ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2007

Η ΠΕΡΤΙΚΑ: ΕΝΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔ Ι - THE PARTRIDGE: A FORGOTTEN SONG FROM CYPRUS

"Η Πέρτικα", είναι ένα Κυπριακό τραγούδι, του οποίου οι 30 πρώτοι στίχοι ήταν παλιά κοινώς γνωστοί, διότι χρησιμοποιούνταν όταν ράντιζαν τον γαμπρό με ροδόσταγμα στην εκκλησία, και ήταν πολύ διαδεδομένοι, λόγω της απλής και πεταχτής μουσικής τους. Όπως γράφει ο Γάλλος μουσικολόγος H. Pernot στο βιβλίο του, chasons populaires Greques des XV et XVI siecles, Paris 1931, σελ 92, το Κυπριακό αυτό τραγούδι, παρουσιάζει αρκετά στοιχεία της ελληνικής ποιήσης του 15ου και 16ου αιώνα. Εδώ παρουσιάζεται η εκτενέστερη "Πέρτικα" με όλους της τους στίχους. Το τραγούδι σήμερα έχει ξεχασθεί από τον λαό της Κύπρου.

Η ΠΕΡΤΙΚΑ

Ούλον Απρίλλην τζ' ούλον Μαν
μιάν πέρτικαν εμέρωννα,
μιάν πέρτικαν, μιάν πέρτικαν,
που παρπατεί λεβέντικα.
Μιά πέρτικα έχτισεν φουλιάν
που κάτω στην τρανταφυλιάν,
μπέννει τζ'αί βκένει τζ'αί γεννά
κάμνει τ΄αυκά δεκαεννιά.
Ππηά τζ'αί βκαίννει στα κλονιά,
τζ'αί σείζει τα γρυσά φτερά
τζ'αί ππέφτουν τα τραντάφυλλα.
Τζ΄οί κορασσές τα πκιάννουσιν,
στον κόρφον τους τα βάλλουσιν,
βάλλουν τα να μυρίσουσιν
τους νέους ν' αγαπήσουσιν
να τους εξιλοϊσουσιν
όσον τζαιρόν εζήσουσιν.
Βάλλουν τα τζ'αί μαράνασιν
στα γιατρικά τα βάλασιν
ροδόστεμμαν τα βκάλασιν.
Στην εκκλησσιάν τα πήρασιν
του γιορταστή τα δώκασιν,
μα τζεί χαμαί που στέκασιν
οι τόποι ανασταίννασιν.
Μα τζεί που τα ραντίζασιν
τόποι μουσκομυρίζασιν.
Ραντίσαν πρώτα τους Αγιούς
τζ' ύστερα τους πνευματικούς,
ύστερα νύφνην τζ'αί γαμπρόν
πεθθεράν με πεθθερόν
τζ' ύστερα ούλλους που γυρόν.
Μα τ΄άστρα, μα τον ουρανόν,
στον Ιορδάνην ποταμόν,
εβλάστησεν έναν δεντρόν,
που πάνω κάμνει τον καρπόν
που κάτω τρέσσει το νερόν.
Εταίρκασεν το λυερόν,
έτρωεν μου τον καρπόν
έπιννε μου τζ'αί το νερόν
Εγιώ αδκιασάρης τζυνηός
στήννω φουσσέκκια στον γιαλόν
τζ'αί τα βερκιά στον ποταμόν
Μιάν τζερκατζήν που το πωρνόν
εν πάω να λουτουρκηθώ
τζ' ήρτεν τζείνη να πκή νερόν
τζ'αί επκιάστηκεν που το φτερόν.
Τρέχω τζ'αί πκιάννω την τζ' εγιώ
τζ'αί πολοάται τζ'αί λαλεί
τζ'αί ζαχαρένια μου μιλεί:
-Αλαβροπκιάς με, τζυνηέ,
μεν μου τσακκίσης το φτερόν
να κετσσεντίσω το φτωχόν.
Εγιώ πελλός, αρκόπελλος,
αλαβροπκιάννω την τζ΄εγιώ
εν της τσακκίζω το φτερόν.
Κάμνω κλουβίν τζ'αί βάλλω την
μες το στενόν κρεμμάζω την.
Ετσάκκισεν μου το κλουβίν
τζ'αί πάει πάνω στο βουνίν,
σ΄έναν πλευρόν του βουναρκού,
σ΄έναν οσσόν του πευκαρκού,
άρκεψεν τζ' εκουννίζετουν,
η γή χαμαί εσείζετουν,
ο ουρανός εχτίζετουν,
η θάλασσα γλυτζίζετουν,
της μάνας της φουμίζετουν,
καρκιά μου που ραϊζετουν.
Τότες πο τζείνον τον καμόν,
μιάς κόρης τον πεζαρισμόν,
έβκηκα μέσα στο στενόν,
τζ' αππηούσα σαν τον πετεινόν,
τζ'αί φετινόν τζ'αί περσινόν,
σαν γέριμος τζ'αί σκοτεινός.
Ούλου του κόσμου το νερόν
στο στόμαν μου ήρτεν αρμυρόν.
Τρέχω τζ'αί πάω στο λουτρόν
τζ'αί τον λουτράρην αρωτώ.
Από μακρά τον σσαιρετώ
τζ' από κοντά τον αρωτώ:
-Εν ήρτεν ώδε μιά τζυρά
μες τα δικά σας τα λουτρά,
να μπή τζ'αί μέσα να λουθή,
να βκή έξω να τζοιμηθή;
Μα ο λουτράρης είπεν μου,
είπεν μου εν την είδασιν
τζ' ύστερις μ' αρωτήσασιν:
-Τζ'αί πε μας τα σημάδκια της
τζ'αί πέρκιμον την είδαμεν,
πέρκιμον την σσαστήκαμεν.
Αρκίνησα για να τους πώ
για τζείν την νέαν π' άγαπώ:
-Λαλώ σας τα σημάδκια της
μαύρα ήτουν τ' αμμάδκια της.
Τ' αμμάδκια της μαυρίζουσιν
έναν βασίλιον αξίζουσιν.
Τζείν' η γρυσή της τζεφαλή
χάραμαν της ανατολής.
Τα βρύδκια της ένι δητά
καμάρες της Αγιάς Σοφκιάς.
Οι βούτσσες της αστράφτουσιν
γρυσές καντήλες τζ' άφτουσιν.
Η μούττη της εν τορνευτή,
με το καλούπιν εν γυρτή,
αλοί τον πον να την δευτή,
ο νούς τ' έννα σκανταλιστή,
τον κόσμον έννα στερευτή.
Τα δόγκια της τα τρανταδκυό
ρίζες των μαρκαριταρκών.
Τα σσείλη κοτσσινίζουσιν
τον άνθρωπον ρεθίζουσιν.
Αν πής για τζείν το μάουλον,
ασήμιν ήτουν άδολον.
Ο καφουρένος της λαιμός
του παίδκιου ' ν ο ξηψυσσισμός.
Τα στήθη της ξασπρίζουσιν
άλλον βασίλιον άξίζουσιν.
Πάρα κάτω 'σει δκυό βυζιά
αξίζουν μιά κκεραζιά.
Κότσσινη εν τρανταφυλλιά
υπολοϊσαν την μηλιάν.
Της μαντζουράνας τα κλωνιά
έσσει τα πάνω της πλουμιά,
στον κόσμον εν έσ' άλλη μιάν.
Τα δκυό της σσεροπάλαμα
ασήμιν εν τζ'αί μάλαμαν.
Η κόξα της ένι λεχνή,
εν ενί πασσειά, ένι στεχνή
σαν την λυάδαν την γλωρήν,
η κόξα της έτσι λυγεί.
Σαϊττες τζ' άρματα κρατεί
τζ'αί με τες βάγες παρπατεί,
τα σύννεφα' ν οι βάγες της
οι ανεράες σκλάβες της.
Αντάν να βκή είς την νοδκιάν,
ψοφούν τα ψάρκα στην στερκάν,
ψοφούν στες τρύπες τα θερκά.
Μα ο λουτράρης είπεν μου:
-Έσσει λουτρά τζ'αί γύριστα,
τα σσεντρουβάνι' ασκόπα τα.
Αν εύρης την αγάπην σου
την παμπακοστηθήτην σου
έβκα που το γινάτιν σου.
Μα τα λουτρά εύρισα,
τα σσεντρουβάνι' ασκόπισα
με είδα με αγρώνισα
σαν την αγάπην πόχασα.
Μα στάθηκα τζ' ετίμασα:
-μα τα λουτρά να σπάσουσιν
νερόν να μεν εβκάλουσιν,
οι βρύσες να ξεράνουσιν
νερόν να μεν επκιάνουσιν.
Που τζεί χαμαί είσσωσα
πααίννω στον κωμοδρομιόν
τον κομοδρόμον αρωτώ:
-Εν ήρτεν ώδε μια τζυρά,
δα μέσα στα κωμοδρομιά,
να μπή να κάμη άρματα
να βκή να κάμη θαύματα.
Οι κωμοδρόμοι είπαν μου:
-Γεναίκα εν ενί σάντζα της
να μπή να κάμη άρματα
να βκή να κάμη θαύματα.
Που τζεί χαμαί είσσωσα
πααίννω στο σκολειόν
τζ'αί τον σκολιάρην αρωτώ.
_Έν ήρτεν ώδε μιά τζυρά,
να μπή να μάθη γράμματα
να βκή να κάμη θαύματα,
να μάθη τον απόστολον,
για να γενή πρωτόσκολον;
Μα οι δασκάλοι είπαν μου:
-Γεναίκα εν ενί σάντζα της,
να μπή να μάθη γράμματα,
να βκή να κάμη θαύματα,
να μάθη τον απόστολον,
για να γενή πρωτόσκολον.
Οι Φράγκοι εκεντίσασιν,
πάω τζεί που πλουμίσασιν,
τζείνοι εν μ' αγρωνίσασιν,
την ράσσιν μου σταμνίσασιν
τζ' ύστερις μ' αρωτήσασιν.
-Έν ήρτεν ώδε μιά τζυρά
μες τα δικά σας ραφταρκά,
να πάρη που τα λόγια σας,
να πάρη που τα βελόνια σας,
να μάθη που τα ξόπλια σας.
Οι Φράγκοι απαντήσαν μου:
-Ήτουν μωρόν τζ' αγχούϊζεν
τζ' η κόρη το ναννούριζεν:
''τζοιμήθου,βρε μιτσίν παιϊν,''
μα τζείνον έχασκεν να δή
την κόρην πον είς το πλουμίν.
Σε μιάν ποδκιάν του βουναρκού
εσ' εκκλησσιάν τζ'αί λουτουρκούν,
έσσει παπάες τέσσερις
εξάρχους δεκατέσσερις.
Άλλην ποδκιάν του βουναρκού
έσ' εκκλησσιάν τζ΄ένι σταυρός
τζ'αί ποταμός με το νερόν.
Τζεί μέσα την εσσάστηκα,
πάνω της εν πο πκιάστικα
τζ΄ ετσίμπησα τζ΄εφίλησα
τζ΄ότ' ήθελα εποίησα .
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου