ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΒΑΣΟΡΑΣ

Γεννήθηκα πολλές φορές στη Βασόρα, μέσα από όλες τις ιστορίες που άκουσα γι αυτή-μέσα από τις ιστορίες που έλεγαν γύρω μου όταν ήμουν παιδί, στις εικόνες που δημιούργησα για αυτή κατά τη διάρκεια των πρώτων μου ταξιδιών εκεί με τη μητέρα μου, και σε όλες μου τις εμπειρίες που έζησα εκεί κατά τα επόμενα χρόνια. Αργότερα έφυγα από τη Βασόρα για να περιπλανηθώ στην εξορία σαν ένας ναύτης που κάνει κύκλους γύρω από τη γη, μέχρι που με τα χρόνια, η εικόνα που είχα για αυτή έγινε ένας συνδυασμός αλήθειας και ψευδαίσθησης, πραγματικότητας και φαντασίας, αυθεντίας και εφεύρεσης.
Πολλές φορές, ρώτησα τον εαυτό μου αν ήταν η ίδια η Βασόρα που δεν μου άφησε άλλη επιλογή από το να την διαπλάσω με αυτό τον τρόπο, αφού μήπως δεν υπάρχει λιμάνι στον κόσμο που δεν κάνει ότι η Βασόρα κάνει. Ή μήπως είναι η φαντασία, η φαντασία μου, η οποία πήρε από την πόλη ένα πνευματικό λιμάνι που δεν υπάρχει ίσο-ορισμένα χαρακτηριστικά, τότε τα ανακάτεψαν αυτά με όλες τις ιστορίες που συνήθισα να ακούω, μέχρι που έκτισα μια άλλη Βασόρα η οποία μου άφηνε κάποια παρηγοριά στη ζωή, που με έκανε να αναπνέω τον αέρα της, που εξακολουθούσε να διατηρείται μέσα στους πνεύμονες μου και να αντλεί το αίμα μου για να γράφω;
Και τώρα, μετά από όλα αυτά τα χρόνια, και μετά από όλα όσα συνέβησαν στη Βασόρα και σε μένα και στους ανθρώπους εκεί, γνωρίζω ότι η Βασόρα δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό, ένα μείγμα νοσταλγίας και μια επιστροφή σε μια πόλη και μια εποχή που έχει περάσει. Στην παιδική μου ηλικία, πριν μάθω να μιλάω, όταν σκεφτόμουν με εικόνες, ήταν η πόλη που ερχόταν σε μένα, και όχι το αντίστροφο. Πριν πάμε εκεί, έβλεπα στην συνήθως σιωπηλή μου μάνα μια έκφραση μεγάλης ευτυχίας, γιατί θα ταξιδεύαμε στο σπίτι των παππούδων μου στη Βασόρα. Υπήρχαν μόνο εκατόν εξήντα χιλιόμετρα μεταξύ της πόλης του Άμαραχ όπου μέναμε, και της Βασόρας, αλλά εκείνη την εποχή, πριν οι δρόμοι της ενδοχώρας ακόμη ασφαλτοστρωθούν, αυτή η απόσταση έμοιαζε με ταξίδια που οι άνθρωποι κάνουν σήμερα για να πάνε σε άλλες χώρες. Όπως είπα και πριν, η μητέρα μου συνήθως έτεινε προς τη σιωπή, αλλά η προγιαγιά μου η Ματινράντ (η οποία ήταν η γιαγιά της μητέρας μου αλλά και του πατέρα μου, αφού ήταν πρώτα ξαδέλφια) μου έλεγε ιστορίες για στη Βασόρα.Έφυγε από τη Βασόρα για να ζήσει μαζί με τη πρωτότοκη της κόρη, τη γιαγιά μου τη Φάρζια, στο Άμαραχ, ισχυριζόμενη ότι δραπέτευε από την τυραννία της νύφης της. Η Βασόρα θα ερχόταν σε μένα με τις ιστορίες που η προγιαγιά μου έλεγε, και φαινόταν σαν να ερχόταν από έναν ολόκληρο άλλο κόσμο. Μήπως η Ματινράντ γνωρίζε η όχι ότι με όλα όσα έλεγε για τη Βασόρα θα έσπερνε σε μένα τη πρώτη σπορά επιθυμίας για να ταξιδέψω; Με κάθε ιστορία που έλεγε, την φανταζόμουν να με αποχαιρετά ενώ κουνούσε το μαντήλι της καθώς έφευγα για τη Βασόρα.
Εκείνη την εποχή, δεν μου συνέβηκε ποτέ να αναρωτηθώ γιατί η κάθε μία από τις ιστορίες της Ματινράντ ήταν συνδεδεμένες με τη θάλασσα. Δεν ήξερα ότι μιλούσε με τον τρόπο που οι άνθρωποι μιλούν στη Βασόρα, και ότι όλοι οι Βασορίτες έχουν το ένα πόδι στη γη και ένα στο νερό. Η θάλασσα είναι μπροστά τους και το ποτάμι Σόντ αλ Άραμπ είναι από πίσω τους.Οι γνώριμες ιστορίες της Ματινράντ (οι οποίες θα μου γίνονταν γνώριμες πολλά χρόνια αργότερα, όταν είχα πλέον μεγαλώσει), ήταν ξένες εκείνη την εποχή για μένα, και σύνδεαν τη Βασόρα με ένα περίεργο και μακρινό κόσμο που άξιζε για περιπέτεια. Εκείνη την εποχή ήταν αδύνατο για μένα να φανταστώ τη Βασόρα χωρίς τους χαρακτήρες που γέμιζαν της ιστορίες της Ματινράντ: Για τον Μασούντ Μπικ το Βέλγο, τον πρώτο έμπορα αλατιού, ο οποίος στη πραγματικότητα δεν ήταν Βέλγος, αλλά ο κόσμος χρησιμοποιούσε αυτό το ψευδώνυμο επειδή είχε ταξιδέψει στο Βέλγιο ως μαθητευόμενος στα καρνάγια της Αμβέρσα, και γύρισε με τα δύο πρώτα ατμόπλοια που έφθασαν ποτέ στη Βασόρα στο 1858.Για τη Γαλλίδα "Madame Dieu la Foi," τη πρώτη γυναίκα τουρίστα που επισκέφτηκε ποτέ τη Βασόρα από την Ευρώπη. Σύμφωνα με τις ιστορίες της γιαγιάς μου, ήταν πάνω σε ένα από τα ατμόπλοια που άνηκαν στην εταιρεία Leng καθ 'οδόν από τη Βασόρα στη Βαγδάτη, όταν έμειναν από άνθρακα, και, πρότεινε στον Γάλλο καπετάνιο να χρησιμοποιήσουν το σουσάμι που μετέφεραν πάνω στο ατμόπλοιο ως καυσίμου για να επιτευχθεί το ταξίδι στην Βαγδάτη. Ήταν και ο αυτοκράτορας της Γερμανίας ο οποίος επισκέφθηκε τη Βασόρα συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, Augusta, και ο οποίος φορούσε ένα αραβικό κεφαλόδεσμο πάνω από το κοστούμι του που αποτελούσε μια πανοπλία των σταυροφόρων.Ο αντεροβγάλτης Νζαγάντ Γκάλτα, που έκλεψε τις τρίχες του προφήτη που τις είχαν στο μαυσωλείο του Ιμάμη Χασσάν στη Βασόρα (τις τρίχες τις είχε στείλει στον Ιμάμη ο Οθωμανός Σουλτάνος Άμπαντ Αλ Χαμίντ ως δώρο το 1866)- όχι για τα λείψανα τα ίδια, αλλά για το χρυσό κουτί το οποίο περιείχε το βαρύ μπουκάλι όπου είχαν τοποθετηθεί.Η γιαγιά μου λέει ότι αυτό ήταν το τέλος του Νζαγάντ Γκάλτα, γιατί ο κόσμος εισέβαλε στο σπίτι του και τον κατακομμάτιασαν.Ήταν και ο Σεϊχ Αμπουλραχμάν ο μέθυσος, που δεν γνώρισε το αλκοόλ ή τη μέθη μέχρι αργά στη ζωή του, όταν η γραμμή για τηλεγραφήματα έφθασε στη Βασόρα για πρώτη φορά.Όλα άρχισαν όταν ξεκίνησε να μιλάει σε ένα από τα κηρύγματα του σχετικά με αυτή την καταπληκτική εφεύρεση, και το πώς κάποιος θα μπορούσε να συνδεθεί με ένα σύρμα και να ακουστεί στην Κωνσταντινούπολη, και ο κόσμος νόμισε ότι θα πρέπει να είχε πιει στα κρυφά και δεν είχε ιδέα στο τι έλεγε-έτσι αργότερα υπέκυψε στο πιοτό από απόγνωση αφού δεν μπορούσε να απόσταση τον εαυτό του από αυτή τη κατηγορία.Ήταν και ο Σάμπα Άμπου Εϊντα, ο οποίος ίδρυσε το πρώτο κλαμπ στη Βασόρα, και ο οποίος έφερε νεαρούς που φορούσαν γυναικεία ρούχα για να χορεύουν εκεί, ο ποιο διάσημος ήταν ένα πολύ όμορφο αγόρι που ονομαζόταν Ναίμ, ένας Χριστιανός από το Χαλέπι, που μάγεψε τους Βασορίτες, κάτι απίστευτο, και ένα βράδυ ενώ χόρευε, ένας από τους παθιασμένους θαυμαστές του, τον πυροβόλησε, και πέθανε πριν να μπορέσουν να τον φέρουν στο Νοσοκομείο Γκουράμπα.Ήταν και η όμορφη Ραχλού, η πρώτη γυναίκα χορεύτρια που ήρθε από το Χαλέπι στην Βασόρα, λίγα χρόνια πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι άνδρες μιλούσαν για την τσαχπινιάρικη συμπεριφορά της που αιχμαλώτιζε καρδιές και μάγευε τα μάτια, και ήξερε πως να δολώσει τους άνδρες, γιατί με μόνο ένα κλείσιμο του ματιού της, έχαναν τα λογικά τους και της έδιναν όλα τα χρήματα που είχαν, ακόμη και αν έπρεπε να πουλήσουν το σπίτι τους ή τα έπιπλα την επόμενη μέρα μόνο και μόνο για τους κλείσει ακόμη μία φορά το μάτι της. Ο Ραχλού μάζεψε μια μεγάλη ποσότητα πλούτου, πριν από την άφιξη μιας τραγουδίστριας που ήταν πολύ ευρέως γνωστή εκείνες τις ημέρες αλλά δεν μπορούσε να βρει δουλειά. Το όνομά της ήταν Τίρα η Αιγύπτια, και αρχικά ήρθε από την Αίγυπτο για να επισκεφθεί το Σέϊχ Χαζάλ, Πρίγκιπα της Μαχμάρα. Εκείνη τραγούδησε για αυτόν το τραγούδι του Σαϊντ Νταρουίς "Επισκέψου με και ας είναι και μια φορά το χρόνο," μετά άρχισε να τραγουδάει κάθε μέρα στο κλάμπ Αλ Ασάρ, και η Ραχλού επισκιάστηκε από την υπέροχη φωνή της.Ήταν και ο νεαρός Γερμανός Richard, ο οποίος ήταν από ευγενή γερμανική οικογένεια και είχε πολλά λεφτά, και ζούσε στη Βασόρα για άγνωστους λόγους. Έλεγαν ότι ήταν γκέι και είχε έρθει στη Βασόρα για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του επιθυμίες. Μια Χριστιανική οικογένεια έκανε μήνυση εναντίον του στο δικαστήριο, κατηγορώντας τον ότι είχε σεξουαλικές σχέσεις με έναν από τους γιους τους που ήταν φοιτητής στη σχολή που διοικόταν από Καρμηλίτες μοναχούς. Ήταν και ο Ταλίμπ αλ Νακίμπ, ένας φιλόδοξος και χαρισματικός νεαρός, ο γιος του Σερ Ραζάμπ Νακίμπ, ένας από τους ευγενείς της Βασόρας, που συγκέντρωσε γύρω του μια συμμορία εγκληματιών και που επετιθόνταν σε όποιον τύχαινε να βρεθεί στο δρόμο του, έως ότου όλοι στη Βασόρα κατέληξαν να υπακούν στη κάθε του επιθυμία. Όταν ένας δικηγόρος, ο Αμπτουλάχ αλ Ραγαντούζι, ύψωσε το ανάστημά του, αυτός τον σκότωσε σε ένα στασίδι στην αγορά των κοτόπουλων μπροστά σε όλους. Έπειτα ήταν και η όμορφη Μουγίνη, η επίσημη μαμή που έχει εκπαιδευτεί από τη γιαγιά μου. Η γιαγιά μου έλεγε με υπερηφάνεια «Αν δεν ήξερα πόσο έξυπνη είναι και πώς είναι ευλογημένα τα χέρια της, ποτέ δεν θα της επέτρεπα να σε φέρει στον κόσμο." Ήταν ατύχημα τότε το ότι το πρώτο παιδί που είχε γεννηθεί από την Μουγίνη θα κατέληγε να γίνει ένας περιπλανώμενος στο κόσμο χωρίς να βρει λιμάνι για να αγκυροβολήσει; Αυτές ήταν μερικές από τις Βασόρες που μπόρεσα να μάθω μέσω της προγιαγιάς μου της Ματινράντ, της ειδικευμένης μαίας. Αργότερα, έμαθα από το "θείο" Edward ότι μπορεί κανείς να ανακαλύψει τις πόλεις με γραπτές λέξεις, και ότι ο κόσμος είναι όπως στη Βασόρα, ένα λιμάνι μέσα στο οποίο μετακινούμαστε. Ο Edward είχε ένα μικρό βιβλιοπωλείο στο Αλ Ασχάρ, και ακόμη θυμάμαι αυτό τον κοντούτσικο άνθρωπο: στην κομψότητα ήταν εντελώς διαφορετικός από την κομψότητα των παραδοσιακών ανδρών που φορούσαν κοστούμι και γραβάτα. Αγόραζε τα ρούχα του από μεταχειρισμένα καταστήματα, ή " λένγα" όπως ονομάζονται στο Ιράκ. Τα επέλεγε με φροντίδα και μεράκι. Το χειμώνα τύλιγε ένα μεγάλο κόκκινο φουλάρι γύρω από το λαιμό του, και τις κρύες βροχερές μέρες φορούσε ένα χακι αδιάβροχο όπως ο φημισμένος Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στη ταινία "Καζαμπλάνκα". Ο Edward με τα σγουρά μαλλιά και τα μπλε-μαύρα μάτια, ιδιοκτήτης ενώς μικρού βιβλιοπωλείου στο Αλ Ασχάρ. Δεν πουλούσε εφημερίδες ή λογοτεχνία-μόνο κόμικς, και εξειδικευμένα περιοδικά σχετικά με αυτοκίνητα και Ιστιοφόρα, ιατρικά βιβλία που ήταν γραμμένα στα αγγλικά. Τον γνώρισα όταν ήμουν έντεκα χρονών, όταν ο θείος μου με πήρε να δουλέψω στο κατάστημα του τις μέρες που δεν είχα σχολείο. Ο Edward συμφώνησε αμέσως να μου δώσει δουλειά εκεί, με την προϋπόθεση ότι θα ντυνόμουν σαν ναύτης-ήταν παθιασμένος με την θάλασσα σε σημείο που ζήτησε να τον θάψουν στη θάλασσα μετά το θάνατό του. Ο Edward ήταν ο πρώτος που μου είπε αυτή τη περίεργη ιστορία για το λαό της Βασόρας: "Ένας από τους χαλίφηδες της Ανδαλουσίας έστειλε οκτακόσιες ενενήντα επτά Ανδαλουσιανές χορεύτριες στον χαλίφη της Βαγδάτης. Εξακόσιες σαράντα πέντε από αυτές έμειναν στη Βαγδάτη, και οι υπόλοιπες εστάλησαν με βάρκα στη Βασόρα. Μία από αυτές ερωτεύτηκε τον πλοίαρχο, ο οποίος την έκρυψε και την πήγε μαζί του σε ένα μακρινό ταξίδι, και επέστρεψαν πολλά χρόνια αργότερα, όταν κανείς δεν τους αναγνώριζε πια. Ενώ ήταν στο πλοίο έκαναν πολλά παιδιά, που ταξίδεψαν τα μήκη και τα πλάτη της γης και ήταν αριστούχοι στις τέχνες. Δεν ήταν μόνο μεγάλοι ταξιδιώτες αλλά έκαναν πολλά παιδιά και δικά τους εγγόνια. Από το γένος αυτό ανήκουν οι ποιητές και οι καλλιτέχνες της Βασόρας, οι περισσότεροι εκ των οποίων μετατρέπονται σε ναυτικούς και περιφέρονται στους ορίζοντες.
Την επόμενη μέρα μου είπε: "Από σήμερα θα ανοίγουμε ένα νέο βιβλίο κάθε μέρα, και θα σου δείχνω μερικές εικόνες και το όνομα του λιμανιού, και την επόμενη μέρα θα μου λες πληροφορίες γι 'αυτό, συμφωνήθηκε; "Όταν τον ρώτησα πώς θα το κάνω αυτό, χωρίς να γνωρίζω τίποτα για την πόλη ή τη χώρα, μου είπε ότι αυτό είχε να κάνει με τη φαντασία μου και η καρδιά μου, και ότι θα ήταν αρκετό στο να κοιτάζω προς στη Βασόρα. "Άκουσε στην πρόσκληση της καρδιάς σου, τα προσεκτικά αυτιά δεν πρέπει να ακούουν τους καθηγητές της γεωγραφίας," επειδή "η γεωγραφία που μας μαθαίνουν είναι ψέματα." Εμείς εφεύρουμε τη δική μας προσωπική γεωγραφία από περιπλάνηση όπως οι τσιγγάνοι, και τα λιμάνια ολοκληρώνουν το ένα το άλλο. Γι' αυτό τα ονόματα των περισσότερων λιμανιών στον κόσμο είναι γνωστά σε μένα: Βομβάη, Άδανα, Καπ Σταντ, Λίμα, Ίμπιζα, Λίβερπουλ, Αμβούργο, Ρότερνταμ, Νάπολη, Μασσαλία, Κάντιθ, Πόρτο Αλέγκρε, Σάο Πάολο, Καρταχένα των Ινδιών . . . Με τον τρόπο αυτό ο Edward άλλαξε την πορεία της ζωής μου και την έκανε να πάρει άλλη κατεύθυνση, γιατί από εκείνη την ημέρα, μέχρι σήμερα, διαβάζω τον κόσμο και γι' αυτό εφευρίσκω ιστορίες από τα ταξίδια μου μέσα και γύρω από αυτόν, πλέοντας σαν ναύτης πάνω στη γη.
Τώρα, που γράφω για στη Βασόρα, ίσως όλα να είναι μπερδεμένα μέσα μου,η ψευδαίσθηση με την πραγματικότητα, το γεγονός, με τη φαντασία, αλλά αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι δεν κάνω τίποτα άλλο εδώ, παρά να συλλαμβάνω στο μυαλό μου την εικόνα της Βασόρας, όπως την είδα και την έζησα όλα αυτά τα χρόνια, το ένα τρίτο του χρόνου της ζωής μου, μέχρι να εγκαταλείψω τη χώρα. Από την άλλη πλευρά, επειδή γνωρίζω ότι είμαι συγγραφέας, και ότι τα περισσότερα από όσα γράφω είναι με βάση τη φαντασία, ξέρω ότι αυτά που γράφω για τη Βασόρα παίρνουν για μένα μερικές φορές μια διφορούμενη έννοια, και αν τα αμφιβάλω τότε θα αρχίσω να αμφιβάλλω και για την ίδια μου την ύπαρξη. Είμαι στη πραγματικότητα εκείνο το παιδί που πέρασε όλη του την παιδική ηλικία στο σπίτι των παππούδων του στη Βασόρα; Είμαι εκείνος ο νεαρός που γνωρίζει τη Βασόρα δρόμο με δρόμο, λόγω της διαρκής μετακόμισης του παππού του, κάθε φορά που ο θείος του ερωτεύονταν με ένα κορίτσι στη νέα γειτονιά που είχαν μετακομίσει; Όσο περισσότερο αμφιβάλω, τόσο ποιο πολύ η Βασόρα μοιάζει με ένα κενό χάρτη που δεν έχει γραμμές ή χαρακτηριστικά, και τα οποία θα πρέπει να επιστήσω και πάλι.Σαν να μην υπήρχε πριν, με εξαίρεση ένα κομμάτι αλμυρής γης, φοινικόδεντρα να επεκτείνονται κατά μήκος των άκρων της, και ένα μεγάλο ποτάμι που ονομάζεται Σόντ αλ Άραμπ. Όσο για τα υπόλοιπα, πρέπει να τα οικοδομήσω πέτρα προς πέτρα: Τη Πλατεία Ουμμ aλ Μπαρούμ, όλες τις διάφορες γειτονιές, τον παράλιο δρόμο, τις εκκλησίες, τα μπουρδέλα, τις ταβέρνες, τις αγορές, τις κινηματογραφικές αίθουσες. Είναι εύκολο να προσδόσω ονόματα σε αυτό το τόπο ή τον άλλο, αλλά ξέρω ότι αυτό δεν είναι αρκετό, γιατί πρέπει να ρίξω και φως, το φως της θάλασσας για να είμαστε ακριβείς, σε κάθε δρόμο, σε κάθε σπίτι, σε κάθε κατάστημα, σε κάθε γωνιά του δρόμου, ακόμη και σε κάθε σοκάκι. Θα πρέπει να δώσω μορφή σε αυτά τα χαμηλά σύννεφα του χειμώνα που περνούσαν πάνω από το κωδωνοστάσιο της Αρμενικής εκκλησίας στην περιοχή αλ Σαΐφ, και μετά πάνω από τα καφενεία του δρόμου, μέχρι να φτάσουν την αποβάθρα όπου τα μικρά ιστιοφόρα ήταν αραγμένα. Θα πρέπει να είμαι καλόγουστος όταν τακτοποιώ τα έπιπλα και όταν ζωγραφίζω τα χαρακτικά στα παλιά σπίτια, όχι μόνο τα σπίτια της ανώτερης τάξης της Βασόρας , αλλά τα μπουρδέλα τη επίσης. Θα πρέπει να αποδεχθώ ακόμη και όσα δεν μπορώ να αποδεχθώ στην πραγματικότητα, και να φέρω μια διαφορετική ομάδα ανθρώπων να ζουν σε αυτή, δεν είναι σημαντικό ποιους. Ως μέρος αυτού του παιχνιδιού, θα πρέπει να τους βάλω σάρκα και αίμα, το οποίο υπακούει στην πρόσκληση των αισθήσεων, και θα πρέπει να καταλάβω την ανάγκη τους για αγάπη και για χρήματα, για να εγκαθίστανται και για να μεταναστεύουν, δύο επιθυμίες που κατά κανόνα δεν συμφωνούν. Θα πρέπει να εξετάσω την επιθυμία τους για τα αιώνια, και να τους υπενθυμίσω ότι είναι η Βασόρα που αξίζει αιωνιότητα. Θα πρέπει να τους δώσω εσωτερικά όργανα και πρόσωπα, έτσι ώστε να είναι αδύνατο να μην αναγνωρίζονται όπου και αν βρίσκονται, και να αυξήσω την ικανότητά τους να ξεχνάνε, και τη δυνατότητα τους να προχωρούν. Διότι μόνο αυτός που ταξιδεύει ανακαλύπτει τη Βασόρα. Τώρα, όπως και κατά τη διάρκεια όλων αυτών των μακρών χρόνων, συνεχίζω να αναδημιουργώ τη Βασόρα εκ νέου κάθε φορά που την συμβάλλω πάνω σε χαρτί. Θα αναπολώ πάντα ότι έχει σχέση με στη Βασόρα, τις γειτονιές και τα κτίρια της, των δημοσίων και των ιδιωτικών: Αλ Ασχάρ, αλ Κάσιλ, την αγορά των κοτόπουλων, αλ Ταμιμίγια, αλ Σάϊ, αλ Μισράκ,την Εταιρία Επεξεργασίας Φοινικιών της Βασόρας, αλ Μουάκλ, το σιδηροδρομικό σταθμό, το λιμάνι, το νησί του Σίνμπαντ, τη Ναυτική Έδρα, Χάμσα Μιλ, Νουχέρ αλ Λαϊάλ , τη Παλιά Βασόρα, Μαχαλλάτ αλ Μπασά, αλ Σαΐφ, Ναθάρν, Μπαλούς, το δικαστήριο. . . την οδό αλ Γατάν με τις νυχτερινές εορταστικές εκδηλώσεις, με τα νυχτερινά κέντρα όπου όλοι οι ιστιοπλόοι στον κόσμο συγκεντρώνονταν, το Mary's Bar και το Matilda’s Bar, ή το σπίτι της μαντάμ Χασίμπα και το συνεχή κύκλο των κοριτσιών στους οίκους ανοχής της Παλαιάς Βασόρας και στην οδό Μπασάρ. Τα συντάσσω καθώς θυμάμαι τις ιστορίες της γιαγιά μου και του Edward, καθώς θυμάμαι τον παππού μου, Φαράζ Γιουσούφ, που ήταν επιθεωρητής της Εταιρείας Επεξεργασίας Φοινικιών της Βασόρας, και η γλώσσα μου καίγεται από τη γλυκιά γεύση των γεμιστών Μπούχρι με αμύγδαλα και καρύδια, που ο παππούς μου μας έφερνε σε δύο δίσκους για να τ' αποθηκεύσουμε για το χειμώνα. Θυμάμαι τον Luis Carvallo, ή " τον θλιμμένο Πορτογάλο", όπως ονομαζόταν-όπως μάλλον τον φωνάζαμε εμείς τα παιδιά της περιοχής αλ Σαΐφ και του Μαχαλλάτ αλ Μπασά και του Ναθράν και του Μπαλούς, ακόμη και όταν μεγαλώσαμε και γίναμε έφηβοι, πριν όμως να γίνομε άνδρες και ορισμένοι από εμάς έφυγαν για την εξορία, και άλλοι σκοτώθηκαν στον πόλεμο και που ξεκουράζονται στους τάφους τους, πριν, ο πόλεμος πήρε τον θλιμμένο Πορτογάλο τον ίδιο μακριά από τη Βασόρα με άλλους συμπατριώτες του οι οποίοι ζούσαν εκεί από τον προπάππου τους τον Vasco de Gama , και είχαν κάνει εδώ τα παιδιά και τα εγγόνια τους και έγιναν Βασορίτες όπως και εμείς, παρά τα ξένα ονόματα τους: Jose και Gonzalez και Rodriguez, Amalia και Maria και Consuelo.Όλα αυτά τα χρόνια, κρατάω τη Βασόρα μέσα στη την καρδιά μου, στα αυτιά μου παίζεται η μουσική των Ζουνούζ, είναι οι μαύροι Βασορίτες , αυτοί που απέμειναν από τους απογόνους των μεγάλων εξεγέρσεων των δούλων, των οποίων οι μουσικοί κυκλοφορούν στους δρόμους χτυπώντας κύμβαλα , παλαμάκια με τα χέρια τους, και χορεύοντας το χορό χαγάγα. Θυμάμαι τις περιοχές Σάϊ και Μισράκ, όπου ζούσαν οι Ζουνούζ, και ξέρω ότι η Βασόρα είναι ζωντανή. Όλα αυτά τα χρόνια, όπως έχω ανασυντάξει τη Βασόρα, προσπάθησα να της δώσω να αναπνεύσει ένα διαφορετικό αέρα, ένα διαφορετικό πνεύμονα από εκείνο με τον οποίο αναπνέει τώρα, ένα πνεύμονα που έχει φθαρεί από το κρύο των πολέμων και τον καπνό των όπλων, βόμβες, και αέριο από δηλητήριο, φραγμένο από την σκόνη των αμμόσακκων στους δρόμους. Όσο μιλούσα για τη Βασόρα, είχα την αίσθηση ότι εξακολουθούσα να ζω. Τώρα, καθώς σας μιλώ για τη Βασόρα (αν και το ποιο πολύ φως που της δίνω μου φαίνεται να είναι από φαντασία, εξακολουθεί να είναι ένα φως που αντλείται από την πραγματικότητα)- αυτή η Βασόρα διαμορφώνεται κομμάτι με κομμάτι μέσα από τη μνήμη και την απόσταση, φυλασσόμενη μέσα στη μηχανή του χρόνου, στη γραφομηχανή του Ναζίμ Γουαλί. Η Βασόρα για την οποία μιλώ εδώ, είναι στο τέλος, η διατηρητέα πόλη που έχω κρατήσει πάνω για είκοσι τρία χρόνια, διαδίδοντας την ιστορία της δειλά εδώ κι εκεί, μέσα από το δικό μου μυθιστόρημα Πόλεμος στην Χαγ αλ Τάραμπ, σε δύο συλλογές διηγημάτων, Η Τελευταία Νύκτα της Μαρίας και Χορεύοντας με την Ματίλτα, στο τελευταίο μου μυθιστόρημα, Τελ αλ Λαχάμ, σε όλες τις ταξιδιώτικες ιστορίες μου, και σε ότι έχω γράψει και γράφω τώρα. Σαν και όλα αυτά να ήταν μόνο τα ακατέργαστα σχέδια για την προετοιμασία μου για αυτό το βιβλίο μου για τη Βασόρα, αυτή την πόλη από την οποία έμαθα το πρώτο μάθημα που διδάσκεται σε κάθε νέο καλλιτέχνη: την αναζήτηση για το βασίλειο της δημιουργικότητας έξω από τα τείχη της πόλης στην οποία γεννήθηκα, στη συνέχεια η επιστροφή σε αυτή την πόλη, μέσω της μνήμης και της φαντασίας. Είναι ανώφελο να αναζητείς τη Βασόρα σε ένα χάρτη, γιατί η Βασόρα ανήκει τις πόλεις αυτές, οι οποίες κτίζονται από τους καταραμένους και ξενιτεμένους γιους τους πάνω στην παρθένα γη της μνήμης, σε χώρες μακρινές. . .

Ναζίμ Γουαλί
Ιρακινός Συγγραφέας
Μετάφραση από τα Αγγλικά: NOCTOC

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου