ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ: ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΙΡΑΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΣΟΧΡΑΜΠ ΣΕΜΠΕΧΡΙ


ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ


Είμαι από το Κασάν*.
Πάω καλά:
Κάνω μια μέτρια ζωή.
Έχω κάποιο πνεύμα, κάποια ταλέντα.

Έχω μια μάνα καλύτερη από ανθοφόρα πράσινα φύλλα.
Και ειλικρινείς φίλους,
καθαρούς σαν καταρράκτες σε ορισμένες απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη.

Και έχω ένα Θεό.
Ένα Θεό που ζει κοντά στο σπίτι μου,
ανάμεσα σ' αυτές τις ροδοδάφνες στον κήπο,
ή πάνω στο πρόσωπο του νερού στή δεξαμενή,
ή στις φλέβες των δέντρων.

Είμαι μουσουλμάνος.
Η κατεύθυνση για την προσευχή μου είναι ένα τριαντάφυλλο.
Το βιβλίο της προσευχής μου είναι τεράστιο,
όπως τα χέρια των ποταμών.
Λαμπρό, όπως το πρόσωπο του ήλιου.
Κι εγώ προσεύχομαι πάνω στην επέκταση του λιβαδιού.

Καθάρισα την καρδιά μου στο ρυάκη του φωτός,
που ρέει από τα διάπλατα ανοιχτά παράθυρα.
Και πόσο γεμάτη είναι η προσευχή μου,
με το φεγγάρι, με τα σύννεφα,
με πολύχρωμα ουράνια τόξα.
Αλλά ακόμη μπορείτε να δείτε τα βράχια,
τη θάλασσα και τις πέτρες,
μέσα από της ψυχής μου τα λόγια.

Καθάρισα την καρδιά μου με το ρυάκη του φωτός,
που ρέει από τα διάπλατα ανοιχτά παράθυρα.
Κι εγώ προσεύχομαι κάθε φορά που η αύρα μου φωνάζει,
από τα πράσινα ύψη της ιτιάς,
πίσω από το χορό του χορταριού,
ή πάνω από τους αφρούς που φέρνουν τα κύματα.

Ο Θεός μου ζεί πλάι στους ποταμούς.
Ζει κάτω από τη φυλλωσιά της ακακίας .
Ο Θεός μου,ελαφρής όπως το αεράκι,ρέει από τύρφη σε τύρφη,
από καρδιά σε καρδιά, από πόλη σε πόλη.

Είμαι από το Κασάν.
Ζωγραφίζω για το προς το ζείν.
Κάπου,κάπου,
κάνω ένα κλουβί με χαρτί και χρώματα,
και το πουλαώ σε σας ,
να ακούσετε το τραγούδι του εγκλωβισμένου κρίνου,
όποτε νιώθετε μοναξιά.
Λοιπόν,ονειρεύομαι…τώρα ονειρεύομαι,
Επειδή γνωρίζω:
Τα τεχνάσματα μου είναι χωρίς ζωή.
Ναι, το ξέρω, η λίμνη της ζωγραφιάς μου,
δεν έχει ψάρια να κολυμπούν.

Είμαι από το Κασάν.
Ποιός ξέρει,
μπορεί να κατέβω από ένα δέντρο στο Δελχί,
ή ένα αγγείο,μια αμφόρα χαμένη στους λόφους του Σιλάκ*,
ή μια νεαρή πόρνη από την Σαμαρκάνδη.

Ο πατέρας μου βρίσκεται νεκρός τώρα,
πίσω από μερικά πήγαινε έλα από αποδημητικά πουλιά,
πίσω από μερικές τούφες χιονιού,
πίσω από μερικές ζεστές καλοκαιρινές νύχτες στην οροφή.
Ο πατέρας μου βρίσκεται νεκρός τώρα,
για κάποιο χρονικό διάστημα.

Όταν πέθανε ο πατέρας μου, ο ουρανός ήταν μπλε.
Η μητέρα μου ξύπνησε ξαφνικά.
Η αδελφή μου έγινε όμορφη.
Όταν ο πατέρας μου πέθανε,
οι στρατιώτες έγραφαν ποίηση.

Και τότε ο αγρότης ρώτησε:
"Πόσα πεπόνια θα πάρεις;"
Και του απάντησα:
"Δεν πωλείς το άθροισμα της ειρήνης
για να κρεμάζεται στις καρδιές; "

Ο πατέρας μου μπορούσε να ζωγραφίζει.
Ο πατέρας μου μπορούσε να κατασκευάσει Τάρ* που μπορούσε επίσης να παίξει.
Είχε ένα πολύ ευχάριστο τρόπο γραφής επίσης.

Ο Κήπο μας ήταν στη δεξιά πλευρά της απόχρωσης της σοφίας.
Ο Κήπο μας ήταν το σημείο συνάντησης της αίσθησης και των φυτών.
Ο Κήπο μας ήταν η διασταύρωση της όρασης, σύνορο και καθρέφτης.
Ίσως ο κήπο μας ήταν ένα τόξο από το πράσινο κύκλο του παραδείσου.

Και εκεί:
Μασούσα τ' άγουρα φρούτα του Θεού σε κάθε μου όνειρο.
Έπινα κρύο νερό χωρίς τον πάγο της φιλοσοφίας.
Μάζευα μούρα χωρίς τη σκάλα της επιστήμης.

Η εύφορη καρδιά του ροδιού πάντα έπεφτε,
μέσα την κρήνη με το γιεν μου.
Τα φτερά των περιστεριών πάντα φώναζαν,
το φευγάτο μυαλό μου για ένα άλλο μακρινό ταξίδι.
Και μερικές φορές η μοναξιά ερχόταν,
και κολλούσε το κρύο της μάγουλο στο καθαρό γυαλί του παραθύρου.
Και τότε η κόρη του πάθους κατάφθανε,
κρατώντας τους ώμους μου μέσα στα ζεστά της χέρια,
αφήνοντας ελεύθερο πάλι στην αίσθηση μου αυτό τ' ατελείωτο παιχνίδι.

Και στη συνέχεια η ζωή ήταν κάτι.
Όπως το ντους για την Παραμονή του Νέου Έτους.
Σαν το δένδρο της λεύκας με τα σπουργίτια στην αγκαλιά του.
Η ζωή ήταν τότε μόνο ένα δωμάτιο γεμάτο κούκλες, παιχνίδια και φώτα.
Η ζωή ήταν σαν ένα τρένο με κατεύθυνση την ελευθερία και το γέλιο.
Η ζωή ήταν τότε ένας τεράστιος ουρανός με τραγούδια.

Το παιδί κινήθηκε αργά.
Εξαφανίστηκε σταδιακά μέσα σε χιονοθύελλα από πεταλούδες.
Γρύλοι και άμμος.
Και εγώ σιγά- σιγά μάζεψα τα πράγματα μου,
αφήνοντας αυτή την ονειρική γη.
Η Καρδιά μου ήταν γεμάτη θλίψη.
Θλίψη για όλες τις χαμένες πεταλούδες,
στη αμμοθύελλα του χρόνου.

Πήγα στη συγκέντρωση του κόσμου,
για την τύρφη της θλίψης.

Για τον κήπο των μιστικιστών .
Για τον διακοσμημένο πύργο της επιστήμης.
Και μέχρι τη σκάλα της θρησκείας.
Κάτω στην λωρίδα της αμφιβολίας.
Πέρα στο δροσερό αεράκι της ευκολίας.
Μέχρι την υγρή ομιχλώδη νύχτα της καλοσύνης.
Και μια φορά πέταξα μακριά για την επίσκεψη κάποιου
στο λαμπερό άκρο της αγάπης.

Πέταξα, Πέταξα.
Πέταξα μέχρι που μια γυναίκα εμφανίστηκε.
Πέταξα, Πέταξα.
Στο φως της απόλαυσης.
Στη σιωπή του πόθου.
Στο βαρύ ήχο της μοναξιάς.

Και είδα πράγματα σε αυτή τη γη:
Γνώρισα ένα παιδί που οσφριζόταν το φεγγάρι κάθε βράδυ.
Είδα ένα σπασμένο κλουβί με φώτα να κουνιούνται στις τέσσερις του γωνιές.
Και μια σκάλα που βρίσκεται δίπλα στο ξύλινο τοίχο.
Και η αγάπη ανέβαινε προς τον ουρανό από το πλευρό της.

Γνώρισα μια γυναίκα που έλιωνε φως στο μπλέντερ της,
μαγειρεύοντας ένα ελαφρύ φαγητό για το μεσημεριανό γεύμα.
Είδα ένα ζητιάνο που πήγαινε από πόρτα σε πόρτα,
ζητώντας τραγούδια του καναρινιού.
Ένα άστεγο να προσεύχεται,
μπροστά από ένα μισοφαγωμένο πεπόνι στο πάρκο.

**********
Ένα μέρος από το πολύ μακροσκελές ποίημα του Σοχράμπ Σεμπεχρί "Τα Χνάρια του Νερού"
1964, Κασάν, Ιράν

Μετάφραση NOCTOC

*Κασάν: Η γενέτειρα του ποιητή, μια πόλη στο Ιράν.
* Τάρ: Ένα όργανο στη ιρανική παραδοσιακή μουσική.
*Σιλάκ: Ένας αρχαιολογικός χώρος στο Ιράν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου