ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2008

ΤΟ ΓΑΜΗΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ - THE MARRIAGE SONG OF CYPRUS

Στη προηγούμενη μας ανάρτηση (εδώ) είδαμε ότι ο θάνατος ήταν ένας άμεσος κίνδυνος για το νεόνυμφο στην παραδοσιακή κυπριακή κοινωνία. Η συνήθεια στο να πληγώνουν σοβαρά ή ακόμα και να σκοτώνουν το γαμπρό όταν η νύφη προερχόταν από ένα άλλο χωριό εκτός από το δικό του, ήταν μια συνήθεια που άνηκε εξ ολοκλήρου στην ελληνική κοινότητα του νησιού και που η τουρκική κοινότητα δεν ασκούσε. Αυτή η συνήθεια προηγείτο χρονικά την οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου και η προέλευση της χρονολογείται από την ακριτική περίοδο δεδομένου ότι ο θάνατος είναι πολύ εμφανής στο κυπριακό παραδοσιακό γαμήλιο τραγούδι (παραθέτεται πιο κάτω) που έχει τις ρίζες του από εκείνη την περίοδο. Σε αυτό το τραγούδι που ήταν ένα αδιάσπαστο μέρος της τελετής του γάμου στην Κύπρο και τραγουδήθηκε για πολλούς αιώνες και μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, βρίσκουμε την άμεση ύπαρξη του θανάτου ως κεντρικό μέρος του τραγουδιού. Αυτό το τραγούδι μπορεί μόνο να γίνει κατανοητό μέσα στην πρακτική αυτής της συνήθειας επειδή διαφορετικά θα ήταν πολύ παράξενο σε ένα πολύ ευτυχές γεγονός όπως ένας γάμος να τραγουδιέται ο κίνδυνος του θανάτου του νεόνυμφου. Σε αυτό το ακριτικό γαμήλιο τραγούδι της Κύπρου βλέπουμε το νεόνυμφο να βρίσκεται στη σπηλιά ενός δράκου όπου ο δράκος αναμένει για να τον φάει. Ο νεόνυμφος παρακαλεί τον δράκο να μην τον φάει επειδή ήταν έτοιμος να παντρευτεί και ζητά στο δράκο να τον αφήσει να επιστρέψει το σπίτι του για να παντρευτεί υποσχόμενος ότι θα γυρίσει πίσω σε εννιά μέρες μετά τον γάμο του και θα αντιμετωπίσει το θάνατό του. Αφότου τον παρακαλεί πολύ και υπόσχεται την επιστροφή του με διάφορους όρκους, ο δράκος επιτρέπει τελικά στο νεόνυμφο να επιστρέψει στη νύφη και να εκτελέσει τον γάμο του. Ο νεόνυμφος επιστρέφει στο σπίτι του όπου παντρεύεται, αλλά αντί να έχει το αίσθημα της ευτυχίας και της χαράς σε αυτή την σημαντικότερη μέρα της ζωής του, θρηνεί και κλαίει με τη γνώση ότι η ζωή του θα τερματιζόταν ακριβώς σε μερικές ημέρες. Μόλις πέρασαν οι εννέα ημέρες, αφήνει το σπίτι του μυστικά ενώ η σύζυγός του κοιμάται στο κρεβάτι του γάμου τους έτσι ώστε να επιστρέψει πίσω στη σπηλιά του δράκου για να τον φάει όπως του υποσχέθηκε. Είναι απαραίτητο να προστεθεί εδώ ότι στη παραδοσιακή κοινωνία της Κύπρου, όποιος δεν κρατούσε τις υποσχέσεις του θεωρείτο ως δειλός και άνανδρος και επομένως ο νεόνυμφος έπρεπε να επιστρέψει στο δράκο προκειμένου να κρατήσει την υπόσχεση του ακόμα κι αν αυτή η υπόσχεση σήμαινε το τέλος της ζωής του. Ενώ παίρνει το άλογό του και φεύγει, η γυναίκα του ξυπνά από τον ύπνο της και ανακαλύπτει ότι ο σύζυγός της δεν είναι δίπλα της στο κρεβάτι. Δίνει μια πολύ δυνατή κραυγή, και επάνω στην ακοή της κραυγής της γυναίκας του, ο νεόνυμφος επιστρέφει και την παίρνει μαζί του. Μόλις φθάνουν στη σπηλιά του δράκου, ο δράκος γίνεται πολύ χαρούμενος βλέποντας τους και δηλώνει ότι θα φάει το νεόνυμφο για πρόγευμα, τη νιόνυφη για το γεύμα του μεσημεριού, και το άλογο για το βραδινό του. Αυτό που ακολουθεί μετά είναι κάτι πολύ απροσδόκητο δεδομένου ότι η νιόνυφη αποδεικνύει να είναι πιο θαρραλέα και δυνατή από τον νεόνυμφο.Η νιόνυφη απειλεί τον δράκο λέγοντας του ότι θα γινόταν θύελλα και αστραπή από τον ουρανό και θα τον κτυπήσει αν αυτός δεν τους αφήσει να φύγουν. Ο δράκος υπακούοντας όλες αυτές τις απειλές από τη νιόνυφη φοβάται και στο τέλος τους αφήνει να φύγουν. Αυτό που είναι εκπληκτικό εδώ είναι ότι η γυναίκα αποδεικνύεται να είναι ποιο γενναία από τον άνδρα, και παίρνει ένα ρόλο επιθετικότητας που είναι κάτι απολύτως άγνωστο στα προσωπικά χαρακτηριστικά και τις προσδοκίες που επιβάλλονται στις γυναίκες από την κυπριακή παραδοσιακή κοινωνία. Σε αυτή τη περίπτωση η νιόνυφη παίρνει τα στοιχεία και τα χαρακτηριστικά της Ρήγαινας, της μυθικής βασίλισσας της Κύπρου που ήταν η μόνη γυναίκα στην κυπριακή λαογραφία που αφέθηκε για να έχει ένα τέτοιο ανεξάρτητο και γενναίο χαρακτήρα.
Αυτό το γαμήλιο τραγούδι που είναι πολύ μακροσκελές τραγουδιόταν στην ολότητα του κατά τη διάρκεια της γαμήλιας ημέρας από όλους τους άνδρες που βρίσκονταν παρόντες και το έλεγαν σε κομμάτια, αλλά μόνο ένας κάθε φορά. Οι γυναικείες φωνές αποτελούσαν εξαίρεση επειδή δεν θεωρείτο αρμόζον για μια γυναίκα να τραγουδά σε γάμους.

NOCTOC

In our previous post (here) we saw that death was an immediate possibility for the groom in traditional Cypriot society. The custom of seriously wounding or even killing the groom when the bride came from another village other than his own was a custom entirely belonging to the Greek community of the island and the Turkish community did not practice it. This custom pre-dated the Ottoman conquest of Cyprus and its origins date back to the Akritic period (between the ninth and ten centuries A.D.) as it is very evident in the Cypriot traditional nuptial song which dates back to that period. In this song (presented below) which was an inseparable part of the marriage ceremony in Cyprus and was sung for many centuries up the beginning of the first decides of the 20th century, we find imitate death as a central part of the song. This song can only be understood within the context of the practice of this custom because it would otherwise be very strange for a very happy occasion such as a wedding to sing about the imitate danger of the death of the groom. In this akritic nuptial song of Cyprus we see the groom ending up at the cave of a dragon where upon the dragon gets ready to eat him. The groom pleads to the dragon not to eat him because he was just about to get married and asks the dragon to allow him to go promising him that he will return back and face his death nine days after his marriage. After many pleads and promises of his return, the dragon finally allows the groom to go back to his bride and get married and wait for his return. The groom goes back to his home where he gets married, but instead of feeling happy and joyous in this most important day of his life, he laments and cries knowing that his life would come to an end in just a few days. Once the nine days have passed, he leaves his house in secret while his wife is sleeping in their marriage bed so that he would return back to the dragon's cave to be eaten by him as promised. It is necessary to add here that in traditional Cypriot society, a promised not kept was considered very cowardly and unmanly therefore the groom had to go back to the dragon in order to keep his promise even if that meant loosing his life. As he gets on his horse, his wife gets up from her sleep and finds out that her husband is not next to her in bed. She gives a very loud cry out to him, and upon hearing his wife's cry, the groom returns and takes her along with him. Once they reach the dragon's cave, the dragon becomes very happy seeing them and telling them that he will eat the groom for breakfast, the bride for diner, and the horse for supper. What follows next is something very unexpected, since the bride proves to be stronger then the groom. The bride threatens the dragon by telling him that she will become the storm and the lightning from the sky and strike him down and the dragon believes her and at the end lets them go. What is surprising here is that the woman proves to be much more brave than the man, and takes a role of aggressiveness which is something completely alien in the personal characteristics and expectations imposed on women by Cypriot traditional society. In this case the bride takes on elements and characteristics of Regena, the mythical queen of Cyprus who was the only woman in Cypriot folklore who was attributed to have such an independent and brave character.
This nuptial song which is very long was sung to its entarity during the wedding day by all the men found present and it was told in parts by a single man in turns. Women were rarely allowed to sing at weddings because it was not considered to be appropriate.

NOCTOC

ΤΟ ΓΑΜΗΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Ο ρήας της ανατολής τζι ο βασιλίας της δύσις,
συββούλιον εκάμασιν ν’ αρμάσουν τα παιδκιά τους
βάλλει ο ρήας το παιίν τζι ο βασιλίας την κόρην.
Τζι η πεθθερά του μήνυσεν μ’ έναν πουλίν ξεφτέριν,
αν θέλη τζι έννα παντρευτή, κάλλιον τζαιρόν εν θέλει.
Καβαλλικά του αππαρκού, στην πεθθεράν του πάει,
τραβά τ’ αππάριν του, ππηά, ευτύς καβαλλιτζεύκει
ότι τζι επεριξέβηκεν, πάει καμπόσον τόπον,
άστραψεν η ανατολή τζι εβρόντησεν η δύσι
τζι εχαμηλοπουμπούρισεν η Πέτρα του Λιμνίτη
τζι έκαμεν σσιόνιν περισσόν, εις ελιτζιάν τ’ αππάρου
τ’ αππάριν αρκοπούλαρον ήτουν τζιαί παιγνιδάτον,
τζι επαιγνιδεύτικεν πολλά τζι εξήχασεν την στράταν,
τζι έπκιασεν τζείνον το στρατίν, τζείνον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκέλλει τον στου δράκοντα τον σπήλιον
που τον θωρεί ο δράκοντας, που την χαράν του πέταν
τζιαί πολοάτ’ ο δράκοντας του νιόγαμπρου τζιαί λέει:
-Καλώς μου’ ρτεν το μπούκκωμαν, καλώς μου’ ρτεν το γιόμαν
μπούκκωμαν ρώω τον άθθρωπον, το γιόμαν τ’ αλοόν του,
τζιαί με τες κοκκαλίστρες του φτάννουν με να δειπνήσω.
Τζιαί πολοάτ’ ο νιόγαμπρος του δράκοντα τζιαί λέει:
-Άφησμε, δράκοντα, άφησμε, να πάω να μ’ αρμάσουν,
εις τες εννιά του γάμου μου, μα να ’ ρτω να με φάης.
Τζιαί πολοάτ’ ο δράκοντας του νιόγαμπρου τζιαί λέει:
-Αν δεν μου βάλης μάρτυρες, πούποτε εν πααίννεις.
Βάλλει την γήν με τα βουνά,που γέρναν τζι εχαλούσαν,
βάλλει την γήν με τα δεντρά, που γέρναν τζι ετσακρούσαν.
-Μα τ’ άστρη, μα τον ουρανόν, μα το χρυσόν φεγγάριν,
μα το σπαθίν που ζώννουμαι,μα να ’ ρτω να με φάης.
Φτερνιστηρκάν τ’ αππάρου του, στην πεθθεράν του πάει.
Εφέρασιν τζιαί τα βκιολιά τζι αρκεύτηκεν ο γάμος.
Επκίασαν τζι εκαλέσασιν ούλλον τ’ αρκοντολόιν,
επκιάσαν τζι εκαλέσασιν ούλλον το φτωχολόιν,
τζιαί καλοήρους εν καλιούν γιατ’ ένι ρασοφόροι
τζι έναν φτωχόν καλοηρίν καλέστην μανιχόν του.
Την τάβλαν εν που στρώσασιν, για να μεσομερκάσουν,
στην μέσην τόπον εν είσσεν, στην άκραν τον καθίσκουν.
Ούλλοι τρωσίν τζιαί πίννουσιν,τζι ο νιός ανακαλιέτουν.
Πάνω στα φας, πάνω στο πκιείν, είπασιν να χαρίσουν
χαρίζ’ ο ένας εκατόν, άλλος απού δκιακόσσια,
ο τρίτος ο καλλύτερος σσίλια τζιαί πεντακόσσια,
τζι ήρτεν τζιαί του καλοηρκού σειρά, για να χαρίση
πολοηθήκαν τζι είπαν του τζιαί λέουν τζιαί λαλούν του:
-Εσού, φτωχόν καλοηρίν, ίντα’ σσεις να χαρίσης;
Επολοήθην τζι είπεν τους τζιαί λέει τζαί λαλεί τους:
-Εγιώ, φτωχόν κολοηρίν, ίντα’ χω να χαρίσω!
Χαρίζω ’ γιώ της νιόνυφφης εννιά πύρκους λουβάριν
τζιαί δεκαπέντε ξυλαλάν, τζι εννιά μαρκαριτάριν,
χαρίζω τζιαί του νιόγαμπρου εννιά πύρκους σιτάριν
ιτσά στο σσειλοπόταμον έχω τζι έναν μυλάριν,
χαρίζω το του νιόγαμπρου,ν’ αλέθη το σιτάριν
που πανωθκιόν του μυλαρκού έχω τζιαί το λιοχώριν,
που πανωθκιόν του λιοχωρκού έχω τζιαί το κοπάιν,
που πανωθκιόν του κοπαδκιού έχω τον μελισσιώναν
άμμα τον λείψη το νερόν, γυρίζει με το λάδιν,
άμμα τον λείψη ο λαδάς, γυρίζει με το γάλαν,
άμμα τον λείψη ο γαλατάς, γυρίζει με το μέλιν.
Πκιάννουσιν το καλοηρίν, βάλλουν το στο ζοντάνιν,
κάμνει τρία μερόνυκτα, χωρίς ψουμίν να φάη,
βκάλλουσιν το καλοηρίν, πάλε ξαναρωτούν το.
-Εγιώ το είπουν, είπουν το, τζιαί το λαλώ, λαλώ το.
Πολοηθήκαν τζι είπαν του, τζιαί λέουν τζιαί λαλούν του:
-Τούτος εν τζι’ έν καλόηρος ’πο τζείνους που λαλούσιν,
εν ο Δεσπότης ο Χριστός, απού δοξολοούσιν!
Χρυσαετός τζιαί πέρτικα μέσα στο σπίτιν παίζουν,
έτσι σγοιόν παιγνιδεύκουντων, εχάθην το φτερόν τους.
-Πκοιός έσσει ασήμιν άδολον, χρυσάφιν κλωστροφίνον,
τζιαί μάστρον απού την Φραντζιάν, να γιάνη το φτερόν τους;
Τζιαί πολοάτ’ η νιόνυφφη απού το παραθύριν
τζι ελάμναν τα σσειλούδκια της, γοιόν λάμνει το σκαρτίλιν.
-Εγιώ’ χ’ ασήμιν άδολον, χρυσάφιν κλωστροφίνον,
τζιαί μάστρον απού την Φραντζιάν,να γιάνη το φτερόν τους.
Εις τες εννιά του γάμου τους την νύφφην ποτζοιμίζει.
Τραβά τ’ αππάριν νιόγαμπρος, ππηά, καβαλλιτζεύκει
ότι τζι επεριξέβηκεν τζιαί πα καμπόσον τόπον,
εξύπνησεν η νιόνυφφη, κοντά της εν τον βρήσκει,
τζιαί βάλλει μιαν φωνήν μιτζιάν, όσην τζι αν εδυνάστην,
τζι ο ουρανός εσσίστηκεν τζι ο ουρανός μοιράστην.
-Όπου τζι αν πας αφέντη μου, καρτέρα με τζι εμέναν.
Στήννει τ’ αππάριν νιόγαμπρος, πίσω του την καθίσκει
επκιάσαν τζείνον το στρατίν, τζείνον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλλει τους στου δράκοντα τον σπήλιον
που τους θωρεί ο δράκοντας, κρυφές χαρές του ήρταν,
τζιαί πολοήθην τζι είπεν τους, τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
-Μπούκκωμαν τρώ’ αθθρωπον, το γιόμαν την κοπέλλαν,
τζι άππαρος απού σας κρατεί, κανεί με πόψε δείπνον.
Τζιαί πολοάτ’ η νιόνυφφη του δράκοντα τζιαί λεεί:
-Μκούκκωμαν τρώς χαλιναρκάν, το γιόμαν αλυσίδιν,
τζι άππαρος που μας κρατεί, τίποτες εν φοάται
τζιαί αν ηστράψω καύκω σε, τζι αν ηβροντήσω λειό σε,
τον σπήλιον απού κάθεσαι, χαλώ τον τζιαί τσυλλώ σε!
Τζι απού τ’ ακούει δράκοντας, κάτι πολλά φοήθην
τζιαί πολοάτ’ ο δράκοντας της νιόνυφφης τζιαί λέει:
-Τζιαί κόρη πκοιά είσαι εσύ τζιαί το δικόν σου ταίριν;
Εγιώ ’ μαι της ’ στραπής παιίν τζιαί της βροντής αγγόνιν,
της χαμηλοπουμπούρισης δισάγγονον
τζιαί της πουμπουρκάς τρισάγγονον.

Τζιαί πολοάτ’ ο δράκοντας της νιόνυφφης τζιαί λέει:
-’Αμε, κορή, εις στο καλόν με το δικόν σου ταίριν.
Τωρά πρεπεί του νιόγαμπρου η πόρτα να τ’ αννοίξη.
-Άννοιξε νιογαμπρ’ άννοιξε, τζι ήρταν οι καλεσμένοι
κουμπάροι τζιαί κουμέρες σου, κανίσσια φορτωμένοι,
ήρταν τζιαί ούλλοι χωρκανοί, στην πείναν εν χωσμένοι
Μέστ’ την αυλήν του νίογαμπρου πετούσιν τα σκαρτίλια,
πρέπει τζιαί τους βκιολάρηες ολόχρυσα μαντήλια,
αν μεν ενί που τα χρυσά,ας ένι μεταξένα,
τζιαί νά’ χουν εις την άκραν τους τρία χρυσά δημμένα
τζιαί να’ν’ που τα βενέτικα τζιαί να’ν’ τζιαί τρυπημένα.
Αν δεν εν τζιαί μεταξωτά,ας εν τζιαί κανναβίτσα
όσον τζιαί να σφοντζίζουνται στα σσείλη τον ιδρώταν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου