ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

ΤΑ ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ - THE EPIPHANY CAROLS OF CYPRUS


Καλήν εσπέραν, άρχοντες,αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν βάπτισιν να πω'ς τ' αρχοντικό σας.
Σήμμερον έρχετ' ο Χριστός, ο του παντός δεσπότης,
προς Ιορδάννην ποταμόν, σκιρτά η ανθρωπότης.
Τον Ιωάννην Πρόδρομον κράζει να τον βαπτίση,
με την αγίαν χείραν του να τον χειροθετήση.
Του λέγει, «έλα Πρόδρομε,και βάπτισμ΄επι τέλους,
δια να σώσω τον Αδάμ εκ της φθοράς του γένους.
Απόθες φόβον άπαντα κι εκτείνον σου την χείραν,
'ς σάρκαν φθοράς, ανθρώπινον, της ιδικής σ' όμοίαν».
Τότε λοιπόν ο Πρόδρομος με άκραν του δειλίαν,
προσπίπτει και παρακαλεί αυτού την δεσποτείαν.
Του λέγει, «πώς ο δούλος σου εγώ για να τολμήσω,
εσέν τον παντοδύναμον,και πώς να σε βαπτίσω;
Όπου αυτοί οι άγγελοι στέκονται εμπροσθέν σου,
με έκπληξιν και θαυμασμόν,και φόβον ψέλλοντες σου
ύμνον τον επινίκιον και την δοξολογίαν,
δεικνύοντες δε εις ημάς την πάντοδυναμείαν!
Μάλιστα εγώ χρειάζομαι να βαπτισθώ από σένα,
και πως συ καταδέχεσαι να έλθης εις εμένα;
Με όλον τούτον, Βασιλεύ, είμαι στον ορισμό σου,
και θέλω γίνει βάπτιστής, στο σώμαν το δικόν σου».
Τότε λιπόν ο Πρόδρομος έντρομος τον βαπτίζει,
αυτόν τον αναμάρτητον, στον ποταμόν βυθίζει.
Ο Ιορδάνης ποταμός προς τα οπίσω στράφην,
τα ρειθρά,τ' αναχαίτισεν και όλος ενεστάθην.
Οι ουρανοί αννοίγονται,το πνεύμαν κατεβαίννει,
ωσάν λευκή περιστερά στην κορυφήν του μένει.
Αγγέλοι και αρχάγγελοι χίλιοι παραστέκουν,
με έκπληξιν και θαυμασμόν ίστανται και τον βλέπουν.
Φωνή δε του γεννήτορος εις όλους ενηχείται,
και μαρτυρία αψευδής εις πάντας εισηγείται.
«Ούτος ο Βαπτιζόμενος είν΄ ο αγαπητός μου,
εις όν εγώ ηυδόκησα την λύτρωσιν του κόσμου.
Στον κόσμον όθεν σήμμερον γέγονεν σωτηρίαν,
χαρά και αγαλλίασις, και πανευδαιμονία».

Εις πολλά τα έτη

Μπορείτε ν' ακούσετε άλλα κυπριακά κάλαντα των Φώτων ΕΔΩ

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

ΤΑ ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ - THE CYPRIOT CAROLS OF SAINT BASIL


Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρείαν,
σύρνει μουλάρια δώδεκα, τον μόσχον φορτωμένα,
βαστά εικόνα και χαρτίν, χαρτίν και καλαμάριν.
Αγιώτες τον απάντισαν μεσά στα μερσινάκια.
-Βασίλη, πόθθεν έρχεσαι και πόθθεν κατεβέννεις;
-Από της μάνας μ΄έρχομαι και στο σχολειόν μου πάω.
-Βασίλη ξέρεις γράμματα, πες μας την αλφαβήταν.
Είς το ραβδίν τ' ακούμπησεν να πη την αλφαβήταν
και το ραβδίν ήταν ξερόν, χλωρά βλαστάρια πέταν,
και πάνω στα βλαστάρια του πουλλάκια κελαδούσαν.
-Σε τουν το σπίτην, πού 'ρθαμεν,πέτρα να μην ραϊση
και ο νυκοκύρης του σπιτιού χίλιους χρονούς να ζήση.
Αφέντη μου, πεντάφεντε, πέντε φορές αφέντη,
πέντε φορές αφέντεψες και πάλυ αφέντης είσαι,
πέντε κρατούν τον γρίβαν σου και τρείς το χαλινάριν
και πέντε σε παρακαλούν,'αφέντη καβαλλίκα'.
Πολλά ' παμεν τ΄αφέντη μας, ας πούμεν της κυράς μας.
-Κυρά σεμνή, κυρά τρανή, κυρά καμαρωνένη,
κυρά μ' όταν εβούλεσουν για να ντυθής ν΄αλλάξης,
η φάσσα φέρνει το νερόν κι η κίσσα το σαπούνιν
κι η πέρδικα η ωριόπλουμη φέρνει τα τρία ρούχα,
το κόκκινον, το πράσιννον, τ΄άσπρο και το χιονάτον.
Κυρά μ΄ όταν εκίνησες να πάς στην εκκλησίαν,
βάλλεις τον ήλιον πρόσωπον και το φεγγάριν στήθη
και του κοράκου το φτερόν βάλλεις καμαροφρύδιν.
Η στράτα ρόδα γέμισεν κι η εκκλησιά τον μόσχον.
Κυρά βγενιά των ευγενών,κορώνα τορνεμένη,
στης εκκλησιάς την κάμαρην σ' έχουν ζωγραφισμένην.
Μέσα στην μέση του σπιτιού στέκει μιά περιστέρα,
και καλημέρ' άγια γιοτρή, δώστε μας πουλουστρέναν.
Εις πολλά τα έτη

ΤΑ ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ - NEW YEAR'S CΑRΟLS OF CYPRUS


Πάλιν ακούσατ', άρχοντες, πάλιν να σας ειπώμεν,
ότι και αύριον έστιν ανάγκη να χαρώμεν
και να πανηγυρίσωμεν περιτομήν Κυρίου
και εορτήν του μάκαρος μεγάλου Βασιλείου.
Αύριον είν' αρχίχρονιά, πρώτ' Ιαννουαρίου
και εορτή χαρμόσυνος τ' αγίου Βασιλείου.
Κάμνω λοιπόν αρχήν καλήν επαίνους να συνθέσω,
τον άγιον Βασίλειον δια να επαινέσω
να σας ειπώ τα θαύματα, που έδειξεν ατός του,
με του Θεού την δύναμην, που ήτον βοηθός του.
Παρά Θεού ο θαυμαστός ήτον πεφωτισμένος,
σπουδήν γραμμάτων έμπλεως,σοφίαν πλουτισμένος,
παρ' όλων εθαυμάζετον,που ήτον διδαγμένος.
Της Καισσαρείας γέννημαν, βλαστός Καππαδοκίας
και ποιητής και λατρευτής της θείας λειτουργίας
είχεν και το αξίωμαν της αρχιερωσύνης
εχθρός των ειδωλολατρών, φιλός της σωφροσύνης
άκρος εχθρός αιρετικών, προστάτης Ορθοδόξων,
διόκτης των Αρειανών ομού και κακαδόξων.
Αρχιερείς τον σεβονταί, παπάδες τον τιμώσιν,
οι άρχονταις και ο λαός σκύπτουν, τον προσκυνώσιν.
Τι να πολυλογώ λιπόν τα προτερήματά του;
Όλοι λοινώς ηξεύρετε τα κατορθώματά του
δίδομεν όμως είδησιν εις όλην την οικίαν,
ν' ακούσετε με προσοχήν και άλλην υμνωδίαν.
Αύριον είν' περιτομή, και ψάλλ' η εκκλησία
και προσκαλείσθε, άρχοντες, γέροντες και παιδία.
Ας δράμωμ' όλοι λοιπόν μ' ευλάβειαν και τάξιν,
τα φοβερά μυστήρια μέλλει να μας διδάξη.
Την σάρκαν περιτέμνεται εκών ο πλαστουργός μας,
ο βασιλεύς των ουρανών, Κύριος και Θεός μας,
και ως αυτός εθέλησεν, διά να τελειώση
τον νόμον τον μωσαϊκόν, πανσόφως να πληρώση.
Ιδού,όπου σας είπαμεν μ όλην την προθυμίαν
τον άγιον Βασίλειον, περιτομήν την θείαν,
και σας καληνικτύζομεν, πέσετε κοιμηθήτε,
ολίγον ύπνον πάρετε κι ευθύς να σηκωθήτε,
στην εκκλησίαν τρέξατε, με προθυμίαν μπήτε,
ν' ακούσετε με προσοχήν ολήν την υμνωδίαν
και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν,
τον άγιον Βασίλειον, περιτομήν την θέαν,
κι έπειτ' άμα γυρίσετε, πίσω στ' αρχοντικόν σας,
ευθύς τραπέζιν στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας
και τον σταυρόν σας κάμετε, γευθήτε, ευφρανθήτε,
δώστε και κανενός φτωχού, όστις να υστερήται,
ευχαριστήσατε κι εμάς, καθ' όσον ημπορείτε,
και μη λυπήσθε, άρχοντες, Βενέτικα φλωρία,
Ισπνικά κι Ολλανδικά, ότι ειν' φιλαργυρία
κι εμείς ευχαριστούμεθα εις την προαίρεσίν σας,
γνωρίζοντες την γνώμην σας ομού και θελησίν σας.

Εις πολλά τα έτη
Για τα παιδικά κυπριακά κάλαντα βλέπε ΕΔΩ


Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2007

ΜΑΝΑ: ΤΟΥ ΜΑΧΜΟΥΝΤ ΝΤΑΡΟΥΙΣ - MOTHER :BY MAHMOUD DARWISH - (OUMMI)الأم : محمود درويش

MANA

Νοσταλγώ το ψωμί της μάνας μου
τον καφέ της μάνας μου

το άγγιγμα της
οι μνήμες της παιδικής μου ηλικίας μεγαλώνουν
μέρα με τη μέρα
πρέπει να αγαπώ τη ζωή μου
στην ώρα του θανάτου μου
πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου.

Και εάν επιστρέψω μια μέρα
πάρε με ως πέπλο στα βλέφαρά σου
σκέπασε τα κόκαλά μου με τη χλόη που
ευλογήθηκε από τα βήματά σου
δέσε μας μαζί
με μια μπούκλα από τα μαλλιά σου
με μια κλωστή που κρεμάτε από το πίσω μέρος του
φορέματος σου
μπορεί να γίνω αθάνατος
να γίνω Θεός
εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου.

Ας επιστρέψω και κάνε με ξύλα για τη φωτιά σου
σχοινί για να απλώνεις τα ρούχα στη στέγη του σπιτιού σου
χωρίς την ευλογία σου
είμαι πολύ αδύνατος να σταθώ.

Μεγάλωσα πολύ
δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών
της παιδικής μου ηλικίας
έτσι ώστε εγώ
μαζί με τα χελιδόνια
να μπορούμε να ανιχνεύσουμε το μονοπάτι
πίσω στη φωλιά σου που περιμένει.

Μαχμούντ Νταρουίς - Μετάφραση NOCTOC


ΓΙΑ Ν’ΑΚOYΣΕΤΕ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ >Oummi

(Όταν η νέα ιστοσελίδα ανοίξει με τη δήλωση " this page is not found'', μη δώστε προσοχή, περιμένετε και το τραγούδι θα συνδεθεί με το realplayer σας)

Μουσική και τραγούδι: Μαρσέλ Χαλίφε


MOTHER

I long for my mother's bread
My mother's coffee
Her touch
Childhood memories grow up in me
Day after day
I must love my life
At the hour of my death
to be worth the tears of my mother.

And if I come back one day
Take me as a veil to your eyelashes
Cover my bones with the grass
Blessed by your footsteps
Bind us together
With a lock of your hair
With a thread that trails from the back of your dress
I might become immortal
Become a God
If I touch the depths of your heart.

If I come back
Use me as wood to feed your fire
As the clothesline on the roof of your house
Without your blessing
I am too weak to stand.

I am old
Give me back the star maps of childhood
So that I
Along with the swallows
Can chart the path
Back to your waiting nest.

By Mahmoud Darwish


TO LISTEN THE SONG PRESS HERE >Oummi

(When the new site opens up stating ''Page not found'', do not pay attention, wait and the song will be connected to your realplayer)

Music and song: Marcel Khalife



إلى أمي

أحنّ إلى خبز أمي
وقهوة أمي
ولمسة أمي..
وتكبر فيّ الطفولة
يوما على صدر يوم
وأعشق عمري لأني
إذا مُتّ
أخجل من دمع أمي!
*****
خذيني، إذا عدتُ يومًا
وشاحًا لهُدبكْ
وغطّي عظامي بعشب
تعمّد من طهر كعبكْ
وشدّي وثاقي..
بخصلة شعر..
بخيط يلوّح في ذيل ثوبكْ..
عساني أصير
إلها أصير..
إذا ما لمست قرارة قلبكْ!
*****
ضعيني، إذا ما رجعت
وقودا بتنور ناركْ..
وحبل غسيل على سطح دارك
لأني فقدت الوقوفَ
بدون صلاة نهاركْ
هرمت، فردّي نجوم الطفولة
حتى أشارك
صغار العصافيرِ
درب الرجوع..
لعُشِّ انتظاركْ!

محمود درويش;



للاستماع الى أغنية لكم الصحافة هنا>Oummi

(عندما يفتح موقع جديد ويكتب الصفحه غير موجودة ، من فضلك لا يولي الاهتمام ، عليك الانتظار والأغنية ستكون مرتبطة الى حسابك realplayer)

الموسيقى والأغنية :مارسيل خليفة

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ - THE BYZANTINE EL GRECO

Τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο τον διεκδικούν οι Ιταλοί και οι Ισπανοί, επειδή δήθεν εκεί διαμορφώθηκε ως καλλιτέχνης. Έτσι μερικοί από τους Ισπανούς μελετητές του τον θέλουν Ισπανό, τυπικό εκφραστή της ισπανικής ψυχής. Η θέση αυτή έβρισκε απήχηση όσο δεν είχε προχωρήσει επαρκώς η έρευνα των αρχειακών πηγών. Και επειδή από την αρχή, το μεγαλύτερο βάρος είχε δοθεί στην αναζήτηση αρχειακών στοιχείων στην Ισπανία, συνειδητά ή ασύνειδα οι μελετητές του αδιαφορούσαν για τα προηγούμενα στάδια της ζωής του, και ιδιαίτερα για την κρητική περίοδο. Αντίθετα προς αυτήν τη σχετική πρόοδο της γνώσης για την ισπανική περίοδο, σκοτάδι κάλυπτε τα πριν από αυτήν χρόνια. Το σκοτάδι αυτό σίγουρα ευνόησε την ανάπτυξη των θέσεων που προαναφέραμε, για την ισπανικότητα του ζωγράφου και τη συνειδητή ή ασύνειδη περιφρόνηση για τις άλλες περιόδους της ζωής του, ιδιαίτερα την κρητική. Για μερικούς μελετητές του ήταν αδιανόητο να παραδεχτούν ότι ο μεγάλος ζωγράφος τους μπορεί να είχε διαμορφωθεί στο ελάχιστο στην ξεπεσμένη και υποδουλωμένη στους Τούρκους Ελλάδα. Έτσι η κρητική και η ιταλική περίοδοι θεωρήθηκαν ότι αποτελούσαν ένα απλό στάδιο προετοιμασίας για την παραμονή του στην Ισπανία. Συστηματική αρχειακή έρευνα όμως Ελλήνων επιστημόνων, όπως ο Κωνσταντίνος Μερτζιος, η Μαρία Κωνσταντουδάκη και κυρίως ο Νίκος Παναγιωτάκης έριξε άπλετο φως στην κρητική περίοδό του ζωγράφου. Ο καθηγητής Νίκος Παναγιωτάκης ερευνόντας τα βενετικά αρχεία, έφερε στο φως πλήθος πληροφοριών για την καταγωγή του καλλιτέχνη, την οικογένειά του, το δόγμα του, τη μαθητεία του.
Χάρη σ' αυτούς μάθαμε ότι ο Γκρέκο γεννήθηκε στον Χάνδακα (το σημερινό Ηράκλειο) το 1541 από εύπορη αστική ορθόδοξη οικογένεια. Από άλλο αρχειακό τεκμήριο μαθαίνουμε τα ονόματα του πατέρα του, ήταν Γεώργιος, και του αδελφού του, Μανούσος. Σε αύτη τη τότε ανθούσα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά πόλη μεγάλωσε, ανδρώθηκε και διαμορφώθηκε πνευματικά ο ζωγράφος. Σπούδασε αρχαία ελληνικά και λατινικά, όπως μαρτυρεί και η πλούσια βιβλιοθήκη του στο Τολέδο. Εκεί, στο Χάνδακα, όπως σημειώνει ο Παναγιωτάκης, απέκτησε ο Γκρέκο ένας ιδιοφυής νεαρός, μια στέρεη ανθρωπιστική παιδεία, όπως την είχαν αποκτήσει την ίδια εποχή πολυάριθμοι Κρητικοί, που σταδιοδρόμησαν έπειτα στην Ιταλία και στην Ευρώπη. Ο Γκρέκο εργάστηκε στην Κρήτη με τον μεταβυζαντινό τρόπο ζωγραφικής και ήταν εκεί ένας μαΐστρος που έχαιρε εκτίμησης. Θυμίζουμε ότι το έργο του Θείον Πάθος, (εμφανίζεται πιο κάτω) μια βυζαντινή εικόνα, πουλήθηκε τον Δεκέμβριο του 1566 για 70 χρυσά δουκάτα. Τόσο άξιζαν την ίδια εποχή στη Βενετία τα έργα του Τισιανό και του Τιντορέτο. Για να δώσουμε αλλιώς το ποσό: τα έγγραφα αποκαλύπτουν ότι τόσα κέρδιζε μέσα σε ένα χρόνο ένας ειδικευμένος εργάτης στην πόλη του Χάνδακα.Ακόμα, από άλλα έγγρφα, μαθαίνουμε ότι η συνηθισμένη τιμή των πινάκων με θρησκευτικό θέμα στον Χάνδακα του 16ου αιώνα ήταν ήταν από ένα έως οκτώ δουκάτα, πολύ χαμηλότερη από αυτήν που εκτιμήθηκε ο πίνακας του Δομήνικου. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι ο ζωγράφος ήταν ήδη μεγάλος, σπουδαίος και ξεχωριστός, στα χρόνια της κρητικής περιόδου του. Εκείνο που τον ώθησε να φύγει από τη Κρήτη στα 26 χρόνια το 1567, ήταν πιθανόν η φιλοδοξία του να κατακτήσει ευρύτερο χώρο, την Ιταλία και την Ευρώπη. Σήμερα η τέχνη του έχει κατακτήσει όλον τον κόσμο.

Ο μεγάλος ζωγράφος δεν φαίνεται να βρήκε όμως καλή υποδοχή όταν πήγε στην Ισπανία και είχε αντιδικίες με τους πελάτες του, λόγω των ασυνήθιστων για την εποχή έντονων χρωμάτων στους πίνακές του, λόγω του είδους των θρησκευτικών θεμάτων που επέλεγε και λόγω του τρόπου που ζωγράφιζε τα πρόσωπα, αποστειρωμένα, ωχρά και με επιμήκη άκρα - προφανώς μια επιρροή από τη βυζαντινή εικονογραφία. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που ο Ελ Γκρέκο αντιδικούσε για πολλά χρόνια με τους πελάτες του, μέχρι να εισπράξει τις αμοιβές του. Έτσι από μια εποχή και μετά έπαψαν η βασιλική αυλή, οι οίκοι ευγενών και οι εύπορες οικογένειες να του αναθέτουν τη δημιουργία πορτρέτων τους.
Πέθανε στο Τολέδο σε ηλικία 73 ετών, μάλλον ξεχασμένος από τους σύγχρονούς του. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν γράφτηκαν από κριτικούς της ζωγραφικής και ομότεχνους τού ζωγράφου κυρίως απαξιωτικά σχόλια για το έργο του, όπως «κακογουστιά στην επιλογή των θρησκευτικών θεμάτων», «προφανή προβλήματα οράσεως», «ψυχοπάθεια» κ. ά., μέχρι που ο μεγάλος «ξένος» ξεχάστηκε ολοκληρωτικά. Στις αρχές του 20ου αιώνα ανακαλύφθηκε όμως ο Ελ Γκρέκο πάλι, όταν διαπιστώθηκε ότι τα έργα του περιείχαν στην επιλογή χρωμάτων και στην αφαίρεση, στοιχεία που είχαν αρχίσει να χαρακτηρίζονται στους καλλιτεχνικούς κύκλους ως η ουσία του εξπρεσιονισμού. Σήμερα αναγνωρίζεται ότι στα έργα τού Θεοτοκόπουλου γίνεται σύντηξη της βυζαντινής εικονογραφίας και της βενετσιάνικης αναγεννησιακής τέχνης, με φιγούρες που είναι μεν ρεαλιστικές, αλλά προβάλλουν ταυτόχρονα ένα μυστικισμό.

Dominikos Theotokopoulos (El Greco) is claimed by the Italians and the Spaniards, because supposedly it was there that he was shaped as an artist. Thus some of his Spanish researchers want him to be Spanish, a formal representative of the Spanish soul.This position found ground as long as advanced sufficient research of archival sources had not been made. Also because from the beginning, the bigger weight had been given in the search of archival sources in Spain, consciously or unconsciously his researchers were indeferent to the previous stages of his life, and particularly to the Cretan period .On the contrary to this relative progress of knowledge for the Spanish period, darkness covered the years of his life before. This darkness surely encouraged the growth of thought that was mentioned before, about the Spanishness of the artist and the conscious or unconscious scorn for the other periods of his life, particularly the Cretan. For certain of his researchers it was unthinkable for them to admit that their big artist could have been shaped in the minimal in their underestimated and Turkish enslaved Greece. Thus the Cretan and Italian periods were considered that they constituted a simple stage of preparation for his stay in Spain. However, systematic archival research by Greek scientists, such as Konstantinos Mertzios, Maria Constantoudaki and mainly Nikos Panagiotakis threw much light in the Cretan period of the artist. Professor Nikos Panagiotakis on researching the Venetian files (Crete was under Venetian rule at el-Greco's time), brought into light much information about the origin of the artist, his family, his faith, and his apprenticeship. Thanks to them, we learn that El Greco was born in the town of Handakas (modern Herakleon) in 1541 into an affluent urban Orthodox family. From other archival evidence we learn the names of his father, Georgios, and his brother, Manousos. In the then economically, socially and culturally thriving city, he grew into manhood and it was there that the artist was shaped intellectually. He studied ancient Greek and Latin, as the rich library of Toledo testifies . There, in the city of Handakas, as Panagiotakis states, El Greco, a genius young man, acquired a solid humanistic education, as had many Cretans acquired the same education during that period,who later found carriers in Italy and the rest of Europe. El Greco worked in Crete with the post Byzantine way of painting and he was a mistral there who enjoyed an esteemed aristic and social position. It should be reminded that his work "Divine Passion" (shown above), a post Byzantine icon, was sold in December 1566 for 70 golden duchies. The works of Tiziano and Tintoretto in Venice were sold for the same price during the same period. In order to explain the sum more precisely: documents reveal that the same sum was gained in one year by skilled workers in the city of Handakas. Still, from other papers, we learn that the usual price of icons with a religious subject in Handakas of the 16th century was around eight duchies, much lower than the one that was estimated for the icon of El Greco. This prove shows that the painter was already great, important and special, in the years of his Cretan period. What prompted him to leave Crete at the age of 26 in 1567, is likely his ambition to conquer a wider artistic space in Italy and Europe. Today his art has conquered all the world. However the great painter did not appear to have found a good reception when he went to Spain and had litigations with his customers, due to the reason of using extraordinary intense colours in his subjects which was not accepted during that period,also because of the type of religious subjects which he had chosen and because of the way he painted persons, narrow, ochre and with elongated extremities - obviously an influence from Byzantine iconography. Perhaps this is also the reason that El Greco went to court for a lot of years with his customers, in order to collect his wages. Thus from a period and afterwards the royal court, the noble houses and the affluent families,ceased to assign to him the creation of their portraits. He died in Toledo at the age of 73 , rather forgotten from his contemporaries .In the decades that followed critics of painting and colleague painters wrote mainly demeaning comments about his work, as "being of bad taste in the choice of religious subjects", "obvious problems of sight", "Psychopath " e.c.t., until the great "foreigner" was forgotten completely. In the beginning of the 20th century however,El-Greco was discovered again, when it was realized that his work contained in the choice of colours and in the abstraction, elements that had begun to be characterized in the artistic circles as the substance of expressionism. Today it is recognized that in the work of E-Greco there is a fusion of Byzantine iconography and Venetian renaissance art, with figures which are realistic, but contain simultaneously a mysticism.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

ΣΑΡΟΝ: ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΣΤΟ ΙΡΑΝ ΟΠΟΥ ΟΜΙΛΕΙΤΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ - SAROO: THE GREEK SPEAKING VILLAGE OF IRAN

Ταξιδευώντας στο Ιράν, συνάντησα κάπιον που επάνω που άκουσε ότι ήμουν Έλληνας, μου είπε την ακόλουθη συναρπαστική ιστορία. Στο Ιράν, στα βουνά κοντά στη Περσέπολη, υπάρχει ένα χωριό αποκαλούμενο Σάροο (Σάρον), όπου οι άνθρωποι μιλούν Ελληνικά μέχρι σήμερα. Μου είπε ότι επισκέφτηκε το χωριό ο ίδιος και άκουσε τους ανθρώπους εκεί να μιλάνε την Ελληνική γλώσσα.
Η εξήγησή του ήταν ότι μετά που ο Αλέξανδρος επέστρεψε από τις Ινδίες, και αφού έκαψε την Περσέπολη, μερικοί από τους στρατιώτες του παρέμειναν πίσω και δημιούργισαν εκεί μιά αποικία ονόματι Σάρον. Αυτή η αποικία είναι σήμερα το χωριό Σάροο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η λέξη σάρον είναι αρχαία Ελληνική λέξη που σημαίνει σκούπα. Η λέξη σαρκά είναι παράγωγο της λέξης σάρον και χρησιμοποιείται στην Κύπρο μέχρι σημέρα και σημαίνει σκούπα. Το δε ρήμα ‘‘σαρώ’’ στη Κυπριακή διάλεκτο σημαίνει ‘‘σκουπίζω’’. Δεν είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ το χωριό ο ίδιος, αλλά εάν αυτά που λέει ο φίλος μου στο Ιράν είναι αλήθεια, τότε αυτό θα ήταν ένα νέο έδαφος για τους γλωσσολόγους της Ελληνικής γλώσσας που ανακαλύπτετε, και ένας καινούριος τόπος για μακρινούς χαμένους Έλληνες να βρεθούν.

While traveling in Iran, I met a man who upon hearing that I was Greek, he told me the following fascinating story. In Iran, in the mountains near Persepolis, there is a village called Saroo (Saron),where people speak Greek to the present day. He told me that he visited the village himself and heard the people there speaking Greek. His explanation was that after Alexander came back from India,and having burned down Persepolis, some of his soldiers remained back and formed a settlement there by the name of Saron. This settlement is the present day village of Saroo. It should be noted that Saroo is an ancient Greek word which is a derivative of the word saron meaning a broom. The word sarka which derives from the word saron, is used in Cyprus to the present day and it means a broom. The verb word ‘‘saro’’ in the Greek Cypriot dialect means ‘‘ I am sweeping’’. I did not have the opportunity to visit the village myself, but if what my friend in Iran says is true, then it would be a new ground for linguists of the Greek language to discover, and a new place for long lost Greeks to be found.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΠΕΡΣΗΣ - SAINT JACOB THE PERSIAN-سانت جاكوب الفارسي

Ο Άγιος Ιάκωβος ο Πέρσης έζησε περί τα τέλη του 4ου αιώνα με αρχές του 5ου αιώνα (395-421 μ.Χ.) στη Περσική πόλη Βηθλαβά, στη χώρα των Eλουζησίων. Ήταν έντιμος και περίφανος, και πολύ τιμώμενος και αγαπώμενος από τον Iσδιγέρδη βασιλέα των Περσών. Έτσι από την πολλή φιλία και αγάπη, πού είχαν ο βασιλέας και ο ιυός του Βαχάμ προς αυτόν, απαρνήθηκε τον Χριστιανισμό, και εδέχθη την αγάπη και φιλία του βασιλέως. Η μετέρα του και η γυναίκα του τον απέγραψαν διότι επροτίμισε την αγάπη του βασιλέα παρά αυτή του Χριστού. Αργότερα όμως μετά το θάνατο του Ισδιγέρδη μετανόησε και επανήλθε στην αρχική του θρησκεία και σταμάτησε να πηγαίνει στο παλάτι. Για το λόγο αυτό και παρά τη προηγούμενη φιλία με τον Ισδιγέρδη, ο υιός του και νέος βασιλίας της Περσίας Βαχάμ V πιθανώς εκλαμβάνοντας το γεγονός ως διακοπή της αφοσίωσής προς το πρόσωπό του, διάταξε το θάνατό του δια τεμαχισμού.

Η μνήμη του τιμάται στις 27 Νοεμβίου.

Saint Jacob(James) the Persian lived around the end of the 4th century and the beginning of the 5th century A.D. (395-421) at the Persian city of Veethiavan, situated in the land of Elouzeesion . He was a great favorite of King Yezdigerd I and his son Bahram. So much did Yezdigerd I and his son Bahram love James, that they did not wish to be separated even one hour from him. When this king began to persecute Christians, James did not have the courage to confess his faith. He was afraid of losing the king's love and friendship. So he gave up his faith.James' wife and mother were broken-hearted and disowned him because he preferred the King's love instead of that of Christ. Later however, when King Yezdigerd I died he stopped going to the palace and converted back to Christianity. The new king BahramV, the son of Yezdigerd I, accused him of being ungrateful for all the honors he and his father, King Yezdigerd, had given him, possibly taking his return to Christianity as a cutting off of his devotion to the king's person. The King ordered that he was cut into pieces tortured and killed.

His memory is celebrated on November 27

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΟΙ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΕΧΝΗ - THE THREE WISE MEN IN BYZANTINE ART

Οι ‘‘Τρεις Μάγοι’’ από την Περσία στο δρόμο τους επιδιώκουν την αλήθεια, που καθοδηγούνται από ένα αστέρι. Η εικόνα απεικονίζει το χέρι του Θεού με το αστέρι, που υπογραμμίζει το γεγονός ότι αυτοί οι άνδρες καθοδηγούνται από τον Θεό τον ίδιο. Το φως υπονοεί ότι θα είναι απαλλαγμένοι από το σκοτάδι και θα λατρέψουν το δημιουργό των όλων. (Κύπρος, 15ος αιώνας).

The three "wise men" from Persia on their way to seek the Truth, guided by a star. The icon depicts the hand of God with the star, emphasizing the fact that these men are guided by God Himself. The light implies that they will be free from the darkness and will worship the Creator of Everything. (Cyprus, 15th century).



Το ταξίδι των τριών Μάγων 1315 - 1320, ψηφιδωτό στη Μονή της Χώρας, Κωνσταντινούπολης. Ο ένας εκ των τριών Μάγων φαίνεται να δείχνει ένα ουράνιο σημάδι στους δύο συν-ταξιδιώτες του, οι οποίοι φαίνεται να επιδιώκουν μέσα στο βλέμμα των άλλων, την επιβεβαίωση του οράματος.

The voyage of the three wise men 1315 - 1320, mosaic in the Monastery of Chora Constantinople (Istanbul). One of the three Wise men seems to show a heavenly sign to his two co-travelers, who seem to seek, the one in the look of other, the confirmation of the vision.

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

ΤΑ ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ - THE CHRISTMAS CAROLS OF CYPRUS

Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πώ στ’ αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει,
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίσις όλη.
Εν το σπηλαίω τίκτεται, εν φάντη των αλόγων
ο βασιλεύς των ουρανών και ποιητής των όλων.
Πλήθος αγγέλων ψάλλουσιν το «δόξα εν υψίστοις»,
και τούτου άξιον εστίν η των ποιμένων πίστις.
Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα,
άστρον λαμπρόν τους οδηγεί, χωρίς να λείψει ώρα.
Φθάσαντες εις Ιερουσαλήμ, με πόθον ερωτώσιν,
που εγεννήθην ο Χριστός, να παν να τον ευρώσιν.
Διά Χριστόν ως άκουσεν ο βασιλεύς Ηρώδης,
αμέσως εταράχθηκεν κι έγινεν θηριώδης,
ότι πολλά φοβήθηκεν δια την βασιλείαν
μην του την πάρη ο Χριστός και χάση την αξίαν.
Κράζει τους μάγους και ερωτά που ο Χριστός γεννάται,
«εις Βηθλεέμ εξεύρομεν, ως η Γραφή δηγάται».
Τους είπεν να υπάγωσιν και, όπου να τον ευρώσιν,
αφού τον προσκυνήσωσιν, να παν να του ειπώσιν,
όπως υπάγει και αυτός, για να τον προσκυνήση,
με δόλον ο μισόθεος, γαι να τον αφανίση.
Βγαίννουν οι μάγοι, τρέχοντες, και τον αστέραν βλέπουν,
φως θεϊκόν κατέβαιννεν και με χαράν προστρέχουν.
Εν τω σπηλαίω έρχονται, βρίσκουν την Θεοτόκον,
κι εβάσταν στας αγκάλας της τον άγιον της τόκον.
Γονατιστοί τον προσκυνούν και δώρα του χαρίζουν,
σμύρναν, χρυσόν και λίβανον, Θεόν τον ευφημίζουν
την σμύρναν μεν ως άνθρωπον, χρυσόν ως βασιλέαν,
τον λίβανον σε ως Θεόν σ' όλην την ατμοσφαίραν.
Αφού τον επροσκύνησαν, ευθύς πάλιν μισεύβουν
και τον Ηρώδην μελετούν, να πάγουν γαι να εύρουν,
πλην άγγελος εξ ουρανού βγαίννει, τους εμποδίζει,
άλλην οδόν να πορευθούν αυτός τους διορίζει.
Και πάλιν άλλος άγγελος τον Ιωσήφ προστάζει
εις Αίγυπτον να πορευθή και εκεί να ησυχάζη,
να πάρη και την Μαριάμ ομού και τον υιόν της,
οτ’ ο Ηρώδης τον ζητεί τον τόκον τον δικόν της.
Μη βλέπων δε ο βασιλεύς τους μάγους να γυρίσουν,
εις Βηθλεέμ επρόσταξεν παιδίν να μην αφήσουν,
όσα παιδία εύρωσιν δύο χρονών και κάτω
όλα να τα περάσωσιν ευθύς απ’ τα σπαθιά των.
Χιλιάδες δεκατέσσαρες σφάζουν εις μίαν ημέραν,
θρήνον, κλαθμόν και οδυρμόν είχεν κάθε μητέρα,
και επληρώθην το ρηθέν προφήτου Ησαΐου,
μετά των άλλων προφητών και του Ιερεμίου,
«φωνή ηκούσθη εν Ραμά, Ραχήλ τα τέκνα κλαίει,
παραμυθήν ουκ ήθελεν, ότι αυτά ουκ έχει».
Ιδού όπου σας είπομεν όλην την υμνωδίαν,
του Ιησού μας του Χριστού γέννησιν την αγίαν,
και σας καλονυκτίζομεν, πέσετε, κοιμηθήτε,
ολίγον ύπνον πάρετε κι ευθύς να συκωθήτε,
και βάλετε τα ρούχα σας, έμορφα ενδυθήτε,
στην εκκλησίαν τρέξατε, με προθυμίαν μπήτε,
ν’ ακούσετε με προσοχήν ολήν την υμνωδίαν
και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν
κι έπειτ’ άμα γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας,
ευθύς τραπέζιν στρώσατε, βάλτε το φαγητόν σας
και τον σταυρόν σας κάμετε, γευθήτε, ευφρανθήτε,
δότε και κανενός φτωχού, όστις να υστερήται.
Δότε κι εμάς τον κόπον μας ότ’ είναι ορισμός σας,
και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.
Χρόνους πολλούς να χαίρεσθε, πάντα ευτυχισμένοι,
και στο κορμίν και στην ψυχήν να είσθε πλουμισμένοι.

Είς πολλά τα έτη

Για τα κυπριακά παιδικά κάλαντα βλέπε εδώ

ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΣ: ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ - CAPTAIN ICONOGRAPHER: BY PHOTIS KONTOGLOU



ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ Χριστούγεννα, στὰ 1864, ἔκανε μεγάλη φουρτούνα μὲ χιονιά. Στ’ἀγριεμένο πέλαγο δὲν φαινότανε πουθενὰ πανί. Μοναχὰ ἕνα μικρὸ καΐκι πάλευε μὲ τὸ χάρο ἀνοιχτὰ ἀπὸ τὴν Τῆνο. Ἤτανε ἑνὸς καπετὰν Γιώργη ἀπὸ τὴ Νάξο, φορτωμένο κρασιὰ ἀπὸ τὴ Σαντορίνη. Ὅλη τὴ μέρα ἀγαντάριζε στὸν ἀγέρα, μὰ σὰν σκοτείνιασε, ὁ βοριὰς σκύλιαξε κ' ἔσπασε τ’ ἄρμπουρο, ἔβγαλε καὶ τὸ τιμόνι ἀπὸ τὰ βελόνια. Οἱ ἄνθρωποι προφτάξανε καὶ ρίξανε τὴ βάρκα στὴ θάλασσα καὶ μπήκανε μέσα. Δὲν εἴχανε ἀλαργάρει ὥς μιὰ τουφεκιὰ τόπο, καὶ βούλιαξε τὸ καΐκι. Τὴ βάρκα τὴν ἅρπαξε τὸ μπουρίνι καὶ τὴν πήγαινε ὅπου ἤθελε μέσα στὴν πίσσα τῆς νύχτας. Οἱ τρεῖς νοματέοι ποὺ βρισκόντανε μέσα, ἤτανε ὁ καπετὰν Γιώργης κι' ἄλλοι δυὸ γεμιτζῆδες, σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση, βρεμένοι μέχρι κόκκαλο μὲ κεῖνον τὸν χιονιά, πουντιασμένοι ἀπὸ τὸ τάντανο, δίχως καμμιὰν ἐλπίδα πὼς θὰ γλυτώνανε. Πιάσανε καὶ κλαίγανε σὰν τὰ μωρά, καὶ τάξανε κ' οἱ τρεῖς νὰ πᾶνε νὰ καλογερέψουνε, ἂν λάχαινε νὰ γλυτώσουνε. Κι’ ὁ Θεὸς ἄκουσε τὶς φωνὲς ποὺ τὸν παρακαλούσανε γιατί βγαίνανε σὰν τοῦ Ἰωνᾶ μέσα ἀπὸ καρδιὲς ἀπελπισμένες, καὶ κεῖ ποὺ δὲν ξέρανε ποῦ βρισκόντανε, σὰν ξημέρωσε, εἴδανε πὼς ὁ καιρὸς καλωσύνεψε ἀνέλπιστα, καὶ πὼς βρισκόντανε κοντὰ στὴ Σύρα. Ἤβγανε γεροὶ ὄξω καὶ τοὺς μαζέψανε κάτι ψαράδες, δὲν ἀρρώστησε κανένας. Καθίσανὲ δυὸ τρεῖς μέρες στὴ Σῦρα, κ' εἴπανε πὼς ἒχουνε χρέος νὰ κάνουνε τὸ τάξιμό τους. Πουλήσανε τὴ βάρκα, καὶ μὲ κεῖνα τὰ λεφτὰ μπαρκάρανε, καὶ πήγανε ἴσια στ' Ἅγιον Ὄρος καὶ γινήκανε κ' οἱ τρεῖς καλογέροι, δίχως νὰ εἰδοποιήσουνε τὰ σπίτια τους πὼς γλυτώσανε, ἀφοῦ εἴπανε πὼς εἶναι πιὰ πεθαμένοι γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ καπετὰν Γιώργης πῆγε κι' ἀσκήτεψε στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας, κ' ἒφταξε σὲ μεγάλα μέτρα, μὲ προσευχή, μὲ νηστεία καὶ μὲ σκληρὴ κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ, τόσο, ποὺ ξακούστηκε ἡ ἁγιοσύνη του σ' ὅλὸ τὸ Ὄρος. Ἔμαθε καὶ τὴν τέχνη κοντὰ σ’ ἕναν γέροντα μάστορα, κ' ἒγινε σπουδαῖος ἁγιογράφος. Ἡ γυναῖκα του τὸν εἶχε γιὰ πνιγμένον κ' ἔκανε κάθε χρόνο τὰ κόλυβά του. Δὲν ἒμαθὲ πὼς γλύτωσε καὶ πὼς καλογέρεψε ὁ ἄντρας της. Μαυροφόρεσε αὐτὴ καὶ τὰ δυὸ παιδιὰ της τὰ πιὸ μεγάλα, γιατί τὸ μικρὸ ἤτανε μωρὸ βυζανιάρικο. Κι' ὁ καπετὰν Γιώργης, ποὺ γίνηκε Πάτερ Γεράσιμος, δὲν θέλησε νὰ μάθει τίποτα γιὰ τὸ σπίτι του, μὴν τύχει καὶ τὸν νικήσει ἡ ἀγάπη τῶν παιδιῶν του. Ἀλλὰ σὰν περάσανε δυὸ τρία χρόνια, δυνάμωσε ἡ ψυχή του μὲ τὴ θεία χάρη κ' ἤθελε νὰ βγεῖ γιὰ λίγον καιρὸ ἀπὸ τὸ Ὄρος, ὅπως βγαίνανε κι' ἄλλοι πατέρες γιὰ ἐλέη, καὶ νὰ πάγει στὴ Νάξο νὰ δεῖ τὰ παιδιὰ του καὶ τὴ γυναῖκα του, δίχως νὰ φανερωθεῖ. Μάλιστα, σὰν διάβασε τὸ συναξάρι τ' ἅγιου Γιάννη τοῦ Καλυβίτη, ποὺ ἤτανε μοναχογυιὸς κι’ ἀρχοντόπουλο, καὶ πῆγε κρυφὰ καὶ καλογέρεψε, καὶ γιὰ νὰ πονέσει ἀκόμα πιὸ πολὺ ἡ καρδιά του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πῆγε στὸ πατρικὸ τὸ σπίτι του κ' ἔκανε τὸν ὑπηρέτη δίχως νὰ τὸν ξέρουνε οἱ γονιοί του, κι' ἔτσι παράδωσε τὸ πνεῦμα του στὸ Θεό, σὰν διάβασε λοιπὸν ὁ πάτερ Γεράσιμος τούτη τὴ συγκινητικὴ τὴν ἱστορία, ἀποφάσισε σίγουρα νὰ πάγει στὴ Νάξο. Πῆρε λοιπὸν τὴν εὐχὴ ἀπὸ τὸν γέροντά του, καὶ μπῆκε σ' ἕνα καΐκι καὶ τὸν ἔβγαλε στὴν Πάρο. Ἐκεῖ κάθισε κανένα μῆνα, κ' ἐπειδὴς εἶχε πάρει μαζί του καὶ τὰ σύνεργα τῆς ζωγραφικῆς, ζωγράφισε καὶ καμπόσα εἰκονίσματα ποὺ τοῦ παραγγείλανε. Καὶ τόση ἤτανε ἡ εὐλάβειά του κ' ἡ σεβασμιότητα ποὺ εἶχε τὸ παρουσιαστικό του, ποὺ ξακούστηκε στὰ γύρωθε νησιὰ πὼς τὰ εἰκονίσματα ποὺ ζωγράφιζε ἤτανε «ἔθαρμα» , γιατί δὲν ἔτρωγε λάδι παρὰ ἔβαζε μονάχα λίγο, μὲ τοῦ φτεροῦ τὴν ἄκρη, στὸ φαγητό του τὴν Κυριακὴ ποὺ δὲν δούλευε, κ' ἔτρωγε καὶ τὸ ψωμὶ μὲ μέτρο, καὶ τὸ νερὸ ἀκόμα ποὔπινε. Τὰ γόνατά του ἤτανε πληγωμένα ἀπὸ τὶς μετάνοιες ποὺ ἔκανε ὅλη τὴ νύχτα, κι' ὁ ὕπνος του ἤτανε μοναχὰ μιὰ δυὸ ὧρες, καὶ τὸν ἔπαιρνε καθιστὸς ἀπάνω στὸ σεντοῦκι ποὖχε τὰ ἐργαλεῖα του, εἴτε πλαγιαστὸς ἀπάνω στὸ χῶμα. Κι' ἀπὸ τὰ λιγοστὰ λεφτουδάκια ποὺ ἔπαιρνε γιὰ τὰ κονίσματα ποὺ ἔκανε, γιὰ τὴ συντήρησή του ξόδευε τὰ πιὸ λίγα, καὶ τ’ἄλλα τἄδινε κρυφὰ στοὺς φτωχούς.
Πήγανε λοιπὸν ἀπὸ τὴ Νάξο δυὸ τρεῖς εὐλαβεῖς χριστιανοὶ καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ πάγει καὶ στὸ νησί τους. Καὶ δὲν τὸν γνωρίσανε, γιατὶ εἶχε ἀλλάξει ὁλότελα τὸ πρόσωπό του ἀπὸ τὰ γένεια κι' ἀπὸ τὰ μαλλιὰ κι’ ἀπὸ τὴ μεγάλη ἐγκράτεια, καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ἁγιοσύνη. Καὶ κεῖνος χάρηκε πολύ, καὶ σὰν βρέθηκε μοναχός του ἔκλαψε καὶ φχαρίστησε τὸν Θεό, γιατί ἤτανε φανερὸ πὼς θέλημά του ἤτανε νὰ πάγει στὴν πατρίδα του νὰ δοκιμαστεῖ ἡ πίστη του «ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ».
Βγῆκε λοιπὸν στὴ Νάξο, ἕξη χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ γίνηκε καλόγερας. Οἱ θεοφοβούμενοι χριστιανοὶ κατεβήκανε καὶ τὸν πήρανε ἀπὸ τὴ βάρκα, κι' ὁ καθένας ἤθελε νὰ τὸν πάρει στὸ σπίτι του, γιὰ νἄχει τὴν εὐλογία του. Πλὴν ὁ Χριστὸς ἔδειξε πάλι πὼς τὸν θεωροῦσε στερεὸν στὴν πίστη του καὶ ἤρθανε τὰ πράγματα τέτοιας λογῆς, ὥστε νὰ τὸν βάλουνε οἱ πιτρόποι τῆς ἐκκλησίας σ' ἕνα κελλὶ ποὺ ἤτανε ἀντίκρυ στὸ σπίτι του. Δὲν περάσανε δυὸ τρεῖς μέρες καὶ πῆρε παραγγελιὰ νὰ ζωγραφίσει κάμποσες εἰκόνες, κ' ἔπιασε καὶ δούλευε. Τὴ μέρα ἤτανε κλεισμένος στὸ κελλί του καὶ δὲν κύταξε καθόλου ἀπὸ τὸ παράθυρο. Μοναχὰ τὴ νύχτα, σὰν ἀνάβανε τὴ λάμπα στὸ σπίτι του, καθότανε στὰ σκοτεινὰ δίχως νὰ τὸν βλέπουνε, καὶ κύτταζε μέσα τὴ χήρα τὴ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του μαυροντυμένα, ποὺ καθόντανε στὸ τραπέζι γιὰ νὰ φᾶνε. Τότες τρέχανε σὰν βρύσες τὰ μάτια του, κ' ἔπεφτε σὲ προσευχὴ καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν βαστάξει μὲ τὸ δυνατὸ χέρι του γιὰ νὰ μὴν λυγίσει, ὥστε νὰ βγάλει πέρα τοῦτον τὸν μεγάλον ἀγῶνα ποὺ ἤτανε παραπάνω ἀπ' ὅσο μπορεῖ νὰ ἀντέξει ἄνθρωπος. Γονάτιζε, κ' ἔκλαιγε γονατιστός. Ἔλεγε τὸ ψαλτῆρι κ' ἡ καρδιά του σὰ νἄθελε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ στῆθος του, σὰν περιστέρι νὰ πετάξει. Ποῦ νὰ πετάξει; στὸ σπίτι του ἢ στὸ Θεό, ποὺ εἶπε «ὅποιος ἀγαπᾶ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ παιδιὰ περισσότερο ἀπὸ ἐμένα, αὐτὸς δὲν εἶναι ἄξιός μου; Κ’ ἔλεγε μὲ κλάψιμο: «Ἕως τίνος θήσομαι ὀδύνας ἐν τῇ καρδίᾳ μου, ἡμέρας καὶ νυκτός; Ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, Κύριος ὁ Θεός μου. Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου: Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν. Κύριε, ἐν σοὶ ρυσθήσομαι ἀπὸ πειρατηρίου, καὶ ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος. Σύ μου εἴ καταφυγὴ ἀπὸ θλίψεως τῆς περιεχούσης με. Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπό σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. Πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ' ἐμὲ διῆλθον. Τὶς δώσει μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς, καὶ πετασθήσομαι, καὶ καταπαύσω; Ὁ Θεός, τὴν ζωήν μου ἐξήγγειλά σοι, ἔθου τὰ δάκρυά μου ἐνώπιόν σου. Ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι. "Οτι ἐρρύσω τὴν ψυχήν μου ἐκ τοῦ θανάτου, τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων, τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος. Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν με ἐπὶ τὸν Θεόν μου». Κι' ἀπὸ τὸν πολὺν ἀγῶνα τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος κατὰ τὰ ξημερώματα. Κι' ἄνοιγε τὰ μάτια του κ' ἔβλεπε τὴ μέρα ποὺ γλυκοχάραζε καὶ στάλαζε εἰρήνη στὴν καρδιά του, σὰν νἄτανε ἄλλος ἄνθρωπος. Ἔβαζε μὲ τὸν νοῦ του τὸ θρῆνο ποὺ ἔκανε τὴ νύχτα, κ' ἔλεγε μὲ σιγανὴ φωνή: «Τὸ ἑσπέρας αὐλισθήσεται κλαυθμός, καὶ εἰς τὸ πρωὶ ἀγαλλίασις. Κύριος ἐγεννήθη βοηθός μου. Ἔστρεψας τὸν κοπετόν μου εἰς χαρὰν ἐμοί• διέρρηξας τὸν σάκκον μου καὶ περιέζωσάς με εὐφροσύνην». Ἔτσι περνούσανε οἱ μέρες. Καὶ δυνάμωνε ἡ ψυχή του, τόσο, ποὺ ἀποροῦσε καὶ δόξαζε τὸν Θεό. Γιατί ἔφταξε νὰ καλημερίζει τ' ἀγοράκι του ποὺ ἔβγαινε τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ σπίτι του νὰ πάγει νὰ δουλέψει σ' ἕνα τσαγκαράδικο, καὶ τὸ μικρὸ τὸ κοριτσάκι του ποὺ ἤτανε βυζανιάρικο τὸν καιρὸ ποὺ θαλασσοπνίγηκε, πήγαινε κάθε τόσο στὸ κελλί του καὶ τοῦ φιλοῦσε τὸ χέρι καὶ κουβεντιάζανε μαζί. Ἤτανε τότε ὡς ἕξη χρονῶν καὶ τὸ λέγανε Καλλιοπίτσα. Πήγαινε λοιπὸν ἡ Καλλιοπίτσα, στὸν παποῦ, καὶ τοὔδινε κρύο νερὸ ἀπὸ τὴ στέρνα, καὶ σαπούνιζε καὶ τὶς βροῦτσες ποὺ ζωγράφιζε, καὶ δὲν ἤθελε νὰ φύγει ἀπὸ κοντά, σὰ νἄνοιωθε πὼς τὴν τραβοῦσε τὸ αἷμα. Καὶ κεῖ ποὺ μιλούσανε, ὧρες ὧρες γύριζε ὁ Πάτερ Γεράσιμος τὸ πρόσωπό του καὶ σφούγγιζε τὰ μάτια του, κ' ἔλεγε πάλι: «Κτηνώδης ἐγενήθην παρὰ σοί• κἀγὼ διαπαντὸς μετὰ σοῦ, ἤγουν: «Σὰν τ' ἀναίσθητο τὸ ζῶο γίνηκα γιὰ σένα, Θεέ μου, μὰ ἐγὼ παντοτινὰ εἶμαι μαζί σου».
Μιὰ μέρα χτύπησε ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, καὶ σὰν ἄνοιξε, βλέπει μπροστά του τὴ γυναῖκα του. Καὶ σὰν νἄτανε ἀπὸ πέτρα κι' ὄχι ἄνθρωπος μὲ κορμί, δὲν ἀπόδειξε τίποτα, κι' οὔτε ταράχτηκε στὸ παραμικρό. Καὶ κείνη δὲν τὸν γνώρισε ὁλότελα, καὶ τοῦ λέγει: «Καλὴ μέρα, γέροντα», καὶ φίλησε τὸ χέρι του. Καὶ κεῖνος τῆς λέγει: «Ὁ Θεὸς νὰ σὲ εὐλογεῖ, τέκνο μου». Καὶ σὰν μπήκανε μέσα, κάθισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος στὸ σκαμνί του, καὶ κείνη κάθισε ντροπαλὴ καὶ πικραμένη στὸ σεντοῦκι. Καὶ θέλοντας νὰ μιλήσει ἡ κακομοῖρα δάκρυσε. Ἡ γυναῖκα ποὺ δὲν τὸν γνώρισε τὸν ἄντρα της, δάκρυσε, καὶ κεῖνος ποὺ τὴ γνώρισε, δὲν δάκρυσε, μήτε ταράχτηκε, μήτε τίποτα ἀπόδειξε, παρὰ καθότανε μὲ χαροποιὸ πρόσωπο, σὰν τοὺς μάρτυρες τὴν ὥρα ποὺ τοὺς καίγανε καὶ ποὺ ξεσκίζανε τὰ κορμιά τους. Λέγει του ἡ γυναίκα δακρυσμένη: «Ἦρθα, γέροντα νὰ σὲ παρακαλέσω νὰ μοῦ φτιάξεις μιὰν εἰκόνα τ' ἅγιου Γιώργη, σὲ μνημόσυνο τοῦ μακαρίτη τ’ἀντρός μου, ποὺ πνίγηκε ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα πρὶν ἀπὸ ἕξη χρόνια». «Μετὰ χαρᾶς», λέγει ὁ καλόγερας. «Βοήθεια σου. Μὰ δὲν εἶναι καλὸ νὰ κλαῖς, γιατί βαραίνεις τὴν ψυχή του. Εἶσαι χήρα γυναῖκα, δὲν θέλω τίποτα γιὰ τὸν κόπο μου». Ἡ γυναίκα τοὔκανε μετάνοια κ' ἔφυγε. Τὴν ἄλλη μέρα πρωὶ πρωὶ ὁ Πάτερ Γεράσιμος ἔβαλε μπροστὰ τὴν εἰκόνα. Ὅσον καιρὸ τὴ δούλευε, τὰ μάτια του τρέχανε σὰν βρύσες, οἱ μπογιὲς μὲ τὰ δάκρυα ἤτανε ζυμωμένες. Στὸ ἀπάνω μέρος ζωγράφισε τὸν ἅγιο Γιώργη ἁρματωμένον καὶ θλιμμένον καβάλλα στ' ἄλογο, κι' ἀπὸ κάτω τὸ θεριὸ λαβωμένο ἀπὸ τὸ κοντάρι του, κ' ἡ βασιλοπούλα κύτταζε τρομαγμένη κ' ἔμοιαζε τὴν Καλλιοπίτσα. Καὶ στὸ κάτω μέρος χώρισε ἕνα μέρος, καὶ ζωγράφισε ἕνα καράβι ποὺ βούλιαζε, καὶ τρεῖς ναῦτες ποὺ θαλασσοπαλεύανε μέσα στ' ἄγρια τὰ κύματα, κ' ἔγραψε: «Τὸ ναυάγιον». Καὶ σὲ μιὰ γωνιὰ ἔγραψε πάλι τοῦτα τὰ λόγια: «Ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Γεωργίου Ἀντρῆ ὅν περ κατέπιε ὑδατόστρωτος τάφος, ἐν ἔτει 1864, μηνὶ Δεκεμβρίῳ 25». Κι' ἀπὸ κάτω ἔγραψε «Διὰ χειρὸς Γερασίμου μοναχοῦ του ἁμαρτωλοῦ. Ἔτους 1870».
Ὕστερα ἀπὸ κανέναν μῆνα, ὁ Πάτερ Γεράσιμος μίσεψε ἀπὸ τὴ Νάξο γιὰ νὰ γυρίσει στὸ Ὅρος. Περνῶντας ἀπὸ τὴ Σύρα ἔγραψε στὴ γυναῖκα του πὼς ἔμαθε ἀπὸ ἕναν ἄλλον καλόγερα πὼς ὁ Καπετὰν Γιώργης ζεῖ καὶ πὼς εἶναι στὸ Ὄρος, καὶ πὼς νὰ στείλει ἐκειπέρα τὸ γυιὸ της τὸν μεγάλο γιὰ νὰ τοῦ δώσει τὶς παραγγελιές του. Σὰν γύρισε πίσω στὴ σκήτη τῆς μετανοίας του, πήρε ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸ γυιό του πὼς σὲ λίγες μέρες θὰ πήγαινε νὰ τὸν ἀνταμώσει. Κατέβηκε στὴ Δάφνη καὶ τὸν περίμενε. Σὰν βγῆκε ἀπὸ τὴ βάρκα, τὸν καλωσόρισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος. Καθίσανε καὶ κουβεντιάζανε γιὰ τὴ Νάξο, γιὰ τὸ σπίτι τους. Κάθε τόσο ρωτοῦσε τὸ παιδί: «Πότε θἄρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;» Καὶ κεῖνος τοὔλεγε: «Πῆγε ὡς τοῦ Ξηροποτάμου, κι' ὅπου νἆνε θἄρθει». Πάλι σὲ λίγο ξαναρωτοῦσε : «Πότε θἄρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;» Ὅπου σὲ μιὰ στιγμή, τὸν πήρανε τὰ δάκρυα τὸν γέροντα, καὶ λέγει τοῦ παιδιοῦ του: «Ἐγώ εἶμαι, παιδί μου, ὁ πατέρας σου, ἐγὼ ἤμουνα μιὰ φορὰ ὁ καπετὰν Γιώργης. Μὰ θἄμουνα πνιγμένος ἂν δὲ μὲ γλύτωνε ὁ Θεός, κ' ἔταξα νὰ γίνω καλόγερας. Τώρα ἐσὺ δὲν εἶσαι ὀρφανό, μὰ ἐγὼ εἶμαι πιὰ πεθαμένος γιὰ τὸν κόσμο. Ἔτσι θέλησε ὁ Παντοδύναμος ποὺ εἶπε πὼς θὰν ἀφήσει γονιοὺς καὶ παιδιὰ καὶ γυναῖκα ὅποιος τὸν ἀγαπᾶ. Γεννηθήτω τὸ θέλημά του».

Φώτης Κόντογλου
Υ.Π. Τα πολιτονικά διαβάζοντε με FIREFOX.Το κατεβάζετε εδώ:http://www.mozilla-europe.org/en/products/firefox/

LIKE TODAY on Christmas day, back in 1864, there was a big sea storm blowing together with much cold. In the enraged sea,there was not a single sailship to be seen. Only a small caique fought with death in the waters near Tinos island. It belonged to a captain by the name of Yiorgis from the island of Naxos,who had charged wines from the island of Santorini. All day the caique was fighting with the wind, but as it fell dark, the northern wind became even more savage, and broke the granary, and removed the wheel from stitch. The men managed and threw the boat in the sea and entered in. Before they moved even from a riffle shot's distance, the caique sunk. The boat was seized by the storm and it went where ever it was blown in the darkness of the night. The men who were in the boat were besides captain Yiorgis, two sailors, and all of them were in a dreadful situation, wet to the bone, will all that cold hitting on them without any hope that they would be saved. They started crying like babies, and all three made a pledge, that if they were ever to be saved, they would go and become monks. And God heard their begging cries the same way he did for Jonas,because it came from their hearts which were brought to despair. They did not know where they were located, but as day brake started to appear on the sky, they unexpectedly saw the weather getting calm, and that they were situated near the island of Syros.They reached ashore unharmed,and were picked up by some fishermen.They stayed two -three days on Syros, and decided that they had a debt to make by keeping the pledge to become monks.. They sold the boat, and with the little money they got,they went to Mount Athos and all three became monks, without letting their families know that they were saved from the sea storm,since in one way or another,they had died from the world.Captain Yiorgis went and became a hermit at the hermitage of Saint Anna,and reached high levels of ascentism, with prayer, with fasting and with hard suffering of the body, so much so, that his saintliness came to be known all over the Holy Mountain. He also learned the art of painting icons near a geronta (holy man) who was a master in icon painting and with time, he also became an important icon-painter. His wife thought of him as being drowned and each year made his memorial church service.She did not find out that her husband was saved and had become a monk. She put on black clothes of mourning, along with her two oldest children, since the third one was too small, still suckling on her breasts to wear black. And Captain Yiorgis who had now become Father Gerasimos, did not want anybody know anything about him among the persons in his household in fear that he would be overcomed by the love of his children and stop being a monk. However as two- three years had passed, he had strengthened his soul with divine blessing, and wanted to go out from the Holy Mountain for little period of time, as also came out other fathers for asking for alms, and to go to Naxos to see his children and his wife, but without revealing himself. Of course, as he read the life of Saint Ioannis the Kaliviotis, who was the only son and belonged to a noble family, who went secretly and became a monk, and in order to put still more pain in his heart for the love of Christ ,he returned to his house as a house- servant without his parents knowing who he was until he delivered his spirit to God- As father Gerasimos read the life of this saint, he decided for sure that he will go back to Naxos. He therefore took the blessing from his geronta, and he took a caique and went to Paros. He stayed there for one month, and because he had taken with him all his gear for painting, he also painted several icons which people ordered to him. And so much was his dedication, and the respectability of his person, that he become famous in the surrounding islands that the icons he painted were miraculous, because he did not eat oil, except just a drop on Sundays when he did not work, and also ate bread with measure, and even the water that he drunk was taken in measure. His knees were hurt from the penitences which he made all night, and his sleep was only about two hours, and he had his nap sitting above a trunk where he kept his tools, or lying down on the ground. With the very little money that he made form the icon paintings, he spend a little for his upkeep and gave the rest concealedly to the poor. One day two -three devoted Christians came from Naxos and they requested to him to also go to their island. They did not recognize him because his look had changed completely, from the beard and from the long hair and from the very temperate life he led, and from his saintliness. He was very happy, and cried and thanked God, because it was obvious that God's wish was for him to go to his homeland and put his faith on trail and test it.
Father Gerasimos therefore went back to Naxos, six years after he became a monk. The God respecting Christians went down to the habour and took him from the boat, and each one wanted to take him in his house, in order that he has his benediction. Except that Christ showed once again that He considered Father Gerasimos solid in his faith and things turned in such a way that the delegates of the church gave him a room to stay in, which was opposite his house.Not even two or three days passed, and he took orders to paint several icons, and started working painting. During the day he was closed inside his room and did not even look outside the window. Only during the night, when his family turned on the lamp in house, did he in dark, without them being able to see him, did he watch his widowed wife and his children dressed in black, all sitting at the table in order to eat. Then run fountains of tears from his eyes, and would fall in prayer and beg God to hold him with his strong hand in order that he would not loose his strength so that he would be able to withstand this agony which was bigger than what a human being could bear. He Kneeled, and cried, and prayed,and the pain in his heart was such, that he wanted it to come out from his chest like a pigeon and fly away. But fly away to where? To his house or to God, who said "that those who love their father and their mother their wives and their children more from me, they are not worthy of me?" He cried and prayed and thus the days passed. His soul was strengthen so much, that he was in wonder and thanked God, because he reached such levels of strength that he came to say good morning to his little son who came out from his house in mornings, and went to work at the shoe making shop and also to his little daughter who was just a little baby before the time he was almost drowned in the sea. Each day she went to his room and kissed his hand and talked together. She was now just over six years old and her name was Kalliopitsa. Kalliopitsa would therefore go to "grandpa" and would give him cold water from the fountain to drink, and he would also use it to wash his painting brushes with it. She did not want to go away from near him, as if she could feel that they where pulled together by blood. And as they spoke for hours and hours, Father Gerasimos would turn his face around and would wipe the tears from his eyes, and would say to himself "I have become less then an animal for you God, but I am always with you".
One day he heard a knock on the door of his room and when he opened it, he saw his wife standing in front of him. As if he was made from stone and was not a human being with a body and feelings, he did not show any signs of emotion or distress. She in return, did not recognize him, even in the least way and said to him: "Good Morning, holyman", and kissed his hand. And he replied to her: "May God bless you, my child". And after she entered into the room, and sat on the stool, she said shyly and also in grieve. "I came, holyman to request to you to make me an icon of Saint Yiorgis, for the memorial of my deceased husband who was drowned on Christmas Eve six years ago ". "With Pleasure", said the monk. But it is not good that you cry, because you burden your soul. You are a widow, I do not want anything for my labour ". His wife made penitence and left. The other day early in the morning, Father Gerasimos started to paint the icon. All the time he worked, his eyes run like a fountain, the paint was kneaded with his teardrops. On the upper part of the wood, he painted Saint Yiorgis, in his armor sitting on his horse, and at the lower part the beast which was on the ground strucked by the Saint's spear, and next to it, the princess looking frightened was made to have the image of his daughter, Kalliopitsa. Below the beast, he painted a boat sinking, and three sailors who were in the sea fighting with the wild waves. He wrote: "The shipwreck". And in a corner of the icon wrote again these words: "for the resting of the soul of the servant of God Yeorgios Antri who was swallowed by the waves and found his grave at the bottom of the sea, at the year 1864, on the month of December 25". "Μade by the hand of Gerasimos the monk who is a sinner at the Year 1870 ".
After one month, Father Gerasimos left from Naxos in order to return back to Mount Athos. Passing from the Syros he wrote his wife a letter that he had learned from another monk that Captain Yiorgis is alive and that he is now a monk at Mount Athos-the Holy Mountain, and that he is sending his wish for their older son to go and meet him there. After returning back to the Holy Mountain, and to the hermitage of his penitence, he received a letter from his son that in a few days he would come and meet him. Father Gerasimos went down to Dafni-the port of Mount Athos, and waited for him. When his son came out from the boat, Father Gerasimos welcomed him. They sat and talked about Naxos, and about their loved ones. Every now and then,the son would ask : "When will my father come holy man ?" And he would reply to him: "He went to the Monastery of Xiropotamou, and he will be here any time now ". Again after a while his son asked: "When will my father come, holy man?" At that moment, he was overtaken by tears, and the holy man, said to his son: "I am your father my son, οnce I was Captain Yiorgis, but I would have been drowned if God did not save me, and I took an oath to become monk if I survived death. Now you are not a orphan but I am dead for the world. This is what God wanted when He said that who ever loves him, he will leave parents and children and wife and follow him "May his will be realized".


Written by Photis Kontoglou - Translated by NOCTOC
 

ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ: ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ - YIANNIS THE BLESSED: BY PHOTIS KONTOGLOU

O Άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ' όλα τα χωριά, να δει ποιος θα τονε γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών-λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τ’ ανοίξα­νε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κ' έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.
Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέ­ρασε από το νεκροταφείο, κ' είδε τα κιβούρια πώς ήτανε ρη­μαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι άναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα είτανε σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σαν άγιος που είτανε άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμέ­νοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά κ' εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ' είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντα­νό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένον», και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμέ­να χιόνια.

*
* *
Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά που είτανε τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της είτανε μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε: «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο! ». τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλεστικά και χαρούμενα. Απάνω σ’ αυτά, ά­νοιξε η πόρτα και βγήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρο­νών παλληκάρι, με μαύρα στριφτά γένεια, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιός χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!».
Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια, που είτανε δεμένη σε δύο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι είτανε τα στρωσί­δια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. αυτός, σαν εμ­πήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, κ' είδε πώς είτανε γέρος σεβά­σμιος, πήρε το χέρι του και τ' ανεσπάσθηκε κ' είπε: «Νά 'χω την ευχή σου, γέροντα», και το' λέγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να 'νατανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: «Βλογημένος νά 'σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρό­βατά σου η ειρήνη του Θεού νά 'ναι απάνω σας!». Σηκώθηκε κ’ η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και κείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε. Κι ο άγιος Βασίλης είτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφά­λι του, και τα ράσα του είτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, κ' είχε κ' ένα παλιοτάγαρο αδειανό. Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευ­θύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φα­νήκανε τα δοκάρια, σα νά 'τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ' οι πη­τιές πού είτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, κ' οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ' άλλα τα σύνεργα που τυρο­κομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμι­σμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ' άλλα, τα φτωχά τα πράγματα πού 'χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλο­γημένος. Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια εύωδία πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε κ' έκατσε κοντά στη φωτιά κ' ή γυναίκα του 'θεσε μαξιλάρια νά ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό του και το βαλε κοντά του, κ' έβγαλε και το παλιόρασό του κι απόμεινε με το ζωστικό του.
Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρό­βατα μαζί με τον παραγυιό του, κ' έβαλε μέσα στην κοφινέδα τα νιογέννητα τ' αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγυιός τα 'βγαλε τα’ άλλα στη βοσκή. Λιγοστά είτανε τα ζωντανά του, φτωχός είτανε ο Γιάννης, μα είτανε Βλογημένος. Κ' είχε μια χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί είτανε κα­λός άνθρωπος κ' είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε νά περάσει από την καλύβα τους, σαν νά 'τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε. για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθησε μέσα, σα νά 'τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλιά του. Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες κ’ οι επίσημοι ανθρώποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου.
*
* *
Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάν­νης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ' Αη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκεί­ας μας. Έχω και μια φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βά­ζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία».
Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάθηκε κατά την ανατολή κ' έ­κανε το σταυρό του, ύστερα έσκυψε και πήρε μια φυλλάδα από το ταγάρι του, κ’ είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε καί στάθηκε από πίσω του, κ’ ή γυναίκα βύ­ζαξε το μωρό και πήγε και κείνη καί στάθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χέρια. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το « Θεός Κύρι­ος » και τ' απολυτίκιο της Περιτομής « Μορφήν άναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες », δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο πού λέγει «Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου». Η φωνή του είτανε γλυκειά και ταπεινή, κι ο Γιάννης κ' η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα. Κ' είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν ά­σμα Χριστώ τω Θεώ, χωρίς να πει το δικό του τον, Κανόνα, πού λέγει «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε ». Κ’ ύστε­ρα είπε όλη τη λειτουργία κ’ έκανε απόλυση και τους βλόγη­σε.
Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε κι αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπητα και την έβαλε απάνω στο σο­φρά. Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπητα, κ’ είπε: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος κ’ έκοψε το πρώτο το κομμάτι κ’ είπε «του Χριστού» κ’ ύστερα είπε «της Παναγίας», κ' ύστε­ρα είπε «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου». Του λέγει ο Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τον άη- Βασίλη!». Του λέγει ο άγιος: «Ναι, καλά ! κ’ ύστερα λέγει: «Του δούλου του Θεού Βασιλείου». Κ’ ύστερα λέγει πάλι: «Του νοικοκύρη, «της νοικοκυράς», «του παιδιού», «του παραγυιού», «των ζωντα­νών», «των φτωχών». Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλο­γημένος: «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιωσύνη σου; Του λέγει ο άγιος: «Έκοψα, Βλογημένε!» μα, ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο μακάριος. Κ’ ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος κ' είπε την ευχή του «Κύριε ο Θεός μου, οί­δα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην είσέλ­θης του οίκου της ψυχής μου».
Κ’ είπε ο Γιάννης ο Βλογημέ­νος: «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποιά παλάτια άραγες πήγε σαν άπόψε ο άγιος Βασίλης; οι αρχόν­τοι κ’ οι βασιληάδες τι αμαρτίες νά ΄χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζό­μαστε». Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε κ' είπε πάλι την ευχή, άλλοιώτικα: «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του είσέλθης. Οτι νήπιος ύπάρχει και τα μυστηριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται». Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος...

Φώτης Κόντογλου

Every year during New Year's Eve Saint Basil (Santa Claus), travels from country to country, from city to city, from village to village and knocks on people's doors to see who would invite him in with an open heart. One year then, he took his cane and headed off. He was like an ascetic monk, dressed in some old patched cassocks, with crudely made shoes on his feet, and with a bag passed over his shoulder. For this reason, people thought that he was a beggar, and they would not open their doors for him. Saint Basil, would then leave feeling very sad because he saw the heartlessness of people, and was thinking about the poor who beg because they are in need, even if he himself did not need anybody, and he was neither hungry or cold.
After passing from different places, and after he passed from many countries, and thousands of cities and villages, he arrived in the Greek lands of Asia Minor where people were poor. Of all the villages, he chose to most poor ones and headed for there, between dried mountains, where some huts were build, inhabited by hungry people.
He was walking at night, and the northern wind was groaning, the whole creation was savagely wild. Not even a single living soul could be heard, except for a wolf or two hawling. After he had walked for a long time, he found himself in a small valley where the strong cold wind was cut off by a small mountain, and saw a stable build on the extension of the rocks. He opened the door of the front yard, which was made from wild shrubs, and entered inside the court yard. The dogs woke up and started to bark. They fell on to him wanting to rib him apart, but as soon as they went near him, they put down their heads, and started licking his shoes, waving their tails. The Saint went near the Shepperd's stable, knocked on the door with his cane and called out:
"Please Christians, be merciful, and give me same alms for the sake of your deceased relatives! Our Christ also begged for alms when he came to this world!"
The door opened and a young strong Shepperd came out who looked to be around twenty-five years old, with a black beard, and without being able to see very well who was knocking on the door, told to the old man:
"Please come inside our house to get warm! I wish you a good day,and a good New Year!"
This Shepperd was Yiannis Mbaikas, which other shepherds called by the nickname Yiannis the Blessed, because he was an innocent man, as innocent as the sheep he was grazing, and totally uneducated.
Inside the stable, a small lamb was giving out a weak light. As soon as Yiannis saw in the light that his guest was an old man who was a monk, he took his hand and kissed it and afterward put it on his head. Afterward he called his wife who was about twenty years old and was rocking their baby in the crib. She also went humbly and kissed the hand of the old man and said:
"Welcome to our house holy man to take a rest."
St. Basil stood by the door and blessed the stable and said:
"May you be blessed my children, and your whole house! May your sheep multiply, the same way as Job's after the scourge, and as Abraham's and Laban's! May the peace of our Lord Jesus Christ be with you!
Yiannis added more wood in the fireplace to make the fire stronger. The Saint put his bag in a corner and afterwards took off his patched cassock, and stayed with his belted frock. They put him to seat next to the fire, and the woman also gave him a pillow to put under his head.
The Saint, once again looked around him, and repeated within himself:
"May this stable be blessed!"
Yiannis would come and go to bring different things to eat. His wife was cooking. Yiannis threw some more wood into the fire.
With the strong fire coming out, the stable became very bright, and looked as if it was a palace.T he beams seemed as if they were made from gold, and the cheese which was hanging from the roof looked as if they were golden lamps,and all the objects in the house looked as if they were made from diamonds. The wood burning in the fireplace gave out a scent which resembled that of incense.
Yiannis, was a good man, and stayed the same as God made him. He was poor, and had few sheep, but he had a very rich heart. "In poverty richness is found" as people say. He was a good man, but he also had a good wife. Who ever knocked on their door, he ended up eating, drinking and finding a lodge to sleep. If one was feeling sadness in his heart, he would find consolation among them. For this reason, St. Basil stayed at their stable, during New Year's even, during the eve of his his Name Day, and gave Yiannis his blessing.
That night all the countries, cities, and villages, all the noblemen, the bishops, and officials of the world, were waiting for him. However, St. Basil didn't go to any such man, instead he went to the stable of Yiannis the Blessed, without Yiannis knowing who he was.
After going out to look after his sheep,Yiannis came back into the house and said to the Saint. "Holy man", I feel so honoured tonight that we have you with us, so that we could also hear some words of our faith because we don't have a church near us, not even a chapel. I love the words of our faith very much, even if I don't understand them, because I am completely uneducated. Once a holy father visited us from Mount Athos, and left us these papers, and if some times a lettered man passes by our house, I ask him to read it for me."
It was midnight, the wind was groaning. Saint Basil go up and stood facing towards the east, and made his Cross three times. Afterward he bend down and took from his bag a paper and said: "Blessed is our Lord always, now and then, and in the centuries of centuries to come!"
Yiannis went and stood behind him and crossed his arms. His wife suckled to baby, and she also went and stood near her husband.
The old monk told the prayers as always in our ancient language "God oh Lord" and the hymn of the circumcision of Christ which is celebrated on New Year's day, but without saying his own hymn who's memory is also celebrated on this same day. He was chanting slowly and humbly, and Yiannis and his wife were listening to him with devotion and made their Cross. Saint Basil said the vespers and the canon of the celebration without saying his, and after he said the whole church service.
They all sat on the table and ate. After they ate, his wife brought the New Year's cake and put it on the table, and Saint Basil took the knife crossed the cake and said:
"In the name of the Father, the Son, and the Holy Spirit!"
He cut the first piece and said "This is for Christ", he cut the second, and said "This is for the Madonna", and he then cut the third and instead of saying the accustomed "This is for Saint Basil", he said : "This is for the head of the family, Yiannis!".
Yiannis cut him off and said:
"Holy man, you forgot Saint Basil !."
The saint replied to him:
"Truly I forgot him !"
He then cut a piece, and said:
"For the servant of God, Basil ! "
He then cut many pieces and for each one he cut he said : "For the mistress of the house", "For the baby", "For the house", "For the animals", "For the poor" and so on.
Yiannis said again to the saint:
"Holy man, why you didn't cut any for your holiness?"
"I have cut Blessed Yiannis !"
But Yiannis did not understand anything.
Yianni's wife made the beds ready to go to sleep. Afterward they all stood up to make their payer. Saint Basil opened his hands out and told the prayer which he wrote many centuries ago and it is still told by the priests during the church service of New Year's day.
"Lord, my God, I have seen that I am not worthy to be under your roof nor for you to come into the house of my soul"
Once he finished the payer and he was getting ready to lie down on the bed, Yiannis said to him:
"You holy man who knows letters, tell us to which palaces might Saint Basil have gone to tonight? What sins could the Noblemen and the Kings have? We the poor, we are sinners and we have bad lives because poverty makes us go to damnation."
Saint Basil cried in the dark. He got up, put his hands out once again and said his prayer differently this time.
"Lord my God, I have seen that your servant Yiannis, the humble is worthy for you to be under his roof, and for You to come into the house of his soul because he is simple, and it is for such people that the Kingdom of God is easy to enter.
Once again, Yiannis did not understand anything.

Written by Photis Gontoglou - Translated by NOCTOC