ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2008

ΚΟΥΚΟΥΜΑΣ: Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΛΥΔΩΝΑ ΣΤΗ ΣΥΜΗ - KOUKOUMAS: THE CELEBRATION OF THE UNSPOKEN WATER ON THE ISLAND OF SYMI

Μια από τις ποιο ωραίες και ποιο λαμπρές γιορτές του νησιού Σύμης ήταν η γιορτή του Κλύδωνα που γινόταν στις 2 Μαΐου, επέτειο της ανακομιδής των λειψάνων του Αγίου Αθανασίου. Κατά τη μέρα αυτή, μια γενική ευθυμία επικρατούσε σε όλο το νησί, και κάθε σπίτι διασκέδαζε.

Το κουκουμάρι με το αμίλητο νερό.

Οι Συμαΐοι ονομάζουν τη γιορτή αυτή " Κουκουμά", διότι γιά να τη γιορτάσουν μεταχειριζόταν το απαραίτητο πήλινο δοχείο, το οποίο στη Συμαϊκή διάλεκτο καλείται "κουκουμάρι".
Την παραμονή της γιορτής μετά από συνεννόηση, πολλά κορίτσια, αλλά και παντρεμένες γυναίκες, ακόμη και χήρες, μαζεύονταν σε ορισμένα σπίτια και έστελναν τρία μικρά κορίτσια σε τρεις φίλες τους οι οποίες έφεραν το όνομα "Ειρήνη" (με αυτό ήθελαν να δηλώσουν η να ευχηθούν τη μεταξύ τους ειρήνη) και έπαιρναν από αυτές σε μικρό πήλινο δοχείο νερό, το οποίο μετέφεραν στο σπίτι όπου έχει οριστεί να γίνει η γιορτή, χωρίς να μιλήσουν καθόλου, και για αυτό λέγεται "αμίλητο νερό". Μετά η κάθε μια από αυτές που θα λάμβαναν μέρος, έβαζε μέσα σε αυτό το πήλινο δοχείο ένα αντικείμενο (νόμισμα, κόσμημα, ή οτιδήποτε άλλο) που ήταν ιδιαίτερο γνώρισμα της κάθε γυναίκας, και αφού το σκέπαζαν με κόκκινο μαντήλι κι' ένα μεγάλο κλειδί, το ανέβαζε η οικοδέσποινα στο ανώι του σπιτιού της, όπου το άφηνε από το βράδυ ως το πρωί το για να το δουν ο ουρανός και τ ' άστρα.
Μετά, η οικοδέσποινα της γιορτής έπαιρνε εισφορές από κάθε γυναίκα που λάμβανε μέρος, όπως λεφτά, καυσόξυλα, αλεύρι, ψωμιά, και διάφορα άλλα είδη τροφίμων, τα οποία χρησιμοποιούσαν για τα κοινά γεύματα της επόμενης μέρας.

 

Κοράκια αντί κορίτσια
 

Την επόμενη μέρα, που ήταν και η μέρα της γιορτής, μετά την Λειτουργία στο ναό του Αγίου Αθανασίου, μαζεύονταν πάλι όλες σε αυτό το σπίτι. Κάθονταν κυκλικά και στη μέση τοποθετούσαν το "σινί" (μεγάλο χάλκινο σκεύος που μοιάζει με τα γνωστά ταψιά). Η οικοδέσποινα κατέβαζε από το ανώι το Κουκουμά και τον έβαζε στο κέντρο του σινιού ενώ οι άλλες γυναίκες έβαζαν γύρω στο σινί καμιά δεκαριά κουτάλια της σούπας και άρχιζαν να κτυπούν ρυθμικά τις πλευρές του χάλκινου σκεύους με τα χέρια τους. Τα κουτάλια έκαναν ένα ωραίο ήχο, ενώ οι νέες άρχιζαν να τραγουδούν διάφορα δίστιχα που έλεγαν ειδικά για αυτή τη γιορτή. Παραθέτουμε μερικά από αυτά:

Κοράκια* τραγουδήσετε που βάλετε το γρόσι
Να κάμωμε του Κοκκουμά μαλαματένια στρώσι
Να βγάλωμε το Κοκκουμά να βγει χαριτωμένη*
να βγει της Παναγιάς ο γυιός και της Κυράς η κόρη
Στ΄ Άη Γιαννιού μας το Πλατύ* πούχ' όμορφο χαλίκι
που περπατούν οι Συμιακοί με τόσο μεγαλίκι.
Όμορφα που ταιριάξαμε τ' Άη Γιαννιού κοράκια
καμαρωτά και άχολα σαν τα περιστεράκια.
Χρυσό Πενερμιωτάκι*
δώσε μου τα φτερά σου
να πά ' να δω τον κρίνο μου και πάλ ' ας είν ' δικά σου.

*Τα κοράκια είναι τα κορίτσια
* Παναγία προς τιμή της οποίας υπάρχει ναός στη Σύμη και ονομάζεται της Χαριτωμένης
* Το Πλατύ είναι το Προαύλιο

* Το Πενερμιωτάκι είναι ο Ταξιάρχης Μιχαήλ


Όνειρα από βαρυστομαχία και οινοποσία

Τα τραγούδια συνεχίζονταν μέχρι το μεσημέρι, οπότε παρακάθονταν όλες μαζί και έτρωγαν σε κοινό τραπέζι, στο οποίο το κρασί ήταν απαραίτητο αφού έπιναν από αυτό μέχρι μέθης. Μετά το φαγητό, ένα από τα κορίτσια, το οποίο έπρεπε να είναι πρωτότοκο και του οποίου ζούσαν οι γονείς, έπαιρνε ένα κόσκινο και με τα χέρια του στραμμένα προς τα πίσω για να μην βλέπει τι έκανε, κοσκίνιζε το αλεύρι που είχε δοθεί από της εισφορές της περασμένης νύκτας. Μετά ζύμωνε αυτό το κοσκινισμένο αλεύρι με το αμίλητο νερό που υπήρχε στο Κουκουμά. Τη ζύμη αυτή την έκανε τόσο αλμυρή, που με δυσκολία μπορούσε να τρώγεται, και αφού την έπλαθε σε πίττα, την έψηναν στο φούρνο έξω από το σπίτι.
Όταν η πίττα είχε ψηθεί, την διαμοιράζονταν μεταξύ τους και έτρωγαν την "αλμυροκουλούραν" όπως ονόμαζαν αυτή τη ζύμη. Πίστευαν ότι η αλμύρα της πίττας και το κρασί που είχαν καταναλώσει θα τις οδηγούσε σε βαθύ ύπνο όπου θα γνώριζαν τον μέλλοντα σύζυγο τους, αφού θα έβλεπαν σε ποιου νέου το σπίτι θα πήγαιναν για να πιουν και να ξεδιψάσουν. Πράγματι, η ιδέα αυτή αφενός και η επενέργεια του κρασιού και της αλμυροκουλούρας αφετέρου, τις βύθιζαν σε όνειρα, τα οποία όταν ξυπνούσαν, διηγούνταν θορυβωδώς και που εξηγούσαν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, και που με πίστη περίμεναν να επαληθευτούν. Όταν τελείωναν να εξηγούν τα όνειρά τους, σχημάτιζαν και πάλι κύκλο και άρχιζαν να τραγουδούν για να ξυπνήσουν όπως έλεγαν, το Κουκουμά, που είχε κοιμηθεί και αυτός μαζί τους. Άρχιζαν τότε ως εξής:

Ξύπνα, Ξύπνα κουκουμά και μη βαροκοιμάσε
γιατί ο ύπνος ο πολλής βαραίνει και χαλά σε.
Ο κουκουμάς επέρασεν από τη γειτονιά μας
κι επήρε τα ξιστάκια* μας και τα βασιλικά μας.
Εκεί στα όρη στα βουνά στιβάζεται το χιόνι,
εκ΄ είναι κι' η αγάπη μου και δεν το ξεύρ' ακόμη.

*Τα ξιστάκια είναι πήλινα δοχεία για διατήρηση νερού (κουλέδες)

Ερωτικά μαντεύματα

Μετά από αυτά τα ομαδικά τραγούδια, η κάθε παρευρισκόμενη έλεγε ένα δικό της δίστιχο που ήταν κατάλληλο για τη γιορτή και τον επιδιωκόμενο σκοπό (να μάθουν τα μελλούμενα), ενώ ένα μικρό κορίτσι έβαζε το χέρι της βαθιά μέσα στο πήλινο δοχείο, που περιείχε τα διάφορα αντικείμενα και έβγαζε ένα, το οποίο αναγνώριζε η κάτοχος του και πίστευε ακράδαντα ότι και το προηγούμενο δίστιχο σε αυτή αναφερόταν, και ότι η σημασία του θα επαληθευθεί. Αυτό συνεχιζόταν (το κοριτσάκι έβγαζε έξω από το Κουκουμά ένα αντικείμενο μετά από κάθε δίστιχο που λεγόταν) μέχρι που ο Κουκουμάς άδειαζε. Μετά το τέλος αυτής της διαδικασίας, οι παρευρισκόμενες καλούσαν ένα λυράρη ή βιολιτζή, και ενώ αυτός έπαιζε μουσική, εκείνες άρχιζαν γύρο του το χορό τραγουδώντας διάφορα αυτοσχέδια ερωτικά τραγούδια που σύντασσαν από τη φαντασία τους εκείνη τη στιγμή. Όμως πρώτα άρχιζαν με το εξής δίστιχο:

Στη μέση μας τον έχουμε το Πεύκο τ΄Αναήλη*
ο όμορφος μας λυριστής μοιάζει του Μιχαήλη.

* Στη τοποθεσία Πέρδι, δίπλα από τον ναό του Προφήτη Δανιήλ υπάρχει μεγαλοπρεπής πεύκη, από την οποία έκοβαν κλωνιά και έβαζαν μέσα στο Κουκουμά.

Μετά πλέον, άρχιζε το γλέντι. Προσκαλείτο η μουσική η οποία εκμισθωνόταν "καπαρωνόταν" μια εβδομάδα πριν από κάθε σπίτι που γιόρταζε το Κουκουμά με το φόβο μήπως μείνουν χωρίς λύρες ή βιολιά, και άρχιζε ο χορός. Εν το μεταξύ, οι νέοι του νησιού, σχημάτιζαν παρέες και προσέρχονταν- αυτόκλητοι- σε κάθε Κουκουμά και χόρευαν με τα κορίτσια. Οι νέοι μέσα σε μεγάλη ευθυμία ήθελαν να τους γυρίσουν όλους, και δεν κατέληγαν παρά μόνο εκεί που το περιβάλλον τους ήταν το περισσότερο ευχάριστο, και έμεναν εκεί διασκεδάζοντας μέχρι τα βάθη της νύκτας.
Η γιορτή αυτή ήταν γραφικότατη και προσλάμβανε χαρακτήρα αποχαιρετιστήριου γλεντιού, διότι πάντοτε συμπίπτε τη παραμονή της αναχώρησης των σπογγαλιευτικών πλοίων.


Δωδεκανησιακόν Ημερολόγιον
Αλεξάνδρεια, Αίγυπτος
1924


One of the most beautiful and best festivals of Symi island was the celebration of Klydonas (the unspoken water) which took place on May 2, on the day of the anniversary of the founding of the remains of St. Athanasius. During this day, a general festive mood prevailed throughout the island, and every family was celebrating.
 

The clay pot of the unspoken water
 

The Symian call this festival "Koukouma" because in order to celebrate it the necessary clay pot is needed, which in the Symian dialect is called "koukoumari."
On the eve of the celebration after having agreed beforehand, many girls, but also married women, including widows, gathered at paricular celebrating houses and send three small girls to three friends who had the name "Irini" which in Greek it mean peace (by doing this they wanted to say that they hoped to have peace between them). From these three female friends they took and put water in a small clay pot, which they transported at the house where the feast was agreed to take place. While trasporting this water, they were not allowed to speak at all, and that's why it is called a "unspoken water". After the water was taken to the house, each one of the women who took part in the celebration, put an object in the clay pot (a gold coin, jewelry, or anything else) that was a particular feature of that spacific woman, and then they covered it with a red cloth and a big key, and the Lady of the house took it to the upper floor, where it was left all through the night until the morning so that it could be exposed and be seen by the sky and the stars. After this celebration, the Lady of the house took contributions from every woman who took part, such as money, firewood, flour, bread, and other food products, which were used for the common meals of the next day.



The celebration of the tray


The next day, which was the day of celebration, after the Liturgy at the church of St. Athanasius was over, all the women gathered again at this particular celebrating house. They would sit cyclically and place in the middle the "sini" (a large bronze vessel that resembles the known to us tray) . The Lady of the house would bring down from the upper floor the Koukouma (the clay pot) and put it at the center of the tray while the women placed inside it and all around it about ten soup spoons and start beating rhythmically the sides of the copper tray with their hands. The spoons made a beautiful sound, while the young girls began to sing different couplet songs which were sung specifically for this celebration.

Dreams from indigestion and libation


The songs continued until noon, when they all sat and ate together at a common table, on which the wine was a needed drink used for drunkenness. After the meal was over, one of the girls, who had to be a first born and whose parents were still living, took a sieve, and with her hands turned backwards so that she could not see what she was doing, started to sift the flour that was given by the contributions of the night before. After that, she knead this sifted flour with "unspoken water " which was kept in the Koukouma (clay pot). The dough was made so salty, that it could be eaten with great difficulty, and after she made it into a pie, the women would put it in the oven outside the house and bake it. When the pie was baked, the women would share it between them and ate the "almyrokouloura" as this pie is called on the island of Symi. They believed that the saltiness of the pie and the wine which they consumed would lead them to a deep sleep by which they would come to know their future spouse, since in their dream they will see the young man at the house where they would go to drink water and quench their thirst. Truly, this thought on the one hand, and the consumption of wine and the eating of almyrokouloura (salt pie) on the other hand, immersed them in deep dreams, and when they woke up, they noisily told and explained them according to their aspirations and with the belief that their dreams would come true. When they all had finsihed explaining their dreams, they would form a circle again and began to sing in order to wake up as they used to say, the Koukouma (clay pot) , who had slept along side with them.


Erotic guesswork


After these group songs, each woman attending would say her own couplet song which was suitable for the celebration and the purpose (to learn their future), while a small girl put her hand deep into the clay pot, which contained the various objects and took out one which was recognized by its owner who also strongly believed that the previous song couplet was referring to her, and that its meaning would come true. This continued (the little girl would take out of the Koukouma an object after a song couplet was sung) until the Koukoumas was empty. With the end of this process, the participants called in a lyre or violin player, and while he was playing music, they started dancing around around him, singing various love songs which were put together on the spot from their imagination at that moment.
This is when the celebration for everyone would begin. The music players who had been hired from a week before by each of the houses that celebrated the Koukouma (clay pot) out of fear that they would remain without lyre or violin players, would be called in, and the dancing started. In the meantime, the young men of the island, would form a crowd of friends and would invite themselves to each Koukouma celebration and dance with the young girls. The young men in great merriment wanted to go to all of them, and did not settle to any until only after they found the environment that was the most enjoyable and fun and stayed there until the late hours of the night. The celebration was very scenic and had the characteristics of a farewell feast, as it always fell on the eve of the departure of the ships that took the men to fish sponges far away from their island and Greece.
Dodecanese Calendar, Alexandria, Egypt, 1924- Translated from Greek by NOCTOC
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου