ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2008

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ ΑΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΧΑΜΑΤΟΥΡΙΤΗ - THE SYNAXARIUM OF HIEROMARTYR SAINT JACOB OF HAMATOURA

Το λαξευμένο μέσα σε πέτρα μοναστήρι στο Όρος Χαματούρα στη Κούσπα του Λιβάνου είναι ένα Ελληνoρθόδοξο μοναστήρι που ανήκει στο Πατριαρχείο της Αντιοχείας και είναι ένα από τ' αρχαιότερα στην χώρα. Το μοναστήρι είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αλλά είναι ευρύτερα γνωστό ως Ιερά Μονή της Χαματούρας, που είναι το όνομα του βουνού στο οποίο το μοναστήρι είναι κτισμένο .
Κατά τα τέλη του 13 ο αιώνα, στη Μονή της Θεοτόκου της Χαματούρας, ο Άγιος Ιάκωβος άρχισε την ασκητή του ζωή. Μετά, όταν το μοναστήρι καταστράφηκε από τους Μαμελούκους*, εγκαθίδρυσε το μοναχισμό κατά μήκος της περιμέτρου των ερειπίων του μοναστηριού. Με τον καιρό, ξανάκτισε το μοναστήρι αναβιώνοντας και δίνοντας νέο σθένος στη μοναστική ζωή της περιοχής.
Η πνευματική του ζωηρότητα, η δυναμικότητα, και η δημοτικότητα του μεταξύ των πιστών επέστησε την προσοχή των Μαμελούκων που καθόρισαν στο μυαλό τους να σταματήσουν τον ενθουσιασμό και αποφασιστικότητα του και να τον προσηλυτίσουν στο Ισλάμ. Αυτός αρνήθηκε πεισματικά τις αδυσώπητες τους πιέσεις. Όταν οι φρικτές απόπειρες εξαναγκασμού από του Μαμελούκους απέτυχαν, έσυραν τον Άγιο Ιάκωβο, μαζί με κάποιους μοναχούς και λαϊκούς από την Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται πάνω από το Όρος της Χαματούρας, στην πόλη της Τρίπολης (την πρωτεύουσα του Βορείου Λιβάνου) και τον παρέδωσαν στον γουαλί (ηγεμόνα).
Για σχεδόν ένα χρόνο, υπέμενε τεράστια βασανιστήρια. Εντούτοις, δεν παραδόθηκε ψυχικά ή να αποκηρύξει την πίστη του, παρά το ότι έπαιρνε κολακείες αλλά και απειλές και εκφοβισμό από τους Μαμελούκους. Αν και παραξενεμένοι από το πείσμα και την επιμονή του Αγίου Ιακώβου, στο τέλος καθώς ήταν η συνήθεια τους για τη τιμωρία τους εχθρούς τους, στις 13 Οκτωβρίου ο Άγιος Ιάκωβος αποκεφαλίστηκε. Επιπλέον, οι Μαμελούκοι έκαψαν το σώμα του για να διασφαλίσουν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν θα του έδινε μια έντιμη ταφή ως μάρτυρα, μια ταφή που αρμόζει σε ένα άγιο.
Δεν πέρασε πολύς καιρός μετά το θάνατό του και ο Θεός βλέποντας τα βάσανα και την ακλόνητη πίστη του, του απονέμει αιώνιες δάφνες και χάρη, και σήμερα λάμπει ως μάρτυρας το ίδιο όπως ήταν σαν φάρος κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του. Ήταν κατά αυτή τη χρονική περίοδο που η Ορθόδοξη Εκκλησία ανακοίνωσε την αγιότητα του Αγίου Ιακώβου, και που τον πρόσθεσε στο κατάλογο των τιμημένων αγίων μαρτύρων της, και προσευχήθηκε για την μεσολάβηση του.
Ο Άγιος μας είχε σχεδόν ξεχαστεί κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Αυτό οφείλεται στα πολλά βάσανα που πέρασε η Ορθόδοξη Εκκλησία κάτω από διάφορα μουσουλμανικά σουλτανάτα που αποδυνάμωσαν τη χριστιανική πνευματική ζωή και οδήγησαν σε αισθητή πτώση τη χριστιανική ευμάθεια. Επιπρόσθετα, χειρόγραφα και όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να είχαν αποσταλεί στο εξωτερικό και να μεταφραστούν, ή είχαν ξεχαστεί, απολεσθεί, ή καταστραφεί.
Ωστόσο, καταγραμμένα περιστατικά από τους προσκυνητές του μοναστηριού, αυτοί που είδαν οράματα από τον Άγιο Ιάκωβο, και πολλοί άλλοι που αναγνώρισαν την παρουσία του, επιβεβαίωσαν τη γνησιότητα της αγιοσύνης του. Δοξάζοντας το όνομα του θεού, ο Άγιος Ιάκωβος επίσης επούλωσε και έκανε πολλούς καλά.
Έχουμε πρόσφατα ανακαλύψει μια σαφή μνεία για τον Άγιο Ιάκωβο σε ένα χειρόγραφο που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή της Παναγίας Μπελεμεντίου, σε ένα Γεροντικό, που είναι μία βιογραφία αγίων ή συλλογή διηγημάτων για τη ζωή των άγιων. Σε ένα χειρόγραφο του αρχείου της Μονής Μπελεμεντίου, υπ αριθμόν 149, δείχνει σαφώς ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 13 Οκτωβρίου. Η Ιερά Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στη Κούσπα, Χαματούρα στο Λίβανο, τίμησε τη μνήμη του για πρώτη φορά, στις 13 Οκτωβρίου το 2002, σε μια ολονύκτια προσευχή ( αγρυπνία ). Ένας αριθμός από ιερείς, διακόνους, και πιστούς συμμετείχαν σε εκείνη την αξέχαστη μέρα, όπου οι παρευρισκόμενοι έψαλλαν το τροπάριο και την ακολουθία του Αγίου Ιακώβου, που προετοιμάστηκε και συντάχθηκε από τους μοναχούς του μοναστηριού.
Σήμερα, οι πιστοί και οι προσκυνητές συνεχώς αναφέρουν τις εμφανίσεις του αγίου, τις θαυματουργές θεραπείες, και άλλα ευλογημένα έργα του. Όλα αυτά άναψαν τον πνευματικό ζήλο για τον εορτασμό της μνήμης του Αγίου, και δοξάζοντας τον Θεό, τιμώντας τον Άγιο Ιάκωβο τον Χαματουρίτη που εξακολουθεί να είναι ζωντανός ανάμεσά μας στο μοναστήρι του κάνοντας θαυμαστά έργα, προσκλήσεις, και εμφανίσεις στους πιστούς.

*Μαμελούκοι: είναι μέλη μουσουλμανικού Σουλτανάτου κατά ουσία ηγεμόνες της Αιγύπτου (1250-1517). Νικήθηκαν από τον Ναπολέοντα στη μάχη των Πυραμίδων (1798) και καταστράφηκαν από τον Μοχάμαντ Αλί (1811). Οι Μαμελούκοι ήταν αρχικά μια έφιππη στρατιωτική ομάδα, που αποτελείτο από Κιρκάσιους ή Τούρκους σκλάβους που προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ, και είχαν ανατραφεί στις αυλές των μουσουλμάνων ηγεμόνων ή χαλίφηδων.

Μετάφραση από τ' Αγγλικά: NOCTOC

Τα μαρτύρια του Αγίου Ιακώβου του Χαματουρίτη.

http://www.hamatoura.com/GreetingCard/October13/St.JacobofHamatoura.html

Η επίσημη ιστοσελίδα της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Χαματούρα.

http://www.hamatoura.com/

Απολυτίκια, Κοντάκια, και άλλοι Ύμνοι προς τον Άγιο Ιάκωβο τον Χαματουρίτη.

Apolytikion

Kontakion

1st Megalynarion

2nd Megalynarion

The rock-cut Hamatoura monastery in Kousba, Lebanon, is a Greek Orthodox monastery, beloging to the Patriarchate of Antioch and its one of the oldest in the country. The monastery is dedicated to the Dormition of the Theotokos, the mother of God, but it is more widely know as Hamatoura Monastery, which is the name of the mountain the monastery is build in.
Late in the 13th century, at the Monastery of the Theotokos (the mother of God), in Hamatoura, Saint Jacob began his ascetic life. Later, when the monastery was destroyed by the Mamelukes*, he re-established monasticism along the perimeter of the ruined monastery. In time, he rebuild the monastery, regenerating and giving renewed vigor to monastic life in the area.
His spiritual briskness, viracity, and popularity among believers drew the attention of the Mamelukes who set their minds to stop his verve and determination and wanted to convert him to Islam. He stubbornly refused their relentless pressures.
When the Mamelukes' horrible coercive attempts failed, they dragged Saint Jacob, along with a number of monks and laymen from Saint George Monastery, situated atop Mount Hamatoura, to Tripoli city (the capital of Northern Lebanon) and handed him to the wali (ruler).
For almost a year, he endured tremendous tortures. Nevertheless, he did not give in or renounce his faith, despite receiving both adulations and threats from the Mamelukes. Although intimidated by Saint Jacob's stubbornness and persistance, finally, as was their custom in punishing their enemies, on October 13th, Saint Jacob was beheaded. In addition, the Mamelukes burned his body to ensure that the Orthodox Church would not give him an honorable burial as a martyr, a burial befitting a saint.
Not long after his death, seeing his sufferings and steadfast faith, our Lord bestowed on him everlasting crowns and graces, and today he shines as a martyr as much as he was a beacon during his earthly life. It was during this time, that the Orthodox Church announced Saint Jacob's holiness and added him to her list of honoured martyr saints, and prayed for his intercession.
Our Saint was almost forgotten in the course of history. This was due to the severe sufferings of the Orthodox Church under various Muslim sultanates that both weakened the Christian spiritual life and resulted in a noticeable drop of Christian literacy. Additionally, all manuscripts and data that could have been sent translated abroad, were either forgotten, lost, or destroyed.
However, recorded encounters by the monastery's pilgrims, upon seeing visions of Saint Jacob and many others, who sensed his presence, affirmed and authenticated his sainthood. Glorifying the name of our Lord, Saint Jacob also healed many.
We have recently discovered a clear mention of Saint Jacob in a manuscript preserved at the Belamand Monastery in a Gerontikon, an hagiography or compilation of biographical short stories of the lives of holy saints. In a Balamand archival manuscript, numbered 149, it clearly indicates that the Orthodox Church commemorates his memory on October 13th.
The Monastery of the Dormition of the Theotokos, Kousba, Hamatoura in Lebanon, commemorated his memory for the first time on October 13th 2002, in an all-night prayer vigil (agrypnia). A number of priests, deacons, and believers participated in that memorable day, as the attendees chanted Saint Jacob's troparion and akolouthia, prepared and edited by the monastery's monks.
Today, believers and pilgrims are constantly reporting his apparitions, miraculous healings and other Grace-filled deeds. All of this kindled the spiritual fervorness to celebrate the memory of this Saint and give praise to the Lord, while honoring Saint Jacob of Hamatoura who is still living among us in his monastery performing miraculous deeds, calls, and visitations to believers.

*Mamelukes: are members of a Muslim sultanate, virtual rulers of Egypt (1250-1517). They were defeated by Napoleon in the Battle of the Pyramids (1798) and destroyed by Mohammad Ali (1811). The Mamelukes were originally a mounted military force, recruited from Circassian or Turkish slaves who converted to Islam, and brought up in the courts of Muslim rulers or Caliphs.

The martyrdom of Saint Jacob of Hamaroura.

http://www.hamatoura.com/GreetingCard/October13/St.JacobofHamatoura.html

Hamatoura Monastery Official Website.

http://www.hamatoura.com/

Apolytikia, Kontakia and Various Hymns of Saint Jacob of Hamatoura.


Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

ΣΑΝΑΑ: Η ΟΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΡΑΒΙΑΣ - SANA'A: THE ROOFTOP OF ARABIA

Η Σαναά, είναι η πρωτεύουσα της Υεμένης, και η παλιά Σαναά είναι μία από τις πιο αρχαίες πόλεις του κόσμου. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν την πόλη ως την πιο αρχαία "ζώσα" πόλη του κόσμου. Παρά τον πρόσφατο αλματώδη ρυθμό αστικής ανάπτυξης, η παλιά Σαναά, κυρίως στην ανατολική πλευρά της, έχει παραμείνει σχετικά ανέπαφη. Το τείχος της πόλης σε αρκετά σημεία έχει χωριστεί ώστε να μπορούν τα αυτοκίνητα και οι μοτοσικλέτες να μπαίνουν στα στενά δρομάκια, σωλήνες νερού φτιαγμένες από χάλυβα διαπερνούν τόσο τις λωρίδες των δρόμων όσο και τα εξωτερικά τοιχώματα των σπιτιών. Ακόμη και με αυτές τις σύγχρονες προσθήκες, η Σαναά είναι μια αξιόλογη πόλη, πολλά από τα σπίτια είναι περισσότερο από 400 χρόνων και όλα είναι βασισμένα στην ίδια χιλιάδων ετών μορφή. Κατ' ακρίβεια, η παλιά Σαναά θεωρείτε διεθνώς ως ένα τόσο μοναδικό μέρος της ανθρώπινης πολιτιστικής κληρονομιάς, που το 1984, η ΟΥΝΕΣΚΟ ξεκίνησε μια διεθνή εκστρατεία για τη διαφύλαξη της πόλης μαζί με την πόλη Σιμπάμ. Τι κάνει τη Σαναά τόσο ξεχωριστή; Δύο πράγματα. Πρώτα, η Μεντίνα, ή το περιτειχισμένο παλιό κέντρο της πόλης, είναι μία από τις μεγαλύτερες πλήρως διατηρημένες Μεντίνες στον αραβικό κόσμο. Δεύτερο, η αρχιτεκτονική της Σαναά είναι σαφώς διαφορετική από ότι βρέθεται όπου τίποτε αλλού στον κόσμο.


Sana'a is the capital of Yemen and Old Sana'a is one of the most ancient cities in the world. Many historians regard the city as the most ancient "living" city in the world. Despite the furious pace of recent urban developement, Old Sana'a, especially the eastern part, has remained relatively intact. The city wall has been broken in several places to let in cars and motorcycles enter the narrow streets, and steel water pipes crisscross both the lanes and the outer walls of the houses. Even with those modern additions, Sana'a is a remarkable city, many of the houses are more than 400 years old and all are build in the same thousand year old style. In fact Old Sana'a is internationally regarded as such a unique part of human cultural heritage that, in 1984, UNESCO launched an international campain to safeguard the city along with the city of Shibam. What makes Sana'a so special? Two immediate things stand out. First, the medina, or the old walled centre of the city, is one of the largest completely preserved medinas in the Arab world. Second, the architectute of Sana'a is distinctly different from that found anywhere else in the world.

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2008

ΣΙΜΠΑΜ: ΤΟ ΜΑΝΧΑΤΑΝ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ - SHIBAM: THE MANHATTAN OF THE DESERT

Περιβαλλόμενη από ένα τείχος-κάστρο, η πόλη του Σιμπάμ η οποία ανάγεται στο 16ο αιώνα και που βρίσκεται στην Υεμένη, είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις και με το καλύτερο παράδειγμα πολεοδομικού σχεδιασμού με βάση την αρχή της κάθετης οικοδόμησης. Το Σιμπάμ είναι η αρχαιότερη πόλη με ουρανοξύστες στο κόσμο. Οι εντυπωσιακές δομές της που φαίνονται σαν πύργοι να εξυψώνονται από τον βράχο, έχουν δώσει στη πόλη το όνομα, Σιμπάμ ''το Μανχάταν της ερήμου''. Το Σιμπάμ εμφανίζεται από μακριά, σαν ένα επιβλητικό κάστρο με τα ψηλά του σπίτια, μερικά από τα οποία είναι 11 πατώματα ύψος, σχηματίζοντας τετράγωνα που χωρίζονται με στενές λωρίδες και πλατείες. Υπάρχουν περίπου 500 ουρανοξύστες χτισμένοι από άχυρο που ενισχύθηκαν με πήλινα τούβλα, τα σπίτια είναι σχεδόν ίσα σε ύψος, με κάθε όροφο να είναι ένα διαμέρισμα που κατοικείται από μια οικογένεια. Μερικές γυναίκες της πόλης, επισκέπτονται τις γειτόνισσες τους από ουρανοδρόμια από τον ένα όροφο στον άλλον προκειμένου να εξοικονομήσουν χρόνο και προσπάθεια. Ορισμένα σπίτια χρονολογούνται στα 500 χρόνια. Η πόλη είναι περιτειχισμένη και έχει μία έξοδο. Την πόλη επισκέφθηκαν πρωτοπόροι Ευρωπαίοι ταξιδιώτες που την αποκάλεσαν το Μανχάταν της ερήμου. Η ΟΥΝΕΣΚΟ τοποθέτησε το Σιμπάμ στο κατάλογο ανθρώπινης κληρονομιάς και το 1984, ανακήρυξε μια διεθνή εκστρατεία για την προστασία του. Η πόλη έχει καταστραφεί από πλημμύρες πολλές φορές, πιο πρόσφατα στο 1532. Το Σιμπάμ έχει περίπου 7,000 κατοίκους.

Surrounded by a fortified wall, the 16th-century city of Shibam, in Yemen is one of the oldest and best examples of urban planning based on the principle of vertical construction. Shibam is the oldest skyscraper-city in the world. Its impressive tower-like structures rise out of the cliff and have given the city the nick name, Shibam 'the Manhattan of the desert'. Shibam looks, from a distance, like an imposing castle with its lofty houses, some of which are 11 floors high, forming close blocks separated by lanes and squares. There are about 500 skyscrapers built of straw reinforced mud bricks, the houses are almost equal in height, with each floor being an apartment occupied by a single family.Some women of the city visit their neighbors across skywalks from one rooftop to another in order to save time and effort. Some houses date back 500 years. The city is walled and has one gate. The city was visited by pioneering European travelers who called it the Manhattan of the desert. UNESCO placed Shibam on its Human Patrimony list and, in 1984, announced an international campaign for its protection. It has been destroyed by floods several times, most recently in 1532. Shibam has about 7,000 inhabitants.

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

ΟΙ ΜΑΥΡΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΟ ΙΡΑΝ - THE BLACK LIVES OF WOMEN IN IRAN

Η συνάντηση μου με ιρανές γυναίκες ενώ ήμουν στο Ιράν, ήταν τόσο δύσκολο για μένα όσο και για να συναντούσα ένα Εσκιμώο. Πρώτα, πρώτα αν ποτέ κάποιος επισκεφθεί ένα σπίτι στο Ιράν, συνήθως ο φίλος που τον κάλεσε θα αρχίσει να φωνάζει από το εξωτερικό του σπιτιού με δυνατή φωνή "γιάλλα, γιάλλα" που σημαίνει φύγετε, φύγετε. Αυτό είναι το σύνθημα που χρησιμοποιείται για να ενημερώνονται οι γυναίκες του νοικοκυριού και να γνωρίζουν ότι ένας ξένος άνδρας έρχεται για επίσκεψη, ώστε να φύγουν ή το ελάχιστον να βάλουν το τσαντόρ τους. Όταν ένας άνδρας χαιρετά ιρανές γυναίκες, δεν θα πρέπει ποτέ να τους κάνει χειραψία. Το καλύτερο είναι να αγνοήσει τελείως την ύπαρξη τους ή το πιο πολύ να τους πει ένα απλό "σαλάμ" που σημαίνει χαίρετε. Όταν προσπερνούσα γυναίκες στο δρόμο, παρατήρησα ότι αν το πέρασμα ήταν στενό, σταματούσαν το περπάτημα και πήγαιναν στην άκρη του δρόμου και έστρεφαν το κεφάλι τους προς τον τοίχο για να μην τις κοιτάξω, περιμένοντας με να φύγω για να συνεχίσουν το περπάτημα τους. Ναι, είναι δυνατόν να μιλήσει κάποιος με μια ομάδα κοριτσιών του πανεπιστημίου αν τις συναντήσει κάπου, αλλά η συνομιλία είναι συνήθως "από που είστε;" και ''πώς σας άρεσε το Ιράν;'' Για να συναντήσει κάποιος γυναίκες μόνες τους και να έχει μια κάπως βαθύτερη συνομιλία μαζί τους είναι σχεδόν αδύνατο. Συχνά αναρωτιόμουν και ήθελα να μάθω πως αισθάνονται να φορούν αυτά τα μαύρα τσαντόρς με τόση ζέστη, θα ήθελα να ξέρω πως σκέφτονται για τον εαυτό τους και για τη ζωή τους. Αφού πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της παραμονής μου στο Ιράν διαμένοντας σε μία από τις πιο παραδοσιακές και θρησκευόμενες πόλεις της χώρας, ήταν αδύνατο να τους μιλήσω. Το πλησιέστερο που έφθασα για να γνωρίσω μια γυναίκα εκεί, ήταν η καθαρίστρια στο ξενοδοχείο που διέμενα. Θα πρέπει να αναδιατυπώσω τη δήλωσή μου και να πω, το πλησιέστερο που μπόρεσα ποτέ να μάθω για τη ζωή μιας γυναίκας, δεδομένου ότι δεν μπορούσα να μιλήσω κατευθείαν μαζί της επειδή η ίδια δεν γνώριζε αγγλικά και εγώ δεν ξέρω Φαρσί. Αυτό που έμαθα όμως ήταν ότι ήταν μια πολύ φτωχή γυναίκα που παντρεύτηκε ένα τοξικομανή που ποτέ του δεν δούλευε, αλλά την έστειλε να καθαρίζει δωμάτια και της έπαιρνε όλο το μισθό της για να αγοράζει τα ναρκωτικά του. Αυτή δέκτικέ την τύχη της χωρίς να παραπονιέται. Μια μέρα συνάντησα μια γυναίκα που ήλθε από την Τεχεράνη, και φαινόταν εξελιγμένη και αφού διέμενε στο ίδιο ξενοδοχείο που διέμενα και εγώ, βρήκα την ευκαιρία να μιλήσω μαζί της. Μου είπε ότι ήταν καθηγήτρια γεωγραφίας, αλλά σταμάτησε την εργασία της επειδή δεν μπορούσε να αντέξει να λέει ψέματα στους μαθητές της, και να τους διδάσκει μόνο αυτά που η κυβέρνηση ενέκρινε κατά τα μαθήματα της. Aν και εξελιγμένη καθώς φαινόταν, παρατήρησα πως αισθανόταν άβολα να μιλάει μαζί μου, για αυτό την αφίσα μόνη. Από τύχη γνώρισα έναν υπέροχο παιδί μέσω ενός φίλου, που ήταν παντρεμένος και ζούσε στην Τεχεράνη. Αυτό το παιδί αποδείχθηκε ότι ήταν ένας από τους πιο ανοικτά σκεπτόμενους ανθρώπους που συνάντησα ποτέ στο Ιράν. 'Οταν πήγα στη Τεχεράνη, του τηλεφώνησα, και δείχνοντας μου την φιλοξενία του, που είναι τόσο συνηθισμένο για τους ιρανούς, με κάλεσε να πάω σπίτι του. Όταν έφθασα στο σπίτι του, με μεγάλη έκπληξη είδα να με καλωσορίζει η σύζυγος του με ένα παντελόνι τζιν και ένα φανελάκι. Δεν φορούσε κάλυμμα στο κεφάλι ούτε φορούσε κάτι πλατύ για να μην αναγράφεται το σώμα της. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα ποτέ μια γυναίκα στο Ιράν χωρίς να καλύπτει το κεφάλι και το σώμα της. Στο Ιράν θεωρείται προσβολή για τους άνδρες για μια γυναίκα να μην καλύπτει το κεφάλι της μπροστά σε ξένους. Είναι έλλειψη σεβασμού τόσο για την ίδια και για τους ξένους άνδρες να παρουσιάζει τον εαυτό της με τέτοιο τρόπο. Όχι μόνο δεν με καλωσόρισε με αυτό το πολύ ασυνήθιστο τρόπο, αλλά επίσης μου έκανε χειραψία με το πολύ ζεστό της καλωσόρισμα. Βλέποντας την να αισθάνεται τόσο άνετα, με έκανε πραγματικά χαρούμενο, και δεν πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα για μένα να ξεκινήσω να της κάνω ερωτήσεις απολαμβάνοντας συνάμα ένα φλιτζάνι τσάι που μου πρόσφερε. Μου είπε πολλά πράγματα για τις γυναίκες στο Ιράν που πάντα ήθελα να ξέρω. Πρώτα-πρώτα, κάτω από τον ισλαμικό νόμο, οι γυναίκες δεν έχουν πολλά δικαιώματα. Μια γυναίκα δεν μπορεί να παντρευτεί εκτός εάν ο πατέρα της συμφωνεί, και στην περίπτωση που ο πατέρας της είναι νεκρός, ο μεγαλύτερος θείος της (από την πλευρά του πατέρα) πρέπει να συμφωνήσει. Σε πολλές περιπτώσεις, ο πατέρας ή άλλος άρρενας συγγενείς, δεν επιτρέπει σε μια γυναίκα να παντρευτεί, είτε επειδή τη θέλει να παραμείνει στο σπίτι και να τον φροντίζει, ή για άλλους προσωπικούς λόγους. Έτσι αυτές οι γυναίκες πρέπει να παραμείνουν μόνες τους για το υπόλοιπο της ζωής τους, μόνο και μόνο επειδή οι άνδρες στην οικογένειά τους το επιθυμούν έτσι. Αν μια γυναίκα παντρευτεί, που είναι και το πιο συνηθισμένο, δεν έχει δικαίωμα να αρνηθεί τίποτα από τον σύζυγό της, που περιλαμβάνει και το σεξ, πράγμα που σημαίνει ότι πολλές φορές οι γυναίκες έχουν πέσει θύμα βιασμού από τους συζύγους τους επειδή δεν μπορούν να του αρνηθούν. Οι γυναίκες δεν έχουν δικαίωμα να κατέχουν διαβατήριο, ή να ταξιδεύουν έξω από τη χώρα, εκτός εάν ο σύζυγος τους υπογράψει τα κατάλληλα έγγραφα, συμφωνώντας πρώτα. Το μόνο που μια γυναίκα έχει ως ασφάλεια είναι τα χρήματα της νύφης, που ο σύζυγός της έχει συμφωνήσει να της δοθεί πριν από το γάμο, σε περίπτωση που θέλει να της δώσει διαζύγιο. Το ποσό των χρημάτων που δίνεται εξαρτάται με την κοινωνική τάξη της γυναίκας. Όσο ποιο πλούσια είναι, τόσο περισσότερα τα χρήματα που θα πάρει. Ωστόσο οι άνδρες βρήκαν ένα τρόπο για να μπορούν να αποφεύγουν στο να πληρώνουν αυτά τα χρήματα τις συζύγους τους, σε περίπτωση που τους δώσουν διαζύγιο. Αυτό είναι ως εξής: Σύμφωνα με τον Ισλαμικό νόμο, τα παιδιά σε μια οικογένεια ανήκουν στον πατέρα μέχρι την ηλικία των 14 ετών, αν ο σύζυγος διαζευγθεί τη σύζυγό του, έχει το δικαίωμα για την επιμέλεια των παιδιών και μπορεί να τα πάρει από τη μητέρα τους. Η μητέρα είναι μητέρα σε κάθε χώρα, και οι μητέρες θα κάνουν τα πάντα για να μην χάσουν τα παιδιά τους, και ο άνδρας χρησιμοποιεί αυτή τη φυσική αδυναμία της πρώην συζύγου του, και συμφωνεί να της επιτρέψει να έχει τα παιδιά με αντάλλαγμα να μην πληρώσει τα χρήματα που συμφώνησε να καταβάλει σε περίπτωση διαζυγίου. Πολλές διαζευγμένες γυναίκες στο Ιράν καταντούν χωρίς καθόλου λεφτά και πάμφτωχες έτσι ώστε να μπορούν να έχουν τα παιδιά τους να διαμένουν μαζί τους. Τώρα τι συμβαίνει όταν ένας σύζυγος κτυπά τη σύζυγο του και την κακοποιεί; Σύμφωνα πάλι με τον ισλαμικό νόμο, μια γυναίκα δεν έχει δικαίωμα να πάρει τον σύζυγό της στο δικαστήριο και δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ακόμη χειρότερα, ενώ ο άνδρας δικαιούται και μπορεί να χωρίσει από την σύζυγο του, η γυναίκα δεν δικαιούται και ούτε μπορεί να χωρίσει τον σύζυγο της. 'Έμεινα πολύ σοκαρισμένος ακούγοντας όλα αυτά τα πράγματα και το μόνο που μπορούσα να πω ήταν ότι πραγματικά λυπόμουν γιατί ήταν έτσι η θρησκεία τους. Η απάντηση και από τους δύο ήταν ότι μισούσαν να είναι μουσουλμάνοι, αλλά δεν είχαν άλλη επιλογή. Θα τους θανατώνονταν εάν άλλαζαν την θρησκεία τους. Μπαίνοντας σε πιο προσωπικά θέματα, η γυναίκα του φίλου μου, μου είπε ότι εργάζεται σε δύο διαφορετικές δουλειές για να τα βγάλει πέρα, ενώ ο σύζυγος της έχει μια 12 άωρη δουλειά, και δουλεύει έξι μέρες τη βδομάδα. Πρέπει να προσθέσω εδώ ότι το να εργάζεται κάποιος για 12 ώρες την ημέρα, είναι ο κανόνας στον Ιράν, και πολλοί άνθρωποι εργάζονται για περισσότερες ώρες και 16 δεν είναι ασυνήθιστο. Πληροφορήθηκα ότι παντρεύτηκαν ενώ αυτή ήταν ακόμη μικρή, και δεν είχε χρόνο να απολαύσει τη ζωή, που για μένα ήταν περίεργο, διότι δεν ξέρω πως μπορεί κανείς πραγματικά να απολαύσει τη ζωή στο Ιράν. Εν πάση περιπτώσει, ο σύζυγο της (ο φίλος μου) την έχει ενθαρρύνει να φύγει για λίγο και της έδωσε την ελευθερία να πάει και να ανακαλύψει πράγματα που έχει χάσει στη ζωή. Τώρα, δεν πιστεύω ότι πολλοί άνδρες που ζουν σε οποιαδήποτε χώρα θα ήταν τόσο ευσυνείδητοι για τις ανάγκες τις συζύγους τους, ιδίως ένας ιρανός. Ήμουν πολύ χαρούμενος που γνώρισα ένα τόσο καλό παιδί, και που μου έδωσε την ευκαιρία να μάθω μια άλλη πλευρά της ζωής στο Ιράν.

NOCTOC

Meeting Iranian women while in Iran was as difficult for me as meeting an Eskimo. For one thing, if you ever visit Iranian houses, usually your male friend who invited you will start calling from outside the house in a loud voice ''yalla-yalla'' which means "go-go". This is the signal letting women in the household know that a strange man is coming to visit so that they disappear or put on their chador the least. When greeting Iranian women, a man should never shake hands with her. The best is to ignore her existence or the most is so say a simple ''salam'' which means hello. When passing women in the street, I noticed that if the passage was narrow, they would stop walking and go by the street side and turn around so their faces would not be seen, waiting for me to leave and then continue to walk. Yes, it is possible to talk to a group of university girls you met somewhere but the talk is usually where you from and how you like Iran. Meeting women individually and have a deeper conversation with them is almost out of the question. I have often wondered and wanted to know how they feel wearing these black chadors in such a hot weather, I wanted to know how they think about themselves and about their lives. Since I spend most of my time in Iran staying in one of the most traditional and religious cities of the country, it was out of the question. The closer I ever got to know a woman there was the cleaning lady at the hotel I was staying. I should rephrase my statement and say, the closer I ever got to know about a woman's life, since I could not speak with her since she did not know English and I did not know Farsi, to talk to her directly. What I found out however was that she was a very poor woman who married a drug addict who never worked, but send her to clean rooms and take all her salary away to buy his drugs. She accepted her fortune with no complain. Then one day I met a woman who came from Tehran, she looked sophisticated and since she was staying at the hotel, I found the opportunity to talk with her. She told me that she was a geography teacher but she quit her job because she could not stand having to lie to her students, and teach them what the government approved in her classes. As sophisticated as she looked, I noticed that she felt uncomfortable talking to me, so I let her alone. By change I met a wonderful guy through a friend, who was married and lived in Tehran. This guy turned out to be one of the most open minded people I ever met in Iran. When I went to Tehran, I gave him and call, and showing me his hospitality which is so usual for Iranians, he invited me to go to his house. At his house, I was very surprised to be greeted by his wife in a pair of jeans and a T-shirt. She was not wearing any hejab or body covering. This is the first time I ever saw a woman in Iran without covering herself. In Iran it is considered an insult to the men for women not to wear a hedjab in front of strangers. It is disrespectful for both herself and the strange men to present herself this way. Not only did she greeted me in this very unusual way, but she also shook hands with me in a very warm welcome. Seeing her feel so comfortable, really made me happy, and it did not take long for me to start asking her questions while enjoying the glass of tea she offered me. She told me many things about women in Iran I always wanted to know. For one thing, under Islamic law, women have no much rights. A woman cannot get married unless her father agrees, and in the case her father is dead, her older uncle (from her father's side) must agree. In many cases, fathers or other male relatives do not allow women to get married, either because they want them to stay in the house and look after them, or for other personal reasons. Therefore these woman must stay alone for the rest of their lives, only because the men in their families wished it so. If a woman gets married, and that is the most usual, she has no right to refuse anything to her husband, and that includes sex, which means that many times women get raped by their husbands because they cannot refuse them. Women have no right to hold a passport, or travel outside the country, unless their husband sign the appropriate papers agreeing for it. The only security a woman has is the bride money which her husband had agreed to give her before marriage in case he divorces her. The mount of the money given depends with the social class of the woman. The richer she is, the more the money given. However men found a way of getting away from paying this money to their wives in case they divorce them. Here is how. By Islamic law, the children in a family belong to the father until the age of 14, if a husband divorces his wife, he has the right over the custody of the children and he can take them away. A mother is a mother in every country, and mothers will do anything not to loose their children and men use this natural weakness of their ex-wives, and agree to allow them to have the children in exchange of not paying the money they agreed to pay in case of divorce. Many divorced women in Iran stay penniless and poor just so that they can have their children stay with them. Now what happens when a husband beats up his wife and abuses her? By Islamic law, a woman has no right to take her husband to court and therefore she can do nothing to defend herself. To make matters even worse, while the man has the right and he can divorce his wife, the woman on the other had has no right and she cannot divorce her husband. I was so shocked to hear all these things and all I could say was that I was really sorry their religion was like this. The reply from both was that they hated being Muslim, but they had no choice. They would be killed if they changed their religion. Getting in more personal matters, the wife of my friend told me that she works at two jobs to make ends meet while her husband has a 12 hour job, six days a week. I must add here that working for 12 hours is the norm in Iran, and many people work ever for longer hours and 16 is not unusual. I was informed that they got married while she was still young, and she had no time to enjoy life, which for me was strange because I don't know how anybody can actually enjoy life in Iran. In any case, her husband (my friend) has encouraged her to move out for a while and gave her the freedom to go and discover things that she missed in life. Now, I do not believe that many men living in any country would be so caring for their wive's needs, especially an Iranian. I was so happy to meet such a great guy, and he gave me the opportunity to look at another side of Iranian life.

NOCTOC

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

ΤΕΧΕΡΑΝΗ: ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΧΩΡΙΣ ΨΥΧΗ - TEHRAN: A CITY WITHOUT A SOUL

Δεν ξέρω τι σημαίνει η Τεχεράνη σε άλλους ανθρώπους, αλλά για μένα ήταν μια πόλη που δεν γνώριζα σχετικά τίποτα και οι μόνες εικόνες που είδα ποτέ από εκεί ήταν οι χιλιάδες άνθρωποι που φώναζαν αντί-αμερικανικά συνθήματα, σε μία από τις κεντρικές πλατείες που αργότερα βρήκα ότι ονομάζεται Πλατεία Αζάντι (Πλατεία Ελευθερίας). Αυτό ήταν όλο. Η Τεχεράνη, όπως φαίνεται αποδείχθηκε ότι ήταν μια πολύ μεγάλη έκπληξη για μένα. Είναι τεράστια πόλη με πληθυσμό 16 εκατομμυρίων κατοίκων,και μπορεί να είναι μια χώρα από μόνη της. Στη πραγματικότητα η Τεχεράνη είναι μία χώρα μέσα σε χώρα, επειδή η πόλη είναι όπως καμιά άλλη στο Ιράν. Έχει το δικό της ρυθμό ζωής και έχει μια πολύ διαφορετική όψη και αέρα να την περιβάλει.
Κάποιος μπορεί να πιστεύει ότι η Τεχεράνη θα είναι μια ανατολίτικη πόλη αφού είναι η πρωτεύουσα και η καρδιά του Ιράν, αλλά όπως σχεδόν όλα τα υπόλοιπα στο Ιράν, η αντίληψη και η πραγματικότητα δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Η Τεχεράνη είναι μια τεράστια σύγχρονη μητρόπολη με μια πολύ ενδιαφέρουσα σύγχρονη δυτική αρχιτεκτονική από Αρτ Ντεκό σε μοντέρνα και μετά- μοντέρνα κτίρια οικοδομημένα το ένα δίπλα από το άλλο.Οι δρόμοι είναι πλατιοί και φυτεμένοι με δέντρα. Μπορεί εύκολα να εκληφθεί ως μία πόλη της Βορείου Αμερικής, δεδομένου ότι τα πάντα είναι καινούργια και σύγχρονα, αλλά αυτή η εντύπωση εύκολα εξαφανίζεται όταν κοιτάξουμε στο δρόμο και δούμε όλες τις γυναίκες είτε να φορούν πέπλα ή τσαντόρς . Αυτό μας υπενθυμίζει ότι είμαστε σε μια ισλαμική χώρα και όχι στη Βόρειο Αμερική. Όταν οι μουεζίνηδες καλούν τη πρόσκληση για προσευχή, με μαγνητοφωνημένη φωνή από τους μιναρέδες, οι φωνές τους φαίνονται να είναι εκτός τόπου, σαν και αυτές να μην έχουν καμία θέση σε αυτή τη σούπερ μοντέρνα μητρόπολη. Δίνει την εντύπωση ότι είναι κάτι ψεύτικο και εντελώς άσχετο προς την πόλη, κυρίως αν κάποιος παρακολουθήσει τον κόσμο να περπατά χωρίς να δίνει οποιαδήποτε προσοχή σε αυτούς και τις προσευχές τους.
H Τεχεράνη είναι στη πραγματικότητα πολλές Τεχεράνες. Το βόρειο τμήμα της πόλης, είναι εκεί όπου όλοι οι πλούσιοι της Τεχεράνης ζουν. Η ζωή τους διαφέρει πολύ λίγο από τη ζωή τους δυτικούς γιάπηδες που ζουν σε πολυτελή διαμερίσματα. Εδώ δεν φοριούνται τα τσαντόρ, αλλά οι γυναίκες κυκλοφορούν ντυμένες όσο προκλητικά μπορούν, χωρίς να υπερβαίνουν τον ισλαμικό κώδικα ντυσίματος από φόβο μήπως συλληφθούν. Το μείκ απ που βάζουν είναι υπερβολικά πολύ, και οσαδήποτε δυτικός θα παραξενευτεί όταν δει τόσο πολύ μέικ απ στις γυναίκες. Οι γυναίκες των βορείων προαστίων της Τεχεράνης όμως φορούν πάρα πολύ μέικ απ, ως ένα τρόπο εξέγερσης ενάντια στο ισλαμικό καθεστώς τους και εναντίον του επιβεβλημένου ισλαμικού κώδικα περιβολής. Μερικές πιο τολμηρές γυναικείες ψυχές θα καπνίσουν ακόμη και στο δρόμο και παραξενεύτηκα όταν το είδα αυτό, δεδομένου ότι σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της χώρας, θα προκαλούσε άμεση σύλληψη. Οι γυναίκες στο Ιράν απαγορεύονται να καπνίζουν στο δρόμο, αλλά στα βόρεια προάστια της Τεχεράνης, αυτός ο νόμος αμφισβητείται όπως και πολλοί άλλοι νόμοι.
Από την άλλη πλευρά, τα νότια προάστια της Τεχεράνης είναι ένας άλλος κόσμος. Εδώ είναι όπου ζουν όλοι οι φτωχοί. Η μεγάλη πλειοψηφία έχουν μετακινηθεί από τα χωριά τους από όλο το Ιράν αναζητώντας μια καλύτερη ζωή για τους ίδιους και τις οικογένειες τους. Αυτή η Τεχεράνη δεν έχει όμορφα κτίρια, οι δρόμοι είναι βρώμικοι, και οι άνθρωποι δείχνουν να είναι ακάθαρτοι και βρώμικοι επίσης. Δεν υπάρχει η αφθονία εδώ, αλλά η δυστυχία και η φτώχεια, αν και αυτή η φτώχεια δεν είναι τίποτε σε σύγκριση με άλλες χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου. Στη βόρεια Τεχεράνη, η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου αποτελείται από άθεους, και νοιάζονται πολύ λίγο για το Ισλάμ, τον προφήτη του και τους ιμάμηδες τους. Στο νότιο τμήμα, οι άνθρωποι κουβάλησαν τις συντηρητικές θρησκευτικές και κοινωνικές συνήθειες από τα χωριά τους, όταν μετακόμισαν στην πόλη. Τα τσαντόρ φαίνονται σε αφθονία εδώ, το ίδιο όπως φοριούνται από τις γυναίκες σε όλο το Ιράν. Όμως ακόμη και σε αυτό το συντηρητικό μέρος της πόλης υπάρχει ένας αστικός αέρας που δεν βρέθεται πουθενά αλλού στο Ιράν. Οι κάτοικοι της Τεχεράνης γνωρίζουν πολύ καλά ότι είναι οι πιο προνομιούχοι Ιρανοί. Ακόμη και αυτοί που ζουν στο υποβαθμισμένο μέρος της πόλης. Γνωρίζουν ότι η πόλη τους ,τους δίνει μια καλύτερη ζωή παρά οπουδήποτε αλλού στο Ιράν, και ότι ο τεράστιος πληθυσμός της, τους δίνει την ελευθερία να χαθούν μέσα στο πλήθος και να μην ελέγχονται στενά από την Ισλαμική αστυνομία. Οι ποιο πολλοί κάτοικοι της πόλης δεν φεύγουν ποτέ από την Τεχεράνη προτιμώντας να είναι ένα ανώνυμο πρόσωπο ανάμεσα στα εκατομμύρια, προτιμώντας να μην χάσουν αυτή τη λίγη πολύτιμη ελευθερία της ανωνυμίας που έχουν εδώ.
Ωστόσο, τι προσφέρει η Τεχεράνη στους κατοίκους της ως πόλη; Εκτός από το να έχει μεγάλους δρόμους, μεγάλα κτίρια και πολλά πολυτελή καταστήματα για ψώνια, υπάρχει πολύ λίγη επιλογή υπό μορφή ψυχαγωγίας. Φανταστείτε μια πόλη με 16 εκατ. ανθρώπους που δεν έχουν πουθενά να πάνε το βράδυ εκτός από καμιά πιτσαρία ή ένα εστιατόριο. Όπως και σε όλο το Ιράν, δεν υπάρχουν κλαμπ ή ντίσκο στη Τεχεράνη. Δεν υπάρχει διέξοδος για τους νέους ανθρώπους να συναντηθούν, να κάνουν παρέα. Οι δρόμοι φαίνεται να έχουν πάρει τη θέση της εν λόγω απουσίας. Το βράδυ χιλιάδες μα χιλιάδες άνθρωποι μαζεύονται στους δρόμους για να περπατήσουν, ντυμένοι στα καλύτερα τους ρούχα έτσι ώστε να μπορούν να θαυμάζουν και να τους θαυμάζουν .Όμως μέχρι τις 11 μ.μ., ακόμη και οι δρόμοι ερημώνουν και είναι δύσκολο να πιστέψει κάποιος ότι μία τέτοια τεράστια μεγαλούπολη πέφτει και κοιμάται τόσο νωρίς.
Η Τεχεράνη μπορεί να είναι μια μεγάλη μητρόπολη, αλλά στο τέλος έχει την ίδια τύχη όπως και όλες οι άλλες πόλεις στο Ιράν. Η πόλη δεν έχει καμία ενέργεια, δεν έχει ψυχή. Οι άνθρωποι είναι ίσως περισσότερο δυστυχισμένοι και πιο καταθλιμμένοι από αυτούς που ζουν στο υπόλοιπο Ιράν. Η ζωή εδώ είναι ακριβή, η προσπάθεια να κερδίσουν τα προς το ζην, αφαιρεί ένα τεράστιο μέρος της ενέργειας των ανθρώπων. Τεράστιο, όπως τεράστια είναι η πόλη η ίδια. Η ενέργεια τους φεύγει και δεν υπάρχει τίποτα που η πόλη να μπορεί να προσφέρει για να τους την επιστρέψει. Το γεγονός ότι η Τεχεράνη είναι μία από τις πιο ρυπασμένες πόλεις στον κόσμο, δεν βοηθάει.

NOCTOC

I do not know what Tehran means to other people but for me it was a city that I knew nothing about and the only pictures I ever saw from there was the thousands of people chanting anti-American slogans at one of the central squares which I later found to be called Azadi (Freedom) Square. That was all.
Tehran as it seems turned out to be a very big surprise to me. The city is humongous with a population of 16 million people, it can be a country all by itself. In reality Tehran is a country within a country because the city is like no other in Iran. It lives its own pace of life and it has a very different look and air about it.
One might think that Tehran will be an oriental city being the capital and the heart of Iran but like almost everything else in Iran, perception and reality have no relation between them. Tehran is a huge modern metropolis with a very interesting modern western architecture from art deco to modern and post modern buildings all build right next to each other. The streets are wide and tree lined. It can be easily be mistaken as a North American city since everything is new and modern but this impression easily disappears when you look in the street and see all the women clad in either hejabs or chadors. This reminds you that you are in an Islamic country and not in North America. When the muezzins call for prayers with a recorded voice, over the minarets, their voices seem to be out of place, as if they have no place in this super modern metropolis. It comes across as being something fake and completely irrelevant to the city especially as one sees the people walking by without paying any attention to them and their prayers.
Tehran is actually many Tehrans. The north part of the city is where all the affluent rich Teheranis live. Their lives differ very little from the lives of any other westerners living in their condominium yuppie apartments. No chadors are worn here but women go about dressed as provocatively as they can without actually braking the Islamic dress code and getting arrested. Their make up is too much, and any westerner will be shocked to see so much make up on a woman. For Tehrani women of the northern suburbs however wearing too much make up is a way of revolting against their Islamic regime and against the imposed Islamic dress code. A few more daring female souls will actually even smoke in the street and I was shocked to see this since in any other part of the country, it would cause immediate arrest. Women in Iran are banned from smoking in the street, but in the suburbs of northern Tehran, this law is being challenged as are many other laws.

On the other hand, southern Tehran is another world. This is were all the poor live. The great majority having moved from their villages from all over Iran seeking a better life for themselves and their families. This Tehran has no beautiful buildings, its streets are dirty, and people look unclean and dirty as well. No affluence here, but misery and poverty, although this poverty is nothing compare to other countries of the developing world. In north Tehran the great majority of the people are atheists, caring very little for Islam and his prophet and their imams. In the southern part, people have brought their conservative religious and social beliefs from their villages when they moved into the city. Chadors can be seen in abundance here, as they are worn by women all over Iran. Yet, even in this conservative part of the city there is an urban air about it not found anywhere else in Iran.
Tehranis know very well that they are the most privileged of all Iranians. Even those living in the poor part of the city. They know that their city gives them a better life then elsewhere in Iran and that its huge population gives them freedom to be lost and not be closely serviled by their Islamic police. Most of the Tehranis have never been out of Tehran preferring to be an anonymous face amongst millions, preferring not to loose this precious little freedom of anonymity they have here.
However, what does Tehran offer to Tehranis as a city? Besides having grand streets and grand building and finding many luxury stores to shop, there is precious very little in the form of entertainment. Imagine a city with 16 million people who have no-where to go at night except to a pizza place or a restaurant .Like all Iran, there are no clubs or discos in Tehran. There is no outlet for young people to meet, to get together. The streets seem to take the place of this absence. During the evening thousands upon thousands of people crowd the streets to take walks dressed in their best so that they can see and be seen. However by 11 O'clock even the streets get deserted and it is hard to believe that such a huge mega city falls asleep so early.
Tehran might be a huge metropolis but at the end it has the same fate like all other cities in Iran. The city has no energy, no soul. The people are perhaps more unhappy and more depressed then elsewhere in Iran. Life here is expensive ,trying to make a living takes a huge effort out of the people. Huge as the city itself. Their energy is taken away and there is nothing that the city can offer to give it back to them. The fact that Tehran is one of the most polluted cities in the world does not help either.


NOCTOC

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ: ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΙΡΑΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΣΟΧΡΑΜΠ ΣΕΜΠΕΧΡΙ


ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ


Είμαι από το Κασάν*.
Πάω καλά:
Κάνω μια μέτρια ζωή.
Έχω κάποιο πνεύμα, κάποια ταλέντα.

Έχω μια μάνα καλύτερη από ανθοφόρα πράσινα φύλλα.
Και ειλικρινείς φίλους,
καθαρούς σαν καταρράκτες σε ορισμένες απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη.

Και έχω ένα Θεό.
Ένα Θεό που ζει κοντά στο σπίτι μου,
ανάμεσα σ' αυτές τις ροδοδάφνες στον κήπο,
ή πάνω στο πρόσωπο του νερού στή δεξαμενή,
ή στις φλέβες των δέντρων.

Είμαι μουσουλμάνος.
Η κατεύθυνση για την προσευχή μου είναι ένα τριαντάφυλλο.
Το βιβλίο της προσευχής μου είναι τεράστιο,
όπως τα χέρια των ποταμών.
Λαμπρό, όπως το πρόσωπο του ήλιου.
Κι εγώ προσεύχομαι πάνω στην επέκταση του λιβαδιού.

Καθάρισα την καρδιά μου στο ρυάκη του φωτός,
που ρέει από τα διάπλατα ανοιχτά παράθυρα.
Και πόσο γεμάτη είναι η προσευχή μου,
με το φεγγάρι, με τα σύννεφα,
με πολύχρωμα ουράνια τόξα.
Αλλά ακόμη μπορείτε να δείτε τα βράχια,
τη θάλασσα και τις πέτρες,
μέσα από της ψυχής μου τα λόγια.

Καθάρισα την καρδιά μου με το ρυάκη του φωτός,
που ρέει από τα διάπλατα ανοιχτά παράθυρα.
Κι εγώ προσεύχομαι κάθε φορά που η αύρα μου φωνάζει,
από τα πράσινα ύψη της ιτιάς,
πίσω από το χορό του χορταριού,
ή πάνω από τους αφρούς που φέρνουν τα κύματα.

Ο Θεός μου ζεί πλάι στους ποταμούς.
Ζει κάτω από τη φυλλωσιά της ακακίας .
Ο Θεός μου,ελαφρής όπως το αεράκι,ρέει από τύρφη σε τύρφη,
από καρδιά σε καρδιά, από πόλη σε πόλη.

Είμαι από το Κασάν.
Ζωγραφίζω για το προς το ζείν.
Κάπου,κάπου,
κάνω ένα κλουβί με χαρτί και χρώματα,
και το πουλαώ σε σας ,
να ακούσετε το τραγούδι του εγκλωβισμένου κρίνου,
όποτε νιώθετε μοναξιά.
Λοιπόν,ονειρεύομαι…τώρα ονειρεύομαι,
Επειδή γνωρίζω:
Τα τεχνάσματα μου είναι χωρίς ζωή.
Ναι, το ξέρω, η λίμνη της ζωγραφιάς μου,
δεν έχει ψάρια να κολυμπούν.

Είμαι από το Κασάν.
Ποιός ξέρει,
μπορεί να κατέβω από ένα δέντρο στο Δελχί,
ή ένα αγγείο,μια αμφόρα χαμένη στους λόφους του Σιλάκ*,
ή μια νεαρή πόρνη από την Σαμαρκάνδη.

Ο πατέρας μου βρίσκεται νεκρός τώρα,
πίσω από μερικά πήγαινε έλα από αποδημητικά πουλιά,
πίσω από μερικές τούφες χιονιού,
πίσω από μερικές ζεστές καλοκαιρινές νύχτες στην οροφή.
Ο πατέρας μου βρίσκεται νεκρός τώρα,
για κάποιο χρονικό διάστημα.

Όταν πέθανε ο πατέρας μου, ο ουρανός ήταν μπλε.
Η μητέρα μου ξύπνησε ξαφνικά.
Η αδελφή μου έγινε όμορφη.
Όταν ο πατέρας μου πέθανε,
οι στρατιώτες έγραφαν ποίηση.

Και τότε ο αγρότης ρώτησε:
"Πόσα πεπόνια θα πάρεις;"
Και του απάντησα:
"Δεν πωλείς το άθροισμα της ειρήνης
για να κρεμάζεται στις καρδιές; "

Ο πατέρας μου μπορούσε να ζωγραφίζει.
Ο πατέρας μου μπορούσε να κατασκευάσει Τάρ* που μπορούσε επίσης να παίξει.
Είχε ένα πολύ ευχάριστο τρόπο γραφής επίσης.

Ο Κήπο μας ήταν στη δεξιά πλευρά της απόχρωσης της σοφίας.
Ο Κήπο μας ήταν το σημείο συνάντησης της αίσθησης και των φυτών.
Ο Κήπο μας ήταν η διασταύρωση της όρασης, σύνορο και καθρέφτης.
Ίσως ο κήπο μας ήταν ένα τόξο από το πράσινο κύκλο του παραδείσου.

Και εκεί:
Μασούσα τ' άγουρα φρούτα του Θεού σε κάθε μου όνειρο.
Έπινα κρύο νερό χωρίς τον πάγο της φιλοσοφίας.
Μάζευα μούρα χωρίς τη σκάλα της επιστήμης.

Η εύφορη καρδιά του ροδιού πάντα έπεφτε,
μέσα την κρήνη με το γιεν μου.
Τα φτερά των περιστεριών πάντα φώναζαν,
το φευγάτο μυαλό μου για ένα άλλο μακρινό ταξίδι.
Και μερικές φορές η μοναξιά ερχόταν,
και κολλούσε το κρύο της μάγουλο στο καθαρό γυαλί του παραθύρου.
Και τότε η κόρη του πάθους κατάφθανε,
κρατώντας τους ώμους μου μέσα στα ζεστά της χέρια,
αφήνοντας ελεύθερο πάλι στην αίσθηση μου αυτό τ' ατελείωτο παιχνίδι.

Και στη συνέχεια η ζωή ήταν κάτι.
Όπως το ντους για την Παραμονή του Νέου Έτους.
Σαν το δένδρο της λεύκας με τα σπουργίτια στην αγκαλιά του.
Η ζωή ήταν τότε μόνο ένα δωμάτιο γεμάτο κούκλες, παιχνίδια και φώτα.
Η ζωή ήταν σαν ένα τρένο με κατεύθυνση την ελευθερία και το γέλιο.
Η ζωή ήταν τότε ένας τεράστιος ουρανός με τραγούδια.

Το παιδί κινήθηκε αργά.
Εξαφανίστηκε σταδιακά μέσα σε χιονοθύελλα από πεταλούδες.
Γρύλοι και άμμος.
Και εγώ σιγά- σιγά μάζεψα τα πράγματα μου,
αφήνοντας αυτή την ονειρική γη.
Η Καρδιά μου ήταν γεμάτη θλίψη.
Θλίψη για όλες τις χαμένες πεταλούδες,
στη αμμοθύελλα του χρόνου.

Πήγα στη συγκέντρωση του κόσμου,
για την τύρφη της θλίψης.

Για τον κήπο των μιστικιστών .
Για τον διακοσμημένο πύργο της επιστήμης.
Και μέχρι τη σκάλα της θρησκείας.
Κάτω στην λωρίδα της αμφιβολίας.
Πέρα στο δροσερό αεράκι της ευκολίας.
Μέχρι την υγρή ομιχλώδη νύχτα της καλοσύνης.
Και μια φορά πέταξα μακριά για την επίσκεψη κάποιου
στο λαμπερό άκρο της αγάπης.

Πέταξα, Πέταξα.
Πέταξα μέχρι που μια γυναίκα εμφανίστηκε.
Πέταξα, Πέταξα.
Στο φως της απόλαυσης.
Στη σιωπή του πόθου.
Στο βαρύ ήχο της μοναξιάς.

Και είδα πράγματα σε αυτή τη γη:
Γνώρισα ένα παιδί που οσφριζόταν το φεγγάρι κάθε βράδυ.
Είδα ένα σπασμένο κλουβί με φώτα να κουνιούνται στις τέσσερις του γωνιές.
Και μια σκάλα που βρίσκεται δίπλα στο ξύλινο τοίχο.
Και η αγάπη ανέβαινε προς τον ουρανό από το πλευρό της.

Γνώρισα μια γυναίκα που έλιωνε φως στο μπλέντερ της,
μαγειρεύοντας ένα ελαφρύ φαγητό για το μεσημεριανό γεύμα.
Είδα ένα ζητιάνο που πήγαινε από πόρτα σε πόρτα,
ζητώντας τραγούδια του καναρινιού.
Ένα άστεγο να προσεύχεται,
μπροστά από ένα μισοφαγωμένο πεπόνι στο πάρκο.

**********
Ένα μέρος από το πολύ μακροσκελές ποίημα του Σοχράμπ Σεμπεχρί "Τα Χνάρια του Νερού"
1964, Κασάν, Ιράν

Μετάφραση NOCTOC

*Κασάν: Η γενέτειρα του ποιητή, μια πόλη στο Ιράν.
* Τάρ: Ένα όργανο στη ιρανική παραδοσιακή μουσική.
*Σιλάκ: Ένας αρχαιολογικός χώρος στο Ιράν.

THE FOOTSTEPS OF WATER: BY IRANIAN POET SOHRAB SEPERHR I-صدای پای آب:سهراب سپهری


THE FOOTSTEPS OF WATER
I am from Kashan*,
I am doing fine:
make a modest living,
have some wits, some talent.
I have a mother better than blooming green leaves
And honest friends,
clear like waterfalls of some remote corners of this earth.

And I have a God,
A God who lives close-by my house,
Between these oleanders in the garden,
Or on the face of the water in the pool
Or in the veins of the trees.

I am a Muslim
My qiblah is a rose
My prayer book is as vast as the arms of rivers,
As bright as the face of the sun.
And I pray over the expansion of the meadow.

I cleanse my heart
in the stream of lights,
flowing from wide open windows.
And how full my prayer is
with the moon, with clouds,
with colourful rainbows.
But yet you can see the rocks,
the sea and the stones
through the soul of my words.

I cleanse my heart with the stream of lights
flowing from wide open windows.
And I pray whenever the breeze calls up,
from the green heights of the willows
from behind the dancing mass of the grass
or over the flying crowd of the waves.

My God lives by the rivers
Lives under the bunch of acacias
My God, light as the breeze, flows from turf to turf,
from heart to heart, from town to town.

I am from Kashan.
I paint for living.
Once in a while
I make a cage with paper and paint
And I sell it to you
to listen to the song of the caged lily
whenever you feel lonely.
Well, I dream…now I dream,
Because I know:
My doodles are lifeless.
Yes, I know, the lake of my painting
has no swimming fish.

I am from Kahsan
Who knows,
I may descend from a tree in Delhi,
Or a pottery jar lost in the hills of Silak*,
Or a young prostitute from Samarqand.

My father is lying dead now,
Right behind a few comes and goes of the migrating birds
Behind a few blows of snow,
behind a few hot summer nights on the roof,
My father is lying dead now
for some time.

When my father died, the sky was blue.
My mother suddenly woke up.
My sister became pretty.
When my father died
the soldiers wrote poetry.

And then the farmer asked me:
“How many melon would you take?”
And I replied:
“Don’t you sell the clusters of peace
to hang in one's heart?”

My father could paint.
My father could make Tar* that he could also play.
He had a pleasing handwriting too.

Our garden was on the right side of the shades of wisdom
Our garden was the meeting point of the sense and the plants
Our garden was the intersection of sight, border and mirror.
Maybe our garden was an arc from the green circle of paradise.

And there:
I was chewing the unripe fruit of God in my every dream.
I was drinking cold water without the ice of philosophy.
I was picking mulberries without the ladder of science.

The fertile heart of the pomegranate always laid
within the fountain of my yen.
The wings of doves always called
my fleeing mind to another lengthy trip.
And sometimes loneliness would come
and stick her cold cheek to the clean glass of the window,
And then the passion would arrive
holding my shoulders in her warm hands
setting free again my sense of that endless play.

And then life was something
Like a shower on the New Year’s Eve.
Like a poplar tree and the sparrows in his arms.
Life was then only a room full of dolls, of toys and of lights.
Life was like a train heading towards freedom and laugh
Life was then a vast sky of songs.

The child slowly moved
fading in the blizzard of butterflies,
crickets and sands.
And I bit by bit packed
leaving that dreamy land.
My heart was full of grief
grief for all the lost butterflies
in the sand storm of time.

I went to the gathering of the world
To the turf of sorrow

To the garden of mystics
To the ornamented tower of science,
And up to the ladder of religion,
Down to the lane of doubt,
Beyond the cool breeze of ease,
To the moist misty night of kindness.
And once I soared away to the visit of someone
at the glowing edge of love.

I went, I went
I went until the woman emerged.
I went, I went
To the light of delight,
To the silence of yearning,
To the thick sound of solitude.

And I saw things on this earth:
I met a child who smelt the moon every night.
I saw a broken cage with the lights swinging in its four corners,
and a ladder set next to a wooden wall
and love was stepping up to the heavens from its side.

I got to know a woman crushing light in her blender,
cooking a tender dish for the lunch.
I saw a beggar making door to door asking for canary’s songs.
And a vagabond praying in front of a half-eaten melon in the park.

I saw a sheep eating colourful kites,
I saw a donkey cogitating on the fate of the grass,
And I saw a cow so stuffed in the stable of advice.
I saw a poet who addressed the flowers with “Your Highness”.

Oh…I read a book its words made from pieces of crystal
And I touched a paper that felt like the cool nights of spring
I went to a museum that had no tree around,
I went to a mosque far from waterfalls,
And I saw a priest, falling sick, holing a jar full of queries.

Oh…and I saw a foal carrying bags of handwritten essays
And a camel trekking with empty baskets of travel guides
And a mystic running so fast to catch up with his devotion hymn.

I watched the trains
I watched a train carrying containers of light,
I watched a train moving with weighty trunks of dogma,
And I watched another leaving with void boxes of politics,
And I came across a train transporting seeds, songs and sights
to a remote shore.

Yes, I saw things on this earth:
A plane too high in the sky
Just as high as letting you see the ground from its windows:

The dance of flowers in the wind,
The colourful spots on the butterfly's wings,
A frog playing with his picture in the pool,
A fly fleeing alone in a forsaken lane,
And the blazing longing of sparrows in the shade of willows,
And the maturity of the golden rays of sun
on the silken back of a passer.
And I saw a doll making love
to the fading shadow of the dawn.

Oh…I counted the stairs reaching to the forest of flesh
To the pond of alcohol that has fermented fast
To the rule of roses that gone bad
To the knowledge of the arithmetic of life.

And I counted the stairs up to the roof of salvation,
up to the dais of lights.
And my mother down there
was washing a vase in the memory of rivers.

And you could see the town,
With its face of geometric shapes
of stone, of cement and of metal bars.
And plenty of bus and cars with no pigeon on their roof,
And blooming flowers on sale,
A child busy writing on his school’s walls
Another hitting his father’s prayer book with a piece of fruit
And a goat drinking water from a lake
in a torn geography carte.
And you would see a balcony
with restless bras hanging on a red rope.

And the wheels in hope of a broken van
The van in hope of a resting man
A man in hope of an end,
the vain hope of an end.

From the heights
Love was visible, waves were visible,
Snow was there, friendship as well.
Words were standing still on every cross
maybe waiting for the redeemer to come...

The water was there with spotless pictures in its heart.
Oh…and the shady place of cells in the veil of blood,
in the flood of life.
And the dawn of human soul
And the season of abundance of female
And at the end in the overtaking scent of solitude.

And hope,
You could see the hope
Within every surge of the breeze from the mouth of summer.

And the journeys we took…
The journey of a seed to the height of a tree,
The journey of vines from walls to windows,
The journey of the moon to the still water of the pool
And the blow of flowers from the gloom of soil.

And the jump…
The jump of events over the sense
over the sight, far above the reach of words.

And the battles we fought…
The battle of a tear with the desire of light,
The battle of stairs with ascending mass of the sun,
The battle of lonely hours with the advent of songs,
The battle of pomegranate with teeth,
The battle of empty hands with the weight of rosaries.
And the attacks we endured…
The attack of the mosques on the ground of devotion,
The attack of winds on the innocence of soap bubbles,
The attack of butterflies on the posters on the walls,
The attack of marching band of crickets
on the construction workers,
The attack of pens on printed sheets,
And the attack of words on a poet’s jaws.

And the triumphs we rejoiced …
The triumph of a poet over the frozen army of a century,
The triumph of passer over the blocked gates of a garden,
The triumph of the expansion of two hands over a shady lane,
The triumph of four horses made of sticks
over metallic face of a town,
The triumph of two dolls and three balls
over the blankness of the New Year’s Eve.

And the murders witnessed…
The murder of a toy on the revolted sheets of a bed,
The murder of a tale by the heavy mass of a nap,
The murder of despair by the dawn of a song,
The murder of the moonlight by blazing neon,
The murder of willow over the words of mayor,
The murder of a poet by the thorns of a rose.

And all that is on the earth was visible:
The order was hiking in Greece,
The owls were singing on the tower of Babel,
The wind, spinning in Khaibar*, was pushing sands to the East,
On a peaceful lake a sailboat was carrying freshly cut flowers to the North,
And in Banares an eternal light was burning above every door.

I saw people,
I saw towns,
I saw meadows, peaks, mountains,
The light and the dark:
I saw the plants in the light
And I saw them again in the dark.
I saw the beasts in the light,
And I saw them again in the dark.
And I saw men moving from light to dark
And moving from dark to the instance of lights.

I am from Kashan,
But my town in not Kashan.
My town got lost some day.
And I tasked
with excitement though sometimes sad
To build myself only a home
on the other side of the night.

And in this home
How close I am to the moist anonymity of the moss...
I can hear the breathings of the soil, the heartbeat of the stones.

I can hear the noise of night when it falls off from the leaves.
And I can hear the sharp noise of the day
coughing right behind the trees,
And the footsteps of water within every tear of the rocks,
And the clear sound of solitude in each budging of the doors.

And oh…I hear love changing her skin,
under the weakening light of the moon,
And I hear the excited call of the wings for the flight.

And I can listen to the cry of remorse
that cracks under the expansion of soul.
And I listen to chant of blood flowing in the flowers’ veins,
And the heartbeat of the sun next to the nest of doves
And also the pounds of night on the dawn of winter.

I can hear the song of my life:
The journey of oleanders in the rivers of mind,
The vague figure of the truth in the horizons of eyes,
The soft sound of females flying over the clouds,
And the footsteps of faith in the lone lane of joy,
And the song of rain played on the eyelids of love,
Played on the sad days of youth,
On the bleeding heart of pomegranates.

And I listen,
I listen to the chant of fleeting delights, of passing beauties
To the chant of memories set in the hands of the wind…

I feel so close to the first nights of the earth,
I take the pulse of flowers.
Oh…I am so familiar with the moist fate of water
With the green habit of trees.

My soul flows in the direction of rebirth of matter,
Oh… my soul is so young.
My soul sometimes gets so excited that it coughs.

My soul has nothing left to do,
So it counts the drops of rain, the cracks of walls.
My soul sometimes exists as intensely as stones
in an old route.

I have never come across two pines in fight,
And I have never seen a willow
selling its shielding arms to the earth.
And the elm-tree is setting free of charge.
the cool space within its leaves for the crows.

Wherever there is a leave
I feel inspired, I feel alive.
The thorns of wild flowers has bathed me
in their dews of absolute life.

Like the wings of the butterflies
I know the weight of sunrise.
Like a flower in the wind
I can hear the melody of growth.
Oh…like a basket heavy with fruits
I spin in the fever of arrival.

I am like n empty bar at the borders of boredom.
And like an edifice off the shore:
I stand watching the eternal appeal of heavens
For the revolting crowd of water.

And I aspire in my heart
for so many suns, so many ties
and the feel of reaching to infinity.

I can be content with a bite of apple.
I can be content with the perfume of mint,
I am content with the light of mirrors,
and with only an honest friend.

I do not laugh at the blast of balls,
I do not laugh if a sage talks about
dividing the moon into halves.

I recognize the sound of the friction of quails' wings,
I recognize the footsteps of goats and deer,
I know so well where the clusters of rhubarb can grow,
And when partridge is about to arrive,
And when the eagle may die.

I know dreams of deserts of the bright face of the moon,
I know about the feel of death in the branch of yearning,
And the sense of delight in the stem of love.

Life is a pleasant rite.
Life is covered by feathers and wings,
Growing as vast as the silhouette of death.
Life has leaps as high as the summit of love.
Life is really not something that one can forget
on the obscure shelf of habits.

Life is a grasping hand that picks,
Life is the taste of the first harvest of figs
in the bitter mouth of summer.
Life is the depth of trees in the eyes of insects,
Life is the adventure of a moth in the darkened air,
Life is the strange sense of a migrating bird.

Life is a train’s siren
piercing into the dreams of a bridge.
Life is seeing the glow of a garden
from a barred window in a flight.
Life is the news of landing on the lonesome moon,
Life is the thought of smelling flowers
on the soil of another sphere.

Life is washing a stained vase,
Life is finding a blemished coin on the way,
Life is the square root of mirrors,
Life is a flower to the power of infinity,
Life is the product of earth and the pounds of our hearts,
Life is the simple geometry of breathing.

Wherever I live, it does not matter:
I'll always own the sky,
I'll always own the window and air,
love and light, earth and water.
So who cares if sometimes the leaves of solitude
may grow all around.

I do not understand
why they say that horse is a gorgeous animal,
And doves are gentle,
And why nobody keeps a crow in a cage,
And why rose is the most sought-after plant...
I washed my eyes, I see otherwise.
And I must wash the words:
Words should be the mere sense of wind,
The true essence of rain…

And we must close umbrellas,
We must stay under the stroke of drops of rain.
And we must take, all together,
the mind, the memory and the heart
to the rite of descending water.

And we must make friends under this chaste shower,
And may we look for love under the downpour of water,
And may we make love there,
And I know we can plant lilies,
we can sing elegies,
we can write poetries,
with its blue rhyme.
Yes, we must play the game of life in the rain.

Life is being endlessly dampened,
Life is bathing in the lake of present.

Let’s get undressed,
I hear the song of streams,
The water is so close-by!

And let’s savour the birth of lights,
Let’s slip into the deer’s absolute night,
Let’s weigh the silent sleep of the village,
Let’s learn the warmth of nest of pelicans,
And let’s not step on the rules of moss,
And let’s still open our mouth
whenever we encounter the beauty of the full moon.

And we must not blame night for the fatigue of lights,
And may we understand the thought of glow-worms
about the green confines.

May we arrive with hands holing empty baskets,
And pick our share of brightened greens, glowing reds
and shining lights.

And may we enjoy bread and cheese every morning,
While we are planting trees within our words, our greetings,
And may we be able to still throw the seed of silence
on the ground of talks,
and walk.

And may we not read the books that do not let the breeze to come in,
And the notes that do not let the dews to stay within,
And the tomes that set the cells on the two dimensions of deceit.

And why would we ask the flies to leave the nature alone?
Why would we ask the wolves to drop out of the sight?
And why would we be sure that worms did not make any
difference in our lives.

And may we believe that without death
we could be lost in an eternal quest.

And let me tell you,
The reason of flight is set on the shoulders of lights,
And the coral is born over the prayerful dreams of the seas.

And let me tell you that if we would not ask where we were
we could have sensed the fresh perfume of hyacinths
by our feet.

And we can forget about searching the fountain of fortune,
And we can never question
why the heart of truth is coloured with deep blue.

And we can forget what the fathers of our fathers have done.
As I think that behind our steps there will not be life,
And behind our steps the birds no more sing,
And behind our steps the breeze stands still,
And behind our steps the windows are closed,
the pines are asleep.

Behind our steps the sands sit on the face of all windmills.
Yes, what is behind is the fatigue of the past,
And there the memory of waves
land in the closing shells of sloth.

I would walk straight till the seas
And I would give away my net to the hands of waves.
And I would try to catch the freshness of the blues in return.

And I would pick a small stone from the shore,
And I would try to grasp the grey weight of reality.

And let’s not blame the moon if we have a burning fever:
Sometimes in fever I saw that the moon steps down,
and hands can reach the gates of heavens,
And the canary sing better.
And when I had a wound on my feet I learned more
About the texture of the soil.
And when I was sick
I felt the expansion of flowers around my bed,
And the thickening of oranges
the widening span of the torch.

And let’s not fear death,
Death is not the end point of a dove's flight,
Death is not the reversal of the journey of a moth,
Death flows in the mind of acacias,
Death lives behind the peaceful shell of our thoughts,
Death talks about the dawn for the spirit of the darkened town,
Death may be tasted along a ripe cluster of grape,
Death can be sung in a soulful voice.

And death is behind the striking beauty of the butterflies,
Death is picking mint in the garden just close-by,
Death may be drinking vodka
in a bar two blocks away your house,
And at time it is sitting staring at us with frowning eyes.
And we fill our lungs with his grey breath.

And I would not close the door on the face of fate
If I hear a strange noise from behind the blinds.

Let’s pull the shades away,
And expose the sense to the invasion of breeze, light and air,
And set the wits free to sit wherever it wants,
And allow the instincts to play, even barefoot,
along the swift course of seasons, along the route,
And permit the solitude to sing its song, to write it tale,
to wander pointlessly around.

Oh…let’s be just simple,
Let’s be simple in the bank and in the park.

We may not get to unearth the mystery of the rose,
I suspect we can…
But we may always stream into the charm of rose.
Let’s at least camp within the consciousness of sense
And wash our hands in the green truth of leaves
And walk towards the certainty of stones.

And then,
Let’s every sunrise repaint the picture of rebirth
And let’s only watch the flight of mind,
over the perception of space, of time, of colour, of sound
and of wide open windows.

And let’s invite the sky to sit in the blank space
between our words,
and then let’s breathe the air of eternity,
and swim in the wisdom of birds,
in the heart of desert and its serenity.

Let’s sometimes forget about the terms,
forget about the words
and still call the clouds, call the willows and the pines
and summer and fall
with their name.

Let’s just see
And follows the moist Footsteps of Water
to the roots of love.

And perhaps we are only meant to
within the white lilies of snow
and the flaming red of the years
run after the verse of the truth.

By: Sohrab Sepehri,
Summer 1964, Kashan, Iran.
Translation: Maryam Dilmaghani,
Winter 2008, Montréal, Canada.
* Kashan: The birthplace of the poet, a city in Iran.
* Tar: An instrument in Iranian traditional music.
* Silak: An archeological site in Iran.
* Khaibar: A place in Saudi Arabia, famous for Mohammed’s battle in it.



اهل كاشانم
روزگارم بد نيست
تكه ناني دارم ، خرده هوشي ، سر سوزن ذوقي .
مادري دارم ، بهتر از برگ درخت .
دوستاني ، بهتر از آب روان .
*****
و خدايي كه در اين نزديكي است :
لاي اين شب بوها ، پاي آن كاج بلند.
روي آگاهي آب ، روي قانون گياه .
*****
من مسلمانم .
قبله ام يك گل سرخ .
جانمازم چشمه ، مهرم نور .
دشت سجاده من .
من وضو با تپش پنجره ها مي گيرم
در نمازم جريان دارد ماه ، جريان دارد طيف .
سنگ از پشت نمازم پيداست :
همه ذرات نمازم متبلور شده است .
من نمازم را وقتي مي خوانم
كه اذانش را باد ، گفته باشد سر گلدسته سرو
من نمازم را ، پي (( تكبيرة الاحرام )) علف مي خوانم
پي (( قد قامت )) موج .
*****
كعبه ام بر لب آب
كعبه ام زير اقاقي هاست .
كعبه ام مثل نسيم ، مي رود باغ به باغ ، مي رود شهربه شهر
(( حجر الاسود )) من روشني باغچه است .
*****
اهل كاشانم
پيشه ام نقاشي است
گاه گاهي قفسي مي سازم با رنگ ، مي فروشم به شما
تا به آواز شقايق كه در آن زنداني است
دل تنهايي تان تازه شود .
چه خيالي ، چه خيالي ، ... مي دانم
پرده ام بي جان است .
خوب مي دانم ، حوض نقاشي من بي ماهي است .
*****
اهل كاشانم .
نسبم شايد برسد .
به گياهي در هند ، به سفالينه اي از خاك (( سيلك )).
نسبم شايد ، به زني فاحشه در شهر بخارا برسد .
*****
پدرم پشت دوبار آمدن چلچله ها ، پشت دو برف ،
پدرم پشت دو خوابيدن در مهتابي ،
پدرم پشت زمان ها مرده است .
پدرم وقتي مرد ، آسمان آبي بود ،
مادرم بي خبر از خواب پريد ، خواهرم زيبا شد .
پدرم وقتي مرد ، پاسبان ها همه شاعر بودند .
مرد بقال ازمن پرسيد: چند من خربزه مي خواهي ؟
من ازاو پرسيدم : دل خوش سيري چند ؟
*****
پدرم نقاشي مي كرد .
تار هم مي ساخت ، تار هم مي زد .
خط خوبي هم داشت .
*****
باغ ما در طرف سايه دانايي بود .
باغ ما جاي گره خوردن احساس و گياه ،
باغ ما نقطه برخورد نگاه و قفس آينه بود .
باغ ما شايد ، قوسي از دايره سبز سعادت بود .
ميوه كال خدا را آن روز ، مي جويم در خواب .
آب بي فلسفه مي خوردم .
توت بي دانش مي چيدم .
تا اناري تركي بر مي داشت . دست فواره خواهش مي شد .
تا چلويي مي خواند ، سينه از ذوق شنيدن مي سوخت .
گاه تنهايي ، صورتش را به پس پنجره مي چسبانيد .
*****
شوق مي آمد ، دست در گردن حس مي انداخت .
فكر ، بازي مي كرد
زندگي چيزي بود . مثل يك بارش عيد ، يك چنار پر سار .
زندگي در آن وقت ، صفي از نور و عروسك بود .
يك بغل آزادي بود .
زندگي در آن وقت ، حوض موسيقي بود .
*****
طفل پاورچين پاورچين ، دور شد كم كم در كوچه سنجاقكها
بار خود را بستم ، رفتم از شهر خيالات سبك بيرون
دلم از غربت سنجاقك پر
*****
من به مهماني دنيا رفتم
من به دشت اندوه
من به باغ عرفان
من به ايوان چراغاني دانش رفتم
رفتم از پله مذهب بالا .
تا ته كوچه شك ،
تا هواي خنك استغنا ،
تا شب خيس محبت رفتم .
من به ديدار كسي رفتم در آن سر عشق .
رفتم . رفتم تا زن ،
تا چراغ لذت ،
تا سكوت خواهش ،
تا صداي پر تنهايي .
*****
چيزها ديدم در روي زمين :
كودكي ديدم . ماه را بو مي كرد .
قفسي بي در ديدم كه در آن ، روشني پرپر مي زد .
نردباني كه از آن ، عشق مي رفت به بام ملكوت .
من زني را ديدم ، نور در هاون مي كوبيد .
ظهر در سفره آنان نان بود ، سبزي دور شبنم بود ،
كاسه داغ محبت بود .
من گدايي ديدم ، در به درمي رفت آواز چكاوك مي خواست
و سپوري كه به يك پوسته خربزه مي برد نماز
*****
بره اي را ديدم ، بادبادك مي خورد
من الاغي ديدم ، يونجه را مي فهميد
در چرا گاه (( نصيحت )) گاوي ديدم سبز
شاعري ديدم هنگام خطاب ، به گل سوسن مي گفت : (( شما ))
*****
من كتابي ديدم ، واژه هايش همه از جنس بلور
كاغذي ديدم ، از جنس بهار .
موزه اي ديدم ، دور از سبزه
مسجدي دور از آب
سر بالين فقيهي نوميد ، كوزه اي ديدم لبريز سئوال
*****
قاطري ديدم بارش (( انشاء ))
اشتري ديدم بارش سبد خالي (( پند و امثال )) .
عارفي ديدم بارش (( تنناها ياهو ))
*****
من قطاري ديدم ، روشنايي مي برد .
من قطاري ديدم ، فقه مي برد و چه سنگين مي رفت .
من قطاري ديدم .كه سياست مي برد ( و چه خالي مي رفت . )
من قطاري ديدم ، تخم نيلوفر و آواز قناري مي برد .
و هواپيمايي ، كه در آن اوج هزاران پايي
خاك از شيشه آن پيدا بود :
كاكل پوپك ،
خالهاي پر پروانه ،
عكس غوكي در حوض
و عبور مگس از كوچه تنهايي .
خواهش روشن يك گنجشك ،وقتي از روي چناري به
زمين مي آيد .
و بلوغ خورشيد .
و هم آغوشي زيباي عروسك با صبح .
*****
پله هايي كه به گلخانه شهوت مي رفت .
پله هايي كه به سردابه الكل مي رفت .
پله هايي كه به بام اشراق
پله هايي به سكوي تجلي مي رفت
*****
مادرم آن پائين
استكانها را در خاطره شط مي شست
*****
شهر پيدا بود
رويش هندسي سيمان ، آهن ، سنگ
سقف بي كفتر صدها اتوبوس
گل فروشي گلهايش را مي كرد حراج
در ميان دو درخت گل ياس ، شاعري تابي بست
كودكي هسته زرد الويي روي سجاده بيرنگ پدر تف مي كرد
و بزي از (( خزر )) نقشه جغرافي آب مي خورد
*****
بند رختي پيدا بود : سينه بندي بي تاب
چرخ يك گاريچي در حسرت واماندن اسب
اسب در حسرت خوابيدن گاريچي
مرد گاريچي در حسرت مرگ
*****
جشن پيدا بود ، موج پيدا بود
برف پيدا بود دوستي پيدابود
كلمه پيدا بود
آب پيدا بود ، عكس اشيا در آب
سايه گاه خنك ياخته ها در تف خون
سمت مرطوب حياط
شرق اندوه نهاد بشري
فصل ول گردي در كوچه زن
بوي تنهايي در كوچه فصل .
دست تابستان يك بادبزن پيدا بود .
*****
سفر دانه به گل .
سفر پيچك اين خانه به آن خانه .
سفر ماه به حوض .
فوران گل حسرت از خاك .
ريزش تاك جوان از ديوار .
بارش شبنم روي پل خواب .
پرش شادي از خندق مرگ .
گذر حادثــه از پشت كلام .
*****
جنگ يك روزنه با خواهش نور .
جنگ يك پله با پاي بلند خورشيد .
جنگ تنهايي با يك آواز .
جنگ زيباي گلابي ها با خالي يك زنبيل .
جنگ خونين انار و دندان .
جنگ (( نازي )) ها با ساقه ناز .
جنگ طوطي و فصاحت با هم .
جنگ پيشاني با سردي مهر .
*****
حمله كاشي مسجد به سجود .
حمله باد به معراج حباب صابون .
حمله لشگر پروانه به بنامه (( دفع آفات )) .
حمله دسته سنجاقك ، به صف كارگر (( لوله كشي )) .
حمله هنگ سياه قلم ني به حروف سربي .
حمله واژه به فك شاعر .
*****
فتح يك قرن به دست يك شعر .
فتح يك باغ به دست يك سار .
فتح يك كوچه به دست دو سلام .
فتح يك شهر به دست سه چهار اسب سوار چوبي .
فتح يك عيد به دست دو عروسگ ، يك توپ
*****
قتل يك جغجغه روي تشك بعد از ظهر
قتل يك قصه سر كوچه خواب
قتل يك غصه به دستور سرود
قتل مهتاب به فرمان نئون
قتل يك بيد به دست (( دولت ))
قتل يك شاعر افسرده به دست گل سرخ
همه روي زمين پيدا بود
نظم در كوچه يونان مي رفت
جغد در (( باغ معلق )) مي خواند
باد در گردنه خيبر ، بافه اي از خس تاريخ به
خاور مي راند
روي درياچه آرام (( نگين )) قايقي گل مي برد
در بنارس سر هر كوچه چراغي ابدي روشن بود
*****
مردمان را ديدم
شهرها را ديدم
دشت ها را ، كوهها را ديدم
آب را ديدم ، خاك را ديدم
نورو ظلمت را ديدم
و گياهان را در نور ، و گياهان را د رظلمت ديدم
جانورها را در نور ، جانور ها را در ظلمت ديدم
و بشر را در نور ، و بشر را در ظلمت ديدم
*****
اهل كاشانم اما
شهر من كاشان نيست .
شهر من گم شده است .
من با تاب ، من با تب
خانه اي در طرف ديگر شب ساخته ام .
*****
من در اين خانه به گم نامي نمناك علف نزديكم .
من صداي نفس باغچه را مي شنوم
و صداي ظلمت را ، وقتي از برگي مي ريزد .
و صداي ، سرفه روشني از پشت درخت ،
عطسه آب از هر رخنه سنگ ،
چكچك چلچله از سقف بهار.
و صداي صاف ، باز و بسته شدن پنجره تنهايي .
و صداي پاك ، پوست انداختن مبهم عشق،
متراكم شدن ذوق پريدن در بال
و ترك خوردن خودداري روح .
من صداي قدم خواهش را مي شنوم
و صداي ، پاي قانوني خون را در رگ .
ضربان سحر چاه كبوترها ،
تپش قلب شب آدينه ،
جريان گل ميخك در فكر
شيهه پاك حقيقت از دور .
من صداي كفش ايمان را در كوچه شوق
و صداي باران را ، روي پلك تر عشق
روي موسيقي غمناك بلوغ
روي آواز انار ستان ها
و صداي متلاشي شدن شيشه شادي در شب
پاره پاره شدن كاغذ زيبايي
پرو خالي شدن كاسه غربت از باد
*****
من به آغاز زمين نزديكم
نبض گل ها را مي گيرم
آشنا هستم با ، سرنوشت تر آب ، عادت سبز درخت
*****
روح من در جهت تازه اشياء جاري است .
روح من كم سال است .
روح من گاهي از شوق ، سرفه اش ميگيرد .
روح من بيكار است :
قطره هاي باران را ، درز آجرها را ، مي شمارد .
روح من گاهي ، مثل يك سنگ سر راه حقيقت دارد
*****
من نديدم دو صنوبر را با هم دشمن .
من نديدم بيدي ، سايه اش را بفروشد به زمين .
رايگان مي بخشد ، نارون شاخه خود را به كلاغ .
هر كجا برگي هست ، شوق من مي شكفد .
بوته خشخاشي ، شست و شو داده مرا در سيلان بودن .
*****
مثل بال حشره وزن سحر را مي دانم .
مثل يك گلدان ، مي دهم گوش به موسيقي روييدن .
مثل زنبيل پر از ميوه تب تند رسيدن دارم .
مثل يك ميكده در مرز كسالت هستم .
مثل يك ساختمان لب دريا نگرانم به كشش هاي بلند ابري
تابخواهي خورشيد ، تا بخواهي پيوند ، تا بخواهي تكثير
*****
من به سيبي خشنودم
و به بوئيدن يك بوته بابونه .
من به يك آينه ، يك بستگي پاك قناعت دارم .
من نمي خندم اگر بادكنك مي تركد .
و نمي خندم اگر فلسفه اي ، ماه را نصف كند .
من صداي پر بلدرچين را ، مي شناسم ،
رنگ هاي شكم هوبره را ، اثر پاي بز كوهي را .
خوب مي دانم ريواس كجا مي رويد .
سار كي مي آيد ، كبك كي مي خواند ، باز كي مي ميرد .
ماه در خواب بيابان چيست ،
مرگ در ساقه خواهش
و تمشك لذت ، زير دندان هم آغوشي.
*****
زندگي رسم خوشايندي است .
زندگي بال و پري دارد با وسعت مرگ ،
پرشي دارد اندازه عشق .
زندگي چيزي نيست ، كه لب طاقچه عادت از ياد من و تو برود.
زندگي جذبه دستي است كه مي چيند .
زندگي نوبر انجير سياه ، در دهان گس تابستان است .
زندگي ، بعد درخت است به چشم حشره .
زندگي تجربه شب پره در تاريكي است .
زندگي حس غريبي است كه يك مرغ مهاجر دارد.
زندگي سوت قطاري است كه در خواب پلي مي پيچد.
زندگي ديدن يك باغچه از شيشه مسدود هواپيماست .
خبر رفتن موشك به فضا ،
لمس تنهايي (( ماه )) ،
فكر بوييدن گل در كره اي ديگر .
*****
زندگي شستن يك بشقاب است .
زندگي يافتن سكه دهشاهي در جوي خيابان است .
زندگي (( مجذور )) آينه است .
زندگي گل به (( توان )) ابديت ،
زندگي (( ضرب )) زمين د رضربان دل ها،
زندگي (( هندسه )) ساده و يكسان نفس هاست .
*****
هر كجا هستم ، باشم ،
آسمان مال من است .
پنجره ، فكر ، هوا ، عشق ، زمين مال من است .
چه اهميت دارد
گاه اگر مي رويند
قارچ هاي غربت ؟
*****
من نمي دانم
كه چرا مي گويند : اسب حيوان نجيبي است ،
كبوتر زيباست .
و چرا در قفس هيچكسي كركس نيست
گل شبدر چه كم از لاله قرمز دارد.
چشم ها را بايد شست ، جور ديگر بايد ديد
واژه را بايد شست .
واژه بايد خود باد ، واژه بايد خود باران باشد
چتر را بايد بست ،
زير باران بايد رفت .
فكر را ، خاطره را ، زير باران بايد برد .
با همه مردم شهر ، زير باران بايد رفت .
دوست را ، زير باران بايد جست .
زير باران بايد با زن خوابيد .
زير باران بايد بازي كرد .
زير باران بايد چيز نوشت ، حرف زد . نيلوفر كاشت ، زندگي تر شدن پي درپي،
زندگي آب تني كردن در حوضچه (( اكنون )) است .
*****
رخت ها را بكنيم :
آب در يك قدمي است
روشني را بچشيم .
شب يك دهكده را وزن كنيم . خواب يك آهو را .
گرمي لانه لك لك را ادراك كنيم .
روي قانون چمن پا نگذاريم
در موستان گره ذايقه را باز كنيم .
و دهان را بگشائيم اگر ماه در آمد .
و نگوئيم كه شب چيز بدي است .
و نگوئيم كه شب تاب ندارد خبر از بينش باغ .
و بيارايم سبد
ببريم اينهمه سرخ ، اين همه سبز .
*****
صبح ها نان و پنيرك بخوريم
و بكاريم نهالي سر هرپيچ كلام .
و بپاشيم ميان دو هجا تخم سكوت .
و نخوانيم كتابي كه در آن باد نمي آيد
و كتابي كه در آن پوست شبنم تر نيست
و كتابي كه در آن ياخته ها بي بعدند .
و نخواهيم مگس از سر انگشت طبيعت بپرد .
و نخواهيم پلنگ از در خلقت برود بيرون .
و بدانيم اگر كرم نبود ، زندگي چيزي كم داشت .
و اگر خنج نبود، لطمه مي خورد به قانون درخت .
و اگر مرك نبود ، دست ما در پي چيزي مي گشت .
و بدانيم اگر نور نبود ، منطق زنده پرواز دگرگون مي شد .
و بدانيم كه پيش از مرجان ، خلائي بود در انديشه درياها
و نپرسيم كجاييم ،
بو كنيم اطلسي تازه بيمارستان را .
و نپرسيم كه فواره اقبال كجاست .
و نپرسيم كه پدرها ي پدرها چه نسيمي . چه شبي داشته اند .
پشت سرنيست فضايي زنده .
پشت سر مرغ نمي خواند .
پشت سر باد نمي آيد .
پشت سرپنجره سبز صنوبر بسته است .
پشت سرروي همه فرفره ها خاك نشسته است .
پشت سرخستگي تاريخ است .
پشت سرخاطره موج به ساحل صدف سرد سكون مي ريزد .
*****
لب دريا برويم ،
تور در آب بيندازيم
و بگيريم طراوت از آب .
ريگي از روي زمين برداريم
وزن بودن را احساس كنيم
*****
بد نگوئيم به مهتاب اگر تب داريم
( ديده ام گاهي در تب ، ماه مي آيد پايين ،
مي رسد دست به سقف ملكوت .
ديده ام ، سهره بهتر مي خواند .
گاه زخمي كه به پا داشته ام
زير و بم هاي زمين را به من آموخته است .
گاه در بستر بيماري من ، حجم گل چند برابرشده است .
و فزون تر شده است ، قطر نارنج ، شعاع فانوس . )
و نترسيم از مرگ
مرگ پايان كبوتر نيست .
مرگ وارونه يك زنجره نيست .
مرگ در ذهن اقاقي جاري است .
مرگ در آب و هواي خوش انديشه نشيمن دارد .
مرگ در ذات شب دهكده از صبح سخن مي گويد .
مرگ با خوشه انگور مي آيد به دهان .
مرگ در حنجره سرخ ـ گلو مي خواند .
مرگ مسئول قشنگي پر شاپرك است .
مرگ گاهي ريحان مي چيند .
مرگ گاهي ودكا مي نوشد .
گاه در سايه نشسته است به ما مي نگرد .
و همه مي دانيم
ريه هاي لذت ، پر از اكسيژن مرگ است . )
در نبنديم به روي سخن زنده تقدير كه از پشت چپرهاي صدا مي شنويم .
*****
پرده را برداريم :
بگذاريم كه احساس هوايي بخورد .
بگذاريم بلوغ ، زير هر بوته كه مي خواهد بيتوته كند .
بگذاريم غريزه پي بازي برود .
كفش ها را بكند . و به دنبال فصول از سر گل ها بپرد .
بگذاريم كه تنهايي آواز بخواند .
چيز بنويسد و
به خيابان برود .
ساده باشيم .
ساده باشيم چه در باجه يك بانك چه در زير درخت .
*****
كار ما نيست شناسايي (( راز )) گل سرخ .
كار ما شايد اين است
كه در (( افسون )) گل سرخ شناور باشيم .
پشت دانايي اردو بزنيم .
دست در جذبه يك برگ بشوييم و سر خوان برويم .
صبح ها وقتي خورشيد ، در مي آيد متولد بشويم .
هيجان را پرواز دهيم .
روي ادراك فضا ، رنگ ، صدا ، پنجره گل نم بزنيم .
آسمان را بنشانيم ميان دو هجاي (( هستي )) .
ريه را از ابديت پر و خالي بكنيم .
بار دانش را از دوش پرستو به زمين بگذاريم .
نام را باز ستانيم از ابر ،
ازچنار ، از پشه ، از تابستان .
روي پاي تر باران به بلندي محبت برويم .
در به روي بشر و نور و گياه و حشره باز كنيم .
*****
كار ما شايد اين است
كه ميان گل نيلوفر و قرن
پي آواز حقيقت بدويم .
(( كاشان ، قريه چنار ، تابستان 1343 ))
*****