι να εξερευνούν την Αφρικανική ακτή. Η καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου είχε τη προέλευση της από τη νοτιοδυτική Ασία. Από εκεί μεταφέρθηκε στην Περσία και έπειτα στην ανατολική Μεσόγειο από τους Άραβες κατακτητές το 12 και 13 αιώνα. Αμέσως μετά την εισαγωγή του ζαχαροκάλαμου στη Μεσόγειο, εκαλλιεργήτο σε κτήματα παρόμοια με τις πιο πρόσφατες φυτείες της Αμερικής. Η άνοδος και η επέκτασης της περίπλοκης φυτείας, άρχισε με την ανακάλυψη της ζάχαρης στη Μεσόγειο κατά τη διάρκεια της εποχής των σταυροφοριών. Εγκαταστάθηκαν πρώτιστα στο νησί της Κύπρου, οι Ευρωπαίοι και συγκόμισαν τη ζάχαρη στο νησί για την διάρκεια διακοσίων χρόνων. Με την ανακατάληψη της Λεβαντίνης από τους Μουσουλμάνους, οι καλλιεργητές και οι καταναλωτές αναζήτησαν νέες πηγές του προϊόντος. Στο 12 και 13 αιώνα, τα χριστιανικά κτήματα στην Παλαιστίνη άρχισαν να παράγουν τη ζάχαρη με ένα μικτό εργατικό δυναμικό βασισμένο επάνω στους σκλάβους, δουλοπάροικους, και ελεύθερους εργαζομένους. Μετά από την πτώση αυτών των εδαφών από στους Τούρκους στο τέλος του 13 αιώνα, το κέντρο παραγωγής ζάχαρης κινήθηκε προς την Κύπρο. Εδώ οι Ιταλοί έμποροι και οι τοπικοί κυβερνήτες χρησιμοποίησαν σκλάβους και την ελεύθερη εργασία για να παραγάγουν τη ζάχαρη.
Με το άφθονο έδαφος και τους νερόμυλους, πολλοί σκλάβοι χρειάστηκαν για να επεξεργαστούν το ζαχαροκάλαμο. Μέχρι τον 13 αιώνα η Κύπρος έγινε ο κυριότερος παραγωγός ζάχαρης χρησιμοποιώντας την εργασία των Σύρων και Αράβων σκλάβων. Οι φυτείες ζάχαρης βρίσκονταν συνήθως στις αγροτικές περιοχές της Λεμεσού, την Επισκοπή Λεμεσού, και στη Πάφο, Κούκλια, Αχέλλεια, και επεκτείνετο μέχρι τα χωριά Έμπα και Λέμπα.
Στις Ενετικές φυτείες ζαχαροκάλαμου στην Κύπρο και την Κρήτη, ένα νέο είδος "σκλάβων φυτειών" εμφανίστηκε . Δεδομένου ότι η ζάχαρη είναι βιομηχανία εντατικής εργασίας, αυτός ο νέος τύπος σκλάβων αποκτήθηκε για καθαρώς οικονομικούς λόγους: η φτηνότερη πιθανή εργασία. Αυτοί οι σκλάβοι εισήχθησαν συνήθως από την Αφρική. Όταν οι Τούρκοι πήραν την Κύπρο, το νησί έγινε επίσης μια άλλη πύλη εισαγωγής σκλάβων για στις αγορές της Λεβαντίνης και των Αραβικών εμπορικών δρόμων στην Ασία. Οι Τούρκοι εισήγαγαν 20.000 Ρώσους και Αφρικανούς σκλάβους ετησίως μόνο για το στρατό τους. Οι περισσότεροι από τους Αφρικανούς σκλάβους προωθήθηκαν προς στη Μικρά Ασία μέσω Κύπρου. Όμως, πολλοί Αφρικανοί σκλάβοι κρατήθηκαν επίσης στο νησί και ιδιαίτερα οι γυναίκες που χρησιμοποιούνταν ως κορίτσια των χαρεμιών ή σαν εσωτερική υπηρεσία για τους πλούσιους Τούρκους και Έλληνες του νησιού. Αυτοί οι σκλάβοι αφιχθέντων κατά παραγγελία από την κεντρική Αφρική μέσω των Ευρωπαϊκών πρεσβειών της Λάρνακας, και επέπλεαν στην Κύπρο μέσω της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου, με το Αυστριακό-Ουγγρικό ατμόπλοιο" Lloyed '' που έπαιρνε λιμάνι στο νησί κάθε 14 μέρες. Το 1879 ο δορ. Κάρλ Σέιτερ, που ήταν ανταποκριτής μιας Γερμανικής εφημερίδας επισκέφτηκε την Κύπρο, και στο βιβλίο του ''Η Κύπρος κάτω από τούς Βρετανούς '' στη σελίδα 43, βρίσκουμε μια πολύ ενοχλητική έκθεση για το εμπόριο σκλάβων στην δημόσια αγορά της Λευκωσίας. Αυτή η αγοραπωλησία