ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΧΤΑΠΟΔΙΟΥ - ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΟΙ ΕΧΘΡΟΙ: ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Στον καιρό μας βγήκανε πολλές νέες θρησκείες, θρησκείες,που τις πρεσβεύβουνε οι άπιστοι κι οι άθεοι. Μια απ' αυτές είναι και ο τουρισμός, που τον γέννησε η κούφια χασομέρικη περιέργεια του ανθρώπου που θέλει να σκαλίζει και να μαθαίνει χωρίς να δίνει καμμιά σημασία σ΄εκείνο που βλέπει κι ακούει. Οι περισσότεροι τουρίστες βαρυούνται τη ζωή τους και θέλουνε να περάσουνε την ώρα τους, χωρίς να σκοτίζουνται μήτε για μνημεία, μήτε για τα ιστορικά που τους λένε οι ξεναγοί, που μιάζουνε σαν να περιποιούνται σε ένα τραπέζι κάποιους ανθρώπους που έχουνε ανορεξία. Όσα λένε, από τόνα τ'αυτί τους μπαίνουν κι από το άλλο βγαίνουν.
Ωστόσο, ποιος έχει το θάρρος να μιλείσει με ασέβεια γι αυτή την καινούργια θεότητα, την τουριστική ψυχαγωγία, που φέρνει μαζί της και πολλά προικιά; Γιατί στην εποχή μας, είναι ιερά και όσια όσα φέρνουν λεφτά. Που να τολμήσεις να πεις τίποτα γι' αυτά; Έβρισες τον Μωάμεθ, έβρισες τον Μαμωνά.
Και δεν έφτεξε το ότι ο τουρισμός γέμισε τα μουσεία από ένα πλήθος από ανθρώπους κάθε φυλής, που χαζεύουνε μ' ένα φυλλάδιο στο χέρι και με μια φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στον ώμο τους, δεν έφταιξε το ότι το κάθε ερημικό βουνό που έχει απάνω του δύο κατατσακισμένες κολόνες είτε ένα σκαλιστό μάρμαρο, πατήθηκε, δεν έφταιξε ότι δεν απόμεινε κανένα μυστήριο του αρχαίου κόσμου κρυμμένο, μήτε τάφος που να μην ανοίχθηκε για να κυττάξουνε μέσα οι νυσταγμένοι περιηγητές, αλλά μπαίνουνε και μέσα στις εκκλησιές και τα ρημοκκλήσια, που τα προσκυνά ο λαός μας, και στέκουνται δίχως να κάνουνε τον σταυρό τους, με τα χέρια πίσω, αδιάφοροι οι δυστυχείς κι ανύποπτοι για το που πατάνε και που βρίσκονται.
Ο τουρισμός τα εξουσίασε όλα. Μπροστά στην αφεντιά του ανοίξανε όλες οι πόρτες για να τον υποδεχτούνε, καστρόπορτες άπαρτες από πολέμαχους, μοναστηρόπορτες χιλιαμπαρωμένες, κελλιά και σπηλιές και ερημητήρια που ζούσανε κρυμμένοι κάποιοι αγιασμένοι άνθρωποι. Βγήκανε στα φανερά άγιες Τράπεζες, αρτοφόρια, δισκοπότηρα, λειψανοθήκες μ΄άγια λείψανα, για να τα δούνε οι περιηγητές.
Στο τέλος παραδόθηκε στον τουρισμό και το μεγάλο κάστρο της Ορθοδοξίας, τ' Άγιον Όρος. Σ΄αυτό το περιβόλι της Παναγίας, που, κατά το θέλημα της δεν το πάτησε θηλυκό ποδάρι, είτε από άνθρωπο είτε από ζωντανό, μπαινοβγαίνουνε τώρα χιλιάδες άνθρωποι από κάθε φυλή, άλλοι με πίπες στο στόμα, άλλοι με κοντά βρακιά, άλλοι μισόγυμνοι, με κουβέντες, με γέλια, αφού πηγαίνουνε να διασκεδάσουνε, όπως είναι κουρασμένοι από τις δουλειές τους, από τις επιχειρήσεις τους, από τις μηχανές, από τα τρένα, από τα αεροπλάνα, από παπόρια, από τα αυτοκίνητα, από θέατρα ,από τα λουτρά, από τα ξενοδοχεία, κι όλα τα άλλα που καταγίνουνται στην πατρίδα τους. Αλλά, κι εδώ που έρχονται, κουβαλάνε μαζί τους τη μυρουδιά απ' όλα αυτά, και γι' αυτό δεν είναι σε θέση να νοιώσουνε τίποτα κι είναι ακατάνυκτοι, ολότελα ξένοι στα προαιώνια μυστήρια που κλείνει μέσα του τ' Άγιον Όρος.
Γιατί, πως είναι τρόπος να μεταδοθεί εκείνη η πνευματική ευωδία σε ανθρώπους που δεν έχουνε πνευματική όσφρηση; Πως να νοιώσουνε όσα βλέπουνε και ακούνε, αφού αυτά είναι καρποί υπερούσιοι κι αποκαλυπτικοί της ευσέβειας, της προσευχής, της υψηλής θεωρίας; Δεν φταίγουν αυτοί οι άνθρωποι, που κάποιοι απ' αυτούς είναι αγαθοί και ταπεινοί, αλλά βρίσκουνται ολότελα μακρυά από την κατάσταση που πρέπει να βρίσκεται όποιος γνωρίζει πως εκείνο το μέρος δεν είναι τόπος για αναψυχή, ή για περίπατο, ή για διασκέδαση, η ακόμα για μάθηση, αλλά έχει γραμμένη απάνω του τούτη την επιγραφή: "Ως φοβερός ο τόπος ούτος! Ούκ έστιν άλλο, ειμή οίκος Θεού και αυτή η πύλη του ουρανού". Δεν γνωρίζουν οι δυστυχείς, πως αυτά που βλέπουν και ακούγουν δεν καταλαβαίνουνται με τον νου. Που να υποθέσουνε πως μήτε εκείνοι οι ίδιοι που τους οδηγούνε δεν είναι σε θέση να νοιώσουνε την αληθινή σημασία τους, παρά πως είναι γνώση εξωτερική, μηχανική, ξώπετση, γιατί η "προς Θεόν σχέσις γίγνεται δια της ψυχικής μνήμης και των δεήσεων της προσευχής και ολοκαυτώσεως".
Εδώ δεν είναι τόπος που να βρίσκει απάντηση η αμαρτωλή περιέργεια του ανθρώπου, αλλά είναι τόπος που άνθρωποι που αρνηθήκανε τον κόσμο, αγωνίζουνται στους πνευματικούς αγώνες, με κακοπάθηση του κορμού, με εγκατάλειψη στον Κύριο, με νηστεία, με χέρια σηκωμένα κατά ουρανό, με στόμα κλεισμένο επί χρόνια, με καρδιά σφαλισμένη σε κάθε εξωτερική συνάφεια. Κατά λάθος πήρατε αυτό τον δρόμο. Σεις ζητάτε να ευχαριστήσετε τις αισθήσεις σας και το σώμα σας, ενώ εδώ πους σας φέρανε είναι ο τόπος του χαροποιού πένθους κι όσοι ζήσανε και ζούνε εδώ πέρα, δεν θα σας χαροποιήσουν, γιατί ζούνε με τον πόνο της καρδιάς, και τους ζεσταίνει ο ζήλος για την σωτηρία της ψυχής τους. Πως λοιπόν ήρθατε εδώ, σαν να είναι τράπεζα στρωμένη και γάμος, ενώ είναι καθημερινή θύμηση του θανάτου κι αναστεναγμός και κράξιμο λυπητερό προς τον Θεό;
Οι σημερινοί εχθροί της θρησκείας και του έθνους είναι πιο επικίνδυνοι από τους παλιούς, γιατί μας παραπλανούνε με την ήμερη όψη τους και μας φαίνουνται άβλαβοι, ακίνδυνοι. Τέτοιοι είναι τα λεγόμενα "αγαθά του πολιτισμού'', οι ευκολίες της ζωής που είναι παγίδες φαρμακωμένες, τα θεάματα, οι ψυχαγωγίες, οι τουρισμοί κ.τ.α. Τούτοι οι εχθροί φαίνονται άκακοι κι ανίκανοι να μας κάνουνε κακό, γιατί δεν είναι άγριοι και φανεροί, αλλά ύπουλοι και κρυφοδαγκανιάριδες. Από τους πρώτους προφυλάγεσαι, μα από τους δεύτερους όχι, ως που να σε καταπιούνε, όπως φαίνεται από έναν θαλασσίνον μύθο που θα σας πω:
Κάθεται η χταπόδα με το χταποδάκι στον πάτο της θάλλασας. 'Οπου με απόχη πιάνουνε το χταποδάκι, και τ' ανεβάζουνε απάνω. Το μικρό φωνάζει στη μάνα του: "Με πιάσανε μάνα!'' Εκείνη τ' αποκρίνεται: "Μη φοβάσαι παιδί μου!" Το χταποδάκι φώναξε πάλι: Με βγάλανε από το νερό μάνα!''-- "Μη φοβάσαι παιδί μου!'--"Με σγουρίζουνε μάνα!''--"Μη φοβάσαι παιδί μου!''--"Με κόβουνε με το μαχαίρι!"--"Μη φοβάσαι!''--"Με βράζουνε στο τσουκάλι!''--"Μη φοβάσαι"--"Με τρώνε, με μασάνε!''--''Μη φοβάσαι παιδί μου!''--"Με καταπίνουνε!''--Μη φοβάσαι!''--"Πίνουνε κρασί, μάνα!''--"Αχ! Σ' έχασα, παιδί μου!"
Ο μύθος θέλει να πει πως τα σκληρά παιδέματα που κάνανε στο χταπόδι, δεν ήτανε για θάνατο, μήτε το πιάσιμο, μήτε το σγούρισμα, μήτε το βράσιμο, μήτε το μάσιμα. Μα σαν άκουσε η μάνα του πως πίνανε κρασί εκείνοι που το φάγανε, για να το χωνέψουνε, φώναξε: "Σ' έχασα παιδί μου!" Το κρασί, που φαίνεται το πιο ήμερο πράγμα μπροστά στο μαχαίρι και στο μάσιμα, στο βάθος είναι ο ποιο μεγάλος οχτρός.
Έτσι και για μας τους Έλληνες. Περάσανε από την πλάτη μας άγριες ανεμοζάλες κάθε λογής αγριανθρώποι σκληροί, φονιάδες με σπαθιά, με κοντάρια και με άρματα κάθε λογής. Πέρσες, Αλαμάνοι, Φράγκοι, Αραπάδες,Τούρκοι κι άλλοι. Μας σφάζανε, μας κομματιάζανε, μας κρεμάζανε, μας σουβλίζανε, μα δεν πεθάναμε, γιατί μας ατσάλωσε ο αγώνας, δίναμε φωτιά στη φωτιά, είχαμε να κάνουμε με οχτρούς φανερούς και σκληρούς.
Τώρα όμως, στον σημερινό κόσμο, οι εχθροί αλλάξανε όψη, γινήνανε κρυφοδαγκανιάριδες, με το χαμόγελο στα χείλια, φίλοι δολεροί, που φαίνουνται άβλαβοι, μάλιστα κι ευεργέτες και καλόβολοι. Τέτοιοι είναι τα αγαθά που έρχονται με τις μηχανές και με τις άλλες ευκολίες, τα ηλεκρικά πλυντήρια, τ' αεροπλάνα, ο κοινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η γύμνια και τα μπαίν- μίξτ, και τάλλα που θα μας ξεπαραλύσουν και θα μας αφήσουνε χωρίς θρησκεία, χωρίς παράδοση, χωρίς οικογένεια, χωρίς τίποτα δικό μας.
Ένα απ' αυτά τα πονηρά αγαθά είναι κι ο τουρισμός, που είναι το αθώο το κρασί που σκοτώνει το χταπόδι, ενώ δεν το σκότωσαν μήτε το μαχαίρι, μήτε τα δόντια.

Φώτη Κόντογλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου