ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2008

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΓΑΜΗΛΙΟ ΕΘΙΜΟ: ΕΜΠΛΟΚΗ ΚΑΙ ΣΦΑΓΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ - A CYPRIOT WEDDING CUSTOM: FIGHTING AND KILLINGS AT THE VILLAGE OF THE BRIDE

Ένα πρωτότυπο έθιμο με αφορμή το γάμο στη παραδοσιακή Κύπρο ήταν η εμπλοκή και η σφαγή που γινόταν, όταν ο γαμπρός και η νύφη προέρχονταν από διαφορετικά χωριά. Αυτό το έθιμο εξαφανίστηκε κατά τον καιρό της αγγλικής κατοχής της Κύπρου, επειδή τα αγγλικά δικαστήρια τιμωρούσαν με μεγάλα πρόστιμα κάθε απόπειρα τέτοιας εμπλοκής. Προηγουμένως οι Τούρκοι το επέτρεπαν και έβλεπαν με ευχαρίστηση τους Έλληνες του νησιού να συγκρούονται και να σκοτώνονται μεταξύ τους. Όσοι περισσότεροι σκοτώνονταν, τόσο το καλύτερο για αυτούς.
Ο γαμπρός επέλεγε από το χωριό του όσο το δυνατό περισσότερους αληθινούς και ψεύτικους κουμπάρους και όσο το δυνατό μεγαλύτερο αριθμό ανδρών για να πάει στο χωριό της νύφης και να την ζητήσει για να την πάρει στο χωριό του όπου θα έμεναν και θα γινόταν και η γαμήλια τελετή. Αλλά και η νύφη και το χωριό της ενδιαφέρονταν να καλέσουν στο γάμο επίσης όσο το δυνατό περισσότερους άνδρες. Οι συγχωριανοί της νύφης περίμεναν στην είσοδο του χωριού την έφιππη πομπή των συγχωριανών του γαμπρού. Η είσοδος του γαμπρού στο ξένο χωριό της νύφης και η άρνηση του να κατεβεί από το άλογο στο πρώτο σπίτι του χωριού που θα συναντούσε, εθεωρείτο σαν κακοί οιωνοί για το χωριό. Για το λόγο αυτό οι συγχωριανοί της νύφης απαιτούσαν από τους άλλους να κατεβούν από τα άλογα τους πριν από το χωριό και να φτάσουν περπατώντας μέχρι το σπίτι της νύφης, τραβώντας πίσω τους τα ζώα.
Ο γαμπρός όμως και οι συγχωριανοί του, αντιστέκονταν συχνά σε αυτό το αίτημα. Κάποτε επιλέγαν ένα μέσο δρόμο. Ο γαμπρός προσέφερε όταν αναγκαζόταν στους συγχωριανός της νύφης για παράδειγμα ένα η δύο πιθάρια κρασί που είχαν χωρητικότητα γύρο στα 300 λίτρα το ένα. Αν δεν κατάφερναν να συμφωνήσουν και ο γαμπρός και η συνοδεία του δεν κατέβαιναν με τη θέληση τους από τα ζώα, το αποτέλεσμα ήταν μια αιματηρή σφαγή και αυτό το αποτέλεσμα ήταν και το πιο σύνηθες. Τα απαραίτητα ρόπαλα βρίσκονταν εκεί έτοιμα για δράση. Αν νικούσε η πλευρά του γαμπρού, τότε ακολουθούσε μια γιορταστική πομπή παρόμοια με την είσοδο ενός άρχοντα σε εχθρική πόλη που έχει κυριευθεί. Αν κέρδιζε η άλλη πλευρά, τότε ο γαμπρός αφού κατέβαινε από το άλογο του ματωμένος, γδαρμένος και κτυπημένος, με κουρελιασμένο το γιορτινό κουστούμι του θα έπρεπε να συρθεί με τα πόδια μέχρι την πόρτα του σπιτιού της νύφης, χλευασμένος από τους νικητές που στέκονταν στις δύο μεριές του δρόμου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο γαμπρός συρόταν νεκρός στην πόρτα της νύφης, και αντί για γάμος γινόταν κηδεία στο χωριό του με επακόλουθο να ξεκινήσουν άλλες βεντέτες και σκοτωμοί μεταξύ των δύο χωριών.

Άλλη μια δραματική σκηνή εξελισσόταν, όταν η νύφη εγκατέλειπε το πατρικό της σπίτι και το χωριό της για να ακολουθήσει τον γαμπρό. Την άρπαζαν με βία και με κλάματα, και με κλωτσιές και κτυπήματα κατάφερναν να την βάλουν πάνω στο άλογο πίσω από τον γαμπρό. Επαναλάμβανε τις προσπάθειες της και πολλές φορές κατάφερνε να πέσει από το άλογο. Το θέατρο έληγε όταν την έπιανε κάποιος, την τοποθετούσε πάνω στο άλογο και αφού έβαλε τα χέρια της γύρο από το γαμπρό, την έδενε γύρο του με μεταξωτά φανταχτερά μαντήλια. Όσο πιο δραματικά υποδυόταν η νύφη σε αυτό το ρόλο, τόσο περισσότερο έδειχνε πόσο πολύ αγαπούσε τους γονείς της και το χωριό της.

On the occasion of marriage in traditional Cyprus, an unusual custom was the fighting and the slaughtering which took place when the groom and the bride came from different villages. This custom disappeared during the time of the British possession of Cyprus because the British court punished with big fines any attempt of such entanglement. Previously the Turks allowed it and saw with pleasure the Greeks of island fighting between themselves and killing each other. The more that were killed, so much the better for them.
The groom chose from his village as many as possible of his genuine or false best men and as big as possible, the number of men from his village in order to go to the village of the bride and ask for her hand so that he could bring her back to his village for the marriage ceremony and also to live there .However, the bride and her village was also interested to have invitations made for her marriage to as many men as possible from her village as well. The bride waited for the entry into her village of the horseback riding procession of the groom and the men from his village in the foreign village of the bride. The groom's refusal to get down from his horse at the first house that he would meet at the brides village, was considered as being bad omens for the village. For this reason the village men of the bride demanded that the groom's procession should get down from their horses before the entrance of the village and that they must walk to the house of the bride, pulling the animals behind them.
The groom and his procession however often resisted this demand. Sometimes they chose a medium alternative. The groom offered when he was forced by such circumstances a gift to the village men of the bride. For example he would offer them one or two clay pots of wine which had a capacity of about 300 liters each. If they did not accomplish to agree and the groom and his escortment did not get down from their horses with their will, the result was a bloody slaughter and this result was unfortunately the most usual. The essential clubs were brought there ready for action. If the side of the groom won, then a very joyous procession followed which resembled that of a noble man who had just conquered a hostile city. If the other side won, then the groom after he had gotten down from the horse, all wounded, scratched, with his body full of blood and his formal costume all ripped up, had to be pulled from his legs while on the ground all the way up to the door of the house of bride, being made fun of by the victors who stood by the two sides of the street. It was not unusual for the groom to be pulled dead at the door of bride, and instead of a marriage, a funeral took place at the groom's village with the consequence of having other vendettas and killings staring between the two villages.

Another dramatic scene evolved, when the bride left her father's house and her village in order to follow the groom to his village.They would seize her with violence and with cries, and with kicks and blows from her side, they would manage to put her on the horse behind the groom. She repeated her efforts and many times she would accomplish to fall from the horse. Then some-one would take her and place her again of the back of the horse and put her hands around the groom's body, tyeing her up with silk, colorful head kerchiefs .The more dramatically this role was impersonated by the bride, the so much more she showed how much she loved her parents and her village.

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

ΤΑ ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΜΑΤΑ ΣΤΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΥΠΡΟ - THE MARRIAGE ENGAGEMENT IN TRADITIONAL CYPRUS




Όπως και στους αρχαίους Έλληνες,ο γάμος από έρωτα στην παραδοσιακή Κύπρο ήταν σπάνιος. Τα δώρα των αρραβώνων παραδίδονταν από τους μεσάζοντες ιερείς στους γονείς του ζευγαριού που επρόκειτο να παντρευτεί. Το δώρο για τον αρραβωνιαστικό ήταν ένα μαντήλι του λαιμού και ένα χρυσό δακτυλίδι. Για την κοπέλα ήταν δύο μαντήλια της κεφαλής και ένα χρυσό δακτυλίδι. Αυτά τα δώρα ανταλλάσσονταν μόνο μετά τη συμφωνία για τον γάμο,που καταγράφετο σε προικοσύμφωνο και καθόριζε τις υποχρεώσεις. Αντίθετα από σήμερα, όταν υπήρχε η ευχέρεια, ήταν ο άνδρας που συνήθιζε να βάλει το σπίτι στο γάμο και όχι η γυναίκα. Η νύφη έβαζε τα χωράφια ή χρήματα, ή ακόμη στους φτωχότερους κύκλους μόνο την προίκα που αποτελείτο από αντικείμενα του σπιτιού, ρούχα, και ζώα. Ούτε η νύφη, ούτε ο γαμπρός ήταν παρόντες στο κλείσιμο της συμφωνίας για τον γάμο. Το προικοσύμφωνο γινόταν μόνο σε ένα αντίτυπο και το φύλασσε ο πατέρας του γαμπρού. Δεκατέσσερις μέρες μετά την υπογραφή του προικοσύμφωνου συναντούσε η νύφη τον γαμπρό, για να γιορτάσουν τους επίσημους αρραβώνες. Τα δακτυλίδια που χάρισε ο ένας στον άλλο, παράμεναν κλειδωμένα μέσα στο σεντούκι μέχρι τη μέρα του γάμου. Τα δακτυλίδια των αρραβώνων γίνονταν έτσι δακτυλίδια του γάμου. Κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ της μέρας των αρραβώνων τους και μέχρι την ημέρα του γάμου τους, το μελλοντικό ζεύγος δεν είχε την άδεια για να μείνει μαζί μόνο ή να έρθει σε σεξουαλική οικειότητα επειδή η νύφη έπρεπε να παραμείνει παρθένα μέχρι τη γαμήλια μέρα. 


Like the ancient Greeks, marriages out of love in traditional Cyprus were infrequent. The gifts for the engagement were delivered by the priests who were intermediaries to the parents of the pair that was to be married. The gifts for the future groom was a handkerchief for the neck and a golden ring. For the girl, the gifts consisted of two head kerchiefs and a golden ring. These gifts were exchanged only after the agreement about the marriage was made. The agreement of the marriage was written down on paper which was called dowry agreement and determined the obligations of each party. Contrary to today, were it was possible, it was the man that used to provide for house in the marriage and not the woman. The bride used to put in the dowry land fields or money, and still in poorer circles the only dowry that was given by the girl were house items,clothes,or animals.
Neither the future bride, nor the future groom were present during the closure of the marriage agreement. The dowry agreement was written only in one copy and was kept by the father of the future groom. Fourteen days after the signing of the dowry agreement, the future bride and groom met to celebrate their official engagement. The rings which were send to one another were kept locked in the trunk of the house, up to the day of marriage. The rings of the engagement became thus the rings of marriage. During the time between their engagement and up to the day of their wedding, the future couple was not allowed to stay alone together or to come to sexual intimacy because the bride had to remain virgin until her wedding day.

 

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2008

ΑΓΙΟΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ: Ο ΚΥΠΡΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ - SAINT POLYDOROS: THE CYPRIOT NEOMARTYR

Μέγα καύχημα της Λευκωσίας,
μέγα στήριγμα πόλεις Εφέσου,
μέγα κλέος τε των δύο πόλεων
της μεν γαρ γόνος σεπτός εχρημάτισας,
την δε τα σα επορφύρωσαν αίματα.
Αλλά πρεύσβευε Χριστώ τω Θεώ άγιε Πολύδωρε,
ίνα ρυσθώμεν κινδύνων και θλίψεων.

Απολυτίκιον αγίου Πολύδωρα


Το όνομά του δεν είναι γνωστό στους πολλούς. Κι όμως αποτελεί ένα πραγματικό στολίδι της νεότερης κυπριακής ιστορίας κι ένα ηρωικό μαχητή και νέο μάρτυρα της εκκλησίας μας. Ο Πολύδωρος γεννήθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου λίγο μετά τα μέσα του 18ου αιώνα. Απαγχονίστηκε στη Νέα Έφεσο (Γενί Κουσάντασι), στίς 3 Σεπτεμβρίου του 1794.
Εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολα. Χρόνια σκοτεινά. Χρόνια μαύρης σκλαβιάς. Παρ' όλα αυτά όμως οι γονείς του Χατζηλουκάς και Λουρδανού, άνθρωποι θεοφοβούμενοι κι ευσεβείς φρόντισαν να δώσουν στο παιδί τους μόρφωση χριστιανική και τον έστηλαν και διδάχθηκε θεολογία.
Όταν ο Πολύδωρος μεγάλωσε, φύση έξυπνη και δημιουργική, επιδόθηκε στο εμπόριο. Για τις δουλειές του μάλιστα άρχισε να ταξιδεύει σε διάφορα μέρη και στην Αίγυπτο. Για ένα διάστημα οι συμβουλές των γονιών του, να προσέχει στις συναναστροφές του, αντηχούσαν διαρκώς στ' αυτιά του και τον συγκρατούσαν, όμως με τον καιρό ή προσοχή χαλαρώθηκε. Σ' ένα από τα ταξίδια του στη χώρα του Νείλου γνωρίστηκε μ' ένα πλούσιο εξωμότη από την Ζάκυνθο και προσλήφθηκε στην υπηρεσία του. Στην εργασία αύτη συνδέθηκε και με διάφορους τύπους της ηλικίας του. Τύπους που θα ονομάζαμε σήμερα των κατωγείων, τύπους χωρίς ηθικούς φραγμούς. Και γρήγορα άρχισε να ξενυχτά, να πίνει και να μεθά, να χαρτοπαίζει και να νυχτοξημερώνεται στα διάφορα καταγώγια. Μια βράδια σ' ένα από τα κέντρα αυτά της ηδονής παρασύρθηκε κι ήπιε τόσο που μέθυσε. Και στο μεθύσι επάνω, αλλαξοπίστησε κι ασπάσθηκε τον μωαμεθανισμό. Η νέα θρησκεία δεν του πρόσφερε καμιά χαρά μα ούτε μπορούσε να του προσφέρει και την ελάχιστη ψυχική ικανοποίηση. Παρά τα χρήματα που κέρδιζε και τις θέσεις και τα μεγαλεία που εξασφάλισε με τη νέα του ζωή, καμιά χαρά δεν είδε. Αντίθετα οι τύψεις που άρχισαν να ξυπνούν μέσα του και που μεγάλωναν μέρα με τη μέρα και πλήθαιναν δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Η συνείδηση του, μαστίγιο σκληρό κι ανελέητο, τον έδερνε φρικτά και χωρίς οίκτο.
Κάποια βράδια σε μια τέτοια ψυχική αναστάτωση, θυμήθηκε με γλυκιά νοσταλγία το σπίτι του. Αγράμματοι ήταν οι γονείς του μα είχαν τη μόρφωση της πίστεως και της αρετής. Πριν να πάνε για ύπνο το βράδυ γονάτιζαν όλοι μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας και προσεύχονταν να τους φύλαξει από τους Τούρκους και αυτού του Τούρκου τη θρησκεία ασπάσθηκε τώρα. Τότε θυμήθηκε τα λόγια της καλής του μάνας. Του τα είπε σε μια περίπτωση, που έκανε κάτι που δεν έπρεπε κι ήταν ανήσυχος και στενοχωρημένος, Παιδί μου, του είχε πει. Την ταραγμένη συνείδηση ένα πράγμα μόνο την καθησυχάζει και την γαληνεύει: Η μετάνοια κι η εξομολόγηση.
Κι η θύμηση αυτή τον ενίσχυσε κάπως. Μα και τον έσπρωξε χωρίς καμιά καθυστέρηση ή αναβολή ν' αφήσει την Αίγυπτο και να φύγει για τη Βηρυτό. Σαν έφτασε, με λαχτάρα έτρεξε να ιδεί τον Δεσπότη. Και όταν τον βρήκε, με βαθιά συντριβή έπεσε μπροστά του και τον παρακάλεσε να δεχθεί την εξομολόγηση του. Τα είπε όλα. Τίποτα δεν απέκρυψε. Ο Δεσπότης ένας ευλαβής κληρικός, τον άκουσε με συμπόνια και δάκρυα στοργής. Στο τέλος, αφού τον παρηγόρησε και τον ενίσχυσε, τον συμβούλεψε για ασφάλεια του και για ξεκούρασμα να καταφύγει σε κανένα μοναστήρι. Ο Πολύδωρος τον άκουσε με προσοχή. Αφού ευχαρίστησε τον καλό γέροντα έφυγε. Έσπευσε να εκτελέσει τη συμβουλή του. Κατέφυγε σ' ένα μοναστήρι. Λίγο καιρό όμως έμεινε εκεί. Από φόβο μήπως εκθέσει τον πνευματικό του πατέρα έφυγε νωρίς. Περιήλθε διάφορους τόπους και κατέληξε στο νησί της Χίου. Εδώ επισκέφθηκε κάποιο άλλο πνευματικό, εξομολογήθηκε και πάλι με πόνο ψυχής και ζήτησε να ξαναγίνει δεκτός από την Εκκλησία. Ο πνευματικός δέχτηκε τη μετάνοια του. Του διάβασε τη συγχωρητική ευχή, τον έχρισε με άγιο μύρο και τον κοινώνησε.
Μετά την αποκατάσταση του αυτή στους κόλπους της Εκκλησίας ο Πολύδωρος αναχώρησε για τη Νέα Έφεσο. Ο πόθος του να επανορθώσει πραγματικά το αμάρτημα του, δεν τον αφήνει ήσυχο. Μια σκέψη στριφογυρίζει αδιάκοπα στο μυαλό του. Η σκέψη να επισκεφθεί τις τουρκικές αρχές και με παρρησία να διακηρύξει μπροστά σ' αυτούς την πίστη του στον Χριστό και την αφοσίωση του στο θέλημά του. Και το 'καμε.
Μια μέρα παρουσιάστηκε μπροστά στον μουφτή και χωρίς περιστροφές τον ρώτησε:
- Πες μου, αφέντη. Είναι νόμιμο και σωστό να δώσω πίσω ένα πράγμα κάλπικο, που μου έδωκαν πριν λίγο καιρό με απάτη;
Ο μουφτής απήντησε καταφατικά. «Ναι» , του είπε, «Είναι νόμιμο».
Τότε ο Πολύδωρος πρόσθεσε:
— Δώσε μου, σε παρακαλώ, αυτή την απόφαση γραπτώς.
Ο μουφτής έγραψε την απόφαση και του την έδωσε. Μόλις ο Πολύδωρος πήρε στο χέρι την απόφαση (τον φετφά), χωρίς να χάσει καιρό, έτρεξε στον ιεροδικαστή (Καδή) και δείχνοντας την απόφαση του μουφτή του είπε:
— Πριν δέκα χρόνια με ξεγελάσaν και με κάμαν να αρνηθώ την πίστη μου. Πέταξα το χρυσάφι που κρατούσα για να πάρω το χώμα. Τώρα μετανιώνω. Λυπάμαι γι' αυτό που έκαμα και στενοχωρούμαι και κλαίω. Πάρτε το χώμα σας κι εγώ ξαναπαίρνω το χρυσάφι μου. Ήμουνα χριστιανός! Μένω χριστιανός! Κι είμαι έτοιμος να πεθάνω χριστιανός!
Στα λόγια του ομολογητή ο καδής με κόπο συγκράτησε τον θυμό του. Δοκίμασε κάτι να πει. Άρχισε τις κολακείες. Προχώρησε στις υποσχέσεις. Προσπάθησε να μεταπείσει τον Πολύδωρο τάζοντας χρήματα και θέσεις και τιμές... Και κατέληξε.
— Έναν καιρό ήσουν χριστιανός. Τώρα όμως είσαι μωαμεθανός.
— Όχι! Όχι! Διαμαρτυρήθηκε έντονα ο Πολύδωρος. Είμαι χριστιανός. Και θα πεθάνω χριστιανός.
Ο καδής δεν απογοητεύθηκε. Συνέχισε τις υποσχέσεις. Υποσχέσεις δελεαστικές. Απίθανες. Μα τίποτα. Στο τέλος, σαν αντιλήφθηκε, πώς οι προσπάθειες του ήταν χαμένες, διέταξε να αρπάξουν τον Πολύδωρο, να τον κλείσουν στη φυλακή και ν' αρχίσουν τα βασανιστήρια.
Όλη νύχτα οι δήμιοι βασάνιζαν τον μάρτυρα. Να αριθμήσει κανείς τα βασανιστήρια; Είναι αδύνατο. Τούτο μόνο λέγουμε. Την επομένη ο Πολύδωρος με το πρόσωπο αλλοιωμένο από τις ολονύχτιες κακώσεις και το κορμί τσακισμένο από τους αλύπητους ξυλοδαρμούς οδηγήθηκε μπροστά σ' ένα συμβούλιο από Τούρκους άρχοντες. Για δεύτερη φορά ο Πολύδωρος με παρρησία ζηλευτή διακήρυξε πάλι την πίστη του στον Χριστό και την αμετάκλητη απόφαση του να πεθάνει γι' Αυτόν. Σ' όλες τις απειλές και τις πιέσεις πού του έκαμναν η απάντηση του ήταν:
— Είμαι χριστιανός! Θα μείνω χριστιανός! Και θα πεθάνω χριστιανός.
Η άκαμπτη επιμονή του είχε εξοργίσει όλα τα μέλη του Συμβουλίου, που για να δώσουν μια διέξοδο στο αδιέξοδο, διέταζαν να ρίξουν και πάλι τον άγιο στη φυλακή και να επαναλάβουν τα βασανιστήρια. Οι δήμιοι με ασυγκράτητη μανία άρπαξαν το θύμα ξανά και το πέταξαν σ' ένα σκοτεινό κελί. Εκεί με καννιβαλίστικο πάθος, τόσο γνωστό και στην εποχή μας, άρχισαν το μακάβριο έργο τους. Έδεσαν τα χέρια και τα πόδια του μάρτυρος για να μη μπορεί να μετακινηθεί και με μαστίγια τον κτυπούσαν συνέχεια παντού. Το άγιο κορμί έγινε μια πληγή από την οποία το αίμα έτρεχε άφθονο. Ύστερα του έβαλαν σίδερα καυτά και τούβλα πυρωμένα στους ώμους και τις μασχάλες. Επιπλέον παρενέβαλαν μια ράβδο σιδήρου στο πέος του,ενώ άλλοι την ίδια ώρα του φορούσαν στο κεφάλι ένα πυρακτωμένο τάσι για σκούφο. Δεν θα αναφέρουμε άλλα βασανιστήρια. Μας είναι αδύνατο. Άλλωστε και να τ' ακούει κανείς δυσκολεύεται, τούτο μόνο σημειώνουμε. Ο καρτερόψυχος ομολογητής τα υπέμεινε όλα με θάρρος και καρτερία μοναδική. Τα υπέμεινε προφέροντας με πίστη: «Κύριε, συγχώρησε με». Είχε πια αποφασίσει τον θάνατο κι έτσι ο πόνος δεν τον φόβιζε.
Με τα μαρτύρια πέρασε όλη η νύχτα. Όταν ξημέρωσε, μερικοί δήμιοι πήραν τον μάρτυρα και τον οδήγησαν με φωνές και βρισιές στην πλατεία, μπροστά στον κριτή, πού περίμενε καθισμένος σε μια ψηλή εξέδρα ανάμεσα σε πολλούς επίσημους μωαμεθανούς.
Λίγο πιο κάτω ήταν στημένη μια αγχόνη. Ο μάρτυρας κοίταξε πρώτα την αγχόνη κι υστέρα τον κριτή. Ένα αίσθημα παρηγοριάς ένοιωσε βλέποντας την πρώτη. Μια αηδία σαν αντίκρισε τον δεύτερο.
— Άϊ! τι λες; του φώναξε ο κριτής μ' ένα γέλιο σαρδόνιο. Έβαλες μυαλά ή ακόμα επιμένεις στις απόψεις σου;
— Τα μυαλά μου τάχασα μόνο, όταν παρασύρθηκα κι αντάλλαξα την πίστη μου με τη δική σας. Τρέλα είναι να πετά κανείς το χρυσάφι, για να πάρει το χώμα. Τώρα τα έχω τετρακόσια τα μυαλά μου. Τώρα πού ξαναγύρισα στον Χριστό μου. Στα λόγια του μάρτυρα ο κριτής έχασε την υπομονή και φώναξε:
— Κρεμάστε τον γκιαούρη να γλυτώσουμε. Κρεμάστε τον. Είναι αγύριστο κεφάλι. Οι δήμιοι οδήγησαν τον Πολύδωρο προς την αγχόνη. Κι αυτός αφού με σταθερό βήμα πλησίασε, ασπάστηκε με σεβασμό το σχοινί της, έκαμε μ' ευλάβεια τον σταυρό του και γαλήνιος δέχτηκε το σχοινί στον λαιμό του. Ο δήμιος έσυρε το σχοινί. Το κορμί υψώθηκε μετέωρο, ενώ η αγία ψυχή του μάρτυρα πέταξε στα γαλανά χάη του ουρανού.Το άγιο λείψανο έμεινε τρεις μέρες στην αγχόνη. Την τρίτη μέρα οι Τούρκοι διέταξαν τους χριστιανούς να το πάρουν και να το θάψουν. Μερικές αγνές ψυχές χριστιανοί αλλά και παραδόξως μουσουλμάνοι κατέβασαν το άγιο σκήνωμα απ' την αγχόνη, το ξέπλυναν με καθαρό νερό και το έθαψαν κοντά στο νεκροταφείο των αρμενίων ραίνοντας το με τα δάκρυα του θαυμασμού και της αγάπης τους.
Σήμερα η κάρα του Αγίου φυλάσσεται στο Ναό της Αγίας Αικατερίνης Πλάκας στην Αθήνα.

His name is not know by many people.However he constitutes a real gem in the newer history of Cyprus and a heroic figure and a new martyr of the Orthodox Church. Polydoros was born in Nicosia, Cyprus a little bit after the middle of the 18th century.He was hang in New Efessos (Yeni Kusandasi) on September 3rd 1794.
Those were difficult years. Years of darkness. Years of harsh slavery. Even so, his parents Hadjiloukas and Lourdanou, who were God-respecting and devoted persons, made sure to give their child a Christian upbringing and they send him to study theology. When Polydoros grew up, he was naturally intelligent and creative and for this reason, he got started in the trade business. For his work, he began to travel in various parts of the world including Egypt. For a time, he followed the advices of his parents,and was careful about who he made friends with and their voices echoed permanently in his ears and restrained him from getting into bad company. However with time his attention became weak. In one of his travels in the country of the Nile, he became acquainted with a rich renegade from Zakynthos and went under his service. In this job, he became connected with various types of men his age. The types that we would call today, men of the underground living, the type of men who had no moral barriers. Very soon Polydoros begun the night life, drinking and getting drunk, playing cards and spending the whole night until dawn in the various joints of debauchery. One evening in one of these joints of pleasure, he became very drunk and in his drunkenness, he changed his religion and became Muslim. His new religion did not offer any joy to him and neither could it offer him the minimal mental satisfaction. Despite the money that he gained, the positions and the greatness that his new life ensured him, he could not find any happiness in his life. On the contrary the quilt that began to wake up in him and started to grow day by day and multiply, could not let him find rest. His conscience hit him hard and with out mercy, it was a whip which stricken him without pity. One evenings while he was in such a mental agitation, he remembered his house with sweet nostalgia. His parents were illiterate but they had the education of faith and virtue. Before they went for sleep in the evening, they all used to kneel down in front of the icon of the Virgin Mary and prayed to Her to look after them from the Turks. Now, it was the religion of these same Turks that he bowed to. Then he remembered the advice of his good mum. She told him the following words once when he did something which he should not have done and felt uneasy and distressed. "My child", she told him, "the only thing that appeases and gives peace to an upset conscience is penitence and confession". This recollection strengthened him somehow but also pushed him without any delay or postponement to leave Egypt and go to Beirut. When he reached there, with great agony he ran to see the local Orthodox Bishop. When he found him, deeply crashed, he fell in front of him and requested to accept his confession. He told him everything. He did not withhold anything. The Bishop who was a devoted clergyman, listened to him with compassion and teardrops of affection. At the end, after he gave him comfort which strengthened him, the Bishop advised him that for his safety and in order to find peace to resort to a monastery. Polydoros listened to him with attention. He thanked the good spiritual father, left and hurried to execute the Bishop's advice. He took residence in a monastery, however he remained there for only a short time. Under the fear of exposing his spiritual father he left soon. He traveled to various places and ended up at the island of Chios. There, he visited another spiritual father and once again with pain in his heart, he took confession and asked him to once more allow him to become accepted in the Orthodox Church. The spiritual father accepted his penitence. He read the forgiveness prayer and anointed him holy myrrh and gave him communion. After his re-establishment in the bosom of the Church, Polydoros left for the city of New Efessos in Asia Minor. His desire to really rectify his sin, did not leave him in peace. A thought twirled continuously in his brain. The thought was for him to visit the Turkish Authorities and with frankness to declare in front of them his faith to Christ and his devotion to his will. One day he presented himself in front of the mufti (the Muslim judge and priest) and without fear asked him. "Tell me Master, is it legal and right to give back a fake thing which was given to me a little while ago with fraud?" The mufti replied affirmatively."Yes", he said to him, "it is legal". Then Polydoros added, "I request that you give me this decision in writing". The mufti wrote his decision and gave it to him. As soon as Polydoros took the decision (the fetfa) in his hand, without losing any time, he ran to the Muslim religion judge (the cadi) and showing the decision of the mufti he told him,"Ten years ago I was cheated and I was made to deny my faith. I threw away the gold which I had in order to take the dirt. Now I regret it. I am sorry for what I did and am distressed and I cry. Take your dirt and I will take back my gold. I was Christian! I will remain Christian! And I am ready to die Christian!" Upon hearing the words of the confessor, the cadi tried hard to retain his anger. He tried to say something. He began with flatteries. He advanced to promises. He tried to make Polydoros change his mind by promising him money, positions and honors... and concluded,"Once you were Christian. Now however you are Muslim"."No! No!" Polydoros protested intensely,"I am Christian and I will die Christian". The cadi was not disappointed. He continued the promises. Seductive promises. Improbable. But nothing. At the end, when he was convinced, that his efforts were lost, he ordered for Polidoros to be seized, and put him in prison were they begun the tortures. All night the executioners tortured the martyr. To count the different kinds of tortures Polydoros went through is impossible. We will say only this. The next day with his face deformed from the all night abuse and his body broken from the cruel beatings, Polydoros was led in front of a council made of Turkish nobles. For the second time Polydoros with enviable frankness declared his faith Christ and his irrevocable decision to die for it. In all the threats and pressures which they made, his answer was,"I am Christian! I will remain Christian! And I will die Christian". His inflexible insistence had angered all the members of the Council, and in order to find a exit in the impasse, they ordered to throw the Saint once again in prison and have the tortures repeated. The executioners with unrestrained fury seized the victim again and threw him in a dark cell. There with cannibalistic passion, which is so well known even in our times, they begun their macabre work. They tied up the hands and the legs of the martyr in order for him not to be able to move and with whips they struck him constantly everywhere.The Saint's body became a single wound from which the blood ran abundantly. After that, they put boiling hot irons and burning bricks on his shoulders and his armpits. In addition they inserted an iron rod into his penis .At the same time, some others put over his head a burning hot pot as a cap. We will not mention any other tortures as it is too much for us, not to mention that it is difficult for some-one even to read them.We will add only this. The courageous martyr endured all of them with courage and unique perseverance. He endured them by receding with faith, "Lord forgive me''. He had already decided for death and thus the pain did not scare him. With these martyrdoms he passed the whole night. In the morning some executioners took the martyr and led him with insults and shoutings to the square in front of the judge, where he waited seated on a tall platform between a lot of Ottoman officials. A little below gallows were set up. The martyr looked first at the gallows and later at the judge. He felt a feeling of comfort seeing the first, and disgust as he looked at the second. "Hey!! What you say?", shouted the judge with a sardonic laughter. "Did you knock some sense in your brains or you still insist in your opinions?'' "I lost my brains only when I was carried away and exchanged my faith with yours. It is madness to throw away gold, in order to take dirt. Now I have found my sanity. Now that I have returned to Christ". In hearing the words of the martyr, the judge lost his patience and shouted,"Hang this gavour (pig) so that we can finish with him. Hang him, his mind does not change". The executioners led Polydoros to the gallows. After he approached them with determined steps, he kissed the rope with respect, made his Cross with devotion and serenely accepted the rope to pass through his neck. The executioner pulled the rope. The body was raised in the air, while the Saint's soul flew to the blue chaos of the sky. The corpse of the Saint remained on the gallows for three days. The third day the Turks ordered the Christians to take him and bury him. Some people with good souls, Christians and paradoxically Muslims, lowered the Saint's body from the gallows, washed it with clean water and buried him near the Armenian cemetery with teardrops of admiration and love. Today his skull is kept at the church of Saint Catherine at Plaka, Athens.

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2008

Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ - THE TRADITIONAL COSTUMES OF CYPRUS

Οι αυθεντικές κυπριακές φορεσιές, ιδίως οι γυναικείες έχουν πολύ λίγη σχέση με αυτές που φοράνε σήμερα στα κυπριακά χορευτικά συγκροτήματα που είναι άχαρες και ομοιόμορφες και μας τις παρουσιάζουν σαν κυπριακές ενδυμασίες. Στην πραγματικότητα η κάθε περιοχή της Κύπρου είχε την δική της ξεχωριστή καθημερινή ενδυμασία με τα δικά της χαρακτηριστικά στο χρώμα, το ύφασμα και διακόσμηση. Αντίθετα από ότι νομίζουμε σήμερα, οι κύπριοι χωρικοί δεν φορούσαν πάντα μαύρες βράκες στην καθημερινή τους ενδυμασία αλλά το καλοκαίρι φορούσαν λεπτές μπλε ή άσπρες βράκες και τον υπόλοιπο χρόνο πιο χοντρές με μπλε χρώμα όπως τους κρητικούς. Στις ορεινές περιοχές ήταν σκούρες μπλε. Οι μαύρες βράκες ήταν η επίσημη ενδυμασία του κύπριου χωρικού και φοριόταν μόνο στις γιορτές και την Κυριακή στην εκκλησία. Η μαύρη βάρκα ήταν επίσης η επίσημη φορεσιά του γαμπρού. Στις πόλεις η βράκα ήταν πάντα μαύρη. Στις πόλεις  επίσης αλλά και στα μεγάλα πεδινά χωριά οι βράκες έπρεπε να έχουν όσο το δυνατό πιο πολλές πιέτες,γιατί όσο πιο πολύ ύφασμα χρησιμοποιούσε κάποιος τόσο πιο πολύ πλούσιος ήταν. Στις ορεινές περιοχές,οι βράκες ήταν πιο κοντές. Στις πόλεις δεν φορούσαν τις ψηλές ποδίνες όπως τους αγρότες αλλά μακριές άσπρες η και ακόμη πολύχρωμες κάλτσες και χαμηλά παπούτσια. Το ανδρικό πουκάμισο ήταν μεταξωτό η ημιμέταξο. Το κόψιμο του έμοιαζε με το γυναικείο, με πλατιά μανίκια, που δίπλωναν η είχαν πιέτες στα κάτω μέρος. Μόνο που η ανδρική πουκαμίσα ήταν πιο κοντή και έκλεινε στο πάνω μέρος. Στην Καρπασία, στο ύψος του ώμου συνήθιζαν πολύ να προσθέτουν στις ραφές μακριές και στενές προσθήκες από βελονάκι διακοσμημένες με χρωματιστές χάντρες. Στη Καρπασία επίσης διατηρήθηκε παράλληλα με το κόκκινο φέσι και το άσπρο δαντελένιο σκουφί,αλλά αντίθετα από το φέσι, αυτό φοριόταν χωρίς μαντήλι και έμοιαζε, τόσο στο σχέδιο όσο και στο μέγεθος, με τον παλιό φρυγικό σκούφο και τον κεφαλόδεσμο που βλέπουμε συχνά σε πολλά αρχαία κυπριακά ελληνο-φοινικικά αγάλματα. Το ίδιο σκουφί που φορούσαν οι άνδρες στην Καρπασία, φορούσαν και οι αρχαίοι Κύπριοι εδώ και 2700 χρόνια. Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν ένα πολύχρωμο γιλέκο που το χρώμα, το σχέδιο και το κόψιμο του ποικίλε ανάλογα με την περιοχή. Επίσης φορούσαν ζακέτες με μανίκια και χωρίς μανίκια,απλές,στρογγυλές ή πλατιές ή ακόμα άλλες που κλείναν πιο σφικτά. Το χρώμα ποικίλε και εδώ. Οι έλληνες του νησιού απόφευγαν τα ζωντανά και προσφιλή στους τούρκους του νησιού κραυγαλέα χρώματα, τα μεγάλα σχέδια, και ιδιαίτερα το κίτρινο χρώμα, και παρέμεναν στα απλά, λιτά, χειροποίητα και βαμμένα στο νησί ριγωτά χρώματα. Αυτό ήταν το ίδιο τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Όμως μερικές ελληνίδες γυναίκες της Λευκωσίας φορούσαν και αυτά.
Στη Καρπασία και στην Πάφο οι γυναίκες φορούσαν σαγιές,όμως διαφορετικές μεταξύ τους. Οι γυναίκες φορούσαν μακρυά βρακιά που ποικίλλαν με τη περιοχή. Στη Μεσαορία είχαν προτίμηση στα άσπρα βρακιά, αυτές της επαρχίας Πάφου στα κόκκινα, και στη χερσόνησο της Καρπασίας έραβαν στη μπροστινή μεριά του άσπρου βρακιού, βαμβακερούς και πολύχρωμους φραμπελάδες με κεντήματα και γυάλινες χάντρες. Στην επαρχία Πάφου οι γυναίκες φορούσαν μπότες από λεπτό και επεξεργασμένο δέρμα, ωραία διακοσμημένες με μαυρόασπρες και κόκκινες βελονιές στις άκρες και στο κυρίως μέρος.
Οι ανύπανδρες κοπέλες φορούσαν πάντα βαθύ κόκκινο κεφαλόδεσμο (στην περιοχή Μόρφου λαδί πράσινο) και οι νέες γυναίκες έβαζαν μεταξωτά κεντιτά πολύχρωμα επιμετώπια που διακοσμούνταν με φυσικά η ψεύτικα λουδούδια. Στις επίσημες γιορτές, στις εκκλησίες και στούς γάμους έβαζαν πάνω από τον καιφαλόδεσμο ένα άσπρο βέλο κατασκευασμένο συχνά από μετάξι και ο γύρος του ήταν κεντημένος από χρυσή η ασημένια κλωστή με πολύχρωμες φράντζες. Το γυναικείο κόκκινο φέσι φοργιόταν πολύ σπάνια.Τα βαθύ μοβ τσεμπέρια που ξέρουμε σήμερα τα φορούσαν μόνο οι γριές γυναίκες που δεν έχαν πένθος και όχι οι νέες. Οι ποδιές απουσίαζαν από τη καθημερινή ενδυμασία της κύπριας. Η μεταξωτή και κεντημένη με επίχρυση ασημένια κλωστή ποδιά φοργιόταν μόνο στις γιορτές και στους γάμους και συνόδευε την επίσημη ενδυμασία. Μπορεί να ακούγεται γελοίο αλλά πολύ λίγοι κύπριοι ξέρουν σήμερα πια ήταν η επίσημη κυπριακή γυναικεία ενδυμασία και αυτό χάριν στο ότι κανένα από τα κυπριακά λαογραφικά χορευτικά συγκροτήματα δεν την έχει παρουσιάσει για να την μάθει ο κόσμος. Η επίσημη κυπριακή γυναικεία ενδυμασία λοιπόν ήταν η σάρκα. Η σάρκα ήταν η γυναικεία μακρυμάνικη ζακέτα με τα πλατιά μανίκια και το τετράγωνο κόψιμο και ήταν εμπνευσμένη από την αρχαιότητα. Η λέξη σάρκα προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη σάρξ που σημαίνει κρέας. Ένα πουκάμισο φοριόταν κάτω από την σάρκα γιατί δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι το λεπτό μεταξωτό ή ημιμέταξο πουκάμισο ήταν διαφανές και έτσι η σάρκα κάλυπτε το στήθος. Σύνφωνα με την αρχαία συνήθεια,ήταν καμωμένη από σκούρο μαύρο βαμβακερό ύφασμα και ήταν διακοσμημένη γύρω-γύρω στις σχισμές των μανικιών και της ράχης με επίχρυση ασημένια κλωστή, με σχήματα φύλλων και άλλα τεχνουργήματα. Κάτω από την σάρκα φοριόταν μια μακρυά φούστα με πιέτες και τη φούστα αυτή συγκρατούσε η κυπριακή γυναικεία ζώνη με πόρπη.

Η σάρκα θεωρίτουν ακόμη και στις πολείς ως το βασικότερο κομμάτι της επίσημης και γαμήλιας γυναικείας αμφίεσης στην Κύπρο. Η σάρκα άνηκε στην προίκα της νύφης που την φορούσε για πρώτη φορά την ημέρα του γάμου της γιατί αυτή η ενδυμασία φοριόταν μόνο από παντρεμένες γυναίκες.Την ίδια μέρα η νύφη φορούσε,ακολουθόνατας την παράδοση,την συνήθως σκουροκόκκινη βαμβακερή νυφιάτικη φούστα με τις πολλές πιέτες,η οποία λόγο του χρωματός της λεγόταν ρουτζιέτι που σημαίνει κόκκινο στη νεοελληνική. Τη φούστα αυτή συνγρατούσε η κυπριακή πόρπηνη ζώνη όπως αυτές που είναι σήμερα τυλιγμένες οι εικόνες της Παναγίας στα μοναστήρια της Τροοδίτισσας και της Χρυσορογιάτισσας. Όπως το παραδοσιακό νυφικό της κύπριας νύφης δεν ήταν άσπρο αλλά κόκκινο,το ίδιο χρώμα ήταν και το πέπλο της. Το πέπλο αποτελείτουν από ένα κόκκινο ύφασμα από την κεφαλή μέχρι τα γόνατα και είχε ραμμένα στις άκρες και στις γονιές μεγάλα και όσο το δυνατό αληθινά χρυσά φλουριά.
Η γαμήλια ανφίεση του γαμπρού όπως αναφέραμε και πιό πάνω,αποτελείτουν από μαυρή βράκα, που έμιαζε με τις επίσημες μαύρες της Κυριακής, μόνο που ήταν καμωμένη με περισσότερη προσοχή. Η πουκαμίσα του γαμπρού ήταν μεταξωτή και κεντημένη και φορούσε βελούδινο γιλέκο με σειρές από κουμπιά. Αυτό που φορούν σημερά στα κυπριακά χροτευτικά συνκροτήματα λοιπόν ήταν το γιλέκο του γαμπρού. Οι άλλοι παραβρισκόμενοι στο γάμο δεν φορούσαν ποτέ το βελούδινο αυτό γιλέκο με τα όμορφα κεντήματα στο πίσω και μπροστινό μερός γιατί ήταν γαμπριάτικο και φορούσαν ζακέτες. Ο γαμπρός όμως δεν φορούσε ποτέ ζακέτα γιατί θα αποτελούσε παραφωνία. Αν ο γαμπρός ήταν από ορεινές περιοχές φορούσε μαύρες ποδίνες,αν ήταν από τις πόλεις φορούσε χαμηλά παπούτσια με κάλσες η χωρίς.

The authentic Cypriot costumes, especially the women's don't have much in common with those that the Cypriot folkloric dancing groups wear today which are ungraceful and replicas of each other but are presented to us as Cypriot costumes. In reality each region in Cyprus had its own separate costumes for daily wear which had their own characteristics in colour, cloth and decoration. Contrary to that we believe today, Cypriot men did not wear black vrakes (the Cypriot men's traditional baggy trousers) in their daily costume, but in the summer time they wore thin white vrakes and in the remainder time of the year, thicker blue coloured ones same as those worn by the Cretans. In the mountainous regions they wore dark blue.The black coloured vrakes were the official costume of the Cypriot men and were worn only during feasts, and on Sundays at church. The black vraka was also the official costume of the groom. In the cities and the big villages of the plain the vrakes had to have as many plaits as possible because the more plaits some-one used,the more rich he was. In the mountainous regions, vrakes were shorter. In the cities they did not wear high boots as the farmers but long white or even multi coloured socks and low heel shoes. The men's shirt was silk or half silk and half cotton. The cut was similar to the women's shirt, with wide sleeves, that folded or had plaits in the lower part. The difference was that the men's shirt was shorter and was closed in at the upper part. In the Karpas region, at the height of the shoulder it was very popular to add in the seams, long and narrow additions from needle work decorated with colourful beads. In the Karpas also,the white laced cap was worn in addition to the use of the red fez. However, contrary to the fez which was worn with a head cloth, the cap was worn without a head cloth and looked much like the ancient Cypriot Hellenic-Phoenician statues. The men of the Karpas peninsular wore the same cap that ancient Cypriot men wore over 2700 years ago. Above the shirt the men wore multi coloured waistcoats but the colour, the design and the cut, varied according to region. Also they wore cardigans with sleeves and without sleeves, simple, rounded or wide, and others which closed in a more firm way and the colour also varied. The Greeks of island avoided vivid and glaring colours with big designs which the Turks of the island loved and especially the yellow colour and preffered the simple, plain,hand made and dyed on the island checkered cloth. This was the preference of the men as much as the women but in Nicosia some Greek Cypriot women wore colourful clothes as well.
In the Karpas and Paphos the women wore a type of costume which was called Sayia, however this costume was different from each other and similar only in its cut. Cypriot women wore long breaches which varied in colour according to region. In the Mesaoria region they had preference for white breaches, those of the province of Paphos liked red, and in the peninsula of the Karpas they sewed in the front side of the white breaches, multi coloured designs made on cotton cloth with embroideries and glass beads. In the province of Paphos the women wore boots from thin and processed skin, beautifully decorated with black and white and red stitches at the sides and the front part.
Unmarried girls always wore dark red headdress (in the region of Morphou olive green) and the young women wore silk embroidered colourful head scarfs which were decorated with natural or false flowers. During official feasts, at church or at weddings they used to put above their headdress a white veil often made from silk and its endings were decorated with gold or silver thread and colourful fringes. The woman's red fez was worn very rarely.The deep purple women's headdress that we know today, was worn only by old women who were not in mourning and not by the young. Aprons were absent from the daily costume of the Cypriot woman. The silk embroidered gold or silver thread apron was worn only during feasts or weddings and accompanied the official women's costume. It might sound strange but very few Cypriots today know which is the official Cypriot women's costume and this is mainly to be blamed to the Cypriot folklore dancing groups because they have never presented it in order to become known to the Cypriot people. The offical Cypriot women's costume is called Sarka and it is a long sleeved cardigan with wide sleeves and a square cut,which was inspired from antiquity and the word sarka emanates from the ancient Greek word sarx which means meat or skin. A shirt was worn under the Sarka and we should not forget that the thin silk or semi silk women's shirt was transparent and thus the Sarka covered the breasts. According to ancient custom, it was made from dark black cotton cloth and was decorated around the slots of the sleeves and the back side with leafs and other works of art made from gold thread. Below the Sarka, a long, plaited skirt was worn and this skirt was retained by the Cypriot women's silver belt made with buckles.
The Sarka was considered even in the cities as the most basic part the official and nuptial women's costume in Cyprus. The Sarka belonged to the dowry of the bride which she wore for the first time during the day of her marriage because it was a costume which was worn only by wedded women. Following Cypriot tradition, the bride wore at the same day, the usually dark red, cotton made nuptial skirt, made with many plaits. Because of its colour, the shirt was called Routzeti which means red in the Greek Cypriot dialect,and kokkino in Modern Greek. This skirt was maintained by the cypriot buckled women's belt, the same as those that are today found wrapped around the icons of the Virgin Mary in the monasteries of Trooditissa and Chrysoroyiatissa. As the traditional wedding gown of the Cypriot bride was not white but red, her wedding veil was also of the same colour. The veil consisted of red cloth which covered the bride from the head down to the knees and at the fridges it had sewed in big, and as much as possible, genuine golden coins.
The nuptial costume of the groom as we wrote earlier above, consisted of the black vraka, which was similar with the official black one worn on Sundays, except that this was made with more care and attention. The shirt of the groom was made of silk and was decorated. On top, a black velvet sleeveless waistcoat with a series of lines with buttons was worn. This is the waistcoat worn today by the men at Cypriot folkloric dancing groups, and this was the waistcoat of the groom. It was and is still decorated with beautiful embroideries at the back and front part. The other men present at the wedding never wore this waistcoat because it was exclusively worn by the groom. Instead, they wore cardigans. The groom however never wore a cardigan on top of the waistcoat because it would constitute a travesty. If the groom was from a mountainous region, he wore black high boots, if he was from the city, he wore low heel shoes with socks or without socks.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2008

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΟΡΤΑΙΝΗΣ - THE CHURCH OF PANAGIA CHORTENI

Η Παναγία Χόρταινη είναι μια βυζαντινή εκκλησία που βρίσκεται στα βόρεια του χωριού Πελαθούσα στη Πάφο και σε απόσταση 1.5 χιλιόμετρου από αυτό. Ανήκει στον τύπο του μονόκλιτου με τρούλλο. Στα βόρεια της εκκλησίας υπήρχε παρεκκλήσιο ίσου μέτρου με την εκκλησία, αλλά πλάτους μόνο 2 μέτρων, που επικοινωνούσε με την εκκλησία με άνοιγμα στο ανατολικό τυφλό τόξο του βόρειου τοίχου. Το παρεκλήσιο αυτό έχει ερειποθεί. Πιθανώτατα εκαλύπτετο με καμάρα. Μεταξύ του 1958 και του 1974 , οι Τούρκοι της περιοχής προσπάθησαν να καταστρέψουν την εκκλησία. Κατεδάφισαν τον δυτικό τοίχο, τμήματα των καμάρων και του τυμπάνου του τρούλλου και αφέρεσαν το κάτω τμήμα του βορείου και νοτίου τοίχου.Κατάστρεψαν επίσης μεγάλο μέρος της αψίδας κι όσες τοιχογραφίες ήσαν ευδιάκριτες. Ο τρούλλος έχει τέσσερα παράθυρα με ημικυκλικά τόξα. Εσωτερικά τα τυφλά τόξα και οι καμάρες είναι οξυκόρυφα και ξεκοινούν με απλά υφαψίδια. Ψηλά στον δυτικό τοίχο φαίνεται ότι υπήρχε δίλοβο παράθυρο. Αρχικά η εκκλησία ήταν ολόκληρη διακοσμημένη με τοιχογραφίες. Σήμερα σώζονται υπολείματα της Πλατυτέρας στο τεταρτοσφαίριο της αψίδας, τμήμα του Παντοκράτορος στον τρούλλο και πολλά από τα 12 μετάλλια με αγγέλους. Μεταξύ των παραθύρων του τρούλλου σώζονται προφήτες, ελάχιστοι ακέραιοι και οι περισσότεροι από την μέση κα πάνω. Στο δυτικό τυφλό τόξο του βορείου τοίχου σώζεται μεγάλο τμήμα της Κοίμησης της Θεοτόκου. Από εξέταση των τοιχογραφιών, μπορεί να υποστηριχθεί ότι μπορούν να χρονολογηθούν στα τέλη του 15ου αιώνα. Είναι πιθανό ότι η εκκλησία κτίσθηκε τον 14ο ή το 15ο αιώνα. Πρόσφατα η εκκλησία είχε αναστηλωθεί από το τμήμα αρχαιοτήτων της Κύπρου.

The Byzantine church of the Virgin Mary Chorteni is situated at the north of the village of Pelathousa in Paphos and 1.5 kilometers away from it. The style of the church is that of a single arch covered by a dome. At the north of the church there was also a chapel of equal meter with the church, but of only 2 meters width, which connected with the church with an opening at the eastern blind arch of the northern wall. This chapel has been put in ruins. It is very possible that it was covered with an arch. Between 1958 and 1974 the Turks of the region tried to destroy the church. They demolished the western wall, parts of the arches and the drum of the dome and removed the lower part of the northern and southern wall. They also destroyed a big part of the arch and all the murals which were of reach. The dome has four windows with semicircular arches. Inside, the blind arches and the arches are pointed and are formed by simple spandrels. High up on the western wall it seems that a bilobate window existed. Initially the church was entirely decorated with murals. Today parts of the "Platitera" survive at the half-dome of the arch, part of the Pantokrator in the dome and many from the 12 plates with angels. Between the windows of the dome prophets also survive, a few with their entire bodies but most from the middle up. In the western blind arch of the northern wall a big section of the Dormition of the Virgin Mary has also been saved. By examining the murals, one can support that they can be dated to the early 15th century. It is likely that the church was built in the 14th or the 15th century. Recently the church had been restored by the Cyprus department of antiquities.

Η ΕΚΛΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΑΚΟΥΡΔΑΛΙΑ - THE CHURCH OF SAINT PARASKEVI AT THE VILLAGE OF KATO AKOURDALIA

Κτισμένη δύο περίπου χιλιόμετρα βορειοδυτικά του χωριού Κάτω Ακουρδάλιας στην Πάφο, η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, είναι ίσως μιά από τις πιο δύσκολα προσεγγίσιμες εκκλησίες της Κύπρου, αφού βρίσκεται σε απόμερη,ακατοίκητη και άγρια τοποθεσία χωρίς οδικό δίκτυο.Το κτίσμα είναι του 15ου αιώνα και ο Ναός ανήκει στον τύπο του μονόκλιτου με τρούλλο. Έχει ανάγλυφα παράθυρα, με ορισμένα χαρακτηριστικά που προδίδουν επίδραση της αρμενικής αρχιτεκτονικής. Η εκκλησία παραμένει ασυντήρητη.

Built about two kilometres north-west of the village of Kato Akourdalia in the province of Paphos, the church of Saint Paraskevi, is perhaps one of the most difficult to reach churches in Cyprus, since it is situated in an isolated and uninhabited wild locality without a road network. The building belongs to the 15th century and the church is build with only one arch covered with a dome. It has very small, identical closed in windows, and the building has certain characteristics which imply the influence of Armenian architecture. The church remains unpreserved.

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2008

Η ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΤΗΣ ΦΥΤΕΥΚΙΑΣ - THE MONASTERY OF SAINT CATHERINE OF FITEFKIA

Η Μονή της Άγιας Αικατερίνης της Φυτεύκιας πήρε το όνομα της από τον διαλυθέντα οικισμό Φυτεύκια και έχει περίπου 6 χιλιόμετρα απόσταση από το χωριό Κρήτου Τέρρα και 3 χιλιόμετρα από το χωρίο Χώλι στην επαρχία της Πάφου. Σήμερα σώζεται μόνο η εκκλησία της Μονής. Είναι ένας πανέμορφος και επιβλητικός ναός εκεί που δεν θα τον περίμενε κανείς. Στην μέση χωραφιών, η παρουσία του και η ιδιόμορφη αρχιτεκτονική του δηλώνει ότι κάποτε η περιοχή αυτή ήταν σημαντική και πλούσια. Κτισμένος περίπου τον 15ον αιώνα, ο ναός είναι Φραγκοβυζαντινού ρυθμού, ο οποίος είναι ένας συνδυασμός γοτθικής βασιλικής και βυζαντινής εκκλησίας καλυμμένης με τρούλλο. Ο ναός είναι τρίκλιτος και ήταν γνωστός ως ‘‘ο επτάτρουλλος ’’ επειδή παλαιά είχε επτά τρούλλους. Όμως κατά τους σεισμούς του 1953, η Μονή μαζί με την εκκλησία είχαν καταστραφεί σχεδόν παντελώς, και η εκκλησία αναστηλώθηκε μόνο με τέσσερις τρούλλους.

Ο ναός περιέχει αξιόλογα υπόλοιπα τοιχογραφιών του 16ου αιώνα, από τις οποίες βρίσκεται σε άριστη κατάσταση η πολύ μεγάλη τοιχογραφία της Αγίας Αικατερίνης. Η Μονή κτίστηκε από καλόγερους που προέρχονταν από το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο Όρος Σινά και η τοπική παράδοση λέει ότι κατά τη διάρκεια του κτίσματος της εκκλησίας, επειδή δεν υπήρχε νερό χρησιμοποιήθηκε γάλα. Οι μοναχοί της Μονής της Αγίας Αικατερίνης της Φυτεύκιας επίσης είχαν στην ιδιοκτησία τους και συντηρούσαν το τώρα κατεδαφισμένο ξωκλήσι του Κύπριου Αγίου Αρίστου στο γειτονικό χωρίο Χώλι.

The Monastery of Saint Catherine of Fitefkia took its name from the dissolved settlement of Fitefkia and it is roughly about 6 kilometers away from the village Kritou Terra and 3 kilometers from the village Choli in the province of Paphos. Today only the church of the Monastery survives. It is a very beautiful and imposing church found in a place, one would not expect to see. Found in the middle of fields, its presence and its peculiar architecture declares that once this region was important and rich. Built around the 15th century, the church is of Franco-Byzantine style, which is a combination of a Gothic basilica and a Byzantine domed church. The church is made of three arches and was known as the '' seven domed church'' because once it used to have seven domes. However, during the earthquake of 1953, the Monastery along with the church were destroyed almost completely. The church was rebuild but this time with only four domes. The church contains noteworthy parts of murals of the 16th century, of which the big mural of Saint Cathrine is in the most excellent condition. The Monastery was built by monks who came from the Monastery of Saint Catherine situated in Mount Sinai in Egypt. Local tradition has it that during the building of the church, milk was used because there was no water around. The monks of the Monastery of Saint Catherine of Fitefkia had also in their possession and maintainance the now demolished chapel of the Cypriot Saint Aristos situated in neighbouring village of Choli.

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΑΒΟΦΩΝΟΙ ΡΩΜΙΟΙ - THE GREEK DESCENT OF THE PALESTNIANS AND THE ARAB SPEAKING RUM ORTHODOX

Η προέλευση της ονομασίας της Παλαιστίνης είναι πολύ παλαιά, στην πραγματικότητα είναι πάνω από τριών χιλιάδων χρόνων. Το όνομα Παλαιστίνη προέρχεται από τους Φιλισταίους που είναι ελληνικό φύλο με καταγωγή από τους Αχαιούς από τη Μικρά Ασία και τα νησιά του αιγαίου πελάγους. Έφθασαν στη νότια ακτή της Παλαιστίνης σε διάφορα κύματα. Μια ομάδα έφθασε στις αρχές της ιστορικής περιόδου και εγκαταστάθηκε στη Γάζα. Μια άλλη ομάδα, προήλθε από την Κρήτη αφού είχε πρώτα απωθηθεί από τον Ράμσι ΙΙΙ το 1194 π.Χ. από μια απόπειρα εισβολής που είχαν κάνει στην Αίγυπτο. Αυτή η ομάδα των Κρητών κατέλαβε τη νότια παράκτια περιοχή, όπου ίδρυσαν πέντε πόλεις στην παράκτια πεδιάδα. Οι Φιλισταίοι ίδρυσαν αυτές τις πέντε πόλεις, και κάθε μια κυβερνιόταν από ένα βασιλιά όπως ήταν η συνήθεια των πόλεων κρατών στον ελληνικό κόσμο.
Αυτές οι πόλεις ονομάστηκαν ΝκάΘ (η Πατρίδα του Γολιάθ), Αστόθ, Έκρον, Γάζα, και Ασκάλον. Η γη των Φιλισταίων ονομαζόταν από τους Εβραίους «νεγέβ των Χερεθί», φράση η οποία σημαίνει «νότος των Κρητών» ακριβώς λόγω της κυρίαρχης παρουσίας των Φιλισταίων στην περιοχή. Σύμφωνα με τις λίγες επιγραφές που έχουν μείνει, κατά το 630 π.Χ. οι Φιλισταίοι είχαν χάσει την ελληνική τους γλώσσα και μιλούσαν Αραμαϊκά.
Όμως με την ελληνιστική περίοδο, η ελληνική παρουσία και γλώσσα επανεμφανίζονται στην Παλαιστίνη. Η ελληνιστική περίοδος διάρκεσε στην Παλαιστίνη κατά την περίοδο 332-63 π.χ. Η επαρχία της Γαλιλαίας, όπως και οι γειτονικές επαρχίες της Δεκαπόλεως και της Περαίας, ήταν κατά την εποχή εκείνη πλήρως εξελληνισμένες. Οι εξελληνισμένες πόλεις της Γαλιλαίας και ευρύτερα της Παλαιστίνης παρέμεναν ακμάζουσες και κατά την εποχή του Χριστού. Αν και οι πόλεις ευρίσκονταν υπό Ρωμαϊκή διοίκηση, το ελληνικό στοιχείο εξακολουθούσε να είναι κυρίαρχο και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού ήταν ελληνικής καταγωγής και οι Φιλισταίοι που μετονομάστηκαν Παλαιστίνιοι, είχαν ξανά εξελληνιστεί.
Με την κάθοδο του χριστιανισμού, οι Έλληνες της Παλαιστίνης, αλλά και οι Παλαιστίνιοι, όπως και οι κάτοικοι της Συρίας, της Ιορδανίας, και του Λιβάνου, έγιναν χριστιανοί. Όταν διαιρέθηκε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Παλαιστίνη, όπως και όλες οι άλλες χώρες της περιοχής, έγιναν μέρος του Βυζαντίου. Κατά συνέπεια, οι Παλαιστίνιοι αλλά και μεγάλο μέρος των κατοίκων της Συρίας, του Λιβάνου, και της Ιορδάνιας έγιναν Ελληνορθόδοξοι χριστιανοί.
Με την εμφάνιση του Ισλάμ, και τις επιδρομές των Αράβων από την έρημο της Αραβίας, το Βυζάντιο έχασε αυτές τις περιοχές στους μουσουλμάνους Άραβες. Οι Άραβες επέβαλαν τη θρησκεία τους και τη γλώσσα τους στις χώρες που κατέκτησαν. Έτσι μαζί με τη μουσουλμανική θρησκεία, η περιοχή αυτή υιοθέτησε και την αραβική γλώσσα, και σε πολύ μικρό διάστημα ο πληθυσμός αραβοποιήθηκε.
Όμως όχι όλοι οι κάτοικοι της Παλαιστίνης και των γύρω χωρών έγιναν μουσουλμάνοι. Αρκετοί παρέμειναν Ορθόδοξοι χριστιανοί, αν και έχασαν τη γλώσσα τους και μιλούν μόνο αραβικά. Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, αυτοί όλοι οι αραβόφωνοι Ελληνορθόδοξοι χριστιανοί, ονομάστηκαν Ρωμιοί Ορθόδοξοι (Rum Orthodox) από τους Τούρκους, όπως το ίδιο και οι Έλληνες. Από τότε οι αραβόφωνοι κάτοικοι της Παλαιστίνης αλλά και όλης της Μέσης Ανατολής, αποκαλούνται και αυτοαποκαλούνται Rum Orthodox, δηλ. Ρωμιοί Ορθόδοξοι και όχι μόνο ως Άραβες. Σίγουρα "Ρωμιοί" δεν είναι μόνο οι Ελλαδίτες κι οι Ελληνοκύπριοι. Οι αραβόφωνοι Rum Orthodox, είναι οι τελευταίοι εναπομείναντες Βυζαντινοί στη Μέση Ανατολή.

NOCTOC



The origins of the name Palestine is very old, in fact over three thousand years old. The name Palestine comes from the Philistines who were Greek and Greek-speaking Mediterranean people originating from Asia Minor and the islands of the Aegean sea. They reached the southern coast of Palestine in several waves. One group arrived in the early historic period and settled in Gaza. Another group, coming from Crete after being repulsed from an attempted invasion of Egypt by Ramses III in 1194 B.C. seized the southern coastal area, where they founded five settlements. Settling the coastal plain, the Philistines established these five cities, each ruled by a king as was the custom of city-states amongst the Greek world. These cities were called Gath (home of Goliath), Ashdod, Ekron, Gaza, and Askalon. This area of the Philistines was called by the Jews "nege'v Hereji", a phrase which means "the south of the Cretans" precisely because of the Cretan presence of the Philistines in the region. According to the few signs that have remained, by 630 B.C. the Philistines had lost their Greek language and they spoke Aramaic. However with the Hellenistic period, the Greek presence and language re-appear in Palestine. The Hellenistic period in Palestine lasted in the Palestine from 332-63 B.C. The province of Galelie, as the neighbouring provinces of Decapolis and Peraias, were at that time completely Hellenized. The Hellenized cities of Galilie and more widely of Palestine remained prosperous up until the time of Christ. Even if the cities were under Roman administration, the Greek element continued being present and a big part of population of was Greek origin. The Philistines who were renamed Palestinians by now, had become Hellenized as well. With the coming of Christianity, the Greeks of Palestine, as well as the Palestinians, and the residents of Syria, Jordan, and Lebanon, became Christians. When the Roman Empire was divided up between East and West, Palestine, as well as all the other countries of region, became part of Byzantium. As a result, the Palestinians and big parts of the population of Syria, Lebanon, and Jordan became Greek Orthodox Christians. With the appearance of Islam, and the raids of Arabs who came from the Arabian desert, Byzantium lost these regions to the Muslim Arabs. The Arabs imposed their religion and their language on the countries which they conquered. Thus with the Muslim religion, this region adopted also and the Arabic language, and in very small period, the populations were Arabized. However, not all the people of Palestine and the surrounding countries became Muslim. Many remained Orthodox Christians even if they lost their language and spoke only Arabic. During the Ottoman period, all the Arabic-speaking, Greek Orthodox Christians were named by the Turks, Rum Orthodox, the same name given also to the Greeks. From then on, the Arabic-speaking Greek Orthodox population of Palestine, but also in all Middle East, are called and call themselves Rum Orthodox, and don't have just an Arab identity. Surely "Rum Orthodox" are not only the Greeks and the Greek Cypriots, the Arabic-speaking Rum Orthodox, are the last remaining Byzantines in the Middle East
.

NOCTOC

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ ΤΖΙ Ο ΚΑΟΥΡΑΣ: ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΑΚΡΙΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Κάτω στην άκρην των ακρών, στα βάθη καλαμιώνα,
Κάουρας εδρακόντεψεν τζιαί τρώει τους αντρειωμένους,
τρώει τον μαύρον του Φουκά, τρώει τον Νικηφόρον,
τρώει τον Πετροτράχηλον, που τρέμει η γής τζι’ ο κόσμος.
Χαπάρκα τζιαί μηνύματα στου Κωνσταντή τα σπίτια:
- Ώρα καλή σου Κωνσταντή ο βασιλιάς σε θέλει.
- Μα ψες ήμουν στις πόρτες του, σήμερα ίντα με θέλει;
Αν ένι για το φάν, το πιήν, να πκιάσω τα παιχνίδκια,
αν ένι για τον πόλεμον, να πκιάσω τ' αρματά μου.
- Πκιάσ' τα, πκιάσ' τα, Κωνσταντή, πκιάστα τζιαί τ' άρματά σου.


- Ώρα καλή σου, βασιλιά, για πέ μου, ίντα με θέλεις;
- Κάουρας εδρακόντεψεν στα βάθη καλαμιώνα,
τρώει τον μαύρον του Φουκά, τρώει τον Νικηφόρον,
τρώει τον Πετροτράχηλον, που τρέμει η γης τζι’ ο κόσμος.

Στρατίν στρατίν, το έπκιασε τ' ωραίον μονοπάτιν,
τζιαί το στρατίν τον έβκαλεν στου Κάουρα την τρύπαν.
Ο Κάουρας που τον θωρεί, χαράν μεάλην πήρεν:
- Καλώς τον δείπνον το πωρνό, δείπνον το μεσομέριν.
Αν μου πομείνει τζιαί λίος, τραβώ τον μέσ' στην τρύπαν.

Μιάν ματσουτζιάν του χάρισεν που πάνω στο καππάτζιν,
αν ήταν πέτρα ράϊζε τζιαί μάρμαρον ελούβαν,
που να'ταν στεροκάροβον, επήαινεν τζιαί να'ρτει.
Οι Δράτζοι που τ' ακούσασιν, 'που τα βουνά εφύαν,
μα ο Θεός ορκίστηκεν τζιαί χάλαζαν θα βρέξει.

Έπλωσεν τα δαχτύλια του, τον Κωνσταντήν αγκαλιάζει,
'πλώνει τζιαί τους δαχτύλους του, παίρνει του την ματσούκαν.
Τζεί που'πιασ' ο Κωνσταντής, κόκκαλα εκουναρούσαν,
τζεί που' πιασ' ο Κάουρας, τα γαίματα ετζυλούσαν.
Όσον τζιαί κατακόντεψεν ο Κάουρας να τον φάει,
φωνήν μεάλην έριξεν, τ' άη- Γιωρκιού φωνάζει:
- Άη - μου Γιώρκη, πρόδρομε, στ' άλογον καβαλάρη,
την χάρην που μου έδωκες, Κάουρας θα την πάρει.
Αγγελικήν φωνήν γρικά, τζι’ άγγελος του φωνάζει:
- Ρέ σκύλε, σκύλε Κωνσταντή, θερκόν απού φοήθης!
Τράβα τ' αρκυρομάχαιρον, που τ' αρκυρόν φηκάριν
τζιαί μπήξε του το του θερκού, που κάτω που τ' αφάλιν.
Σαν τ' άκουσεν ο Κάουρας, του Κωνσταντή φωνάζει:
- Για στέκα, στέκα, Κωνσταντή, που'χω να σου συντίχω:
Βκάλε το κατωκαύκαλον τζιαί κάλεσε τ' ασκέριν,
βκάλε το πανωκαύκαλον, και στήσε το τσιατήριν,
τζιαί κάλεσε τον βασιλιάν μαζί με τον βεζύρην.
 

Αισιοδοξώ γιατί τύχη αγαθή διατηρείται ζωντανή στην Κύπρο η πολύτιμη κληρονομιά της Κυπριακής διαλέκτου που μπορεί και πρέπει να αποδειχθεί πολύτιμη πηγή ανανέωσης και μπολιάσματος της κοινής ελληνικής ώστε να μη χρειάζεται να καταφεύγει σε εξωτερικό δανεισμό.”

Γ. Μπαμπινιώτης .

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2008

Η ΟΤΣΕΝΑ: ΕΝΑ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΧΩΡΙΟ ΣΤΗ ΤΟΥΡΚΙΑ - OCANA: A GREEK SPEAKING VILLAGE IN TURKEY



O RADIOFONIKOS STATHMOS TU XORΙU MAS > Radio Ocena

I Ocena en xtizmeno, sa rashia apes tsi Mavri thalasas ce asi thalasa en anu katu 40 km. Ya na pay kaynis sin Ocena, olon empro asin Trapezunta na pay sin Ofi ce asin Ofi n'empen apes. Aso potami ts'Ofis c' an na pay 27.km os to Katoxori. Istaro aso Katoxori pal, aso potami c' an n'eghven os to dixali t'eftei to potami tu Saraxo ce ts'Ocenas. Aso dhixali n'eper to potami to pay sin Ocena merea ce anu katu sa 5-6 km na ftan sin Ocena.
I Ocena en ena trano xorio, me pollus sinikismus(maxalledhes). Olon empro erte tu Pankal. Su Pankal eperan en tu Tsukala ce to Voy t'ormi. Su Pankal epan sa rashiya mer en to Streni. Asu Pankal ce ahen egvenune so Xorio. So Xorio epuka en to Zezanto. Eperan en tu Karaver. Aso Xorio c' ahen erte t'Ahen to Xorio.

Sin Ocena konta en manaxo enan xorio, c'ecino pla en t'Alithinu. T'ala ta xoriya ine eligo makra asin Ocena. Istaro as' Alithinu, olon to kontinotero xoriyo en tu Saraxo. Ula ta xoriya exoriguntane me trano oros. Oluyo oros devenis ya na pas s'ecina ta xoria.
I Ocena so xarti (harita)
Στην Οτσενα, κοντά στην Τραπεζούντα, ένας πανάρχαιος πολιτισμός ψυχορραγεί και μια γλώσσα αργοσβήνειΗ Οτσενα είναι ένα χωριό που βρίσκεται στον σημερινό Πόντο, στα σύνορα και στα ορεινά της Τραπεζούντας. Μέσα σε έναν παράδεισο, γεμάτο με πεύκα, έλατα και διάφορα είδη δέντρων, που χαρίζουν μια ανέκφραστη ομορφιά. Εκεί κοντά στις κορυφές των βουνών, με τ' αναρίθμητα πηγάδια και λιβάδια, που βγάζουν ολοκάθαρα, κρυστάλλινα νερά. Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού μάλλον ήταν φυγάδες, οι οποίοι έφυγαν από την καταπίεση των Οθωμανών και αφέθηκαν στην αγκαλιά του πυκνού δάσους. Είναι άγνωστο πόσον καιρό πήρε στους Οτσενίτες να χτίσουν τα πρώτα τους κανονικά σπίτια για να μπουν μέσα και να ζήσουν σαν άνθρωποι. Φαίνεται όμως πως μόλις τα χτίσανε, οι Οθωμανοί τούς ανακάλυψαν κα τους κατέγραψαν. Σύμφωνα με τα στοιχεία των Οθωμανών (Tahrir defterleri, 1583), όλοι κ' όλοι πέντε οικογένειες ήτανε. Αυτές αποτελούσαν τους πρώτους κάτοικους του χωριού. Εκείνη τη χρονιά αφαιρέθηκε η ελεύθερή τους υπηκοότητα των βουνών, και έτσι περάσανε στη λίστα των χαρατσιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στα επόμενα χρόνια ήρθαν και εγκαταστάθηκαν και άλλοι στο χωριό. Ετσι, οι πρώτοι Οτσενίτες απόκτησαν γείτονες. Η μοναξιά τους εκεί επάνω στα βουνά είχε τελειώσει. Μέσα σε τριάντα χρόνια, από το 1583 έως το 1613, οι κάτοικοι του χωριού αυξήθηκαν στις πενήντα τέσσερις οικογένειες, από τους οποίους οι τέσσερις δήλωσαν πως ήταν μουσουλμάνοι. Οπως μας πληροφορεί ο Γ. Κανδηλάπτης στο βιβλίο του «Τα Φιτίανα», όλοι οι κάτοικοι της περιοχής του Οφη, όπου ανήκει και η Οτσενα, εξισλαμίστηκαν με απόφαση του Δεσπότη της περιοχής. Κανένας δεν ξέρει εάν τους κάλεσαν για να μαζευτούν σε μια περιοχή ή αν πήγαν κάποιοι σπίτι σπίτι και τους ανακοίνωσαν την πικρή απόφαση. Ολοι αυτοί που φτάσανε στη Οτσενα από διάφορες περιοχές, φέρανε και τα δικά τους ιδιώματα. Μερικοί χρησιμοποιούσαν τα ουσιαστικά με την κατάληξη (ν), όπως «παιδίν», «σκαμνίν», «ράχην», «πόρταν» «δέντρον», «απίδιν», «καλάθιν» κ.λπ. και μερικοί τις χρησιμοποιούσανε κανονικά, όπως «παιδί», «σκαμνί», «ράχη», «πόρτα» «δέντρο», «απίδι», «καλάθι» κ.λπ. Αλλοι λένε τα εξοχικά βουνά «σταλίαν» που διαμορφώθηκε από τη λέξη «στάβλοι» και άλλοι «παρχάρε» η οποία λέξη διαμορφώθηκε από τις λέξεις «παρά+χωριό». Κάποιοι τα χόρτα τα ονομάζουν «χολχόνε», από τις λέξεις χλόος+χλόη και κάποιοι «χορτάρε», από το χορτάρια. «Νίκαγε» ο ένας «έτρεπε» ο άλλως. Και το «εχτές» υπήρξε σαν λέξη και το «οψέ» σαν αντίστοιχο. Ποικιλία και πλούτος της γλώσσας, μέσα σε ένα χωριό το οποίο δεν είχε και πολλή επαφή με τα παραλιακά αστικά κέντρα. Από έναν πληθυσμό, συγγενή με όλους τους Πόντιους. Γι' αυτό και η Οτσενα αποτελεί ένα παράδειγμα μικρού Πόντου, ένα παράδειγμα της Ανατολής. Οι διαφορές αυτές ποτέ δεν έχουν συνειδητοποιηθεί μέσα στο χωριό. Ποτέ δεν αισθάνθηκε κανείς ξένος. Ολοι ήρθαν από έξω και όλοι είχαν την ίδια μοίρα. Το σημαντικότερο ήταν ότι όλοι μιλούσαν την ίδια γλώσσα, τα ρωμαιικά, δηλαδή Ποντιακά. Το χωριό αδειάζειΣήμερα λοιπόν αυτό το χωριό αδειάζει. Σβήνει τούτο το αστέρι. Φεύγουν οι άνθρωποι από την Οτσενα. Ζήτημα να έχει μείνει εκεί το ένα τέταρτο του πληθυσμού. Ειδικά στην Κάτω Οτσενα, από τα περίπου 630 σπίτια, μόνο τα 200 δίνουν σημάδι ζωής, ανάβει το φως και καπνίζει το τζάκι τους. Και αυτοί έτοιμοι να φύγουν, από ένα μικρό χωριό που κουβαλάει στην πλάτη του τα ερείπια ενός πολιτισμού χιλιάδων χρόνων, μιας ολόκληρης ιστορίας. Φεύγοντας ο καθένας, παίρνει και μαζί του ό,τι παραπάνω και διαφορετικό έχει, μαζεύοντας από πίσω του όλα του τα ίχνη, εξαφανίζοντας τα πανάρχαια πολιτισμικά του ερείπια. Με τον κάθε θυμωμένο φυγά, με τον κάθε απελπισμένο μετανάστη που φεύγει από τον τόπο, μια φλέβα ακόμη νεκρώνεται και αργοπεθαίνει τόσο φρικτά ένας πολιτισμός, αφήνοντας πίσω την άγνοια, αμορφωσιά και την απανθρωπιά. Ακόμη και ο θάνατος ενός ανθρώπου αδυνατίζει μια πανάρχαια γλώσσα, καθώς μαζί του πεθαίνουν όλες οι παραπάνω λέξεις, που μπόρεσαν να σωθούν στη μνήμη του, από τη λεηλασία του καπιταλισμού, από το ανελέητο χτύπημα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, από την αδιαφορία, την ξενολατρία και την προδοσία. Κρυφοκλαίει, στεγνοδακρύζει η Οτσενα, κραυγάζει τόσο ώστε η αύδη (φωνή) της ξεπερνάει τα σύνορα της ακοής μας. Ισως και γι' αυτό δεν ακούει κανείς. Εξαφανίζεται ένα πανάρχαιο ιδίωμα της ελληνικής γλώσσας, μπροστά στα μάτια ενός κόσμου που λέει ότι είναι πολιτισμένος. Διότι στις μεγάλες πόλεις, κανείς δεν θα μπορέσει να μιλήσει τη μητρική του γλώσσα, όσο και να τρελαίνεται να την ακούσει. Οσο και να κάθεται μόνος, μοιρολογώντας από τη νοσταλγία του να την ψιθυρίσει.Του Vahit Tursun** Ο Vahit Tursuείναι ελληνόφωνος από την περιοχή Οφη Τραπεζούντας. Αυτό το άρθρο του δημοσιεύθηκε στη μεγάλης κυκλοφορίας, κεντροαριστερή εφημερίδα της Τουρκίας Radikal, την Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2007.Ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι στην Τουρκία Ενα από τα πλέον ενδιαφέροντα φαινόμενα στη σύγχρονη Τουρκία, αποτελεί αυτό της ύπαρξης μουσουλμανικών ελληνόφωνων ομάδων. Η παραδοσιακή ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, η αυταρχική εσωτερική δομή της Τουρκίας, η εξέγερση των Κούρδων, μαζί με την επιβίωση των στερεοτύπων για τη διαμόρφωση των νεότερων εθνών στην περιοχή μας, εμπόδισε τη μελέτη του φαινομένου αυτού. Η μετάβαση ελληνόφωνων ομάδων από το χριστιανικό θρησκευτικό σύστημα στο ισλαμικό κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης, αποτελεί μέχρι σήμερα ένα θέμα άγνωστο για τη νεοελληνική επιστήμη. Σήμερα υπάρχουν τέσσερις ελληνόφωνες ομάδες στην Τουρκία: κρητική, ποντιακή, μακεδονική και κυπριακή. Κάθε μια απ’ αυτές έχει εξαιρετικό ιστορικό ενδιαφέρον. Η έκφραση των ομάδων αυτών είναι γεγονός ιδιαίτερης σημασίας, εφόσον αναδεικύει μια άγνωστη πλευρά της σύγχρονης τουρκικής κοινωνίας που ολοένα γίνεται και περισσότερο σημαντική. Η δημόσια εμφάνιση των ομάδων αυτών δεν αφορά μόνο την τουρκική κοινωνία, η οποία συνειδητοποιεί αργά τον πολυεθνοτικό της χαρακτήρα, καθώς και τους εθνογενετικούς της μύθους. Αφορά παράλληλα και την ελληνική, γιατί της αποκαλύπτει τον τρόπο συγκρότησης των σύγχρονων εθνικών κρατών στην περιοχή μας και το αδιέξοδο των ενδιάμεσων ομάδων -γέννημα της ιστορίας- οι οποίες υποχρεώθηκαν να ενταχθούν στο κράτος που είχε ιδεολογικό υπόβαθρο, το δικό τους θρησκευτικό δόγμα.
Βλασης Αγτζιδης, ιστορικός

In the Black Sea, a Pontic Greek village slowly dies out as its inhabitants abandon their homes

THE RADIO STATION OF OUR VILLAGE
>Radio Ocena

Ocena is a village near Turkey’s Black Sea coast, known to Greeks as the Pontus, in the mountains behind the town of Trebizond. It is in an idyllic setting of pine and fir trees near the mountain peaks, among valleys and crystal-clear springs.

The village’s original inhabitants were probably fugitives from Ottoman oppression who fled to the shelter of the wooded peaks. It is not known when they built the first houses that became a settlement. It seems that as soon as they built them, the Ottomans discovered them and demolished them.

According to Ottoman archives (the tax archive, or tahrir defterleri, of 1583) the community consisted of just five families. That was the last year the mountains were free. From then on they were included in the Ottoman Empire’s tax system.

Over the next few years more people moved to the village and the days of isolation were over. By 1613, the number of families had grown to 54, four of them declaring themselves Muslims.

According to G. Kandilaptis in his book “Ta Fitiana,” all the inhabitants of the Ofi area, to which Ocena belonged, converted to Islam by order of the region’s bishop. No one knows if they were asked to gather in one place or if someone went around announcing the decision to householders.

Everyone who reached Ocena from various other areas brought their own idiom with them, enriching the local dialect and resulting in a great variety of expressions in a village that did not have much contact with the coastal towns. Its inhabitants had links with the entire Pontus region, of which Ocena could be called a microcosm, an example of the East.

People in the village were not conscious of these differences; they did not consider themselves outsiders. Everyone was from somewhere else. Most importantly, they all spoke the same language, “Romeika,” or Pontic Greek.

Today the village is losing its inhabitants. Only a quarter of the population remains. Particularly in Kato Ocena, lights are turned on in only 200 of the 630 homes. Even these last few inhabitants are ready to leave the small village that is the last remnant of a civilization that is thousands of years old, taking with it everything that is different, every trace of its ancient cultural relics.

Every angry fugitive, every desperate emigrant who leaves his homeland means one more nail in the coffin of that civilization, leaving behind ignorance and inhumanity. Even the death of a single person weakens an ancient language, as that person takes with them all the words in his or her memory that are now rarely spoken because of the relentless onslaught of capitalism, the media, indifference, the worship of all things foreign, and of betrayal.

Ocena is dying a slow death, and with it an age-old idiom of the Greek language, in full sight of a world that believes itself to be civilized. In the large towns, no one can speak their native tongue, much as they love hearing it.

Greek-speaking Muslims in Turkey

One of the most interesting phenomena in modern Turkey is the existence of Greek-speaking Muslims.

The traditional Greek-Turkish conflict, Turkey’s authoritarian administration, the Kurdish uprising and the survival of stereotypes surrounding the formation of newer nations in the region have made studying this particular ethnic group difficult.

The way Greek-speaking groups passed from Christianity to Islam during Ottoman rule is unknown to modern Greek scholars.

Today there are four main grecophone groups in Turkey: the Cretans, Pontics, Macedonians and Cypriots. Each of them is of extreme historic interest. The way these groups express themselves is of great importance as it reveals an unknown aspect of modern Turkish society that is becoming more and more important.

The public appearance of these groups is not only of interest to Turkish society, which is slowly becoming aware of its multicultural nature, but also to Greek society. These groups illuminate how modern nation-states in the region were formed and the way groups caught in the middle – created by history – were forced to be incorporated into the ideological foundation and the religious doctrine of the particular state they were living in.

By Vahit Tursun (1)

(1) Vahit Tursun is a grecophone from Ofi, Trebizond. He wrote this article for the major center-left Turkish newspaper Radikal on Sunday February 25 2007.

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2008

Η ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΟΛΑΚΟΥΡΝΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΣΤΕΝΗ ΤΗΣ ΠΑΦΟΥ - THE MONASTERY OF CHRYSOLAKOURNA AT THE VILLAGE OF STENI IN PAPHOS

Έ τζιαί τη Χρυσολάκουρναν, - Μεγάλ' η δύναμή της –
Με τους Αγίους της Στενής, τζιαί θκιά μας την ευχήν της!
Ο Άη Γγι΄ώρκης τα νερά μές το χωρκόν προσέχει,
Τζι ο Άη Τρύφωνας τα ζάα στην φύλαξην του έχει.

Η Μονή της Παναγίας Χρυσολάκουρνας, βρίσκεται 3 περίπου χιλιόμετρα στα βόρεια του χωριού Στενή στη Πάφο και ήκμαζε πριν το 1821. Επί Φραγκοκρατίας, η Μονή χρησιμοποιήθηκε και ως Έδρα του Ορθόδοξου Επισκόπου της Πάφου, αφού η Μητρόπολη που ήταν στη πόλη της Πάφου, καταλήφθηκε από τον Λατίνο Επίσκοπο, και ο Ορθόδοξος εκδιώκθηκε. Κατά την Ελληνική επανάσταση του 1821 οι Τούρκοι σκότωσαν τον επιστάτη της Μονής, τον Παπά Σιλβέστρο και από τότε η Μονή εγκαταλείφθηκε και ερημώθηκε.
Δεν γνωρίζουμε πότε ιδρύθηκε η Μονή, όμως ο λιθόκτιστος τρίκλιτος Ναός της είναι έργο του 12ου αιώνα με ανακαινίσεις του 16ου αιώνα αφού η εκκλησία είτε καταστράφηκε είτε υπέστη εκτεταμένες ζημιές και τότε ξανακτίστηκε και πήρε τη σημερινή της μορφή.
Σήμερα, τα μοναστηριακά κτίρια, που σώζονταν ερειπωμένα, μέχρι πριν από πενήντα χρόνια, έχουν τελείως εξαφανιστεί. Μόνο η εκκλησία εσώζετο και αυτή μισοερειπωμένη, μέχρι το 1974. Το 1974-1975 η εκκλησία αναστηλώθηκε από το Τμήμα Αρχαιοτήτων σαν μια τρίκλιτη βασιλική. Τα σωζόμενα μέχρι το 1974 τμήματα της Εκκλησίας προέρχονται από διάφορες περιόδους και είναι το αποτέλεσμα πολλών επεμβάσεων, κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ζωής του Μοναστηριού. Μια τοιχογραφία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου που διασώζεται στο δυτικό τοίχο του Ναού και που μπορεί να χρονολογηθεί στον 12ο αιώνα, ανάγει την ίδρυση της Μονής στη Μέση Βυζαντινή περίοδο.
Εκτός από την τοιχογραφία του Προδρόμου στο δυτικό τοίχο που χρονολογείται στον 12ο αιώνα, ανακαλύφθηκαν και γραπτοί σταυροί του 12ου αιώνα στο δυτικό τοίχο μετά την αφαίρεση της αντηρίδας.
Στο τετρατοσφαίριο της αψίδας, σώζονται κομμάτια από τον Πλατύτερα μεταξύ των Αρχαγγέλων. Χαμηλότερα σώζονται μεγάλα τμήματα από την κοινωνία των Αποστόλων (μετάληψη – Μετάδοση) και χαμηλότερα τμήματα ιερουργούντων αρχιερέων, από τους οποίους καλύτερα σώζεται ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος. Στο δυτικό τυφλό τόξο του βορείου τοίχου σώζεται μεγάλο μέρος τοιχογραφίας του Αγ. Γεωργίου. Οι περισσότερες από τις σωζόμενες τοιχογραφίες χρονολογούνται στο πρώτο μισό του 16 ου αιώνα.
Σχετικό με τη Μονή της Χρυσολάκουρνας είναι το εξής θαύμα της
Παναγίας: Αγαρηνοί θέλησαν να κάνουν κτήμα τους ένα πηγάδι της Μονής που έφερε το όνομα Θεοτόκος Αφέντρικα.Για να καθαρίσουν το πηγάδι,κατέβασαν ένα από τους Αγαρηνούς, ο οποίος ξεψύχησε από αόρατο ράπισμα. Την ίδια τύχη είχε και δεύτερος Αγαρινός. Τον τρίτο διάδοχο του, τον ανέσυραν μισοπεθαμένο. Τους πρώτους δύο, τους ανέσυραν με φόβο και τρόμο, και αφού τους έδεσαν τα πόδια, τους έθαψαν κάτω από τα αναθέματα όλων όσων βρέθηκαν στο δρόμο τους.

Oh, look at Chrysolakourna's icon,- blessed be Her name,
among the two Saints of Steni she gives her blessing to us.
Saint George looks after the water of the village
and Saint Tryphonas has our animals under his care

The Monastery of the Virgin Mary of Chrysolakourna, is situated about 3 kilometers north of the village of Steni in Paphos. The Monastery was very prosperous before 1821. Under the Frankish rule of Cyprus, the Monastery was also used as the Seat of the Orthodox Bishop of Paphos, when the Bishopric which was in the city of Paphos, was occupied by the Latin Bishop, and the Orthodox Bishop was thrown out of his Seat. During the Greek revolution of 1821 the Turks killed the custodian of the Monastery, Priest Silvestros and from then on the Monastery was abandoned and had fallen to ruins.
We do not know when the Monastery was founded, however its three-arch, stone-built church is the work of the 12th century with renovations of the 16th century when the church was destroyed or suffered extensive damage and it was rebuild taking its current form.
Today, the monastery's buildings, which existed and survived from devastation up until fifty years ago, have completely disappeared. Only a small part of the church survived up until 1974. In 1974-1975 the Department of Antiquities restored the church. The parts of the church which survived up to 1974, emanated from various periods and are the result of many interventions during the long life of the monastery. A mural of Saint John the Precursor which has survived at the western wall of the church, can be dated to the 12th century, and this brings the foundation of the monastery to the middle Byzantine period.
Apart from the mural of the Precursor in the western wall which is dated to the 12th century, some written crosses of the 12th century were also discovered οn the same wall. Ιn the quadrant of the arch, parts of the murals of the "Platytera" between the Archangels also survive. At a lower level, a big part of the communion of the Apostles also survives as well as parts showing ceremonies by priests. The best preserved mural is that of Saint Gregory the Theologian. In the western arch of the northern wall a big part of the mural of Saint George has been saved. Most of the saved murals are dated to the first half of the 16th century.
The following miracle is attributed to the Virgin Mary of the Monastary of Chrysolakourna: Arab Hagarenes wanted to make as their property a well of the Monastery which had the name "Virgin Mary of Afendrika". In order to clean the well, they lowered one of the Hagarenes down, but he found his death from an invisible slap which he had received. The second Hagarene also had the same fate. His third successor, was pulled out half dead. The Hagarenes pulled out the first two and with fear and terror, they tied up their legs and buried them under the anathemas of all the people they found on their way.