σκλάβων στο νησί γινόταν με την πλήρη γνώση όλων των Ευρωπαίων πρεσβευτών, αλλά έκλειναν τα μάτια σε αυτή την ανθρώπινη δυστυχία για να μείνουν σε καλούς όρους με τον Τούρκο πασά του νησιού. Όταν ο Σέρ Γκάρνετ Γουέσλι έφθασε στην Κύπρο κατά τη διάρκεια του 1878 ως ο πρώτος Βρετανός Ύπατος Αρμοστής του νησιού, επισήμανε στο λεύκωμα του ότι ήταν "περίεργο να δει τόσες πολλές νέγρες γυναίκες στη Λευκωσία''. Κατόπιν ανακάλυψε από ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στη ''Τάιμς" από τον δημοσιογράφο Πλάμερ για την πώληση μαύρων σκλάβων στη δημόσια αγορά της Λευκωσίας, που ο κ. Πλάμερ είδε ο ίδιος. Ο Σέρ Γουέσλι έστειλε για να ερευνήσει το θέμα στον Αρχιεπίσκοπο της Κύπρου, ο οποίος αρνήθηκε ότι μια τέτοια πράξη πραγματοποιούταν και υποστήριξε ότι κανένας σκλάβος δεν πωλήτο ανοιχτά στο νησί για πολλά χρόνια τώρα. Όμως, σε μια επιστολή που εστάλη από το Βρετανό πρεσβευτή από τη Λάρνακα στη Κωνσταντινούπολη προς την Οθωμανική Υψηλή Πύλη 6 χρόνια (1872) προτού να φθάσει ο Σέρ Γουέλση στην Κύπρο, ο πρεσβευτής ενημερώνει τον Οθωμανό κυβερνήτη της Κύπρου ότι "για κάποια χρονική περίοδο σε αυτό το νησί, είναι αισθητή μια αύξηση στη λαθραία διακίνηση σκλάβων, και αρκετά πρόσφατα τα γεγονότα υποδεικνύουν μια νέα έξαρση εισαγωγής νέγρων γυναικών από την ακτή της Αφρικής". Ο Βρετανός πρεσβευτής ζητά από τον Οθωμανό Κυβερνήτη της Κύπρου Αζίζ Πασά να πάρει μέτρα ενάντια στην διακίνηση αυτού του απάνθρωπου εμπορίου. Δεν ήταν μονάχα έως το 1925 που η Μεγάλη Βρετανία πήρε τον πλήρη έλεγχο του νησιού, που η δουλεία στην Κύπρο εξαφανίστηκε πλήρως. Η ιστορία του εμπορίου σκλάβων στην Κύπρο, είναι μια ιστορία, με λίγη αναφορά ή συζήτηση σήμερα, που θάβεται στα αρχεία όπως εκείνο της Βρετανικής βιβλιοθήκης.Εντούτοις, αυτές οι ιστορίες ζωής επιζούν ως μνήμες των λίγων οικογενειών των απογόνων των Αφρικανών σκλάβων στην Κύπρο, τώρα μέρος και των δύο κοινοτήτων, της ελληνοκυπριακής κοινότητας, αλλά πρώτιστα της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Οι Τουρκοκύπριοι, των οποίων το όνομα έχει το επίθετο Καρά - που σημαίνει Μαύρος στα Τουρκικά - και οι Ελληνοκύπριοι, οι οποίοι έχουν το Μαύρος ως επίθετο όνομα, είναι πιθανό να είναι απόγονοι των Αφρικανών σκλάβων. Προφανώς, το εμπόριο σκλάβων άκμαζε στην Κύπρο κατά τη διάρκεια της εποχής των Φράγκων, αλλά αυτός ο αριθμός αυξήθηκε κατά πολύ με την Οθωμανική κυριαρχία το 16ο και 17ο αιώνα, στο κορύφωμα του εμπορίου σκλάβων από την Αφρική, που χρησιμοποιήθηκαν στα εδάφη της Μουσουλμανικής θρησκευτικής οργάνωσης, το Εφκάφ όπως τεκμηριώνεται από τους ιστορικούς και επίσης από διάφορους παρατηρητές που περνώντας μέσω της Κύπρου αναφέρουν για τους μαύρους χωρικούς. Είναι γεγονός ότι πολύ αργότερα ένα χωριό που ονομάζεται Κλεπίνη στα Ελληνικά (στο κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της επαρχίας Κυρηνείας) και Αράπ Γκόι στα Τουρκικά το οποίο σημαίνει το ‘‘το χωριό των Μαύρων’’, κατοικείτο εξ ολοκλήρου από μαύρους Αφρικανούς. Σήμερα οι απόγονοι των Αφρικανών σκλάβων μπορούν ακόμα να βρεθούν συγκεντρωμένοι στο χωριό Φασούλα της Λεμεσού, αλλά είναι και σκορπισμένοι σε ολόκληρο στο νησί.

NOCTOC

Τhrough out its history, there was always been black Africans on Cyprus. As early as the Bronze Age, black Africans were being portrayed in Cypriot art as well as during, ancient Egyptian times (when Cyprus was ruled by Egypt) and during the Byzantine/Arab Caliph/Crusader times, up to the rule of the Venetian and the Ottoman Turk period when Cyprus received a lot of African slaves, mostly from West/Central Africa /Ethiopia and southern modern day Sudan. The European Genoese first cultivated sugar cane in Cyprus, Crete, and Sicily using white slave labour during the 12th to 15th Centuries. It was in these colonies that Europeans developed the institutional apparatus they later used in the Caribbean. Complex sugar cultivation began in Cyprus and Sicily long before the Portuguese began exploring the African coast. Sugar cane cultivation had its origins in Southwest Asia. From there it was carried to Persia and then to the eastern Mediterranean by Arab conquerors in the twelfth and thirteenth centuries. Shortly after the sugar cane introduction to the Mediterranean, it was being grown on estates similar to the later plantations of the Americas. The rise and spread of the plantation complex, began with the discovery of sugar in the Mediterranean during the time of the Crusades. Located primarily on the island of Cyprus, Europeans harvested sugar on the island for roughly two hundred years. With the reconquest of the Levant by the Muslims, growers and consumers sought out new sources of the product. In the twelfth and thirteenth centuries, Christian estates in Palestine began to produce sugar with a mixed labor force made up of slaves, serfs, and free workers. After the fall of these lands to the Turks at the end of the thirteenth century, the center of sugar production moved to Cyprus. Here Italian merchants and local rulers used slave and free labor to produce sugar. With ample land and watermills, many slaves were needed to process the cane. By the fourteenth century Cyprus became a major producer of sugar using the labour of Syrian and Arab slaves. The sugar plantations were mostly located in the rural areas of Lemasol and such as Episkopi, and in Paphos, kouklia, Aschelia, and was extented as far as the villages of Emba and Lemba. In the Venetian sugar cane plantations in Cyprus and Crete, a new kind of "plantation slave" grew into existence. Since sugar is a labour intensive industry, this new type of slave was acquired for purely economical reasons: the cheapest labor possible. These slaves were mostly imported from Africa. When the Turks took Cyprus, the island also became another gateway of importing slaves to the markets of the Levant and the Arabic trade routes to Asia. The Turks alone imported 20,000 Russian and African slaves annually for their army. Most of the African slaves made their way to Asia Minor through Cyprus. However, many African slaves were also kept on the island and particularly women to be used as harem girls or domestic workers for the rich Turks and Greeks on the island. These slaves were ordered from central Africa through European embassies in Larnaca, and were brought to Cyprus via Alexandria Egypt, by the Austrian-Hungarian steamship ''Lloyed'' which took port on the island every 14 days. During 1879 Dr. karl Scheider who was a reporter of a German newspaper visited Cyprus, and in his book''Cyprus under the British'' on page 43 we find disturbing accounts of the slave market in Nicosia. This slave trade on the island went on with the full knowledge of all the European ambassadors, but they closed their eyes to this human misery in order that they would stay in good terms with with Turkish Pasha of Cyprus. When Sir Garnet Wolsley arrived in Cyprus during 1878 as the first British High Commissioner of the island, he pointed out in his Journal that it was ''curious to see so many Negro women in Nicosia''. Then he found out from an article published in the '' The Times'' by corespondent Mr. Plamer that women slaves were offered for sale in the public market in Nicosia, whom Mr. Plamer saw himself. Sir Wosley send for an inquiring on the mater to the Archbishop of Cyprus, he denied that such an act was taking place and claimed that no slave had been sold openly on the island for many years. However, on a dispatch send from Larnaca by the British embassador to Constantinople aimed for the Ottoman High Port dated 6 years (1872) before Sir Wolsley arrived in Cyprus, the ambassador informs the Ottoman Governor that ''For some time past in this island, an increase has been observable in the trafficking in slaves, and quite recently the operations assumed a new phase by the importation of negresses from the coast of Barbary''. The British ambassador requested that the Ottoman Governor of Cyprus Aziz Pasha, take measures against the trafficking of this inhuman trade. It was not only until 1925 when Britain took full control of the island that slavery in Cyprus was completely wiped out. The story of the slave trades in Cyprus, is a story, with little reference or debate today, buried in archives such as those of the British library. However, these life stories survive as memories of the few families of descendants of African slaves in Cyprus, both now part of the Greek-Cypriot community, but primarily of the Turkish-Cypriot community. Turkish Cypriots, whose name has the adjective Kara- which means black in Turkish- and Greek-Cypriots, who have the name Mavros (=black), are likely to be descendants of African slaves . Apparently, slave trading was flourishing in Cyprus during the Frankish era, but this number increased a great deal with the Ottoman rule, in the 16th and 17th century, at the height of the slave trade from Africa, used in the lands of the Muslim religious organization, the Ekvav, as documented by historians also various observers passing through Cyprus refer to black villagers. In fact much later a village named Klepini in Greek (in the Turkish controlled kyrenia district), and in Turkish is Arab Kioi, which means the ‘the village of the blacks’, it was inhabited at one point entirely by African populations. Today descendants of African slaves can still be found concentrated in the village of Fasoula in the district of Lemasol, but they are also scattered throughout the island.

NOCTOC


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου