ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008

ΟΙ ΚΑΝΙΒΑΛΟΙ ΤΗΣ ΜΑΑΡΑ - THE CANNIBALS OF MA'ARRA

Μετά τη βίαια κατάληψη της Αντιοχείας, οι κτηνώδης Δυτικοί Σταυροφόροι προχώρησαν προς νότο, κάνοντας επιδρομές και λεηλατώντας τη μια πόλη μετά τη άλλη, καθ 'οδόν προς την Ιερουσαλήμ. Προς την πορεία τους στα νότια, βρισκόταν η ατυχές Συριακή Αραβική πόλη Μάαρα. Μέχρι την άφιξη των Φράγκων, οι κάτοικοι της ζούσαν μια ήσυχη ζωή, προστατευμένοι από τα τοίχοι που περιτριγύριζαν τη πόλης τους. Η Μάαρα, αυτή η ειρηνική γεωργική πόλη της Συρίας δεν είχε στρατό ή πολιτοφυλακή. Η οικονομία της ήταν βασισμένη μόνο πάνω στα σταφύλια, τις ελιές, και τα σύκα. Στις 11 Δεκεμβρίου του 1098, οι Σταυροφόροι έφτασαν τα ξημερώματα στη Μάαρα. Έγινε μακελειό. Επί τρεις ημέρες έβαλαν τους κατοίκους κάτω από το σπαθί, και χιλιάδες άνθρωποι είχαν σκοτωθεί. Αλλά η φρίκη βασιζόταν λιγότερο στον αριθμό των θυμάτων παρά στη τύχη που τους ανάμενε, και αυτή η τύχη ήταν η ανθρωποφαγία. Η πόλη της Μάαρα, έτυχε φρικτό κανιβαλισμό εναντίον των Αράβων κατοίκων της που έπεσαν στα χέρια των Ευρωπαίων Σταυροφόρων. Ο Δυτικός Σταυροφόρος χρονικογράφος Ραδόλφος ντε Καέν όχι μόνο δέχεται αυτή τη γενοκτονία αλλά γράφει και με υπερηφάνεια τα ακόλουθα τρομακτικά λόγια: "Στη Μάαρα οι δικοί μας έβραζαν σε χύτρες τους ανθρώπους και καταβρόχθιζαν τα παιδιά ψημένα στη σούβλα". Ένας άλλος Χριστιανός Σταυροφόρος χρονικογράφος, ο Αλμπερτ Ντ'Αιξ , που έλαβε μέρος στο μακελειό της Μάαρα καυχήθηκε "Οι δικοί μας όχι μόνο δεν ένιωθαν απέχθεια να τρώνε Σαρακηνούς [Άραβες] και Τούρκους, αλλά έτρωγαν ακόμα και σκύλους". Το ότι οι Σταυροφόροι ασκούσαν κανιβαλισμό δεν ήταν κάτι το μοναδικό για την Μάαρα. Από τον ιστορικό Τζόνσον [Η Ιστορία του Χριστιανισμού σ. 246] ενημερωνόμαστε ότι, κατά την πρώτη Σταυροφορία (1096), μια στρατιά από αγρότες του Άρχοντα Πιέρ Λ'Ερμίτ είχε επιτεθεί σε μη Λατίνους Χριστιανούς στην Ορθόδοξη Βυζαντινή Μικρά Ασία και κατέσφαξαν μεγάλους αριθμούς ανθρώπων, σούβλισαν τα παιδιά τους, τα έψησαν πάνω από υπαίθριες φωτιές, και έφαγαν τη σάρκα τους. Ακόμη και η Πριγκίπισσα Άννα Κομνηνή , η κόρη του Βυζαντινού αυτοκράτορα Αλέξιου I, αναφέρει στο βιβλίο της [Η Αλεξιάδα της Πριγκίπισσας Άννας Κομνηνής] τον τρόπο με τον οποίο συσσώρευαν τα πτώματα των θυμάτων τους για να σχηματίσουν ένα ψηλό βουνό. Επίσης έχει, περιλάβει τη περιγραφή όπου οι Σταυροφόροι έσχιζαν τα άκρα των παιδιών η πως έψηναν άλλα για να τα φάνε. Η μνήμη αυτών των φρικαλεοτήτων, διατηρήθηκε, και διαβιβάστηκε από τους τοπικούς ποιητές και την προφορική παράδοση, και έχουν διαμορφώσει μια εικόνα για τους Φράγκους που δεν θα μπορούσε εύκολα να σβήσει. Το περιστατικό του κανιβαλισμού στη Μάαρα ήταν να συμβάλει στο άνοιγμα ενός μεγάλου χάσματος μεταξύ των Αράβων και της Δύσης που δεν μπόρεσε να γεφυρωθεί για αιώνες. Αυτή η τεκμηριωμένη καταγραφή των Δυτικών ανθρωποφάγων Σταυροφόρων, η οποία είναι γνωστή στον Αραβικό κόσμο, είναι στη αφάνεια του σκότους για τους περισσότερους Δυτικούς, είτε γιατί βολεύει να αποκρύπτεται, είτε γιατί είναι βαθιά θαμμένη σε ορισμένα εξειδικευμένα αλλά απαρατήρητα βιβλία.


Following their vicious capture of Antioch, the brutal Western Crusaders moved on southward, raiding and pillaging town after town on their way to Jerusalem. On their way south, the unfortunate Arab Syrian city of Ma'arra was situated. Until the arrival of the Franks, the people of Ma'arra lived untroubled lives, shildered by their circular city walls. A peaceful Syrian agricultural city, Ma'arra had no army or militia. Its economy was based only on grapes, olives, and figs. On 11 December 1098, the Crusaders arrived at Ma'arra at dawn. It was carnaged. For three days they put people to the sword, and thousands of people were murdered. But the horror lay less in the mumber of victims than the fate that awaited them, and that fate was cannibalism. The city of Ma'arra, experienced horrific cannibalism against its Arab inhabitants at the hands of the European Crusaders. The Crusaders' chronicler at the time, Radulph of Caen, not only admitted this genocide, but also added, with pride, the following horrifying words: "In Ma'arra our troops boiled pagan adults in cooking pots; they impaled children on spits and devoured them grilled." Another Christian Crusader chronicler, Albert of Aix, who took part in the carnage of Ma'arra bragged, "Not only did our troops not shrink from eating dead Turks and Saracens [Arabs]; they also ate dogs!" That the Crusaders practiced cannibalism was not something unique to Ma'arra. We are informed by historian Johnson [ A History of Christianity, p. 246.] that during the first Crusade (1096) , Pierre L'Ermit's peasant band had attacked non-Latin Christians in Orthodox Byzantine Asia Minor and slaughtered them in heavy numbers, hung their babies on cooking spits, roasted them over open fires, and ate their flesh. Even Princess Anna Comnena, the daughter of the Byzantine Emperor Alexius I, reported in her book [The Alexiad of the Princess Anna Comnena] how they piled up the corpses of their victims to form a high mountain. She also included a description of Crusaders tearing off the limbs of children and roasting others on fire for food. The memory of these atrocities, preserved and transmitted by local poets and oral tradition, shaped an image of the Franks that would not easily fade. The Ma'arra incident of cannibalism was to contribute to opening a chasm between the Arabs and the West that would not be bridged for centuries to come.
This well-documented record of the cannibalistic Western Crusaders, which is well known in the Arab world, is rather obscure to most Westerners because it is either conveniently concealed or deeply buried in some unnoticed specialized books.

Πολλές από τις πληροφορίες αυτού του άρθρου προέρχονται από το βιβλίο: Οι Σταυροφορίες Από την Σκοπιά των Αράβων, του Αμίν Μααλούφ. Άλλες πηγές πληροφόρησης χρησιμοποιήθηκαν επίσης.
Much of the information of this article was found in the book: The Crusaders Through Arab Eyes, by Amin Maalouf. Other sources of information were used as well.

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

Η ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΩΝ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟ - THE RAID OF CYPRUS BY THE CRUSADERS

Η πόλη της Αντιοχείας η οποία ήταν κάτω από τους Έλληνες Βυζαντινούς, έπεσε στα χέρια των Σταυροφόρων στο 1098. Παρέμεινε η πρωτεύουσα του Λατινικού Πριγκιπάτου της Αντιοχείας για σχεδόν δύο αιώνες.
Ο Ρενάλδος από την Σατελόν ήταν ο Σταυροφόρος ιππότης που είχε την Αντιοχεία υπό την κηδεμονία του από το 1153. Ήταν ένας βάναυσος, αλαζονικός, κυνικός, και σιχαμερός άνθρωπος που τον μισούσαν οι Έλληνες Ρωμιοί και κατέληξε να συμβολίζει στους Άραβες το κάθε κακό που υπήρχε από τους Φράγκους. Ο άρχοντας της Αντιοχείας Ρενάλδος έφτασε στη Μέση Ανατολή το 1147, κυριαρχούμενος από την ήδη αναχρονιστική νοοτροπία των πρώτων Σταυροφόρων εισβολέων: διψούσε για χρυσό, αίμα, και κατάκτηση. Πολύ σύντομα μετά το θάνατο του Ρεμόντ της Αντιοχείας, κατάφερε να αποπλανήσει και να παντρευτεί τη χήρα του Ρεμόντ, και έτσι έγινε Κυρίαρχος της πόλης. Οι απαιτήσεις του τον έκαναν σύντομα να τον απεχθάνονται όχι μόνο οι γείτονες του στη πόλη του Αλέππο, αλλά και οι Έλληνες Ρωμιοί και οι δικοί του υπήκοοι. Το 1156, με το πρόσχημα ότι ο βυζαντινός αυτοκράτορας Μανουήλ είχε αρνηθεί να του πληρώσει ένα ποσό που υποσχέθηκε, αποφάσισε να πάρει εκδίκηση οργανώνοντας μια τιμωρητική επιδρομή στο Βυζαντινό νησί της Κύπρου, και ζήτησε από τον Ελληνορθόδοξο Πατριάρχη της Αντιοχείας για τη χρηματοδότηση της αποστολής.' Οταν ο ιεράρχης εξέφρασε επιφυλάξεις, ρίχτηκε στη φυλακή και βασανίστηκε. Οι πληγές του τότε καλύπτηκαν με μέλι, αλυσοδέθηκε, και αφέθηκε εκτεθειμένος στον ήλιο για μια ολόκληρη μέρα,με το κορμί του να μαστίζεται από χιλιάδες έντομα.
Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ο Πατριάρχης, τελικά άνοιξε το θησαυροφυλάκιο του, και ο άρχοντας Ρενάλδος, αφού συνάθροισε μια αρμάδα, αποβιβάστηκε στην ακτή του νησιού της Μεσογείου, συνέτριψε τη μικρή βυζαντινή φρουρά χωρίς κόπο, και εξαπέλυσε τους άνδρες του σε όλο το νησί. Η Κύπρος ποτέ δεν ανέκαμψε πλήρως από ότι έγινε εκείνη την άνοιξη του 1156. Όλα τα καλλιεργημένα χωράφια του νησιού λεηλατήθηκαν συστηματικά, από βορρά προς νότο, όλη η κτηνοτροφία θανατώθηκε, το παλάτι, οι εκκλησίες και τα μοναστήρια λεηλατήθηκαν, και καθετί που δεν μπορούσε να μεταφερθεί κατεδαφίστηκε ή δόθηκε στη φωτιά του πυρός. Οι γυναίκες βιάσθηκαν, οι ηλικιωμένοι άνδρες και τα παιδιά σφαγιάστηκαν, οι πλούσιοι άνδρες είχαν αιχμαλωτιστεί ως όμηροι, οι φτωχοί αποκεφαλίστηκαν. Πριν την αναχώρηση τους φορτωμένοι με κλοπιμαία, ο Ρενάλδος διέταξε όλους τους Έλληνες Ορθόδοξους ιερείς και μοναχούς να συγκεντρωθούν, στη συνέχεια, τους απέκοψε τις μύτες πριν τους στείλει, έτσι ακρωτηριασμένους, στην Κωνσταντινούπολη.

Από το βιβλίο: Οι Σταυροφορίες από τη σκοπιά των Αράβων

Του Αμίν Μααλούφ

The city of Antioch which was held by the Byzantine Greeks, fell to the Crusaders in 1098. It remained the capital of the Latin Principality of Antioch for nearly two centuries. Raynald of Chatillon was the Crusader knight who had presided over Antioch since 1153. He was a brutal, arrogant, cynical, and contemptible man hated by the Rum (the Greeks) and would come to symbolize for the Arabs everything evil about the Franks. Prince Raynald arrived in the Middle East in 1147, dominated by the already anachronistic mentality of the first invaders: he thirsted for gold, blood, and conquest. Shortly after the death of Raymond of Antioch, he managed to seduce and marry Raymon's widow, thus becoming the lord of the city. His exactions had soon made him odious not only to his Aleppan neighbours, but also to the Rum (the Greeks) and to his own subjects. In 1156, on the pretext that the Byzantine Emperor Manuel had refused to pay him a promised sum, he decided to take revenge by organizing a punitive raid on the Byzantine island of Cyprus, and he asked the Greek Orthodox Patriarch of Antioch to finance the expedition. When the prelate expressed reluctance, he was thrown into prison and tortured. His wounds were then coated with honey, and he was chained and left exposed to the sun for an entire day, his body ravaged by thousands of insects. The Patriarch, not surprisingly, finally opened his treasury, and the prince, after assembling a flotilla, disembarked on the coast of the Mediterranean island, crushed the small Byzantine garrison with no trouble, and unleashed his men on the island. Cyprus never fully recovered from what was done to it in that spring of 1156. All the island's cultivated fields were systematically ravaged, from north to south, all the livestock was slaughtered, the palace, churches, and monasteries were pillaged, and everything that was not carried off was demolished or burned. Women were raped, old men and children slaughtered, rich men were taken as hostages, poor ones beheaded. Before setting off loaded with booty, Reynald ordered all the Greek Orthodox priests and monks assembled, he then had their noses cut off before sending them, thus mutilated, to Constantinople.
From the book: The Crusaders Through Arab Eyes
By Amin Maalouf

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

ΟΙ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ - THE CUSTOMS OF THE PEOPLE OF CYPRUS

Στις αγροτικές περιοχές της Κύπρου, ο λαός είχε παραμείνει αμόλυντος από την πάροδο του σύγχρονου πολιτισμού μέχρι τη δεκαετία του 1950, και μέχρι εκείνη την εποχή, η εσωτερική ζωή των ανθρώπων ακόμη κυλούσε μέσα από τις φωνές του παρελθόντος. Αυτές οι φωνές ήταν η συνέχεια μιας ζωής που ελάχιστα είχε αλλάξει κατά τη διάρκεια χιλιάδων χρόνων. Στις αγροτικές κοινότητες της Κύπρου, ο ιερέας του χωριού τύχαινε μεγάλης εκτίμησης γιατί ήταν ο υπηρέτης του Θεού, και ο πατέρας του λαού, αλλά ταυτόχρονα επειδή ήταν ντυμένος διαφορετικά από τους υπόλοιπους, η εμφάνιση του βλεπόταν με ύποπτο μάτι. Δεν ήταν καθόλου περίεργο να βρεθούν οδηγοί αυτοκινήτων που αρνούνταν να επιτρέψουν σε έναν ιερέα να μπει μέσα στο αυτοκίνητο τους, επειδή πιστεύετο ότι αν έκαναν μια τέτοια πράξη, η δυστυχία περίμενε στο κατώφλι τους. Αν κάποιος είχε αλευρόμυλου και ένας ιερέας συνέβαινε να μπει στο κτίριο, ο μυλωνάς φοβόταν, δεδομένου ότι ήταν σίγουρο ότι ο κινητήρας του μύλου θα σταματούσε. Αν Κάποιος έβλεπε έναν ιερέα το πρωί, ενώ έφευγε για να πάει στη δουλειά, είτε θα επέστρεφε στο σπίτι του γιατί ήταν σίγουρος ότι όλη η εργάσιμη μέρα θα πήγαινε στραβά, ή θα μπορούσε να πάει στη δουλειά μόνο αφού έλεγε τη φράση "Μακάρι ο Θεός να καταστρέψει το κακό μάτι''. Συνήθως ωστόσο δεν έπαιζε τη τύχη του κορώνα γράμματα και επέστρεφε στο σπίτι του.
Οι Κύπριοι φοβούνταν πολύ το κακό μάτι και εξακολουθούν να το φοβούνται. Για το λόγο αυτό στο παρελθόν οι περισσότερες γυναίκες, μικρά παιδιά, και συχνά οι άνδρες, συνήθιζαν να φορούν ''γυάλινο μάτι'' ή ''αμματόπετρα ", όπως ονομάζεται, για την προστασία έναντι του κακού ματιού. Μια άλλη μέθοδος για την αποφυγή της μάστιγας του κακού ματιού, η οποία εξακολουθεί να εφαρμόζεται και σήμερα, ήταν η καύση θυμιάματος χρησιμοποιώντας τα αποξηραμένα φύλλα ελιάς τα οποία έπαιρναν πρώτα στην εκκλησία για σαράντα μέρες. Άλλες μέθοδοι που βοηθούσαν να αποτραπεί το κακό μάτι ήταν να κάνουν το σημείο του Σταυρού ή να καλέσουν τον ιερέα να αγιάσει με αγίασμα, είτε τους ανθρώπους, είτε τα δωμάτια του σπιτιού, ή ακόμη και ζώα. Σήμερα αγιάζουν επίσης και τα αυτοκίνητα.
Ο διάβολος εθεωρείτο, και θεωρείται ακόμη, ότι διαδραματίζει ενεργό ρόλο στη ζωή των Κυπρίων, και συνήθως κατηγορείται για όλα τα πράγματα που πάνε στραβά. Στο παρελθόν για παράδειγμα, αν κάποιος τύχαινε να χάσει κάτι, ήταν σίγουρος ότι ο διάβολος πρέπει να το είχε κρύψει κάπου και ο μόνος τρόπος για να του το επιστρέψει ήταν να παλουκώσει τον Άτιμο κλέφτη'. Και το έπραττε αυτό καρφώνοντας ένα παλούκι στο έδαφος και λέγοντας "Σε κάρφωσα διάβολε για να μου επιστρέψεις το.... τάδε χαμένο αντικείμενο , επέστρεψε το και θα σε χαλαρώσω να φύγεις.'' Εάν ένα άλογο τύχαινε να έχει πρησμένους μύες, επιστεύετο ότι το είχε καβαλήσει ο διάβολος, και έκαναν το σημείο του Σταυρού στα μέρη του σώματος του αλόγου που ήταν πρησμένα. Όταν κάποιος χασμουργιόταν, ήταν πάντα προσεκτικός ώστε να βάλει το αριστερό του χέρι μπροστά από το στόμα του, και στη συνέχεια να κάνει το σημείο του Σταυρού με τα τρία δάχτυλα του δεξιού χεριού. Αν δεν το έπραττε αυτό, υπήρχε ο φόβος ότι τα πνεύματα του κακού μπορούσαν να μπουν μέσα του. Στη Κύπρο, ο Σταυρός, ή το να κάνεις το σημείο του Σταυρού, ήταν και εξακολουθεί να είναι, ένας αποτελεσματικός τρόπος για να υπερασπίσει κάποιος τον εαυτό του από τον διάβολο.
Ενώ τα κοντά μαλλιά λόγο Ευρωπαϊκής επίδρασης μπορεί να ήταν κάτι το επιθυμητό για τις Κύπριες γυναίκες που ζούσαν στις πόλεις, στην αγροτική Κύπρο τα μακριά μαλλιά εξακολουθούσαν να αντιπροσωπεύουν τη γυναικεία ομορφιά, και οι χωρικές είχαν τρόπους για την προστασία τους αλλά και για να τα βοηθήσουν να μεγαλώσουν. Για αυτό, δεν επιτρεπόταν ποτέ σε μια γυναίκα να εισέλθει στα "Άγια των Αγίων " δηλαδή το Ιερό μιας εκκλησίας, όχι μόνο από απαγορεύσεις που οφείλονται στην έμμηνη περίοδο, αλλά και επειδή υπήρχε ο φόβος ότι τα μαλλιά της θα πέσουν. Την Μεγάλη Παρασκευή οι γυναίκες δεν έπρεπε να βάζουν νερό στα μαλλιά τους γιατί επίσης πίστευαν ότι θα έπεφταν. Το μήκος των μαλλιών θα μπορούσε να γίνει επί πλέον πιο μακρύ εάν έβαζαν ένα μακρύ μαύρο φίδι (που είχαν σκοτώσει πρώτα) πάνω στο κεφάλι τους, και το άφηναν να κρεμαστεί κάτω κατά μήκος των μαλλιών τους, ενώ οι γυναίκες έλεγαν "Μακάρι Θεέ μου τα μαλλιά μου να μεγαλώσουν όσο μάκρος έχει αυτό το φίδι''.
Κανένα ζώο ή άνθρωπος δεν έπρεπε να χτυπηθεί από καλάμι, διότι πίστευαν ότι τα ζώα ή οι άνθρωποι θα κτυπιόντουσαν με αυτό, το σώμα τους θα καλυπτόταν με αγιάτρευτες πληγές.
Το ψωμί είναι ένα βασικό μέρος της διατροφής των Κυπρίων, και κατά το παρελθόν θεωρείτο σχεδόν άγιο. Τα ψίχουλα και κομμάτια από το ψωμί δεν έπρεπε να πέσουν στο πάτωμα, και αν ένα κομμάτι ψωμί συνέβαινε να πέσει κατά λάθος, το έπαιρναν από το πάτωμα, έλεγαν "Συγχώρεσε με Χριστέ μου'' και μετά το φιλούσαν.
Υπήρχε η άποψη μεταξύ των Κυπρίων ότι οι αρκούδες ήταν κάποτε ανθρώπου, αλλά επειδή καταχράστηκαν το ψωμί, είχαν μετατραπεί σε ζώα. Μεγάλη μέριμνα γινόταν σχετικά με τον χειρισμό του προζυμιού. Εάν μια γυναίκα είχε την έμμηνη της περίοδο, δεν θεωρούσε τον εαυτό της καθαρό και έτσι δεν προετοίμαζε το προζύμι το οποίο επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για το επόμενο φούρνισμα ψωμιών. Πίστευε ότι για να ψηλώσει το προζύμι έπρεπε να ήταν 'Παστρικό', δηλαδή καθαρό από την έμμηνη περίοδο. Έτσι, η ίδια δανειζόταν προζύμι από την γειτόνισσα της. Κατά την ανάληψη και την επιστροφή του προζυμιού, οι γυναίκες πρόσεχαν για να μην αφήσουν τα άστρα να λάμψουν πάνω του γιατί τότε το προζύμι θα γινόταν άχρηστο. Για αυτό το σκέπαζαν με ένα ρούχο. Η λήψη ελαιολάδου από την κούμνα (το πιθάρι) κατά τη διάρκεια της νύχτας ήταν μια πρακτική που έπρεπε να αποφεύγεται αλλά όταν ήταν αναγκαίο, έπρεπε να κάνουν το σημείο του Σταυρού τόσο πριν όσο και μετά την λήψη αυτή. Υπήρχε μια περίεργη άποψη στο όσον αφορά το κόψιμο των νυχιών. Όταν κάποιος έκοβε τα νύχια του, έπρεπε να ρίξει τα κομμένα νύχια πάνω από τους ώμους του, έτσι ώστε, όταν εμφανιζόταν ενώπιον του Θεού και Αυτός απαίτουσε ότι όλα τα μέρη του σώματος του έπρεπε να Του παρουσιαστούν, και ο Θεός έβρισκε ότι έλειπαν τα κομμένα νύχια, θα μπορούσε να δικαιολογήσει τον εαυτό του λέγοντας ότι δεν γνώριζε τι συνέβη σε αυτά γιατί τα είχε πετάξει πάνω από τους ώμους του.
Σε όλα τα χωριά τα ξύλα χρησιμοποιούταν για το μαγείρεμα. Συχνά ένας γείτονας που δεν είχε σπίρτα, θεωρούσε σκόπιμο να δανειστεί λίγη φωτιά από τους γείτονες του για να ανάψει τη δική του. Ωστόσο, δεν εθεωρείτο σοφό, να δίνουν φωτιά, ιδιαίτερα τη νύχτα, γιατί πίστευαν ότι όταν η φωτιά στελλόταν έξω από το σπίτι, η ευτυχία του σπιτιού θα μειωνόταν όπως τη φωτιά.

Ένας τρόπος για να γνωρίζουν κατά πόσο μιλούσαν καλά ή κακά για κάποιον, ήταν όταν βούιζαν τα αφτιά του. Αν βούιζε το δεξί του αφτί, εθεωρείτο ένδειξη ότι έλεγαν καλά λόγια για αυτόν, αν ήταν το αριστερό, ότι τον κατηγορούσαν. Αν και τα δύο αφτιά βούιζαν την ίδια στιγμή, τότε αυτός έλεγε "Αν μιλάνε για το κακό μου, τόσο κακό να πέσει πάνω τους, αν μιλάνε για το καλό μου,άλλη τόση ευλογία να τους βρει.''
Όταν χυνόταν κρασί πάνω στο πάτωμα, εθεωρείτο καλό σημάδι γιατί πίστευαν ότι έφερνε ευτυχία. Αντίθετα, αν χυνόταν ελαιόλαδο, εκλαμβανόταν ως ένας δυσάρεστος οιωνός γιατί σίγουρα θα έφερνε κακή τύχη, και προκειμένου να αποτραπεί οποιαδήποτε καταστροφή, μια μεγάλη ποσότητα κρασιού χυνόταν πάνω στο ελαιόλαδο. Επίσης το ελαιόλαδο δεν έπρεπε να πεταχτεί έξω από το σπίτι τη νύχτα, επειδή μια τέτοια πράξη θα έφερνε το θάνατο στην οικογένεια.

In the rural regions of Cyprus,the people remained unspoiled by the advance of modern civilization up until the 1950's and until that time their inner life still permeated with the voices of the past. These voices were the continuity of a life very little changed over the spam of thousands of years.
In rural Cyprus the priest of the village was held at great esteem because he was the servant of God, and the father of the folk, but at the same time because he was differently dressed from the rest, his appearance was looked upon with a suspicious eye. It was not at all strange to find car drivers refusing the allow a priest to ride in their car because it was thought that a misfortune would take place. If a person had a flour mill and the priest happened to enter the building, the miller was frightened because he was certain that the engine would stop. If a person saw a priest in the morning, lets say while on his way to work, he would either return home because he was sure that his whole day's work would be spoiled, or he could have gone to work only after saying the the words "May God destroy the evil eye''.Usually however, he did not take such chance and returned home.
The evil eye was greatly dreaded (and is still dreaded) by the Cypriots. For this reason in the past most women, young children, and often men, used to wear a ''glass-eye'' or ''eye stone'', as it is called, as protection against the evil eye. Another method of avoiding the curse of the evil eye, which is still practiced today, was the burning of incense by using dried olive leafs which were first taken to church for forty days. Other methods which helped to avert the evil eye was to make the sign of the Cross and by inviting the priest to sprinkle Holy Water either on the person or in the rooms of the house, and sometimes on animals as well. These days, they also sprinkle Holy Water on Cars as well.
The devil was considered, and it is still considered, to play an active part in the life of the Cypriots, and he usually gets the blame for things that go wrong. In the past, if a person for example lost something, he was sure that the devil must have hided it somewhere and the only way of making him return it was by nailing the "Evil Thief". He did this by driving a stake into the ground and by saying "I nail you devil, so that you will give me back the lost thing, return it and I will loosen you up". If a horse happened to have stiff muscles, it was considered to have been ridden by the devil and Crosses were made on the parts affected. When a person yawned, he was always careful to put his left hand in front of his mouth, and then make the sign of the Cross with the three fingers of his right hand. It was feared that if he failed to do that, the evil spirit may enter him. In Cyprus, the Cross, or making the sign of the Cross was, and still is, an effective means of defending one's self against the devil.
While bobbed hair might have been a desirable thing for Cypriot women who lived in the cities due to European influence, in rural Cyprus long hair was still a thing of feminine beauty and rural women had ways of protecting and assisting it's growth. Thus, no woman ever entered the "Holy of Hollies" of a church not only because of the menstruation prohibition, but also because it was feared that her hair would fall. On Good Friday, water was not put on the hair because it was also believed that it would fall. The hair could be made longer by the use of a long black snake (after it was killed first) placed lengthwise upon the hair of a woman and let hang downwards while she said "May my hair grow as long as this snake is''.
No animal or person was supposed to be struck with a reed, because it was believed that animals or persons who were struck, would have their bodies covered with sores.
Bread for the Cypriots is an essential part of their diet and in the past it was considered almost sacred. Crumbs were not to be stepped on and slices of bread were not allowed to fall on the floor and if a piece of bread happened to fall accidentally, it was picked up and after saying "Christ forgive me'' the morsel was kissed.
There was a belief among Cypriots that bears were once human beings but because they abused bread, they were transformed into animals. Great care was taken in the handling of yeast. If a woman had her menstruation, she did not consider herself pure and she did not prepare the yeast which she was going to use for the nest bread making. Instead, she bowrowed that of her neighbour. In taking and returning yeast, a woman was careful not to allow the stars to shine on it or the yeast would have become useless. Taking olive oil from the vat at night was a practice to be avoided but when it was necessary, the sign of the Cross had to be made both before and after taking it out.
There was a strange belief in regard of trimming the nails. When persons trimmed their nails, they had to make sure to throw the parings over their shoulders so that when they appeared before God and He demanded that all the parts of their body be presented to Him, and found that particles of nails were missing, they could excuse themselves by saying that they did not know what happened to them because they threw them over their shoulders.
In all the villages wood was used for cooking and often a neighbour who was out of matches found it necessary to borrow some fire to light his own. Giving away fire however, was not considered wise, especially at night, for it was believed that when fire is sent out of the home the happiness in that home, like the fire, will decrease.
One way of knowing whether a person was speaking good or evil about one was the buzzing noise in one's ears. if the right ear was buzzing, it was considered a sign that one was praised, if the left, that he was being badmouthed. If both ears seemed to buzz at the same time, then the person would say "If they speak evil about me, let evil fall upon them, if good, may they receive good".
The pouring of wine on the floor was considered a good sign for it was thought to bring happiness. On the contrary, the pouring of olive oil was looked upon as an unhappy omen for it would surely bring bad luck and in order to avert any calamity a great quantity of wine was poured on the olive oil. Olive oil was also not to be thrown outside the house at night because such an act would bring death into the family.

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟ - CHILDHOOD CUSTOMS IN CYPRUS

Μια παρατηρητική ματιά στο παρελθόν της εσωτερικής ζωή της Κύπρου αποκαλύπτει πολλά ήθη και έθιμα σχετικά με την παιδική ηλικία, τα οποία ανιχνεύονται από τα χρόνια της Ελληνικής αρχαιότητας. Αυτό αποδεικνύει ότι κυπριακή κοινωνία ήταν μια κοινωνία της διατήρησης, μια κοινωνία που κρεμόταν στο παρελθόν, ώστε να επιβιώσει από την πολιτιστική και εθνική εξουδετέρωση που της επέβαλαν οι κατά σειρά κατακτητές της. Υπήρχε η γενική άποψη μεταξύ του λαού της Κύπρου ότι όλα τα παιδιά παρακολουθούνταν από την Παναγία, την φύλακα όλων των βρεφών. Όταν ένα παιδί χαμογελούσε στον ύπνο του, η μητέρα του ήταν πολύ προσεκτική να μη το διαταράξει, επειδή θεωρείτο ότι πρέπει να έπαιζε και να μιλούσε με την Παναγία. Συνεπώς, όσο πιο συχνά ένα παιδί χαμογελούσε ενώ κοιμόταν, τόσο ποιο ευτυχείς ήταν οι γονείς.
Μια από τις μεγαλύτερες έγνοιες που είχε κάθε μητέρα στη παραδοσιακή Κύπρο ήταν όταν το παιδί της ήταν πολύ μικρό, να μην επιτρέψει σε γυναίκα ή θηλυκό σκυλί, να δρασκελήσει πάνω από αυτό ή πάνω από τα ρούχα του παιδιού, γιατί φοβόταν ότι το παιδί της θα σταματούσε να μεγαλώνει και θα γινόταν ωχρό, και αδύνατο. Αν από ατύχημα είχαν δρασκελήσει πάνω από το παιδί, τότε ο μόνος τρόπος για να αντισταθμίσει αυτό το κακό ήταν να πάρει το παιδί σε ένα "μάγο" του χωριού, που συνήθως είχε μια θεραπεία για αυτό.
Από τη στιγμή που ένα παιδί γεννιόταν και μέχρι να γίνει πέντε ή έξι μηνών, οι γονείς του δεν έκοβαν τα νύχια του, επειδή επικρατούσε η άποψη ότι αν έκοβαν τα νύχια του παιδιού τους πριν από το τέλος της περιόδου αυτής, το παιδί όταν μεγαλώσει θα γινόταν κλέφτης. Αν όμως, ηταν αναγκαίο να τα κόψουν πριν από αυτή την περίοδο, του έβαζαν ένα χρυσό δαχτυλίδι σε κάθε δάχτυλο κατά τη διάρκεια που του έκοβαν τα νύχια. Ο πατέρας του παιδιού έπαιρνε αυτά τα κομμένα νύχια και τα έβαζε στο πουγγί του για σαράντα μέρες για να φέρουν καλή τύχη, ελπίζοντας ότι το πουγγί θα ευλογείτο με πολλά λεφτά. Ήταν κοινή η άποψη ότι το πρώτο νερό που θα δινόταν στο παιδί θα έπρεπε να το πιει σε κέλυφος από αυγό χελιδονιού, ώστε το παιδί να μην τραυλίζει και να μπορεί να μιλά καθαρόγλωσσα όταν μεγαλώσει. Υπήρχε επίσης το έθιμο ότι πριν να πιουν οι μεγάλοι νερό από πηγάδι, τα παιδιά έπρεπε να πιουν πρώτα, γιατί αλλιώς το πηγάδι θα στέρευε από νερό.
Εάν σε μια οικογένεια πολλά παιδιά είχαν πεθάνει πριν το παιδί που επέζησε, τότε αυτό το παιδί το "έταζαν" σε κάποιο Άγιο. Το παιδί το έπαιρναν στην εκκλησία του συγκεκριμένου Αγίου, που ήταν συνήθως γνωστός για την θαυματουργή του δύναμη, και βαπτιζόταν από κάποιο άγνωστο που τύχαινε να είναι εκεί εκείνη την ώρα. Το παιδί έπαιρνε το όνομα του Αγίου, που από εκείνη τη στιγμή και μετά γινόταν ο προστάτης του. Σε μια οικογένεια στην οποία τα περισσότερα από τα παιδιά είχαν πεθάνει, το παιδί που επιβίωνε εθεωρείτο ότι έχει τη 'μύγα του Άδη' η οποία θα έπρεπε να αφαιρεθεί από το παιδί, έτσι ώστε το επόμενο να μην πεθάνει. Όμως υπήρχε μόνο ένας τρόπος που αυτό θα μπορούσε να γίνει και το οποίο έχει ως εξής: Μόλις ψήνονταν τα ψωμιά στον παραδοσιακό πέτρινο φούρνο που ήταν έξω από το σπίτι, και αφηνόταν να υπερθερμάνει για λίγο, έβαζαν το παιδί μέσα στο φούρνο αφού πρώτα είχε προηγηθεί μπόλικο καλόπιασμα στο παιδί για να μπει. Αφού το παιδί ήταν μέσα στο φούρνο, άναβαν ξερόκλαδα στην είσοδο του στομίου του φούρνου, και η μητέρα έλεγε: "Μακάρι η 'μούγια του Άδη' που βρίσκεται στο παιδί μου να καεί όπως καίγονται αυτά τα κάτσαρα (τα ξερόκλαδα)". Μετά από αυτό, η μητέρα έβγαζε το παιδί, που ήταν γεμάτο φόβο και αμηχανία, έξω από το φούρνο η οποία έλπιζε ότι η 'μύγα του Άδη' είχε σκοτωθεί και ότι το επόμενο της παιδί θα επιβίωνε.

A glimpse into the past inner life of Cyprus reveals many customs and beliefs concerning childhood,which trace back to Greek ancient times. This indicates that Cypriot society was a society of preservation, a society which clinged to its past in order to survive from being culturally and ethnically enhaliated by its successive conquerors.
There was the general belief among the people of Cyprus that all babies were watched by the Virgin Mary, the guardian of all infants. When a baby smiled while sleeping, the mother was very careful not to disturb it, because it was thought to be playing and talking with the Virgin Mary. The more often therefore that a baby smiled while sleeping,the happier the parents were.
One of the greatest cares of every mother in traditional Cyprus, was when her child was very young, not to allow her baby or its clothes to be walked over by a woman or a female dog, lest the baby stop growing and become pale, and a weakling. If by accident the baby had been walked over, then the only way to offset this evil was to take the baby to a village "quack", who usually had a cure for it.
From the time a baby was born until it was five or six months old, the parents did not trim its nails because of the prevailing belief that if the nails were trimmed before the end of that period, the child when grown-up would be a thief. If, however, it became necessary to trim them before the set time, then a gold ring was placed on each finger during the trimming. The father of the baby took these nail parings and carried them in his purse for forty days to bring good luck ,hoping the purse would be blesses with plenty of money.
There was a common belief that the baby must be given its first water to drink in the egg-shell of a swallow,in order that the baby may speak fluently when it grew up. It was also the custom that before drinking water from a well, the baby had to be allowed to drink first before others so that the well would not dry up.
If several children in a family had died before a child survived, then that child was "promised" to a Saint. The baby was taken to the church of the particular Saint, who was usually known for his miraculous power, and was baptized by a stranger who happened to be there at the time. The baby was named after the Saint, who from that time on became his patron.
In a family in which most of the babies had died, the child that survived was throught the so called 'death- fly' in it which must be removed from a child, so that the next baby may not die. But there was only one way that this could be done which is as follows: As soon as the bead was taken out of the traditional stone oven which was outside the house, and allowed to cool off a little, the child was put into the oven with much coaxing. A bit of brushwood was lighted at the opening of the oven,and the mother said the following "May the 'death-fly' that is in my child, burn like the burning of this brushwood". After this, the child full of fear and perplexity was taken out of the oven by the mother ,who hoped that the 'death-fly' had been killed and that her next baby would survive.

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2008

ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΤΟΚΕΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΑΠΤΙΣΗΣ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟ - BIRTH AND BAPTISM CUSTOMS IN CYPRUS

Μέχρι πριν περίπου εβδομήντα με πενήντα χρόνια, στις αγροτικές κοινότητες της Κύπρου μπορούσαμε να βρούμε ίχνη παραδόσεων που προέρχονταν από τα βάθη της αρχαιότητας και οι οποίες μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά με μεγάλη ευλάβεια. Το μυστήριο της ζωής που δίνει ζωή προσελκούσε πολλή προσοχή και αντιμετωπιζόταν με πολύ σεβασμό. Σήμερα ορισμένες από τις παραδόσεις αυτές εξακολουθούν να ασκούνται, ενώ οι περισσότερες έχουν εξαφανιστεί με την έλευση της δυτικοποίησης της κυπριακής κοινωνίας.
Η αναμενόμενη μητέρα ήταν (και εξακολουθεί να είναι) πάντα πολύ προσεκτική να μην έρθει σε επαφή με οποιοδήποτε περίεργο είδος, ζωντανό ή μη, γιατί υπήρχε και υπάρχει η ισχυρή πεποίθηση ότι θα γεννήσει ένα παρόμοιο είδος. Για παράδειγμα, όταν μια γυναίκα βλέπει ένα φίδι ή πίθηκο, κάνει το σημείο του σταυρού πάνω στην κοιλιά της, και λέει, "Παναγία μου, και κατάστρεψε το κακό". Πίστευαν και πιστεύουν ότι αν μια έγκυος γυναίκα επιθυμεί κάτι και ξυστεί την ίδια στιγμή που εκείνη το επιθυμεί, το βρέφος όταν γεννηθεί, θα έχει το σημάδι αυτού που επιθυμούσε πάνω στο μέρος του σώματος του που αντιστοιχεί στο ίδιο σημείο όπου η μητέρα του είχε ξυστεί.
Στα παλαιά χρόνια οι γυναίκες γεννούσαν στα σπίτια τους και κατά τη διάρκεια του τοκετού του παιδιού οι στενοί συγγενείς της μητέρας συνήθιζαν να ανάβουν τρία κεριά στην πλάτη μιας καρέκλας και συνεχώς καλούσαν την Παναγία και τους Αγίους για να βοηθήσουν τη γυναίκα στον τοκετό. Μόλις το βρέφος γεννιόταν, μια συνήθεια έπαιρνε χώρα η οποία μας μεταφέρει στην αρχαία Σπάρτη. Κάλυπταν το βρέφος με αλάτι και σε μερικά μέρη της Κύπρου, το βρέφος το έβαζαν επίσης μέσα στο κρασί πριν πασπαλίσουν (να αλατίσουν όπως λέγεται στη Κύπρο) όλο το κορμί του βρέφους με αλάτι. Το αλάτισμα του βρέφους γινόταν έτσι ώστε όταν το παιδί μεγαλώσει να είναι δυνατό, ως εκ τούτου έχουμε και την κυπριακή φράση "Είσαι τέλεια ανάλατος", που σημαίνει ότι δεν είσαι δυνατός. Αυτό το αλάτι δινόταν στην μαμή από έναν από τους χωρικούς που θεωρείτο λογικός, έτσι ώστε το παιδί να πάρει από αυτόν και να γίνει το ίδιο. Μετά το αλάτισμα του βρέφους, η μαμή έκοβε τον ομφάλιο λώρο με ένα καινούριο μαχαίρι ή ψαλίδι πού έφερνε μαζί της. Τότε έπαιρναν ένα πουκάμισο από έναν από τους συγγενείς που ήταν γνωστός ότι είχε καλό χαρακτήρα, και αφού έκαιγαν μια τρύπα σε αυτό με αναμμένο κερί, το φορούσαν στο βρέφος και δεν το έβγαζαν από πάνω του μέχρι το πλύσιμο του βρέφους που συνήθως γινόταν μέσα σε μια μέρα ή δύο, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες.
Στο νερό στο οποίο το βρέφος θα πλενόταν έβαζαν επτά αμύγδαλα τα οποία φυλάσσονταν μέχρι το παιδί να μπορεί να τα φάει. Μερικές φορές τα φύτευαν στο όνομα του παιδιού, και όταν το παιδί μεγάλωνε είχε το δικό του δένδρο. Από το στιγμή που ένα παιδί γεννιόταν μέχρι την τρίτη μέρα μετά τη γέννησή του, έμενε πάντα δίπλα από τη μητέρα του. Στην έβδομη μέρα μετά από τον τοκετό ένα περίεργο έθιμο λάμβανε χώρα το οποίο ονομάζεται "Σταύρωση". Αυτή τη μέρα η μητέρα σηκωνόταν από το κρεβάτι και προχωρούσε με τη μαμή να την οδηγεί και τους συγγενείς να την ακολουθούν, από δωμάτιο σε δωμάτιο, και αυτή έκανε σταυρούς σε όλους τους τοίχους όλων των δωματίων του σπιτιού, με ένα ανοιχτό ψαλίδι που ήταν τοποθετημένο έτσι ώστε να μοιάζει με σταυρό. Καθώς έκανε τους σταυρούς στους τοίχους με το ανοικτό ψαλίδι, έλεγε το εξής: "Καλημέρα τοίχοι του σπιτιού μου, όπως δεν σας έβλαψα εγώ, δεν πρέπει να βλάψετε και εσείς το παιδί μου". Όταν έφθαναν στο ξεπόρτι του σπιτιού, κοιτούσαν γύρω, και σε όποιον συνέβαινε να δουν να περνά από τον δρόμο, έδιναν ένα ψωμί που κρατούσε η μητέρα. Αν περνούσε άνδρας, αυτό σήμαινε ότι το επόμενο παιδί που θα γεννούσε θα ήταν αρσενικό, αν περνούσε γυναίκα, θα ήταν θηλυκό. Μετά από αυτή την τελετή, ετοιμαζόταν ένα δείπνο στο οποίο συμμετείχαν οι συγγενείς. Κατά τις πρώτες επτά μέρες του τοκετού, η μητέρα ήταν πάντα κάτω από συνεχή επίβλεψη. Δεν την άφηναν ποτέ μόνη στο δωμάτιο της, για το φόβο ότι γυναικεία κακά πνεύματα μπορεί να φέρναν κάποια κατάρα πάνω στο παιδί.
Για σαράντα μέρες μετά τον τοκετό η μητέρα δεν επιτρέπετο να πάει στην εκκλησία. Μετά το τέλος αυτής της περιόδου, και μετά από μια εντυπωσιακή θρησκευτική τελετή που διεξήγαγε ο ιερέας του χωριού, γινόταν εκ νέου δεκτή μέσα στον ναό.
Όταν το παιδί είναι σε καλή κατάσταση υγείας δεν βαπτίζεται μέχρι να έχουν περάσει σαράντα μέρες μετά τη γέννησή του. Στις σαράντα μέρες το βρέφος μεταφέρεται από ένα συγγενικό πρόσωπο στην εκκλησία να εκκλησιαστεί και να ευλογηθεί από τον ιερέα. To βάπτισμα μπορεί να γίνει μερικά χρόνια μετά και λαμβάνει χώρα στον ναό και ο νονός ή νονά είναι υπεύθυνοι για την καθοδήγηση του παιδιού στην Ορθόδοξη πίστη. Η τελετή στην εκκλησία είναι πολύ περίτεχνη. Παραδοσιακά, η μητέρα έμενε στο σπίτι και το παιδί το έπαιρνε στην εκκλησία είτε η μαμή ή κάποιο στενό συγγενικό πρόσωπο. Σήμερα, η μητέρα συμμετέχει επίσης στη βάφτιση του παιδιού της αλλά δεν το αγγίζει μέχρι το παιδί να έχει βαπτιστεί. Ο νονός ή νονά, με επικεφαλής τον ιερέα, περπατούν στο διάδρομο της εκκλησίας και μετά απαγγέλλουν το "Πιστεύω" που είναι το σύμβολο της Ορθόδοξης πίστης, και απαντούν τα όποια ερωτήματα που ο ιερέας ρωτά. Έτσι ο ιερέας ρωτά ''Αποτάσσεσαι τον σατανά;'' ο νονός ή νονά απαντούν, "Ναι αποτάσσομαι". Στη συνέχεια ο ιερέας συνεχίζει με την πρόσκληση να φτύσει στον σατανά και ο νονός ή νονά δέχονται αυτή την πρόσκληση φτύνοντας δυνατά στο πάτωμα. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται τρεις φορές.
Το παιδί βαπτίζεται όταν ο ιερέας το βουτήξει ολόκληρο στο νερό τρεις φορές και τότε μυρώνεται με Άγιο Μύρο που έχει μεταφερθεί από την Πατριαρχική Έδρα της Κωνσταντινούπολης. Όταν η τελετή τελειώσει γυρνούν σπίτι. Στα παλαιά χρόνια, η μητέρα συναντούσε τον ιερέα και τον νονό ή την νονά, που επέστρεφαν το παιδί της μετά την βάπτιση, στο κατώφλι του σπιτιού της και έπρεπε να σκύψει και να κάνει επτά φορές μετάνοια ζητώντας συγχώρεση. Μετά έπρεπε να υποσχεθεί ότι θα κρατήσει το παιδί στην αλήθεια της Ορθόδοξης πίστης των προγόνων του και ότι θα το προστατεύσει μέχρι τα επτά του χρόνια. Η ευθύνη του νονού ή της νονάς ήταν μεγάλης σημασίας. Έπρεπε να δεσμευθεί ότι ο ίδιος ή η ίδια θα ήταν υπεύθυνοι για την εκπαίδευση του παιδιού, αν και ήταν περισσότερο μια υπόσχεση παρά μια δέσμευση. Ο νονός ή νονά ήταν πολύ σεβαστοί από τους γονείς του παιδιού και όταν τον/την συναντούσαν, σηκώνονταν για να του/της υποκλιθούν. Για ολόκληρη την μέρα μετά τη τελετή του βαπτίσματος, υπήρχε άφθονο γλέντι και πολλές ευχές για την υγεία του παιδιού που είχε βαπτιστεί.

Until about seventy to fifty years ago,in the rural communities of Cyprus we could find traces of pratices dating back to ancient times which were carried on from generation to generation with great faith. The mystery of life begeting life attracted much attention and was considered with much reverence. Today some of these practices are still carried on while most have disappeared with the comming of the westernization of Cypriot society.
The expected mother was (and still is) always very careful not to come in contact with any strange living or non-living thing, because of the strong belief that she will give birth to a similar object. For example, whenever a woman sees a snake or a monkey she makes the sign of the cross on her abdomen ,and says,"My Virgin Mary, destroy the evil". It is also believed that if an expectant mother wishes something and scratches herself at the time she is wishing, the baby, when born, will have a mark of the thing wished for on the part of the infant's body corresponding to that scratched by the mother.
In the old days women gave birth in their houses and during the birth of the child the close relatives of the mother used to light three candles on the back of a chair and were continually calling upon the Virgin Mary and the Saints to assist the labouring woman. As soon as the baby was born, a practice was carried out which takes us back to ancient Sparta. The baby was covered with fine salt and in some parts of Cyprus the child was also dipped into wine before the salt was placed on the baby's body. This was done so that the child would grow up and be strong, hence the Cypriot saying "You have not been well salted", meaning you are not very strong. The salt was given to the midwife by one of the villagers who was considered sensible, so that the child could acquire that too. After that the midwife would amputate the umbilical cord with a new knife of scissors which she kept. Then they would take a shirt from one of the relatives who was known to be good natured and when they had burned a hole in it with a lighted candle, it was put on the baby and was not taken off until the baby was washed, usually within a day or two, depending upon the weather conditions.
In the water which they used to bathe the baby they used to put seven almonds which they saved until the baby could eat them. Some times they planted them in the name of the child hence when the baby grow up it had its own tree. From the time a baby was born until the third day after its birth, it was kept beside its mother. On the seventh day a curious practice took place which was called the "Crossing". On this day the mother got out of bed and proceeded with the midwife leading and the relatives following, from room to room, making crosses on all walls of all the rooms of the house with an open scissors which was positioned to look like a cross. While the mother made the crosses in the walls in the open scissors, she would say the following "Good morning, oh walls of my house, as I have done no harm to you, neither should you harm my baby". When they arrived at the gate of the house, they would look around, and to whomever they happened to see pass, they gave a loaf of bread which was carried by the mother, and if the person happened to be a man, they believed that the next child would be male, if a woman, a female. After this ceremony, a dinner was prepared of which the relatives parttook. During the first seven days the mother was watched. She was never left alone in the room, for fear that female evil spirits might bring a curse upon the baby.
For forty days after the delivery the mother was and still is barred from Church. At the end of this period, after an impressive religious ceremony done by the village priest, she is re-accepted.
When the baby is in good health they do not baptize it until forty days have passed, and on that day the baby is taken by a relative to church to be blessed by the priest. The baptism can take place a few years later with a ceremony at the church and a godfather or godmother is responsible for the initiation on the child into the Orthodox faith. The ceremony at the church is very elaborate. Traditionally the mother stayed at home and the child was taken to church by either the midwife or a close relative of the family. These days, the mother also attends the baptism of her child put she does not touch it until the baby is baptized. The godfather or godmother, led by the priest, walks down the aisle of the church and after saying the prayer of the symbol of the Orthodox faith, they unswer whatever questions the priest must ask. Thus the priest says ''Do you renounce the devil?'' The godfather or godmother answer "Yes I do". Then the priest continues "Spit on him''. The godfather or godmother spits on the floor. This is repeated three times. After the baby is baptized by being dipped in the water three times and then is anoited with ointment brought from the Patriarchal See at Constantinople. When the ceremony is over, they proceed back home. In older times, the mother met the priest and the godfather or the godmother bringing back her child after being baptized, at the threshold of her house and had to bow seven times and ask for forgiveness. She was then made to promise that she would keep the child true to the Orthodox faith of its ancestors and that she would protect it until it is seven years old. The responsibility of the godfather or the god mother was of great importance. He or she, had to promise that he/she would be responsible for the education and the training of the child, although it was more of a promise and it was not binding. The godfather or the godmother was greatly respected by the parents of the child and when ever they saw him/her passing, they would rise and blow to him/her. For the whole day after the baptismal ceremony is over, there is much feasting and banqueting and many toast is drunk to the health of the newly christened child.

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2008

OI ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΥΠΡΟ - DAYS AND MONTHS IN TRADITIONAL CYPRUS

Διάφοροι λαοί σε όλο τον κόσμο έχουν ορισμένους μήνες, ημέρες και ώρες τις οποίες βλέπουν με σεβασμό, φόβο, ή δέος. Προς το θέμα αυτό, η κυπριακή παραδοσιακή κοινωνία, είναι πλούσια. Θα γράψω στον ενεστώτα για τα έθιμα σχετικά με αυτές τις παραδόσεις, αλλά θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι με την αστικοποίηση και την κοινωνική αλλαγή που πρόσφατα δημιουργήθηκε εντός της κυπριακής κοινωνίας, τα περισσότερα από αυτά έχουν πλέον εξαλειφθεί.
Την πρώτη μέρα του χρόνου, οι Κύπριοι προσπαθούν να φορούν καινούρια ρούχα με την ελπίδα να φορούν καινούρια ρούχα για όλο το χρόνο. Το φτέρνισμα την ημέρα αυτή είναι σημαντικό διότι πιστεύεται ότι αυτοί που φτερνίζονται θα ζήσουν να βγάλουν το χρόνο, και εάν φτερνιστούν περισσότερες από μια φορές, τόσο το καλύτερο, γιατί σημαίνει ότι θα ζήσουν περισσότερο από ένα χρόνο. Τη πρώτη του Μαρτίου κάθε χωρική μητέρα προβλέπει ώστε τα παιδιά της να έχουν ένα δαχτυλίδι σε ένα από τα δάκτυλα τους ή ένα βραχιόλι (το Μαρτούϊ) που γίνεται με το στρίψιμο κόκκινης και μπλε (μερικές φορές άσπρης) κλωστής. Στο να τα φορούν πιστεύεται ότι φέρνει καλή τύχη και υγεία. Τα φορούν μέχρι τη παραμονή του Πάσχα, όταν τότε κόβονται και ρίχνονται στη φωτιά του Ιούδα (την λαμπρατζιά) που στήνεται στην αυλή της εκκλησίας. Επίσης, νωρίς το πρωί, την πρώτη μέρα του Μαρτίου, πριν από την ανατολή του ήλιου, τα κορίτσια στα χωριά πάνε στους αγρούς και μαζεύουν σταγόνες δροσιάς με τις οποίες πλένουν το πρόσωπό τους, έτσι ώστε ο καυτός ήλιος της άνοιξης και του καλοκαιριού να μην τους μαυρίσει την επιδερμίδα.
Η Πρωτομαγιά, όπως και στις περισσότερες χώρες, είναι μια χαρούμενη μέρα. Όλα τα μικρά παιδιά των χωριών φορούν ανθοστέφανα γύρω από το λαιμό τους, κρατούν μικρά καλαθάκια γεμάτα με λουλούδια, και τα ανύπαντρα κορίτσια βγαίνουν στα χωράφια τραγουδώντας το "Τραγούδι του Μα''. Στεφάνια από λουλούδια κρεμάζονται πάνω από την πόρτα των σπιτιών καθώς και άνθη της ροδιάς που πιστεύεται ότι φέρνουν καλή τύχη στο νοικοκυριό. Πιστεύεται επίσης ότι κατά τη διάρκεια του Μαΐου θα πρέπει οι άνθρωποι να πίνουν μερικές σταγόνες νερό νωρίς το πρωί ενώ κατά τη διάρκεια όλων των άλλων μηνών του χρόνου το να πίνει κάποιος νερό πριν από το πρωινό φαγητό θεωρείται επιβλαβές.
Οι πρώτες δεκαπέντε μέρες του Αυγούστου θεωρούνται ότι είναι καντέμικες, και ονομάζονται "Κακαουστιές'' και οι τέσσερις πρώτες μέρες θεωρούνται ιδιαίτερα καντέμικες. Κάθε χωρική νοικοκυρά αποφεύγει το πλύσιμο γιατί όλα τα ρούχα που πλένονται κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών θα σχιστούν ή θα καούν, και υπάρχει επίσης ο κίνδυνος αυτή που πλένει τα ρούχα να κάψει τα δάκτυλα της. Αυτές τις μέρες, καμιά γυναίκα δεν τολμά να πλύνει τα μαλλιά της, διότι είτε το κεφάλι της θα γεμίσει από πληγές, ή τα μαλλιά της θα πέσουν. Πιστεύεται ακράδαντα ότι το βράδυ της πέμπτης μέρας του Αυγούστου, οι ουρανοί ανοίγουν και τότε εμφανίζεται μια ακτίδα φωτός στα ουράνια και όποιος επιθυμεί κάτι αυτή τη στιγμή που το φως εμφανίζεται, είναι βέβαιο ότι θα έχει την επιθυμία του πραγματοποιημένη. Πολλής κόσμος κάθεται όλη τη νύχτα περιμένοντας για αυτό το περίεργο φαινόμενο που λέγεται "Το Πλατάνιν". Οι πρώτες δεκατέσσερις μέρες του Αυγούστου είναι η περίοδος πρόβλεψης του καιρού για όλο τον χρόνο. Οι τρεις πρώτες μέρες, ήτε είναι νεφελώδης, ανεμώδης, ή αίθριες, προβλέπουν τις καιρικές συνθήκες για τον μήνα του Αυγούστου και οι άλλες έντεκα μέρες το υπόλοιπο των μηνών του χρόνου.
Τις δεκαοκτώ του Ιουλίου είναι η γιορτή του Αγίου Ιωάννη. Το βράδυ της ημέρας αυτής, ανάβονται φωτιές (λαμπρατζιές) που έχουν στηθεί από τους χωρικούς και ψήνουν πράσινα χαρούπια πάνω στα κάρβουνα που ονομάζονται "η πίττα του Αή Γιαννιού", και κατά το ψήσιμο τους, οι παρευρισκόμενοι πηδούν πάνω από την φωτιά λέγοντας "ψύλλοι, ψύλλοι, φύετε, τζιαί κορκοί ψοφήστε, τζιαί ο Άης Γιάννης έρκεται με το κονταρόξυλον τζιαί κονταροξυλίζει σας". Πιστεύεται ότι εκείνοι που θα πηδήξουν πάνω από την φωτιά εκείνη τη νύκτα δεν θα έχουν ψύλλους.
Οι δύο μέρες της εβδομάδας που θεωρούνται καντέμικες από τους Κυπρίους είναι η Τρίτη και η Παρασκευή. Η Τρίτη αντιπαθείτε γιατί η Κωνσταντινούπολη έπεσε στους Τούρκους την μέρα εκείνη και για το λόγο αυτό κανείς δεν θέλει να ξεκινήσει οποιαδήποτε νέα δουλειά τούτη τη μέρα. Η Παρασκευή έπεσε σε δυσμένεια γιατί αυτή τη μέρα ο Χριστός πέθανε στον Σταυρό και ο κόσμος αποφεύγει να κάνει ένα σημαντικό αριθμό πράγματα την ημέρα αυτή όπως να κόβουν τα νύχια τους, να πλένουν τα μαλλιά τους, και να κάνουν προζύμι. Επίσης δεν γίνονται γάμοι τις Παρασκευές.
Το πρωί κανείς δεν θέλει να τον δει η ανατολή του ήλιου πριν πλύνει το πρόσωπο του, διότι πιστεύεται ότι ο ήλιος μπορεί να τον καταραστεί. Το απόγευμα, αν κάποιος έχει πάει για ύπνο, θα πρέπει να σηκωθεί λίγο πριν τη δύση του ήλιου, ώστε τα κακά πνεύματα που ακολουθούν τον ήλιο, να μην μπορούν να τον βρουν στο κρεβάτι.


Different people all over the world have different months, days and hours which they look upon with reverence, fear, or awe.Traditional Cypriot society too, is in this respect rich. I will write in the present tense about these customs and traditions, but it should be kept in mind that with the urbanization and social change which has recently occured within Cypriot Society, most of them have now disappeared.
On the first day of the year Cypriots make an effort to wear new clothes with the hope of wearing new clothes throughout the year. Sneezing on this day is essential because it is the belief that the person who sneezes will live out that year, and if he sneezes more than once, so much the better, for it indicates that the person will live more than one year. On the first of March every village mother sees to it that her childern have a ring around one of their fingers or a bracelet made of twisted red and blue (sometimes white) threads. The wearing of these is believed to bring good luck and health. These are worn until Easter eve when they are cut off and thrown into the bonfire which is built in the churchyard. Also, early in the morning, on the first day of March, before the sun is up the girls of the villages go to the fields and gather dew-drops with which they wash their faces, so that the burning sun of the Spring and Summer will not darken their complexion.
May Day, as in most countries, is a joyful day. All young children of the village wear garlands around their necks, carry little basketss filled with flowers, and the unmarried girls go out into the fields singing the "Song of May''. Flower weaths are hung above the door posts and the blossoms of the pomegranete tree are also placed. These blossoms are considered to bring good luck to the home.There is a belief that during May one should drink a few drops of water early in the morning while during all the other months of the year drinking water before breakfast is thought to be harmful.
The first fifteen days of August are considered to be evil, and are called "Wicked days'' and the first four days are especially considered to be horrible. Every village housewife avoids any washing because any clothes washed during these days will tear or burn and there is also the danger of the washer burning her fingers. No woman dares wash her hair on these days because either her head will be full of sores, or her hair will fall. It is stronly believed that on the evening of the fifth day of August, the heavens open up and a flash of light appears and who ever wishes anything at the moment the light appears, is sure to have his wishes fulfilled. Many people sit up all night long waiting for this strange phenomenon which it is called "Platanin''. The first fourteen days of August are the wheather-forecasting period of the whole year. The first three days, whether cloudy,windy, or clear, are supposed to predict the weather for August and the other eleven for the rest of the months of the year.
The eighteenth of July is Saint John's Day. On the evening of this day, bonfires are build and the villagers roast green carobs which are called "Saint John's bread'', and during the roasting, people jump over the firing saying "Fleas, fleas, depart, for Saint John is comming with his club". It is believed that those who jumb over the fire on this evening will not have any fleas.
The two days of the week which are considered unlucky by the Cypriots are Tuesday and Friday. Tuesday is disliked because Constantinople fell to the Turks on that day and for this reason no one likes to begin any new undertaking on this day. Friday fell into disfavour because on that day Christ died on the Cross and people avoid doing a considerable number of things on this day, such as the trimming of nails, the washing of hair, and the making of yeast. Also no marriages are done on Fridays.
In the morning no one wishes to face the sunrise before he has washed his face, because it is believed that the sun may curse him. In the afternoon, if a person has been sleeping, he should get up just before sunset so that the evil spirits which follow the sun-set may not find him in bed.

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2008

ΣΤΑΥΡIAΝΟΣ: Ο ΜΑΥΡΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ΟΜΟΔΟΥΣ - STAVRIANOS: THE AFRICAN SERVANT OF OMODOS MONASTERY

Γύρο στο έτος 1750, ο Οικονόμος της Ιεράς Μονής του Τιμίου Σταυρού Ομόδους, κατέβηκε κάποια μέρα στην Πόλη της Λεμεσού για επείγουσες ανάγκες της Μονής. Εκεί σε κάποιο παζάρι συνάντησε Τούρκους δουλέμπορους οι οποίοι πουλούσαν δούλους, μεταξύ των οποίων υπήρχε και ένα μαυράκι. Ο οικονόμος λυπήθηκε το μαυράκι και το αγόρασε και αφού το πήρε στη Μονή, το βάπτισε Σταυριανό. Από τότε ο Σταυριανός υπηρετούσε στις ανάγκες της Μονής και βοηθούσε τους Πατέρες. Με τον καιρό, έμαθε και την Ελληνική γλώσσα και έτσι υπηρέτησε την Μονή μέχρι τα γεράματα του. Όταν έγινε 80 χρονών, γύρο στο 1830, προγνώρισε τον θάνατο του και ετοιμάσθηκε για το μεγάλο ταξίδι. Επειδή ήταν απλός, ταπεινός, και αγνός ,αλλά και επειδή αγαπούσε και τους συνανθρώπους του, όλοι τον αγαπούσαν στο χωριό- και Μοναχοί και λαϊκοί. Κάποια νύκτα, Σάββατο βράδυ προς ξημερώματα της Κυριακής, είχε δει στον ύπνο του τον Χριστό που κρατούσε τον Τίμιο Σταυρό και να τον καλεί κοντά του. Όταν ξύπνησε ο γέρο-Σταυρινός (γιατί δεν ξέρουμε αν έγινε μοναχός) ετοιμάσθηκε και κατέβηκε στην εκκλησία. Παρακολούθησε με πλήρη κατάνυξη τη Θεία Λειτουργία της Κυριακής που ήταν και η τελευταία του Λειτουργία. Όταν τελείωσε η Λειτουργία πήρε την χοντρή του μαγκούρα και γύρισε όλο το χωριό και αφού ζήτησε και έδωσε συγχώρεση στους κατοίκους, και αφού τους είπε ότι ο Τίμιος Σταυρός τον καλεί κοντά του, επέστρεψε το απόγευμα στη Μονή. Αφού πήρε και από τους Πατέρες συγχώρεση, μετά το δείπνο αποσύρθηκε στο δωμάτιο του. Γονάτισε, έκανε την προσευχή του, και κοιμήθηκε χωρίς να ξανασηκωθεί.

Around the year 1750, the Abbot of the Monastery of the Holy Cross in the village of Omodos, went one day to the city of Lemasol for the urgent needs of the Monastery. Once there, at one of the bazzars, he met some Turkish slave traders who sold slaves, among whom, there was a black African boy. He felt sorry for him and bought him and took him to the Monastery where he baptized him by the name Stavrianos. From then on, Stavrianos served the needs of the Monastery and helped the Fathers. Over time, he learned the Greek language and thus served the Monastery until his old age. Around 1830, when he was 80 years old, he foresaw his death and prepared himself for the long journey. Because he was simple, humble, and pure, but also because he loved his fellow men, all the people in the village loved him-monks and ordinary people. One Saturday night,turning Sunday morning, he saw Christ in his sleep holding a Cross calling to go to him. When he woke up in the morning, old Stavrianos (because we do not know if he became a monk or not) prepared himself and went down to church. He parttook with great willingness in the Sunday Divine Liturgy which was his last one to attend. When the Liturgy was over, he took his thick walking stick, and went around the entire village asking and giving forgiveness to the residents. He told them that the Holy Cross asked him to go to the other world. By afternoon, he returned back to the Monastery. After taking and giving forgiveness to the Fathers there, and after taking his supper, he left for his room. He kneeled down and prayed and then he went to sleep. He slept and never woke up again.


Η ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΟ ΟΜΟΔΟΣ - THE HOLY CROSS MONASTERY AT OMODOS

Το στολίδι και το πραγματικό καμάρι του χωριού Όμοδος είναι το Μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού και είναι κτισμένο στη καρδιά της κοινότητας. Ορθώνεται μεγαλόπρεπα και με την επιβλητικότητα του αποτελεί σημαντικό μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου. Το Μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού είναι από τα παλαιότερα και πιο ιστορικά μοναστήρια του νησιού.

Σύμφωνα με την παράδοση οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών Πάνω και Κάτω κουπέτρα (=Τ΄ατού Πέτρα), που ήταν κτισμένα στα πλάγια του όρους Αφάμης αλλά σήμερα δεν υπάρχουν, μια νύκτα πρόσεξαν μια φωτιά ανάμεσα σε κάτι θάμνους στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα κτισμένο το Μοναστήρι. Όταν ξημέρωσε πήγαν στο μέρος που είδαν τη φωτιά αλλά δεν είδαν κανένα σημάδι.Το φαινόμενο αυτό επαναλήφθηκε αρκετές νύκτες. Τότε άρχισαν να σκάβουν τη γη για να ανακαλύψουν μια μικρή σπηλιά μέσα στην οποία βρήκαν το Σταυρό. Για να ευχαριστήσουν τον Θεό, έκτισαν πάνω από την σπηλιά ένα παρεκκλήσι και φύλαγαν εκεί τον πολύτιμο θησαυρό τους που έγινε ιερό προσκύνημα, και προσέτρεχαν για θεραπεία με τη θαυματουργία του Τιμίου Σταυρού. Με το καιρό το εκκλησάκι μετατράπηκε σε μεγάλο Μοναστήρι, με πολλούς μοναχούς και τεράστια περιουσία όχι μόνο στη Κύπρο αλλά και στο εξωτερικό, διατηρώντας Μετόχι στην Κωνσταντινούπολη και ακίνητη περιουσία στη Ρωσία. Οι κάτοικοι των Κουπέτρων, και άλλοι από αλλού, απεκατεστάθησαν γύρω από την Μονή και έτσι σχηματίσθηκε ο οικισμός του Ομόδους. Σύμφωνα με την παράδοση, το Μοναστήρι ιδρύθηκε πριν από την Άφιξη της Αγίας Ελένης στη Κύπρο το 327 μ.χ. Το πότε ακριβώς ιδρύθηκε είναι άγνωστο. Διάφοροι ιστορικοί της Κύπρου όπως ο Νεόφυτος ο Ροδινός, ο Ρώσος μοναχός περιηγητής Μπάρσκι, ο Αχριμανδρίτης Κυπριανός κ.α. αναφέρονται στην επίσκεψη της Αγίας Ελένης στη Κύπρο και στο γεγονός ότι άφησε στο Μοναστήρι κομμάτι από το Άγιο Σχοινί και το Τίμιο Ξύλο. Το Σχοινί αυτό με το οποίο οι Ρωμαίοι έδεσαν τον Χριστό στο Σταυρό το περιγράφουν ότι έχει χρώμα κοκκινωπό και ότι κηλιδώθηκε δια αίματος του Χριστού.

The ornament and the real pride of the village of Omodos is the Monastery of the Holy Cross and is built in the heart of community. It stands majestically and imposing and is an important part of the cultural heritage of Cyprus.


The Monastery of the Holy Cross is one of the oldest and most historic monasteries of the island According to tradition, the residents of the neighbouring villages Pano and Kato Koupetra (= The rock of the voltures), which were built on the side of the Afamis mountain but which today no longer exist, one night observed a fire showing between some bushes in the area were now the Monastery is built. With day break came, they went to the place where they saw the fire but did not see any sign of it. Τhe phenomenon was repeated for several more nights. Then they began to dig the land and came to discover a small cave within which was a Cross. In order to thank God, they builted a small church above the cave and kept their precious treasure there. With time, the small church became sanctuary where people run for treatment of their illness by the miraculous Holy Cross. As time went by, the church was extended and was turned into a large Monastery, with many monks and a vast fortune not only in Cyprus but also abroad, maintaining property in Constantinople and land in Russia. The residents of the two villages of Koupetron, and others from elsewhere, relocated around the monastery and thus the settlement of Omodos was formed. According to tradition, the Monastery was founded before the arrival of St. Helen in Cyprus during 327 A.D. When exactly it was established no one knows. Different historians from Cyprus such as Neofytos Rodinos, the Russian monk traveler Barsky, Achrimandrite Kyprianos c.t.r. refer to the visit of Saint Helen in Cyprus and the fact that she left at the monastery a piece of Christ's rope and part of the Holy Cross. Τhe rope with which the Romans tied Christ on the Cross was described as being reddish in colour and that it was stained by the blood of Christ.

Μοναστήρια της Κύπρου, Εκδόσεις εφημερίδας-Χαραυγή, 2004

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2008

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΙΛΑΡΙΩΝΑΣ Ο ΜΕΓΑΣ - THE VILLAGE OF EPISKOPI AND SAINT HILARION THE GREAT


Ο Άγιος Ιλαρίωνας ο Μέγας (290-371 μ.Χ.) πού είναι ένας από τους πιο περίφημους παλαιούς Χριστιανούς ερημίτες κατήγετο από τo χωριό Θαβαθά κοντά στη Γάζα της Παλαιστίνης. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, πήγε στην Αίγυπτο και δέχθηκε εκεί τη μοναχική κουρά από τον φημισμένο ασκητή Αντώνιο τον Μέγα. Αφού διδάχθηκε τον κανόνα της ασκητικής ζωής, ο Μέγας Αντώνιος τον έστειλε στη πατρίδα του την Παλαιστίνη για να ασκητεύσει εκεί. Επί τριάντα επτά χρόνια έζησε μέσα σε μια σπηλιά με νηστείες, αγρυπνίες, και προσευχές. Εκεί απέκτησε φήμη για τα πολλά θαύματα του αλλά δημιούργησε και μοναστήρι στη πόλη Μαϋουμάν κοντά στη Γάζα. Σε ηλικία 63 χρονών έφυγε από την Παλαιστίνη και αφού κατέβηκε στην Αίγυπτο και επισκέφθηκε τη Μονή του Μεγάλου Αντωνίου, πήγε στη Σικελία και τη Δαλματία,όπου έκανε και εκεί πολλά θαύματα. Μετά έφθασε στη Πελοπόννησο όπου εξετέλεσε και εκεί τα ίδια. Από τη Πελοπόννησο έφυγε με τον μαθητή του Ησύχιο και έφθασαν στη Κύπρο. Αποβιβάσθησαν στη Πάφο η οποία είχε καταστραφεί από μεγάλο σεισμό που έγινε τότε. Για λίγο καιρό εγκαταστάθησαν στα ερείπια της πόλης αλλά σύντομα συνέχισαν το ταξίδι τους και κατέληξαν σε ένα όρος ψηλό και δύσβατο,έξω από το σημερινό χωριό Επισκοπή (της Πάφου), κοντά σε ένα ειδωλολατρικό ναό. Για 16 χρόνια έζησε ασκητική ζωή μέσα σε ένα σπήλαιο εκεί και κάνοντας πολλά θαύματα. Όταν πέθανε σε ηλικία 80 ετών, τον έθαψαν στον μικρό του κήπο. Δεν έμεινε όμως εκεί θαμμένος αφού o μαθητής του Ησύχιος, έκλεψε το ιερό σκήνωμα και το πήρε και το έθαψε στη Παλαιστίνη στη Μονή Μαϋουμαν. Αργότερα, κάτοικοι της περιοχής ανυγηραν κοντά στο σπήλαιο του Αγίου, κοντά στη βάση του ψηλού κρημνού ναό προς τιμή του μεγάλου θαυματουργού, ο οποίος διασώζεται μέχρι σήμερα. Πρίν μερικές δεκαετίες, ο ναός εκείνος εγκαταλείφτηκε λόγω της πολλής υγρασίας του τόπου και κτίσθηκε άλλος πάνω από τον κρημνό όπου σώζεται ο κενός τάφος του Αγίου. Κατά την διαμονή του περίφημου ασκητή Ιλαρίωνα στην Επισκοπή, κτίστηκε μικρή Μονή αφιερωμένη στο Τίμιο Σταυρό,που σήμερα μόνο πενιχρά ερείπια διασώζονται απέναντι από το χωριό,στην όχθη του ποταμού της Επισκοπής. Σχετική με το ιστορικό αυτό Μοναστήρι είναι και η εξής επιτόπια παράδοση:Μέγας (290-371 μ.Χ.) πού είναι ένας από τους πιο περίφημους παλαιούς Χριστιανούς ερημίτες κατήγετο από τo χωριό Θαβαθά κοντά στη Γάζα της Παλαιστίνης. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, πήγε στην Αίγυπτο και δέχθηκε εκεί τη μοναχική κουρά από τον φημισμένο ασκητή Αντώνιο τον Μέγα. Αφού διδάχθηκε τον κανόνα της ασκητικής ζωής, ο Μέγας Αντώνιος τον έστειλε στη πατρίδα του την Παλαιστίνη για να ασκητεύσει εκεί. Επί τριάντα επτά χρόνια έζησε μέσα σε μια σπηλιά με νηστείες, αγρυπνίες, και προσευχές. Εκεί απέκτησε φήμη για τα πολλά θαύματα του αλλά δημιούργησε και μοναστήρι στη πόλη Μαϋουμάν κοντά στη Γάζα. Σε ηλικία 63 χρονών έφυγε από την Παλαιστίνη και αφού κατέβηκε στην Αίγυπτο και επισκέφθηκε τη Μονή του Μεγάλου Αντωνίου, πήγε στη Σικελία και τη Δαλματία,όπου έκανε και εκεί πολλά θαύματα. Μετά έφθασε στη Πελοπόννησο όπου εξετέλεσε και εκεί τα ίδια. Από τη Πελοπόννησο έφυγε με τον μαθητή του Ησύχιο και έφθασαν στη Κύπρο. Αποβιβάσθησαν στη Πάφο η οποία είχε καταστραφεί από μεγάλο σεισμό που έγινε τότε. Για λίγο καιρό εγκαταστάθησαν στα ερείπια της πόλης αλλά σύντομα συνέχισαν το ταξίδι τους και κατέληξαν σε ένα όρος ψηλό και δύσβατο,έξω από το σημερινό χωριό Επισκοπή (της Πάφου), κοντά σε ένα ειδωλολατρικό ναό. Για 16 χρόνια έζησε ασκητική ζωή μέσα σε ένα σπήλαιο εκεί και κάνοντας πολλά θαύματα. Όταν πέθανε σε ηλικία 80 ετών, τον έθαψαν στον μικρό του κήπο. Δεν έμεινε όμως εκεί θαμμένος αφού o μαθητής του Ησύχιος, έκλεψε το ιερό σκήνωμα και το πήρε και το έθαψε στη Παλαιστίνη στη Μονή Μαϋουμαν. Αργότερα, κάτοικοι της περιοχής ανυγηραν κοντά στο σπήλαιο του Αγίου, κοντά στη βάση του ψηλού κρημνού ναό προς τιμή του μεγάλου θαυματουργού, ο οποίος διασώζεται μέχρι σήμερα. Πρίν μερικές δεκαετίες, ο ναός εκείνος εγκαταλείφτηκε λόγω της πολλής υγρασίας του τόπου και κτίσθηκε άλλος πάνω από τον κρημνό όπου σώζεται ο κενός τάφος του Αγίου. Κατά την διαμονή του περίφημου ασκητή Ιλαρίωνα στην Επισκοπή, κτίστηκε μικρή Μονή αφιερωμένη στο Τίμιο Σταυρό,που σήμερα μόνο πενιχρά ερείπια διασώζονται απέναντι από το χωριό,στην όχθη του ποταμού της Επισκοπής. Σχετική με το ιστορικό αυτό Μοναστήρι είναι και η εξής επιτόπια παράδοση:

"Μέσα στον ποταμόν της Πισκοπής είχεν ένα δαίμονα τζι΄αχτύπαν κουττουτζές. Έκαμνεν κουτάλια. Που την δεξιάν μερκάν του ποταμού ήταν το Μοναστήριν του Σταυρού,που την ζεβράν, πάνω στο λαονάριν, είχεν το τζελλίν του ο Άης Λαρκός (Ιλαρίωνας). Ο Σταυρός έριξεν πρώτος πέτραν του δαίμονα τζιαί δεν του έμπλασεν. Τότες ο Άης Λαρκός επήρεν μιαν πέτραν τζιαί έρριξεν του την τζ' ετσίλλησεν τον πουκάτω. Τζ΄η πέτρα στέκει ως την σήμερον, τζιαί πολλοί χωρκανοί μας που ρέσσουν που τζεί χαμαί αγροικούν τον δαίμοναν τζιαί κογκά"

Η "ατσουπόπετρα" αυτή, η ''πέτρα του Ατσουπά'', του Δαίμονα, στέκει,ογκώδης μέσα στη κοίτη του ποταμού, κάτω από το χωριό.
Saint Hilarion the Great (290-371 A.D.) was one of the most famous early Christian hermits and was born in the town of Tabatha near Gaza in Palestine. At the age of fifteen, he went to Egypt and accepted the vows and became a monk from the hands of the famous ascetic Anthony the Great. After learning the rules of ascetic life,he was send to his homeland, Palestine by Anthony the Great to live a life of ascentisism there. For thirty seven years he lived inside a cave devoting himself to prayer and fasting. In Palestine, he became famous for his many miracles, but also because he created a monastery in the town of Maium near Gaza. At the age of 63 ,he left Palestine and went to Egypt where he visited the Monastery of Saint Anthony the Great and then he left for Sicily and Dalmatia where he made many miracles. After Dalmatia, he went to the Peloponnese in Greece where he also made many miracles. From the Peloponnese he set off with his disciple Isychios and arrived in Cyprus.T hey landed in Paphos which was destroyed by a large earthquake that took place at that time. For a short time they settled at the ruins of the city but soon they continued their journey and arrived at a high and difficult to reach mountain, just outside the present village of Episkopi (in Paphos), near a temple of the old Greek religion. For 16 years he lived an ascetic life there and made many miracles in the cave where he lived. When he died at the age 80, the people of the area buried him in his small garden. He did not remain buried there however, because his disciple Isychios stole the holy relic and took it to Palestine where he buried it in the Monastery of Maium. During some time later, residents of the area build a church in honour of Saint Helarion near his cave, at the bottom of the mountain cliff who's ruins survive to this day. A few decades ago, this church was abandonded because of the much humidity of which the place is known for, and another church was built over the cliff where the the empty tomb of the Saint is kept. During the stay of the famous ascetic Helarion in Episkopi, a small monastery was build dedicated to the Holy Cross,opposite the village on the river bank, of which today only scant ruins survive. Connected with this historic monastery is the following local tradition:

"In the river of Episkopi, there was a demon who was always making noice by making and crafting spoons. The Monastery of the Holy Cross was on the right side of the river, and the cell of saint Helarion was on its left side on a mountain slope. The Holy Cross first threw a stone at the demon but the stone did not find him. Then, Saint Helarion took a stone and threw it at him, and the stone burried him under its weight. This stone stands until today, and when the villagers of Episkopi pass by it, they can still hear the demon crying out in pain under the stone".

This "demon stone'' stands huge inside the riverbed below the village.

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2008

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΩΡΟ ΝΕΡΟ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ - THE VILLAGE OF MORO ΝERO AND THE CHURCH OF SAINT GENNADIUS η

Όχι, οι φωτογραφίες του παρόντος ερειπωμένου ναού δεν λήφθηκαν από το κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της Κύπρου και δεν έχει καταστραφεί από τον τουρκικό στρατό εισβολής όπως τόσες εκκλησίες και μοναστήρια στο βόρειο τμήμα της νήσου. Αυτή η εκκλησία βρίσκεται στο ελεγχόμενο από την κυβέρνηση τμήμα της Κύπρου με την εύπορη οικονομία και που αρέσκεται να καύχεται στον κόσμο για την πλούσια πολιτιστική της κληρονομιά. Δυστυχώς η θλιβερή κατάσταση της εν λόγω εκκλησίας δεν κάνει κανένα Κύπριο να αισθάνεται υπερήφανος όταν την αντικρίσει μπροστά στα μάτια του. Όχι μόνο επειδή είναι ένας ιερός τόπος λατρείας που αφέθηκε να πέσει σε μια τέτοια ντροπή, αλλά και γιατί δεν πρόκειται απλώς για μια συνηθισμένη εκκλησία. Αυτή είναι η εκκλησία του Αγίου Γενναδίου, του εικοστού πρώτου Οικουμενικού Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως, που εγκατέλειψε τον θρόνο του και κατέληξε σε αυτό το μέρος της Κύπρου ψάχνοντας για το ασκητήριο του Αγίου Ιλαρίωνα του Μέγα. Ο Πατριάρχης Άγιος πέθανε εδώ, και αυτό το εκκλησάκι κτίστηκε πάνω από τον τάφο του προς τιμή του.
Οι ντόπιοι αποκαλούν τον Άγιο Γεννάδιο και αυτή τη εκκλησία του Aγίου ως "Άης Γεννάτζης" και μπορεί εύκολα και λανθασμένα να εκληφθεί ως Άης Γιαννάτζης, που δεν είναι άλλος παρά ο Άγιος Ιωάννης. Όσο δύσκολο είναι για κάποιον να βρει τον σωστό ιδιοκτήτη της εκκλησίας, άλλο τόσο πιο δύσκολο είναι να εντοπίσει την εκκλησία την ίδια.
Η εκκλησία βρίσκεται σε ένα απομονωμένο και ακατοίκητο χωριό που ονομάζεται Μωρό Νερό κοντά στο χωριό Επισκοπή στην Πάφο, και δεν υπάρχει δρόμος για την σύνδεση του με τον έξω κόσμο. Το Μωρό Νερό ήταν ένα μικρό μεικτό χωριό (το 1958 είχε μόνο 40 κατοίκους) πράγμα που σημαίνει ότι ήταν κατοικημένο και από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, αν και οι Τουρκοκύπριοι ήταν πάντα η μεγάλη πλειοψηφία.
Οι Τουρκοκύπριοι αποκαλούσαν το Μωρό Νερό,
Küçüksu, και πιο παλιά με το όνομα Κισσότερα (γη του κισσού), και φαίνεται ότι ήταν κάποτε επίσης Χριστιανοί, επειδή λάτρευαν και τιμούσαν τον Άγιο Γεννάδιο εξίσου με τους Έλληνες Κύπριους συγχωριανούς τους. Όμως κατά την ενδοκοινοτική σύγκρουση που ξέσπασε μεταξύ της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας στην Κύπρο, η οποία συνέβη το 1958, το Μωρό Νερό δεν γλίτωσε από αυτή τη σύγκρουση ακόμη και στην απομόνωσή του, και το χωριό είχε εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους του που έψαχναν για ένα ασφαλέστερο μέρος. Δεν ξαναγύρισαν ποτέ στο χωριό τους. Το χωριό έπεσε στη καταστροφή και το ίδιο έπαθε και ο ναός του Αγίου Γενναδίου. Ο χρόνος πήρε μακρυά τη μνήμη της ύπαρξης του Μωρού Νερού και της εκκλησίας του Αγίου Γενναδίου. Σήμερα μόνο λίγοι ηλικιωμένοι στο γειτονικό χωριό Επισκοπή εξακολουθούν να θυμούνται τον Άγιο, και ακόμα λιγότεροι καταφέρνουν να πάνε και να του δώσουν τα σέβη τους στην εκκλησία του. Όσο για την κυβέρνηση και την Εκκλησία της Κύπρου, αυτοί τον έχουν ξεχάσει προ καιρού. Άραγε θα βρεθεί κάπου εκεί κάποιος Χριστιανός που θα τον θυμηθεί και να μπορέσει να αναστηλώσει τον ναό του Aγίου;

NOCTOC

No, the photos of this ruined church were not taken in the Turkish occupied part of Cyprus and has not been destroyed by the invading Turkish army like so many churches and monasteries in the northern part of the island. This church is situated in the government controlled part of Cyprus with its affluent economy, and which likes to boast to the world about its rich cultural heritage. Unfortunately, the sad state of this church does not make any Cypriot feel proud when he or she sets their eyes on it. Not only because a holy place of worship has been left to fall in such a disgrace, but also because this is not just any ordinary church. It is the church of Saint Gennadius, the twenty-first Ecumenical Patriarch of Constantinople, who left his throne and came to this part of Cyprus looking for the hermitage of Saint Helarion the Great. He died here and over his grave this church was build in his honour.
Locals call Saint Gennadius and this church as Saint Gennatzi, and it can be easily mistaken as meaning Saint Giannatzi, who is no other then Saint John. As if identifying the correct owner of the church is not difficult enough, finding this church is even more difficult.
The church is situated in an isolated and uninhabited village called Moro Nero near the village of Episkopi in Paphos, and it has no road to connect it with the outside world. Moro Nero used to be a small (in 1958 it had only 40 inhabitants) mixed village which means that it was inhabited by both Greek and Turkish Cypriots, although the Turkish Cypriots were always in the great majority.
The Turkish Cypriots called Moro Nero,
Küçüksu, and in older times by the name of Kissoterra, and it seems that they were once also Christians because they worshiped and venerated Saint Gennadius as much as their Greek co-villagers. However, during the inter communal conflict among the Greek and Turkish communities in Cyprus which occurred in 1958, Moro Nero was not spared of this conflict even in its isolation, and the village was abandoned by its inhabitants searching for a safer place to live. They never came back. The village fell into ruin, and so did the church of Saint Gennadius. Time has taken way the memory of the existence of Moro Nero and the church of Saint Gennadius. Today only a few old people in the neighbouring village of Episkopi still remember the Saint, and even fewer manage to go and pay their respects to him in his church. As for the government and the Church of Cyprus, they seem to have forgotten him from a very long time ago. Could it be possible that a Christian person out there would remember the Saint and be able to rebuild his church?
NOCTOC

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2008

TΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΠΑΝΩ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΑ-THE CAVE OF THE HOLY FATHERS AT THE VILLAGE OF PANO ARCHIMANDRITA

Στο νότιο άκρο του λόφου επί του οποίου είναι κτισμένο το χωριό Πάνω Αρχιμανδρίτα, βρίσκεται σκαμμένο σε λευκό βράχο το λεγόμενο "Σπήλαιο των Αγίων Πατέρων". Δεν πρόκειται για ασκητήριο, αλλά για οστεοφυλάκιο κάποιου διαλυμένου μοναστηριού που υπήρχε εκεί κοντά το οποίο δεν άφησε ίχνος ερειπίων. Το Καθολικό ( η εκκλησία) του μοναστηριού αυτού κατά πάσα πιθανότατα πρέπει να ήταν αφιερωμένο στον 'Οσιο Θεοδόσιο τον Κοινοβιάρχην, διότι η εκκλησία του χωριού Πάνω Αρχιμανδρίτα που βρίσκεται εκεί κοντά τιμάται επ' ονόματι του Αγίου Θεοδόσιου του Kοινοβιάρχου. Στο οστεοφυλάκιο βρίσκονται 318 κάρες και λέγεται ότι ανήκουν στούς Αγίους Πατέρες οι οποίοι ήλθαν στη Κύπρο από τη Συρία, όπου επιδίωκαν καταφύγιο από τη δίωξη. Άραξαν στο χωριό Πισσούρι μέσα στη μαύρη νύκτα και οδηγήθηκαν στη ενδοχώρα από έναν αρχιμανδρίτη, και είδαν την αυγή με το λάλημα των πετεινών στο χωριό Αλέκτορα. Τελικά βρήκαν καταφύγιο στην Πάνω Αρχιμανδρίτα αλλά το ταξίδι τους στη Κύπρο τελείωσε τραγικά αφού κατασφάχτηκαν από άπιστους που κατοικούσαν στην περιοχή.
Το σπήλαιο αυτό των Αγίων Πατέρων ήταν διακοσμημένο με τοιχογραφίες. Σήμερα σώζονται σε καλή κατάσταση δύο όρθιοι ασκητές και δύο μισοκατεστραμένοι Όσιοι, ο Αθανάσιος ο Αθωνίτης και πιθανόν ο Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης. Στον παραθάλαμο του σπηλαίου υπάρχει εικόνα των 318 Θεοφόρων Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Λειτουργία στο σπήλαιο γίνεται κάθε Δευτέρα του Πάσχα. Τα χωριά Πάνω και Κάτω Αρχιμανδρίτα πήραν το όνομα τους από αυτούς τους Αγίους Πατέρες που λέγονται και Aρχιμανδρίτες.

At the southern utmost end of the hill on which the village of Pano Archimandrita is built,the small cave of the Holy Fathers (Ayioi Pateres) is found carved in the white rock. It is not a harmitage, but an ossuary of a dissolved monastery which existed near there of which no trace of ruins are left. The church of the monastery was in all posibility dedicated to Saint Theodosios the Koinobiarch because the church of the village of Pano Archimandrita which is found near there is honoured by the name of Saint Theodosios the Koinobiarch. In the ossuary there are 318 skulls and it is said that they belong to the Holy Fathers who came to Cyprus from Syria, where they sought shelter from persecution. They landed at the village of Pissouri in the darkness of the night and were led to the hinterland by an archimandrite, seeing the dawn with the crowing of the the roosters at the village of Alektora. They finally found shelter at the village of Pano Archimandrita but their journey to Cyprus ended tragically when, they were massacred by unbelievers who lived in the area. The cave of the Holy Fathers was once decorated with frescoes. Today are saved in good condition two standing Saints and there are also two half ruined Saints, Athanassios the Athonite and most likely Theodosios the Koinobiarch. At the front cell of the cave there is an icon of the 318 Fathers of the A' Ecumenical Council.Church service is held at the cave every Easter Monday. The villages Pano and Kato Archimandrita took their name from these Holy Fathers who are also known as Archimandrites.

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΑΤΩ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΑ ΣΤΗ ΕΠΑΡΧΙΑ ΠΑΦΟΥ - THE VILLAGE OF KATO ARCHIMANDRITA IN THE PROVINCE OF PAPHOS

Tο εγκαταλειμμένο σήμερα χωριό Κάτω Αρχιμανδρίτα βρίσκεται στην επαρχία Πάφου σε μια απομονωμένη περιοχή δίπλα από το ποταμό Χάποταμι και είναι περιτριγυρισμένο με πυκνό πευκόφυτο δάσος. Απέχει γύρο στα 2 χμ. από το χωρίο Πάνω Αρχιμανδρίτα που βρίσκεται στα βόρεια και που έχει σήμερα μόνο 20 κατοίκους. Το χωριό Κάτω Αρχιμανδρίτα όπως και το χωριό Πάνω Αρχιμανδρίτα πήρε την ονομασία του από τους Αγίους 318 Πατέρες που ήταν Αρχιμανδρίτες οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο χωρίο Πάνω Αρχιμανδρίτα και έμειναν εκεί μέχρι τον θάνατό τους. Τα πολύ λίγα, ερειπωμένα τώρα σπίτια του χωριού Κάτω Αρχιμανδρίτα βρίσκονται κατά μήκος του κυρίου δρόμου. Από ανέκαθεν το χωριό ήταν μικρό με λιγοστούς κατοίκους. Η τελευταία απογραφή στην οποία περιλήφθηκε το χωριό είναι εκείνη του 1960 όταν ο πληθυσμός ήταν 41 κάτοικοι. Το χωριό γνώρισε την μεγαλύτερη πληθυσμιακή αύξηση το 1901 με 85 κατοίκους. Το 1962 οι κάτοικοι της Κάτω Αρχιμανδρίτας μετακινήθηκαν στη πάνω Αρχιμανδρίτα. Πριν από τη μετακίνηση υπήρχαν μόνο 12 οικογένειες στο χωριό, και οι ίδιοι οι κάτοικοι λόγω πολλών προβλημάτων ζήτησαν από τη κυβέρνηση της Κύπρου τη μετακίνηση τους στο γειτονικό χωριό. Το κυριότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν ήταν η έλλειψη κατάλληλου δρόμου που να συνδέει τη Κάτω Αρχιμανδρίτα με τη Πάνω Αρχιμανδρίτα και από εκεί με τη πόλη της Πάφου, καθώς και προβλήματα με την υδατοπρομήθεια, έλλειψη σχολείου και η απομόνωση. Σήμερα στη Κάτω Αρχιμανδρίτα δεν μένει κανείς, υπάρχει μόνο το εκκλησάκι της Παναγίας, που έχει ανακαινιστεί πρόσφατα, και ερειπωμένα σπίτια.

Τhe today abandoned village of Kato Archimandrita is situated in the province of Paphos in an isolated region next to the river Hapotami and is surounded by dense pine forest. It has a distance of about 2 km from the village of Pano Archimandrita which is located to the north and that village today has only 20 residents. The village of Kato Archimandrita like the village of Pano Archimandrita took its name from the 318 Saint Fathers who were Archimandrites and lived in the village Pano Archimandrita and remained there up to their death. The very few, now destroyed houses of the village of Kato Archimandrita are found at the length of the main road. Kato Archimandrita was always a small village with a very small population. The last census in which the village was included was in 1960 when the population was 41 people. The village had its bigest demographic increase in 1901 with a population 85 residents. In 1962 the residents of Kato Archimandrita were moved to Pano Archimandrita. Before the relocation, only 12 families existed in the village, and the residents themselves , because of many problems, asked the government of Cyprus to be moved to the neighbouring village. The main problems which they faced were the lack of a suitable road that would connect Kato Archimandrita with Pano Archimandrita and from there with the city of Paphos, as well as problems with the water supply, lack of a school and isolation. Today, no one lives in Kato Archimandrita and the only buildings that remain is the small church of the Virgin Mary, which has been renovated recently, as well as destroyed houses.

Η άποψη του χωριού Κάτω Αρχιμανδρίτα όπως είναι σήμερα

The village of Kato Archimandrita as it looks today