ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2008

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ - GREEK LITERATURE: VASILIS ARVANITIS

ΕΙΝΑΙ λογής παλικαριές, είναι και λογής παλικάρια. Το κάθε τι στη ζωή το αγναντεύεις και το χαίρεσαι μέσα στον περίγυρό του. Όμως μέσα του είναι κ' ένας σκοπός που το κυβερνά, κι αυτός είναι που του δίνει το νόημά του. Κάθε καρπός θέλει τη γης και το κλίμα του για να μελώσει, θέλει κ' ένα στόμα να τον βυζάξει. Κάθε καράβι θέλει τα νερά του για να πλέψει, όμως η μοίρα του, εκεί σ' ένα μακρινό λιμάνι στέκεται και το καρτερεί. Έτσ' είναι.Μόνο το Βασίλη τον Αρβανίτη, που στάθηκε μέσα στα παιδιάτικά μου όνειρα ο αρχάγγελος της παλικαριάς, τόσα χρόνια περνούσαν από πάνω μου, μέστωναν τη στόχασή μου, και μολαταύτα δε μπορούσα να καταλάβω το θάμα της ορμής του. Τι γύρευε, πού τραβούσε και τι πίστευε. Και μόνο τώρα, που ωρίμασε ο καημός στην ψυχή και στέριωσε ο καιρός την αντριά μου, τον κατάλαβα.Σήμερα, από την κορφή της ζωής, γυρίζω τα μάτια προς τα περασμένα, αγναντεύω τους αλλοτινούς ανθρώπους που έφυγαν, ανιστορώ τα πρόσωπα, τις κουβέντες και τα διανέματα. Μια ανάσα ζεστή και γλυκιά, έτσι σαν από ζεστό ψωμί, έρχεται από κει, γλείφει το πρόσωπο, ψιλή φλόγα.Μοσχοβολά αβαγιανούς και ρίγανη, σταφύλια πατημένα και τσακισμένα φύλλα της πικραμυγδαλιάς, που κανένας μας δεν άπλωνε να κόψει τα τσάγαλά της πάνω από τη στέρνα. Είναι οι αψιές μυρουδιές της θαλασσινής εξοχής και του σπιτιού, που μου στέλνουν τα παιδιάτικα καλοκαίρια. Τα νησιώτικά μου τα καλοκαίρια.Περνούν μπροστά από τα μάτια μου, χτυπημένα απότομα από τα ασημένια σπαθιά των μεσημεριών. Τραγούδια Αιγαιοπελαγίτικα πάνε κ' έρχουνται, ορμούν σαν τα χελιδόνια γύρω στις κούνιες, που πετάν από δέντρο σε δέντρο. Γεμίζουν βουή τις βάρκες και τις ταβέρνες.Κάτι αγόρια τα τραγουδάνε, βασανισμένα από τη φαντασία και τα μυστικά τους οράματα. Ακροζυγιάζουνται ξεσκούφωτα πάνω σε πανύψηλους βράχους όρθιους, που έχουν το χρώμα του φρέσκου ατσαλιού και μάλλιασαν οι σκισμές τους από το μούσκλι. Τα πρόσωπα στράφτουν από τη ζωή, μορφάζουν με πάθος, γανωμένα από τ' αλάτι και τον ήλιο. Χουγιάζουν τη θάλασσα κατάμουτρα. Κι αυτή ξαμολάει κατά πάνω τους κάτι κύματα, στηθάτα αλόγατα. Όλ' αυτά φωσφορίζουν, δονίζουν μαγικά τον αέρα. Οι πνοές έρχουνται και μοσχοβολούν τη μνήμη, σα μακρινές πυρκαγιές από δάσα.Και μέσα στην καρδιά αυτού του μαγικού κόσμου, στέκεται τροπαιοφόρος ένας ξανθός παλίκαρος. Πότε χαμογελά καλοσυνάτος και ζευγαρίζει πίσω με τ' άσπρα δάχτυλα κάτι ξανθά μαλλιά σαν από φως. Πότε πάλι συννεφιάζουν τα μαβιά μάτια του. Γίνουνται μολυβιά σα δυο σφαίρες του γκραδιού και το κάτω χείλι ξεβγαίνει με το μορφασμό του ερεθισμένου αγριμιού, που οσμίζεται να χιμήξει.Σαν τι γύρευε και χτυπιόταν με τόσον καημό η παλικαριά του Βασίλη του Αρβανίτη; Με τους ανθρώπους και με το Θεό χτυπιόταν, με ξένους και δικούς, με το καλό και με το κακό έπιανε αμάχη. Και ποτές δεν έλεγε να καταλαγιάσει ο παραδαρμός του.Στοχάζουμαι κάτι νερομάνες, που αναβρύζουν ολομόναχες στην ερημιά κάτ΄από τον ουρανό. Τινάζουν τη δροσιά τους μέσα από την πυρωμένη πέτρα και κανένας δεν είν' εκεί ν' απλώσει τη φούχτα στο χόχλο, ν' ανεστηθεί η καρδιά του. Μήτε άνθρωπος, ούτε θεριό, ουδέ πουλί, μηδέ χορτάρι. Τα νερά τάχατες τραγουδούν για τον εαυτό τους; Η χαρά τους βουίζει μάταια, δίχως να ξεδιψάσει ψυχή;Ας μην αμαρτάνουμε. Τίποτα δεν πάει στα χαμένα, αφού είναι ο Θεός γυροπερίγυρα και ανασαίνει γαληνά την ειρήνη του. Αυτός τα χαίρεται, πίνει τα νερά κι ανεγαλλιάζει από τη δροσιά η φλογερή καρδιά Του. Είναι απλωμένη η χαρούμενη Παρουσία Του ως και στην πιο απόμερην ερημιά, εκεί που τρίζει ο άμμος μες στη μοναξιά και δε βρίσκει μια χαραμίδα για τη ρίζα της η πιο ταπεινή κάπαρη. Αυτός χαμογελά προς την έρημη πέτρα, που την ψήνει ο ήλιος και μυρίζει θειάφι, την καίγει και θρει μες στο καταμεσήμερο, αφράτη σαν το παξιμάδι.Τέτοια, λογιάζω, θα ήταν κ' η παλικαριά του Βασίλη του Αρβανίτη. Ανάβρα αχρείαστη για όλο τον κόσμο, αξήγητη για τους ανθρώπους, όμως μεγάλη χαρά μπρος στα μάτια του Θεού, που σπαρταρούσε μέσα του.
Κεφάλαιο 1 από το βιβλίο "Ο Βασίλης ο Αρβανίτης"
του Στράτη Μυριβήλη


THERE are different kinds of brave deeds,and there are different kinds of brave men. One can observe and enjoy everything in life, if one looks at it within its own scope. However, within itself there is a purpose which rules every action, and it is this purpose which gives it meaning. Every seed needs its own kind of earth and climate for it to be able to grow. It needs a mouth to feed it. Every ship needs its own kind of waters to be able to sail, but its destiny, there on a far away port stands and awaits it.
Only Vasilis Arvanitis, who stayed in my childhood dreams, the archangle of braveness, so many years were passing over me, maturing my reminiscence, and even so, I could still not understand the source of his vehemence. What was he looking for, where was he heading to and what did he believe in? It is only now that the pain has matured in my soul, and that time has made my manliness firm that I can understand him.
Today, from the tip of life, I turn my eyes to the past, I stare at people long time pasted from this life, I retell the faces, the conversations, and the events. A a warm and sweet breath, the same as that of freshly baked bread comes from there, it touches your face, like a spark of fire.
It smells of thyme, and oregano, crushed grapes, and broken leafs from the bitter hazel tree, which no-one of us reaches over the cistern to cut its branches. They are the salty smells of the sea, our house by the shores, which take me back to my childhood years. My island life, my island summers.
They pass right in front of me, strucked by the silver swords of the noon sun rays. Songs of the Aegean islands come and go, they dive like the swallows, around the cradle of my childhood, and then fly from tree to tree. They fill with sound, the boats and the tavernas.
Some boys sing them, based on their imagination and their secret aspirations. They balance themselves without hats over the huge sea cliffs, which have the colour of steel, and their fissures have become hairy-like from the sea mosses. The faces shine of life, express themselves with passion, tinted from the salt and the sun. They throw themselves at the sea without fear, and the sea water crushes on them, waves as strong as horses. All these phosporesce, they vibrate the air magically. The boys' breathes come and give a strong fragrance to memory, like far away forest fire.
And inside the heart of this magic world, stands triumphantly one, the bravest of boys. Some-times he smiles with a kind heart, and he straightens with his white fingers, his blond hair which have the colour of light. Some times his blue eyes become cloudy. They take the colour of lead, and from his lips he makes the sigh of an irritated wild beast which takes the scent of the pray he is ready to conquer.
What was Vasilis Arvaniti's braveness looking for and he was reacting with such unfilled desire? He came to arms with people, and God, with strangers, and people he knew, with the bad and the good, he would start a fight. And never would his agony subside.
I am thinking of some kind of water springs which bubble up all alone in the wilderness and under the sky. They give out their freshness among the fire hot stone, and there is nobody to reach out his palm, and drink so that his heart would be resurrected. Neither man or beast, neither bird nor plant. Do the waters sing for themselves? Is their happiness making the noise without a soul quenching its thirst?
Let us not sin. There is nothing which goes to waste, since God is around somewhere and enjoys his peace. He is the one who marvels at them, He drinks their waters and His burning heart finds serenity from the freshness. His happy presence is spread even at the farthest wilderness, there where the sand squeaks with its loneliness, and even the most humble caper does not find a cleft to take root.
Such I think,was the braveness of Vasilis Arvanitis. A spring of water, useless for all the world, unexplainable to people, but a great happiness in front of the eyes of God, who was present inside him.

Chapter 1 from the book Vasilis Arvanitis
By Stratis Myrivilis

Translated from Greek by NOCTOC


3 σχόλια:

  1. συγχαρητήρια για το ιστολόγιο σου αγαπητέ.
    εχω βάλει ήδη συνδεσμο στο δικό μου ταπεινό ιστολόγιο
    www.misha.pblogs.gr,πράγμα που κάνω με φειδώ.
    αν μου επιτρέπει μια παρατήρηση:εξέτασε το ενδεχόμενο να βάλεις ένα πιο ευρύ πρότυπο παρουσίασης -ή να διευρύνεις το υπάρχον-ωστε τα κειμενα να απλώνονται περισσότερο σε πλάτος και να είναι ευκολώτερα αναγνώσιμα.
    καλή δύναμη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ φίλε για τα καλά σου λόγια και τις παρατηρήσεις σου.Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι γράφω και αναρτώ κείμενα για θέματα το οποία αγαπώ αν και τα περισσότερα είναι άγνωστα στον ευρύ κόσμο.Ταυτόχρονα όμως,δεν βλέπω το λόγο για κάποιον να κάθεται να διαβάζει για πράγματα που είδη γνωρίζει.Το ιστολόγιο μου δεν αντανακλά καθόλου τα γούστα του ευρύ κοινού,αλλά και τα δικά μου γούστα δεν αντανακλούν τα δικά του.Δεν πειράζει όμως,γιατί υπάρχει αρκετός κόσμος που έχει παρόμιες τοποθετήσεις σαν και τις δικές μου.Εξάλου το ιστολόγιο μου δεν είναι εμπορικό,αλλά προσωπικό,και δεν μπορώ να γράφω για πράγματα που δεν με ενδιαφέρουν.
    Τελειώνοντας θα ήθελα να σε συγχωρώ για τα πολύ καλοδουλεμένα ιστολόγια σου τα οποία είναι άκρως θρησκευτικά και θεολογικά,κάτι που τα συνιστά να είναι ενδόμυχα εκτός ενδιαφέροντος για το ευρύ κοινό,όπως και το δικό μου.
    noctoc

    ΑπάντησηΔιαγραφή