ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

ΟΙ ΙΧΡΑΣ: Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΚΑΣΤΑ ΤΩΝ ΕΥΝΟΥΧΩΝ - THE HIJRAS: THE SECRET CASTE OF THE EUNUCHS

Οι ίχρας πολιτισμικά δεν ορίζονται ούτε ως άνδρες αλλά και ούτε ως γυναίκες, είναι ευνούχοι. Στο πλαίσιο των ινδουιστών, οι ίχρας ανήκουν σε μια ειδική κάστα. Η κοινότητα των ίχρας στην Ινδία σε γενικές γραμμές αποτελείται από δύο είδη.Οι πρώτοι είναι οι άνθρωποι που γεννιούνται με ασαφή γεννητικά όργανα, ή ανήκουν και στα δύο φύλα που είναι πιο γνωστοί ως ερμαφρόδιτοι στη Δύση. Η δεύτερη κατηγορία είναι άνθρωποι που έχουν γεννηθεί ως άνδρες και μέσω μιας τελετουργικής εγχείρησης μετατρέπονται σε ίχρας, κάτι περίπου κοντά στην κοινότητα των τραβεστί στη Δύση. Οι ίχρας είναι μια μορφή τρίτου φύλου, των οποίων η παραδοσιακή απασχόληση είναι να εκτελούν χορούς και τραγούδια σε γάμους ή όταν ένα παιδί έχει γεννηθεί. Κατά τη διάρκεια της εποχής των Μογγόλων, οι ίχρας χρησίμευαν για τη διαφύλαξη των χαρεμιών στα παλάτια των βασίλισσων όπου η είσοδος στους άνδρες ήταν απαγορευμένη, και οι ίχρας όπως και οι άλλες υπηρέτριες ήταν η μόνη τους πηγή επικοινωνίας.

Εκτιμάται ότι οι ίχρας στην Ινδία αποτελούν περισσότερο από ένα εκατομμύριο του συνολικού πληθυσμού της χώρας, αλλά επίσης υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες ίχρας στις γειτονικές χώρες όπως το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, και το Νεπάλ. Αποστερημένοι από οποιασδήποτε κοινωνική θέση, εργασία ή ευκαιρίες εκπαίδευσης, οι μόνες επιλογές που έχουν οι ίχρας για να ζήσουν είναι η επαιτεία, να λειτουργούν ως εκτελεστές χορών σε γάμους ή σε γεννήσεις, και συχνά γίνονται και πόρνες. Οι Ινδοί φοβούνται τις κατάρες των ευνούχων ίχρας οι οποίοι πιστεύεται ότι έχουν υπερφυσικές εξουσίες. Η κατάρα των ίχρας θεωρείται τρομερή ατυχία. Υπάρχει η βεβαιότητα ότι μπορεί να φέρει ανδρική ανικανότητα, κακή υγεία, και οικονομική καταστροφή σε έναν άνθρωπο, ή να κάνει μια νέα γυναίκα άγονη. Έτσι, αναγκάζονται να τους δίνουν λεφτά για να μην τους καταραστούν.

Οι ίχρας είναι οπαδοί της θεάς μητέρας Μπαχουσιάρα Μάτα και ο ναός της στην πολιτεία Γκουτζαράτ είναι ένας από τα πολιτιστικά τους κέντρα. Αυτοί που πραγματικά αισθάνονται ότι έχουν τη κλίση για να υπηρετήσουν την θεά Μάτα, πρέπει να περάσουν από αυτό που είναι γνωστό ως ευνουχισμός. Αυτός ο ευνουχισμός που ονομάζεται νιρβάν, συνεπάγει την εγχείρηση του ευνουχισμού μέσα σε μια τελετουργική άσκηση. Η όλη διαδικασία για την ένταξη στην λατρεία των ίχρας εκτείνεται συνολικά μέσα σε εννέα μήνες. Οι καινούριοι ίχρας πρέπει να παραμείνουν κατά αυτούς τους εννέα μήνες σε απομόνωση από τον έξω κόσμο. Αυτή η εγχείρηση δεν εκτελείται σε νοσοκομείο, επειδή αποτελεί σήμερα μια εγκληματική πράξη, ωστόσο, η εγχείρηση εκτελείτο από ανέκαθεν μέσα σε μυστικότητα.

Πολλοί ίχρας ήταν νέοι άνδρες που είχαν προβλήματα ταυτότητας φύλου, και επέλεξαν τον ευνουχισμό μαζί με μια ζωή στο περιθώριο της κοινωνίας. Οι νέοι που δεν μπορούν να ενταχθούν ως άνδρες μέσα στη κοινωνία, αναζητούν τους ίχρας και τελικά οι περισσότεροι υποβάλλονται σε μια άκομψη εγχείρηση χωρίς αναισθητικό κατά τη διάρκεια της οποίας τα γεννητικά τους όργανα αφαιρούνται με ένα μόνο κόψιμο. Ένας ευνούχος που λειτουργεί ως ο Γκουρού τους, τους εισαγάγει στα μυστικά της κοινότητα των ίχρας και τους επικουρεί κατά τη διάρκεια της ιεροτελεστίας του ευνουχισμού. Αν και οι περισσότεροι επιλέγουν να γίνουν ίχρας, φημολογείται ότι μικρά παιδιά απαγάγονται δια εντολής των ηγετών των ευνούχων και τελετουργικά ευνουχίζονται στο όνομα της θεάς τους, της Μάτα. Η πράξη αυτή θεωρείται ότι είναι συνηθισμένη τακτική στην Ινδία εδώ και αιώνες. Οι ευνούχοι αρνούνται ότι ακρωτηριάζουν άρρενα παιδιά μετά βίας για να κρατήσουν τις μυστικές τους κοινότητες ζωντανές, αλλά μια σειρά από τέτοιες περιπτώσεις έχουν έρθει στο φως τα τελευταία χρόνια.

Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες όταν οι ίχρας ακούσουν ότι ένα παιδί που γεννήθηκε στη περιοχή τους, γεννήθηκε με ασαφή γεννητικά όργανα, θα πάνε στο σπίτι για να χορέψουν και να τραγουδήσουν όπως ακριβώς θα πάνε σε κάθε σπίτι στην Ινδία και να το "ευλογήσουν", αλλά σε περίπτωση που διαπιστώσουν ότι το παιδί έχει παραμορφωμένα γεννητικά όργανα, θα το πάρουν από τους γονείς του, με κάθε τρόπο τη βίας, με τον ισχυρισμό ότι είναι δικό τους. Υπήρξαν πολλές μάχες ακόμη και δολοφονίες κατά απόπειρες απαγωγής σαν αυτή, αλλά συχνά οι γονείς, τους επιτρέπουν να πάρουν το παιδί τους. Αργότερα καθώς το παιδί μεγαλώσει και γίνει περίπου πέντε ή έξι ετών, γίνεται η ίδια επέμβαση για να προετοιμαστούν για τη δική τους θέση στην κοινωνία των ίχρας.

Υπάρχουν πολλές ιστορίες όπου νεαροί άνδρες δελεάζονται από τις τάξεις των ίχρας να ενταχθούν ή να συμμετάσχουν σε σεξ μαζί τους. Η ιστορία τελειώνει εκεί όπου συνήθως τα θύματα ναρκώνονται και απαγάγονται μέχρι να "παραδοθούν"στον καινούργιο τους αφέντη, συνήθως ένα Γκουρού των ίχρας. Αφού τους εκπαιδεύσουν στη θηλυκότητα: το τρόπο περπατήματος, τις χειρονομίες, στο παράστημα κ.τ.λ., πολλοί πωλούνται σε πορνεία, όπως τα πολλά στην οδό Curzon και την οδό Falcnor στη Βομβάη. Συχνά, αυτοί οι "σκλάβοι" θα ναρκωθούν και πάλι με το θέλημα του Γκουρού αφέντη τους, που τους αρπάζουν μέσα στη νύχτα. Το ταξίδι τελειώνει όταν αναγκάζονται να φιλήσουν τα πόδια του Γκουρού και στη συνέχεια πάλι ναρκώνονται, τους βάζουν κάτω και μετά με την επίβλεψη του Γκουρού και άλλων ίχρας, δένουν ένα σχοινί γύρω από τα γεννητικά όργανα του θύματος στη ρίζα των όρχεων και γύρο στον άξονα του πέους. Το σχοινί σφίγγεται με τον ίδιο τρόπο που οι αγρότες στη Ινδία σφίγγουν τις ουρές των προβάτων για να τις αφαιρέσουν, μέχρι να γίνει μπλε και μουδιασμένο. Ένας από τους Γκουρού τους, που επιβλέπει το όλο εγχείρημα, παίρνει στη συνέχεια ένα εξαιρετικά αιχμηρό μαχαίρι και αρχίζει να αφαιρεί τους όρχεις από το σώμα τους και στη συνέχεια τους αποστερεί και το πέος. Για να σταματήσει η ακατάσχετη αιμορραγία άλλο μαχαίρι που έχει θερμανθεί πάνω σε φωτιά τοποθετείται στο μέρος που μόλις είχαν αφαιρεθεί τα γεννητικά όργανα, που κλείνει ερμητικά τον ιστό της ουλής. Λόγω του τραύματος στον οργανισμό, πολλοί δεν ανακτούν, αλλά όσοι το επιζήσουν, ανακάμπτουν μετά από τρεις μήνες περίπου, όταν η ουλή θεραπευτεί.

Αυτά όλα συμβαίνουν σήμερα στον 21 αιώνα!!!

Hijras are culturally defined as neither man nor woman, they are the eunuchs .In Hindu contexts, hijras belong to a special caste. The Hijra community of India consists of broadly two types of Hijras. First are the people who are born with ambiguous genitals or are intersexed, best known as hermaphrodites in the west. Second are people who are born as males and through a ritual surgical transformation become Hijras, close to the transgendered community in the west. Hijras form an alternative, third sex/gender category, whose traditional employment is to perform at marriages and after a child has been born. During the Moghal era, Hijras were employed to safeguard the Janankhanas, palaces of the queens where entry of males was prohibited and Hijras, like the other maids were the only source of communication.

It is estimated that Hijras in India make up more than a million of the total population of the country, but there are hundreds of thousands of Hijras also in the neighboring countries of Pakistan, Bangladesh, and Nepal. Deprived of any social status, job or educational opportunities, the only options left to most Hijras is begging, acting as performers at weddings or childbirths and often becoming prostitutes. Indians are wary of the eunuchs' ire and supposed occult powers. The curse of a hijra is considered terribly unlucky. There is a belief that it can bring impotence, ill-health and financial ruin to a man, or make a young woman barren. For these reasons people are forced to give them money so they will not be cursed.

Hijras are devotees of the mother goddess Bahuchara Mata and her temple in the state of Gujarat is one of their cultural centers. Those who truly feel that they have been called into the following of Mata go through what is known as an emasculation operation. Nirvan emasculation operation entails the castration of the subject in a ritualistic exercise. The entire process of initiation into the hijra cult spans a total of nine months where new hijra must stay isolated from those in the outside world. This operation is not performed in a hospital, because it is nowadays a criminal act, nevertheless the operation has always been performed in secret.

Many Hijras are young men with gender-identity problems who have chosen castration and a life on the fringes of a society. The youthful misfits seek out the hijras and most eventually submit to a crude operation without anaesthetic during which their genitals are severed with one cut. A eunuch will act as their guru, introducing them to the insular hijra community and assisting them during the castration ritual. Although most choose to become hijras, it is rumoured that young boys are abducted on the orders of eunuch leaders and ritually castrated in the name of their goddess Mata. The practice is said to have been common in India for centuries. Eunuchs deny forcibly mutilating male children to keep their secret societies alive but a number of such cases have come to light over recent years.

There are incidences whereby hijras hear of a child being born in the local area who were born with ambiguous genitals, they then go to the house, just as they would to any house in India and dance and sing songs and "give their blessings", but if they find out that the child has deformed genitals in any way they forcibly take that child away from the parents and claim him as their own. There have been many fights and even killings over attempted abductions like this, but often the parents allow them to take their child. Later on as the child grow around five or six years old the same operation is performed to prepare them for their place in hajra society.

There are many stories where young men are lured by Hijras to join their ranks or to engage in sex with them. The story usually ends where the victim is drugged and abducted and made to "surrender" to their new master, usually a hajra guru. After they are trained in femininity; the walk, the gestures, poise etc., many are sold into prostitution such as the many in Curzon St and Falcnor Rd in Bombay (Mumbai).Often these "slaves" will be again drugged at the will of their Guru and taken away in the night. Their journey ends in being forced to kiss the feet of their Guru and then again being drugged, they are then held down by accomplaces of the Guru or other Hijras and a rope is tied around the genitals of the victim at the root of the scrotum and around the shaft of the penis. The rope is tightened in the same way Indian farmers do to remove the tails of sheep, until they are blue and numb. One of the Guru's accomplaces then takes and extremely sharp knife and beginning from the scrotum removes them from the body and then severs the penile member too. To stop the profuse bleeding another knife that has been heated to red-hot is placed on the area that has just had the parts removed, thus sealing in scar tissue the netire area. Due to the trauma to the body many do not recover, but those who do, recover after about three months when the scaring heals.

All these are happening today in the 21st century!!!!!


ΟΙ ΑΝΕΓΓΙΧΤΟΙ ΝΤΑΛΙΤ: ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΝΟΣ ΚΑΤΩΤΕΡΟΥ ΘΕΟΥ - THE UNTOUCHABLE DALITS: THE CHILDREN OF A LESSER GOD

Περισσότεροι από 240 εκατομμύρια άνθρωποι στη Νότια Ασία ζουν μια αβέβαιη ύπαρξη και αποφεύγονται από μεγάλο μέρος της κοινωνίας λόγω της κατάταξης τους ως ανέγγιχτους ή Ντάλιτ στο κάτω μέρος του άκαμπτου συστήματος των καστών .Οι Ντάλιτ υφίστανται διακρίσεις, τους απαγορεύεται η πρόσβαση στην ιδιοκτησία γης, και είναι αναγκασμένοι να εργάζονται σε συνθήκες δουλείας, όπου συνήθως γίνεται κατάχρηση εναντίον τους, ακόμη και σκοτώνονται στα χέρια της αστυνομίας και από ομάδες της ανώτερης κάστας που απολαμβάνουν την προστασία του κράτους.

Οι Ντάλιτ στην Ινδία δεν μπορούν να διασχίσουν τη διαχωριστική γραμμή που διαχωρίζει το δικό τους μέρος του χωριού από αυτό που κατέχουν οι ανώτερες κάστες. Δεν μπορούν να χρησιμοποιούν τα ίδια πηγάδια, να επισκέπτονται τους ίδιους ναούς και εκκλησίες, να πίνουν από το ίδιο φλιτζάνι σε πάγκους όπου πωλείται τσάι , ή να διεκδικήσουν γη που είναι νόμιμα δική τους. Τα παιδιά Ντάλιτ συχνά υποχρεώνονται να κάθονται στο πίσω μέρος στις αίθουσες διδασκαλίας, και οι κοινότητες τους στο σύνολό τους υποχρεώνονται να εκτελούν ταπεινωτικές τελετές στο όνομα της κάστας. Οι Ντάλιτ γυναίκες συχνά γίνονται θύματα σεξουαλικής κακοποίησης.

Σε αυτό που έχει επικαλεστεί ως το κρυφό απαρτχάιντ της Ασίας, ολόκληρα χωριά σε πολλές πολιτείες της Ινδίας παραμένουν εντελώς διαχωρισμένα, σύμφωνα με το σύστημα της κάστας. Καταχρήσεις που βασίζονται πάνω στο σύστημα της κάστας, επικρατούν επίσης στο Νεπάλ, τη Σρι Λάνκα, το Μπαγκλαντές, το Πακιστάν, την Ιαπωνία, και πολλά αφρικανικά κράτη.

Η κατάσταση

Πάνω από 100.000 περιπτώσεις βιασμών, δολοφονιών, εμπρησμούς και άλλες βαρβαρότητες κατά των Ντάλιτ καταγράφονται στην Ινδία κάθε χρόνο. Δεδομένου ότι οι Ντάλιτ είναι πολύ απρόθυμοι αλλά και αδυνατούν (λόγω έλλειψης αστυνομικής συνεργασίας) να καταγγείλουν εγκλήματα που γίνονται εναντίον τους, ο πραγματικός αριθμός των καταχρήσεων εις βάρος τους είναι προφανώς πολύ μεγαλύτερος.

Οργανισμοί της ίδιας της Ινδίας, έχουν αναφέρει ότι οι περιπτώσεις αυτές συνήθως σχετίζονται με τις προσπάθειες των Ντάλιτ να αγνοήσουν την κοινωνική τάξη της κάστας, ή στη ζήτηση ελάχιστου μισθού και τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα τους. Πολλές από τις φρικαλεότητες εναντίον τους διαπράττονται από την αστυνομία. Ακόμη και οι δράστες μεγάλης κλίμακας σφαγών Ντάλιτ έχουν διαφύγει τη δίωξη.

Υπολογίζεται ότι περίπου σαράντα εκατομμύρια άνθρωποι στην Ινδία, μεταξύ των οποίων δεκαπέντε εκατομμύρια παιδιά, είναι δέσμιοι εργάτες, που εργάζονται σε συνθήκες δουλείας, για να εξοφλήσουν ένα χρέος. Η πλειοψηφία από αυτούς είναι Ντάλιτ.

Σύμφωνα με κυβερνητικές στατιστικές, εκτιμάται ότι περίπου ένα εκατομμύριο Ντάλιτ είναι ρακοσυλλέκτες που πρέπει να καθαρίζουν με τα χέρια τους κόπρανα από δημόσια και ιδιωτικά αποχωρητήρια, και είναι επίσης υπεύθυνοι για τη απαλλαγή νεκρών ζώων. Οι ανεπίσημες εκτιμήσεις είναι πολύ υψηλότερες.

Η σεξουαλική δουλεία των Ντάλιτ κοριτσιών και των γυναικών συνεχίζει να λαμβάνει θρησκευτική επικύρωση. Σύμφωνα με το σύστημα Ντεβτάσι, χιλιάδες κορίτσια Ντάλιτ στις πολιτείες της νότιας Ινδίας αναγκάζονται να είναι επίσημα παντρεμένα ή αφιερωμένα σε μια θεότητα ή σε ένα ναό. Όταν αφιερωθούν, αυτά τα κορίτσια αδυνατούν να παντρευτούν, αφού αναγκάζονται να γίνουν πόρνες για τα μέλη της κοινότητας που ανήκουν στις ανώτερες κάστες, και τελικά δημοπρατούνται σε ένα αστικό οίκο ανοχής.

Εξελίξεις

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η βία κατά των Ντάλιτ έχει κλιμακωθεί δραματικά ως απάντηση στις αυξανόμενες κινήσεις για τα δικαιώματα των Ντάλιτ.

Αν και το σύστημα για τους " ανέγγιχτους " έχει επίσημα καταργήθηκε στο σύνταγμα της Ινδίας το 1950, και πολλές νομοθεσίες έχουν ήδη θεσπιστεί για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με το σύστημα της κάστας, όπως η δέσμια εργασία, η χειρωνακτική συλλογή απορριμμάτων, το σύστημα Ντεβτάσι, και άλλες βαρβαρότητες κατά τα μέλη της κοινότητας των Ντάλιτ, ένα μεγάλο μέρος της νομοθεσίας παραμένει εντελώς άνεργο αφού δεν επιβάλλεται. Οι νόμοι είναι σε ανοιχτή κατάσταση εμπαιγμού και η συνενοχή σε επιθέσεις εναντίον των κοινοτήτων των Ντάλιτ έχει γίνει ένα καλά τεκμηριωμένο υπόδειγμα αυτής της διεξαγωγής.

Τον Δεκέμβριο του 1999, η εθνική εκστρατεία για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των Ντάλιτ-ένα λαϊκό κίνημα ινδικών ομάδων για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε δεκατέσσερις πολιτείες - συλλογικά υπόβαλαν πάνω από 2,5 εκατομμύρια υπογραφές στο ινδό πρωθυπουργό ζητώντας την κατάργηση του συστήματος των "ανέγγιχτων" και προτρέπει τα όργανα των Ηνωμένων Εθνών για καθαρή αντιμετώπιση στο ζήτημα των καστών που βασίζεται πάνω τις διακρίσεις και τη κατάχρηση.

Πολλοί φορείς από συνθήκες των Ηνωμένων Εθνών, έχουν κάλεσε την ινδική κυβέρνηση για τη βελτίωση της κατάστασης των Ντάλιτ. Η επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη όλων των μορφών φυλετικών διακρίσεων (CERD) δήλωσε σαφώς ότι η κατάσταση των Ντάλιτ εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της σύμβασης για την εξάλειψη όλων των μορφών φυλετικών διακρίσεων, και ότι ο όρος καταγωγή που περιέχεται στο άρθρο 1 της σύμβασης δεν αναφέρεται αποκλειστικά σε εθνική καταγωγή, αλλά συμπεριλαμβάνει και την κατάσταση των Ντάλιτ.

Ακτιβιστές από όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων και ακτιβιστών που πήραν μέρος ενάντια στο απαρτχάιντ στη Νότιο Αφρική και Αφρικοαμερικανών ακτιβιστών στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν ήδη αρχίσει να υποστηρίζουν τον αγώνα των Ντάλιτ.

Η ινδική κυβέρνηση έχει επανειλημμένα αποπειραθεί να υποσκάψει τις προσπάθειες των ινδικών οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα για ευαισθητοποίηση των αγώνων ενάντια των καστών σε προπαρασκευαστικές συναντήσεις και στην πορεία τους προς το Ινδικό Κοινοβούλιο. Η κατάσταση των Ντάλιτ είναι το μόνο θέμα που έχει συστηματικά κοπεί από τη διάσκεψη της διακυβερνητικής διαδικασίας στη χώρα μέχρι σήμερα.

Επόμενα Βήματα

Η Ινδία και άλλες ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις πρέπει να θεσπίσουν ή / και να επιβάλουν νομοθεσίες για την κατάργηση των διακρίσεων που βασίζονται στο σύστημα της κάστας, και ενδεχομένως, πρακτικές που σχετίζονται με τη κάστα όπως οι "ανέγγιχτοι", η δέσμια εργασία, η χειρωνακτική συλλογή απορριμμάτων, και το σύστημα Ντεβτάσι.

Οι ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις θα πρέπει να επεκταθούν σε προσκλήσεις του Ειδικού Εισηγητή για να ερευνήσει τις ρατσιστικές διακρίσεις που βασίζονται στο σύστημα της κάστας και άλλων μορφών διακρίσεων που βασίζονται στη εθνική καταγωγή στις αντίστοιχες χώρες τους.

Όλα τα έθνη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι, διακρίσεις που βασίζονται στο σύστημα της κάστας και παρόμοιες διακρίσεις σε βάρος των περιθωριοποιημένων πληθυσμών στην Ασία και την Αφρική να αντιμετωπιστούν ρητά, σύμφωνα με το στις χάρτες, τις ανακηρύξεις και το πρόγραμμα δράσης των Ηνωμένων Εθνών.

Οι Ντάλιτ την Ινδία, οι Μπουρακουμίν στην Ιαπωνία, και άλλοι πληθυσμοί σε παρόμοιες καταστάσεις θα πρέπει να αναγνωριστούν ρητά ως ομάδες ανθρώπων που έχουν υποστεί πολυετείς και επίμονες μορφές διακρίσεων και κακοποίησης με βάση την καταγωγή τους.

More than 240 million people in South Asia live a precarious existence, shunned by much of society because of their ranks as untouchables or Dalits at the bottom of a rigid caste system. Dalits are discriminated against, denied access to land, forced to work in slave-like conditions, and routinely abused, even killed, at the hands of the police and of higher-caste groups that enjoy the state's protection.

Dalits in India may not cross the line dividing their part of the village from that occupied by higher castes. They may not use the same wells, visit the same temples and churches, drink from the same cups in tea stalls, or lay claim to land that is legally theirs. Dalit children are frequently made to sit in the back of classrooms, and communities as a whole are made to perform degrading rituals in the name of caste. Dalit women are frequent victims of sexual abuse.

In what has been called Asia's hidden apartheid, entire villages in many Indian states remain completely segregated by caste. Caste-based abuse is also prevalent in Nepal, Sri Lanka, Bangladesh, Pakistan, Japan, and several African states.


The situation

Over 100,000 cases of rape, murder, arson, and other atrocities against Dalits are reported in India each year. Given that Dalits are both reluctant and unable (for lack of police cooperation) to report crimes against them, the actual number of abuses is presumably much higher.

India's own agencies have reported that these cases are typically related to attempts by Dalits to defy the social order, or demand minimum wages and their basic human rights. Many of the atrocities are committed by the police. Even perpetrators of large-scale massacres have escaped prosecution.

An estimated forty million people in India, among them fifteen million children, are bonded laborers, working in slave-like conditions in order to pay off a debt. A majority of them are Dalits.

According to government statistics, an estimated one million Dalits are manual scavengers who clear feces from public and private latrines and dispose of dead animals; unofficial estimates are much higher.

The sexual slavery of Dalit girls and women continues to receive religious sanction. Under the devadasi system, thousands of Dalit girls in India's southern states are ceremoniously dedicated or married to a deity or to a temple. Once dedicated, they are unable to marry, forced to become prostitutes for upper-caste community members, and eventually auctioned into an urban brothel.


Developments


Since the early 1990s, violence against Dalits has escalated dramatically in response to a growing Dalit rights movements.

Although untouchability was abolished under India's constitution in 1950, and numerous laws have since been enacted to tackle caste-related problems of bonded labor, manual scavenging, devadasi, and other atrocities against Dalit community members, much of the legislation remains completely unenforced. Laws are openly flouted and state complicity in attacks on Dalit communities has become a well-documented pattern.

In December 1999, the National Campaign for Dalit Human Rights -a grassroots movement of Indian human rights groups in fourteen states - collectively submitted over 2.5 million signatures to the Indian prime minister demanding the abolishment of untouchability and urging U.N. bodies to squarely address the issue of caste-based abuse and discrimination.

Numerous U.N. treaty bodies have called on the Indian government to improve the situation of Dalits. The United Nations Committee on the Elimination of All Forms of Racial Discrimination (CERD) has clearly stated that the situation of Dalits falls within the scope of the Convention on the Elimination of All Forms of Racial Discrimination, and that the term descent contained in Article 1 of the Convention does not refer solely to race, and encompasses the situation of Dalits.

Activists from around the world, including anti-apartheid activists in South Africa and African-American activists in the United States, have already begun to support the Dalit struggle.

The Indian government has consistently attempted to sabotage the efforts of Indian NGOs to raise awareness of the caste struggle at preparatory meetings in the lead-up to WCAR. The situation of Dalits stands alone as the only issue to have been systematically cut out of the conference's intergovernmental process so far.


Next Steps

India and other concerned governments should enact and/or enforce legislation to abolish caste-based discrimination, and where applicable, caste-related practices of untouchability, bonded labor, manual scavenging, and the devadasi system.

Concerned governments should also extend invitations to the Special Rapporteur on racism to investigate caste-based discrimination and other forms of discrimination based on descent in their respective countries.

All nations should ensure that caste-based and similar discrimination against marginalized populations in Asia and Africa is explicitly addressed in the draft declaration and programme of action of the WCAR.

Dalits, Burakumin in Japan, and other populations in similar situations should be explicitly acknowledged as groups of people who have been subject to perennial and persistent forms of discrimination and abuse on the basis of their descent.

 

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΗ ΠΟΡΝΕΙΑ ΣΤΙΣ ΙΝΔΙΕΣ - RITUALIZED PROSTITUTION IN INDIA

Ντεβτάσι ή Ντεβατάσι είναι μια θρησκευτική συνήθεια στις περιοχές της νότιας Ινδίας, συμπεριλαμβανομένης και της Πολιτείας Άντχρα Μπραντές, όπου οι γονείς παντρεύουν μια από τις κόρες τους με μια θεότητα ή της κάνουν γάμο με ένα ναό. Αυτός o γάμος συνήθως τελείται πριν το κορίτσι φτάσει την εφηβεία και απαιτεί την κοπέλα να γίνει πόρνη για τα μέλη της ανώτερης κάστας της κοινότητας. Τέτοια κορίτσια είναι γνωστά ως νζοτζίνι. Τους απαγορεύεται να εισέλθουν σε ένα πραγματικό γάμο και εργάζονται ως πόρνες σε ναούς και λειτουργούν ως μέλη μιας θρησκευτικής τάξης.
Σε πολλές περιπτώσεις, τα νεαρά κορίτσια και οι γυναίκες αυτές ωθούνται από ιερείς δήθεν για να εκτελούν τα καθήκοντα ως σύζυγοι των θεών αλλά τελικά καταντούν θύματα σεξουαλικής δουλείας για την ανώτερη κάστα και για τους πλούσιους αγρότες, τους εμπόρους και τους πολιτικούς. Αυτή η ανώτερη κάστα των ινδουιστών ιερέων είναι γνωστή ως Μπράχµαν και συμβαίνει επίσης να είναι και οι αρχιτέκτονες του ανελέητου συστήματος των καστών στις Ινδίες. Αυτοί οι «άγιοι άνθρωποι» προωθούν τέτοιες άφραγκες ινδουίστριες γυναίκες από τη χαμηλή κάστα σε «ιερή πορνεία», μέσω της διαδικασίας του Ντεβτάσι . Οι γυναίκες που ανοίκουν στο Ντεβτάσι γίνονται δούλες των Βραχμάνων ιερέων οι οποίες είναι και ιδιοκτησία τους και αποτελούν αντικείμενα σεξουαλικής συναλλαγής μεταξύ των ιδίων και άλλων πλούσιων ανδρών. Δεν έχουν δικαιώματα ως σύζυγοι ή ακόμη και ως σεξουαλικοί σύντροφοι. Αν μείνουν έγκυος, το παιδί δεν αναγνωρίζεται από τον Βραχμάνο πατέρα. Ακόμη δεν δίνεται ποτέ καμία επιλογή σε αυτές τις γυναίκες να αφήσουν αυτό το ποταπό επάγγελμα. Αντίθετα, εκπαιδεύονται ως σεξουαλικές σκλάβες για τη θρησκευτική τάξη των ινδουιστών, δηλαδή των Βραχμάνων.
Η παιδική πορνεία είναι κοινωνικά αποδεκτή σε ορισμένα τμήματα της ινδικής κοινωνίας μέσω αυτής της συνήθειας του Ντεβτάσι. Μικρά κορίτσια δίνονται στους θεούς για να γίνουν θρησκευτικές πόρνες. Πιστεύεται ότι υπάρχουν περίπου 3,300 πόρνες Ντεβτάσι στη Πολιτεία Μπελκγουάμ από μόνη της .Οι επαρχίες που συνορεύουν με την Μαχαράστρα και την Καρνατάκα είναι γνωστές ως " ζώνη των Ντεβτάσι". Οι γυναίκες που ανοίκουν στο Ντεβτάσι είναι αφιερωμένες στην πορνεία στο όνομα της θεάς Γιελλάμμα.
Στους ναούς, ένα κορίτσι Ντεβτάσι συνήθως θα αποκτήσει ένα "προστάτη" από την υψηλή κάστα των Βραχμάδων μετά την τελετή για το ξεπαρθένεμα της. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η μαστροπεία των Βραχμάνων ιερέων επιτυγχάνεται κατά την ίδια στιγμή αυτής της τελετής για αφοσίωση της κοπέλας στο ναό. Ο "προστάτης" της κοπέλας που διασφαλίζει το δικαίωμα αυτό αφού περάσει το πρώτο βράδυ μαζί της, μπορεί να διατηρήσει μια μόνιμη σχέση με την κοπέλα μέσω της καταβολής ενός ορισμένου προσυμφωνημένου χρηματικού ποσού στον ναό, ή η σχέση μπορεί να διατηρηθεί για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα έναντι πληρωμής ή απλά αυτή η σχέση μπορεί να λήξη μετά την τελετή του ξεπαρθενέματος της. Μια μόνιμη σχέση με ένα "προστάτη" δεν απαγορεύει στο κορίτσι από το να διασκεδάζει άλλους πελάτες, εάν δεν οριστεί διαφορετικά. Σε περίπτωση που η κοπέλα ψυχαγωγεί άλλους άνδρες, αυτοί θα πρέπει να φύγουν από το σπίτι του κοριτσιού, όταν ο "προστάτης" της επιστρέψει. Έτσι, αυτά τα κορίτσια είναι μια πηγή εσόδων για το ναό - μια τελετουργική μορφή πορνείας.
Η συνήθεια αυτή ήταν νόμιμη στην Ινδία μέχρι και το 1988, ωστόσο εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα. Η κυβέρνηση της Ινδίας μπορεί να έλαβε κάποια μέτρα για την εξάλειψη της, αλλά φαίνεται ότι τα μέτρα αυτά δεν είναι επαρκή. Σήμερα υπάρχουν περίπου πενήντα χιλιάδες γυναίκες Ντεβτάσι στη χώρα.

NOCTOC

Devdasi or Devadasi is a religious practice in parts of southern India, including Andhra Pradesh, whereby parents marry a daughter to a deity or a temple. The marriage usually occurs before the girl reaches puberty and requires the girl to become a prostitute for upper-caste community members. Such girls are known as jogini. They are forbidden to enter into a real marriage and work as prostitutes in the temples and act as members of a religious order.
In many cases, young girls and women are lured by priests supposely to serve as concorts of gods but end up as sex slaves for the upper caste and for rich farmers, traders and politicians. These upper caste Hindu priests known as Βrahmins happen also to be the architects of the notorious caste system in India. These « holy men» rear such penniless low caste Hindu women into « holy prostitution» through the process of making them Devdasis. The devdasis are owned by their Brahmin priests and traded among them and other rich men . They have no rights as wives or even as sexual partners. If they get pregnant, the child is never accepted by the Brahmin father. Devdasi women are never given any choice to leave the despicable occupation. Rather, they are reared as sex slaves of the Hindu religious class.
Child prostitution is socially acceptable in some sections of Indian society through this practice of Devdasi. Young girls are given to the gods and they become a religious prostitute. There are believed to be around 3,300 Devdasis in Belguam area alone. Districts bordering Maharashtra and Karnataka are known as the "Devadasi belt." Devadasis are dedicated into prostitution for the goddess Yellamma.
In the temples, a Devdasi will usually acquire a Brahmin "patron" after her deflowering ceremony. The pimping of a Devdasi by the Brahmin priests in the majority of cases is achieved at the time of the dedication ceremony. A "patron" who secures this right of spending the first night with the girl may maintain a permanent liaison with the girl by paying a fixed sum of money to the temple, or he can maintain the relationship for a fixed period of time on payment or he can simply terminate the liaison after the deflowering ceremony. A permanent liaison with a "patron" does not bar the girl from entertaining other clients, unless he specifies otherwise. In case the girl entertains other men, they have to leave the girl's house when her "patron" comes. Thus, these girls are a source of revenue for the temple - a ritualized form of prostitution.
The practice was legal in India until 1988, yet it still continues. The government of India may have taken measures to eradicate this custom, but it apprears that these measures have not been effective. Today there are about fifty thousand Devadasis in the country.

NOCTOC
 

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΒΑΣΟΡΑΣ

Γεννήθηκα πολλές φορές στη Βασόρα, μέσα από όλες τις ιστορίες που άκουσα γι αυτή-μέσα από τις ιστορίες που έλεγαν γύρω μου όταν ήμουν παιδί, στις εικόνες που δημιούργησα για αυτή κατά τη διάρκεια των πρώτων μου ταξιδιών εκεί με τη μητέρα μου, και σε όλες μου τις εμπειρίες που έζησα εκεί κατά τα επόμενα χρόνια. Αργότερα έφυγα από τη Βασόρα για να περιπλανηθώ στην εξορία σαν ένας ναύτης που κάνει κύκλους γύρω από τη γη, μέχρι που με τα χρόνια, η εικόνα που είχα για αυτή έγινε ένας συνδυασμός αλήθειας και ψευδαίσθησης, πραγματικότητας και φαντασίας, αυθεντίας και εφεύρεσης.
Πολλές φορές, ρώτησα τον εαυτό μου αν ήταν η ίδια η Βασόρα που δεν μου άφησε άλλη επιλογή από το να την διαπλάσω με αυτό τον τρόπο, αφού μήπως δεν υπάρχει λιμάνι στον κόσμο που δεν κάνει ότι η Βασόρα κάνει. Ή μήπως είναι η φαντασία, η φαντασία μου, η οποία πήρε από την πόλη ένα πνευματικό λιμάνι που δεν υπάρχει ίσο-ορισμένα χαρακτηριστικά, τότε τα ανακάτεψαν αυτά με όλες τις ιστορίες που συνήθισα να ακούω, μέχρι που έκτισα μια άλλη Βασόρα η οποία μου άφηνε κάποια παρηγοριά στη ζωή, που με έκανε να αναπνέω τον αέρα της, που εξακολουθούσε να διατηρείται μέσα στους πνεύμονες μου και να αντλεί το αίμα μου για να γράφω;
Και τώρα, μετά από όλα αυτά τα χρόνια, και μετά από όλα όσα συνέβησαν στη Βασόρα και σε μένα και στους ανθρώπους εκεί, γνωρίζω ότι η Βασόρα δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό, ένα μείγμα νοσταλγίας και μια επιστροφή σε μια πόλη και μια εποχή που έχει περάσει. Στην παιδική μου ηλικία, πριν μάθω να μιλάω, όταν σκεφτόμουν με εικόνες, ήταν η πόλη που ερχόταν σε μένα, και όχι το αντίστροφο. Πριν πάμε εκεί, έβλεπα στην συνήθως σιωπηλή μου μάνα μια έκφραση μεγάλης ευτυχίας, γιατί θα ταξιδεύαμε στο σπίτι των παππούδων μου στη Βασόρα. Υπήρχαν μόνο εκατόν εξήντα χιλιόμετρα μεταξύ της πόλης του Άμαραχ όπου μέναμε, και της Βασόρας, αλλά εκείνη την εποχή, πριν οι δρόμοι της ενδοχώρας ακόμη ασφαλτοστρωθούν, αυτή η απόσταση έμοιαζε με ταξίδια που οι άνθρωποι κάνουν σήμερα για να πάνε σε άλλες χώρες. Όπως είπα και πριν, η μητέρα μου συνήθως έτεινε προς τη σιωπή, αλλά η προγιαγιά μου η Ματινράντ (η οποία ήταν η γιαγιά της μητέρας μου αλλά και του πατέρα μου, αφού ήταν πρώτα ξαδέλφια) μου έλεγε ιστορίες για στη Βασόρα.Έφυγε από τη Βασόρα για να ζήσει μαζί με τη πρωτότοκη της κόρη, τη γιαγιά μου τη Φάρζια, στο Άμαραχ, ισχυριζόμενη ότι δραπέτευε από την τυραννία της νύφης της. Η Βασόρα θα ερχόταν σε μένα με τις ιστορίες που η προγιαγιά μου έλεγε, και φαινόταν σαν να ερχόταν από έναν ολόκληρο άλλο κόσμο. Μήπως η Ματινράντ γνωρίζε η όχι ότι με όλα όσα έλεγε για τη Βασόρα θα έσπερνε σε μένα τη πρώτη σπορά επιθυμίας για να ταξιδέψω; Με κάθε ιστορία που έλεγε, την φανταζόμουν να με αποχαιρετά ενώ κουνούσε το μαντήλι της καθώς έφευγα για τη Βασόρα.
Εκείνη την εποχή, δεν μου συνέβηκε ποτέ να αναρωτηθώ γιατί η κάθε μία από τις ιστορίες της Ματινράντ ήταν συνδεδεμένες με τη θάλασσα. Δεν ήξερα ότι μιλούσε με τον τρόπο που οι άνθρωποι μιλούν στη Βασόρα, και ότι όλοι οι Βασορίτες έχουν το ένα πόδι στη γη και ένα στο νερό. Η θάλασσα είναι μπροστά τους και το ποτάμι Σόντ αλ Άραμπ είναι από πίσω τους.Οι γνώριμες ιστορίες της Ματινράντ (οι οποίες θα μου γίνονταν γνώριμες πολλά χρόνια αργότερα, όταν είχα πλέον μεγαλώσει), ήταν ξένες εκείνη την εποχή για μένα, και σύνδεαν τη Βασόρα με ένα περίεργο και μακρινό κόσμο που άξιζε για περιπέτεια. Εκείνη την εποχή ήταν αδύνατο για μένα να φανταστώ τη Βασόρα χωρίς τους χαρακτήρες που γέμιζαν της ιστορίες της Ματινράντ: Για τον Μασούντ Μπικ το Βέλγο, τον πρώτο έμπορα αλατιού, ο οποίος στη πραγματικότητα δεν ήταν Βέλγος, αλλά ο κόσμος χρησιμοποιούσε αυτό το ψευδώνυμο επειδή είχε ταξιδέψει στο Βέλγιο ως μαθητευόμενος στα καρνάγια της Αμβέρσα, και γύρισε με τα δύο πρώτα ατμόπλοια που έφθασαν ποτέ στη Βασόρα στο 1858.Για τη Γαλλίδα "Madame Dieu la Foi," τη πρώτη γυναίκα τουρίστα που επισκέφτηκε ποτέ τη Βασόρα από την Ευρώπη. Σύμφωνα με τις ιστορίες της γιαγιάς μου, ήταν πάνω σε ένα από τα ατμόπλοια που άνηκαν στην εταιρεία Leng καθ 'οδόν από τη Βασόρα στη Βαγδάτη, όταν έμειναν από άνθρακα, και, πρότεινε στον Γάλλο καπετάνιο να χρησιμοποιήσουν το σουσάμι που μετέφεραν πάνω στο ατμόπλοιο ως καυσίμου για να επιτευχθεί το ταξίδι στην Βαγδάτη. Ήταν και ο αυτοκράτορας της Γερμανίας ο οποίος επισκέφθηκε τη Βασόρα συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, Augusta, και ο οποίος φορούσε ένα αραβικό κεφαλόδεσμο πάνω από το κοστούμι του που αποτελούσε μια πανοπλία των σταυροφόρων.Ο αντεροβγάλτης Νζαγάντ Γκάλτα, που έκλεψε τις τρίχες του προφήτη που τις είχαν στο μαυσωλείο του Ιμάμη Χασσάν στη Βασόρα (τις τρίχες τις είχε στείλει στον Ιμάμη ο Οθωμανός Σουλτάνος Άμπαντ Αλ Χαμίντ ως δώρο το 1866)- όχι για τα λείψανα τα ίδια, αλλά για το χρυσό κουτί το οποίο περιείχε το βαρύ μπουκάλι όπου είχαν τοποθετηθεί.Η γιαγιά μου λέει ότι αυτό ήταν το τέλος του Νζαγάντ Γκάλτα, γιατί ο κόσμος εισέβαλε στο σπίτι του και τον κατακομμάτιασαν.Ήταν και ο Σεϊχ Αμπουλραχμάν ο μέθυσος, που δεν γνώρισε το αλκοόλ ή τη μέθη μέχρι αργά στη ζωή του, όταν η γραμμή για τηλεγραφήματα έφθασε στη Βασόρα για πρώτη φορά.Όλα άρχισαν όταν ξεκίνησε να μιλάει σε ένα από τα κηρύγματα του σχετικά με αυτή την καταπληκτική εφεύρεση, και το πώς κάποιος θα μπορούσε να συνδεθεί με ένα σύρμα και να ακουστεί στην Κωνσταντινούπολη, και ο κόσμος νόμισε ότι θα πρέπει να είχε πιει στα κρυφά και δεν είχε ιδέα στο τι έλεγε-έτσι αργότερα υπέκυψε στο πιοτό από απόγνωση αφού δεν μπορούσε να απόσταση τον εαυτό του από αυτή τη κατηγορία.Ήταν και ο Σάμπα Άμπου Εϊντα, ο οποίος ίδρυσε το πρώτο κλαμπ στη Βασόρα, και ο οποίος έφερε νεαρούς που φορούσαν γυναικεία ρούχα για να χορεύουν εκεί, ο ποιο διάσημος ήταν ένα πολύ όμορφο αγόρι που ονομαζόταν Ναίμ, ένας Χριστιανός από το Χαλέπι, που μάγεψε τους Βασορίτες, κάτι απίστευτο, και ένα βράδυ ενώ χόρευε, ένας από τους παθιασμένους θαυμαστές του, τον πυροβόλησε, και πέθανε πριν να μπορέσουν να τον φέρουν στο Νοσοκομείο Γκουράμπα.Ήταν και η όμορφη Ραχλού, η πρώτη γυναίκα χορεύτρια που ήρθε από το Χαλέπι στην Βασόρα, λίγα χρόνια πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι άνδρες μιλούσαν για την τσαχπινιάρικη συμπεριφορά της που αιχμαλώτιζε καρδιές και μάγευε τα μάτια, και ήξερε πως να δολώσει τους άνδρες, γιατί με μόνο ένα κλείσιμο του ματιού της, έχαναν τα λογικά τους και της έδιναν όλα τα χρήματα που είχαν, ακόμη και αν έπρεπε να πουλήσουν το σπίτι τους ή τα έπιπλα την επόμενη μέρα μόνο και μόνο για τους κλείσει ακόμη μία φορά το μάτι της. Ο Ραχλού μάζεψε μια μεγάλη ποσότητα πλούτου, πριν από την άφιξη μιας τραγουδίστριας που ήταν πολύ ευρέως γνωστή εκείνες τις ημέρες αλλά δεν μπορούσε να βρει δουλειά. Το όνομά της ήταν Τίρα η Αιγύπτια, και αρχικά ήρθε από την Αίγυπτο για να επισκεφθεί το Σέϊχ Χαζάλ, Πρίγκιπα της Μαχμάρα. Εκείνη τραγούδησε για αυτόν το τραγούδι του Σαϊντ Νταρουίς "Επισκέψου με και ας είναι και μια φορά το χρόνο," μετά άρχισε να τραγουδάει κάθε μέρα στο κλάμπ Αλ Ασάρ, και η Ραχλού επισκιάστηκε από την υπέροχη φωνή της.Ήταν και ο νεαρός Γερμανός Richard, ο οποίος ήταν από ευγενή γερμανική οικογένεια και είχε πολλά λεφτά, και ζούσε στη Βασόρα για άγνωστους λόγους. Έλεγαν ότι ήταν γκέι και είχε έρθει στη Βασόρα για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του επιθυμίες. Μια Χριστιανική οικογένεια έκανε μήνυση εναντίον του στο δικαστήριο, κατηγορώντας τον ότι είχε σεξουαλικές σχέσεις με έναν από τους γιους τους που ήταν φοιτητής στη σχολή που διοικόταν από Καρμηλίτες μοναχούς. Ήταν και ο Ταλίμπ αλ Νακίμπ, ένας φιλόδοξος και χαρισματικός νεαρός, ο γιος του Σερ Ραζάμπ Νακίμπ, ένας από τους ευγενείς της Βασόρας, που συγκέντρωσε γύρω του μια συμμορία εγκληματιών και που επετιθόνταν σε όποιον τύχαινε να βρεθεί στο δρόμο του, έως ότου όλοι στη Βασόρα κατέληξαν να υπακούν στη κάθε του επιθυμία. Όταν ένας δικηγόρος, ο Αμπτουλάχ αλ Ραγαντούζι, ύψωσε το ανάστημά του, αυτός τον σκότωσε σε ένα στασίδι στην αγορά των κοτόπουλων μπροστά σε όλους. Έπειτα ήταν και η όμορφη Μουγίνη, η επίσημη μαμή που έχει εκπαιδευτεί από τη γιαγιά μου. Η γιαγιά μου έλεγε με υπερηφάνεια «Αν δεν ήξερα πόσο έξυπνη είναι και πώς είναι ευλογημένα τα χέρια της, ποτέ δεν θα της επέτρεπα να σε φέρει στον κόσμο." Ήταν ατύχημα τότε το ότι το πρώτο παιδί που είχε γεννηθεί από την Μουγίνη θα κατέληγε να γίνει ένας περιπλανώμενος στο κόσμο χωρίς να βρει λιμάνι για να αγκυροβολήσει; Αυτές ήταν μερικές από τις Βασόρες που μπόρεσα να μάθω μέσω της προγιαγιάς μου της Ματινράντ, της ειδικευμένης μαίας. Αργότερα, έμαθα από το "θείο" Edward ότι μπορεί κανείς να ανακαλύψει τις πόλεις με γραπτές λέξεις, και ότι ο κόσμος είναι όπως στη Βασόρα, ένα λιμάνι μέσα στο οποίο μετακινούμαστε. Ο Edward είχε ένα μικρό βιβλιοπωλείο στο Αλ Ασχάρ, και ακόμη θυμάμαι αυτό τον κοντούτσικο άνθρωπο: στην κομψότητα ήταν εντελώς διαφορετικός από την κομψότητα των παραδοσιακών ανδρών που φορούσαν κοστούμι και γραβάτα. Αγόραζε τα ρούχα του από μεταχειρισμένα καταστήματα, ή " λένγα" όπως ονομάζονται στο Ιράκ. Τα επέλεγε με φροντίδα και μεράκι. Το χειμώνα τύλιγε ένα μεγάλο κόκκινο φουλάρι γύρω από το λαιμό του, και τις κρύες βροχερές μέρες φορούσε ένα χακι αδιάβροχο όπως ο φημισμένος Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στη ταινία "Καζαμπλάνκα". Ο Edward με τα σγουρά μαλλιά και τα μπλε-μαύρα μάτια, ιδιοκτήτης ενώς μικρού βιβλιοπωλείου στο Αλ Ασχάρ. Δεν πουλούσε εφημερίδες ή λογοτεχνία-μόνο κόμικς, και εξειδικευμένα περιοδικά σχετικά με αυτοκίνητα και Ιστιοφόρα, ιατρικά βιβλία που ήταν γραμμένα στα αγγλικά. Τον γνώρισα όταν ήμουν έντεκα χρονών, όταν ο θείος μου με πήρε να δουλέψω στο κατάστημα του τις μέρες που δεν είχα σχολείο. Ο Edward συμφώνησε αμέσως να μου δώσει δουλειά εκεί, με την προϋπόθεση ότι θα ντυνόμουν σαν ναύτης-ήταν παθιασμένος με την θάλασσα σε σημείο που ζήτησε να τον θάψουν στη θάλασσα μετά το θάνατό του. Ο Edward ήταν ο πρώτος που μου είπε αυτή τη περίεργη ιστορία για το λαό της Βασόρας: "Ένας από τους χαλίφηδες της Ανδαλουσίας έστειλε οκτακόσιες ενενήντα επτά Ανδαλουσιανές χορεύτριες στον χαλίφη της Βαγδάτης. Εξακόσιες σαράντα πέντε από αυτές έμειναν στη Βαγδάτη, και οι υπόλοιπες εστάλησαν με βάρκα στη Βασόρα. Μία από αυτές ερωτεύτηκε τον πλοίαρχο, ο οποίος την έκρυψε και την πήγε μαζί του σε ένα μακρινό ταξίδι, και επέστρεψαν πολλά χρόνια αργότερα, όταν κανείς δεν τους αναγνώριζε πια. Ενώ ήταν στο πλοίο έκαναν πολλά παιδιά, που ταξίδεψαν τα μήκη και τα πλάτη της γης και ήταν αριστούχοι στις τέχνες. Δεν ήταν μόνο μεγάλοι ταξιδιώτες αλλά έκαναν πολλά παιδιά και δικά τους εγγόνια. Από το γένος αυτό ανήκουν οι ποιητές και οι καλλιτέχνες της Βασόρας, οι περισσότεροι εκ των οποίων μετατρέπονται σε ναυτικούς και περιφέρονται στους ορίζοντες.
Την επόμενη μέρα μου είπε: "Από σήμερα θα ανοίγουμε ένα νέο βιβλίο κάθε μέρα, και θα σου δείχνω μερικές εικόνες και το όνομα του λιμανιού, και την επόμενη μέρα θα μου λες πληροφορίες γι 'αυτό, συμφωνήθηκε; "Όταν τον ρώτησα πώς θα το κάνω αυτό, χωρίς να γνωρίζω τίποτα για την πόλη ή τη χώρα, μου είπε ότι αυτό είχε να κάνει με τη φαντασία μου και η καρδιά μου, και ότι θα ήταν αρκετό στο να κοιτάζω προς στη Βασόρα. "Άκουσε στην πρόσκληση της καρδιάς σου, τα προσεκτικά αυτιά δεν πρέπει να ακούουν τους καθηγητές της γεωγραφίας," επειδή "η γεωγραφία που μας μαθαίνουν είναι ψέματα." Εμείς εφεύρουμε τη δική μας προσωπική γεωγραφία από περιπλάνηση όπως οι τσιγγάνοι, και τα λιμάνια ολοκληρώνουν το ένα το άλλο. Γι' αυτό τα ονόματα των περισσότερων λιμανιών στον κόσμο είναι γνωστά σε μένα: Βομβάη, Άδανα, Καπ Σταντ, Λίμα, Ίμπιζα, Λίβερπουλ, Αμβούργο, Ρότερνταμ, Νάπολη, Μασσαλία, Κάντιθ, Πόρτο Αλέγκρε, Σάο Πάολο, Καρταχένα των Ινδιών . . . Με τον τρόπο αυτό ο Edward άλλαξε την πορεία της ζωής μου και την έκανε να πάρει άλλη κατεύθυνση, γιατί από εκείνη την ημέρα, μέχρι σήμερα, διαβάζω τον κόσμο και γι' αυτό εφευρίσκω ιστορίες από τα ταξίδια μου μέσα και γύρω από αυτόν, πλέοντας σαν ναύτης πάνω στη γη.
Τώρα, που γράφω για στη Βασόρα, ίσως όλα να είναι μπερδεμένα μέσα μου,η ψευδαίσθηση με την πραγματικότητα, το γεγονός, με τη φαντασία, αλλά αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι δεν κάνω τίποτα άλλο εδώ, παρά να συλλαμβάνω στο μυαλό μου την εικόνα της Βασόρας, όπως την είδα και την έζησα όλα αυτά τα χρόνια, το ένα τρίτο του χρόνου της ζωής μου, μέχρι να εγκαταλείψω τη χώρα. Από την άλλη πλευρά, επειδή γνωρίζω ότι είμαι συγγραφέας, και ότι τα περισσότερα από όσα γράφω είναι με βάση τη φαντασία, ξέρω ότι αυτά που γράφω για τη Βασόρα παίρνουν για μένα μερικές φορές μια διφορούμενη έννοια, και αν τα αμφιβάλω τότε θα αρχίσω να αμφιβάλλω και για την ίδια μου την ύπαρξη. Είμαι στη πραγματικότητα εκείνο το παιδί που πέρασε όλη του την παιδική ηλικία στο σπίτι των παππούδων του στη Βασόρα; Είμαι εκείνος ο νεαρός που γνωρίζει τη Βασόρα δρόμο με δρόμο, λόγω της διαρκής μετακόμισης του παππού του, κάθε φορά που ο θείος του ερωτεύονταν με ένα κορίτσι στη νέα γειτονιά που είχαν μετακομίσει; Όσο περισσότερο αμφιβάλω, τόσο ποιο πολύ η Βασόρα μοιάζει με ένα κενό χάρτη που δεν έχει γραμμές ή χαρακτηριστικά, και τα οποία θα πρέπει να επιστήσω και πάλι.Σαν να μην υπήρχε πριν, με εξαίρεση ένα κομμάτι αλμυρής γης, φοινικόδεντρα να επεκτείνονται κατά μήκος των άκρων της, και ένα μεγάλο ποτάμι που ονομάζεται Σόντ αλ Άραμπ. Όσο για τα υπόλοιπα, πρέπει να τα οικοδομήσω πέτρα προς πέτρα: Τη Πλατεία Ουμμ aλ Μπαρούμ, όλες τις διάφορες γειτονιές, τον παράλιο δρόμο, τις εκκλησίες, τα μπουρδέλα, τις ταβέρνες, τις αγορές, τις κινηματογραφικές αίθουσες. Είναι εύκολο να προσδόσω ονόματα σε αυτό το τόπο ή τον άλλο, αλλά ξέρω ότι αυτό δεν είναι αρκετό, γιατί πρέπει να ρίξω και φως, το φως της θάλασσας για να είμαστε ακριβείς, σε κάθε δρόμο, σε κάθε σπίτι, σε κάθε κατάστημα, σε κάθε γωνιά του δρόμου, ακόμη και σε κάθε σοκάκι. Θα πρέπει να δώσω μορφή σε αυτά τα χαμηλά σύννεφα του χειμώνα που περνούσαν πάνω από το κωδωνοστάσιο της Αρμενικής εκκλησίας στην περιοχή αλ Σαΐφ, και μετά πάνω από τα καφενεία του δρόμου, μέχρι να φτάσουν την αποβάθρα όπου τα μικρά ιστιοφόρα ήταν αραγμένα. Θα πρέπει να είμαι καλόγουστος όταν τακτοποιώ τα έπιπλα και όταν ζωγραφίζω τα χαρακτικά στα παλιά σπίτια, όχι μόνο τα σπίτια της ανώτερης τάξης της Βασόρας , αλλά τα μπουρδέλα τη επίσης. Θα πρέπει να αποδεχθώ ακόμη και όσα δεν μπορώ να αποδεχθώ στην πραγματικότητα, και να φέρω μια διαφορετική ομάδα ανθρώπων να ζουν σε αυτή, δεν είναι σημαντικό ποιους. Ως μέρος αυτού του παιχνιδιού, θα πρέπει να τους βάλω σάρκα και αίμα, το οποίο υπακούει στην πρόσκληση των αισθήσεων, και θα πρέπει να καταλάβω την ανάγκη τους για αγάπη και για χρήματα, για να εγκαθίστανται και για να μεταναστεύουν, δύο επιθυμίες που κατά κανόνα δεν συμφωνούν. Θα πρέπει να εξετάσω την επιθυμία τους για τα αιώνια, και να τους υπενθυμίσω ότι είναι η Βασόρα που αξίζει αιωνιότητα. Θα πρέπει να τους δώσω εσωτερικά όργανα και πρόσωπα, έτσι ώστε να είναι αδύνατο να μην αναγνωρίζονται όπου και αν βρίσκονται, και να αυξήσω την ικανότητά τους να ξεχνάνε, και τη δυνατότητα τους να προχωρούν. Διότι μόνο αυτός που ταξιδεύει ανακαλύπτει τη Βασόρα. Τώρα, όπως και κατά τη διάρκεια όλων αυτών των μακρών χρόνων, συνεχίζω να αναδημιουργώ τη Βασόρα εκ νέου κάθε φορά που την συμβάλλω πάνω σε χαρτί. Θα αναπολώ πάντα ότι έχει σχέση με στη Βασόρα, τις γειτονιές και τα κτίρια της, των δημοσίων και των ιδιωτικών: Αλ Ασχάρ, αλ Κάσιλ, την αγορά των κοτόπουλων, αλ Ταμιμίγια, αλ Σάϊ, αλ Μισράκ,την Εταιρία Επεξεργασίας Φοινικιών της Βασόρας, αλ Μουάκλ, το σιδηροδρομικό σταθμό, το λιμάνι, το νησί του Σίνμπαντ, τη Ναυτική Έδρα, Χάμσα Μιλ, Νουχέρ αλ Λαϊάλ , τη Παλιά Βασόρα, Μαχαλλάτ αλ Μπασά, αλ Σαΐφ, Ναθάρν, Μπαλούς, το δικαστήριο. . . την οδό αλ Γατάν με τις νυχτερινές εορταστικές εκδηλώσεις, με τα νυχτερινά κέντρα όπου όλοι οι ιστιοπλόοι στον κόσμο συγκεντρώνονταν, το Mary's Bar και το Matilda’s Bar, ή το σπίτι της μαντάμ Χασίμπα και το συνεχή κύκλο των κοριτσιών στους οίκους ανοχής της Παλαιάς Βασόρας και στην οδό Μπασάρ. Τα συντάσσω καθώς θυμάμαι τις ιστορίες της γιαγιά μου και του Edward, καθώς θυμάμαι τον παππού μου, Φαράζ Γιουσούφ, που ήταν επιθεωρητής της Εταιρείας Επεξεργασίας Φοινικιών της Βασόρας, και η γλώσσα μου καίγεται από τη γλυκιά γεύση των γεμιστών Μπούχρι με αμύγδαλα και καρύδια, που ο παππούς μου μας έφερνε σε δύο δίσκους για να τ' αποθηκεύσουμε για το χειμώνα. Θυμάμαι τον Luis Carvallo, ή " τον θλιμμένο Πορτογάλο", όπως ονομαζόταν-όπως μάλλον τον φωνάζαμε εμείς τα παιδιά της περιοχής αλ Σαΐφ και του Μαχαλλάτ αλ Μπασά και του Ναθράν και του Μπαλούς, ακόμη και όταν μεγαλώσαμε και γίναμε έφηβοι, πριν όμως να γίνομε άνδρες και ορισμένοι από εμάς έφυγαν για την εξορία, και άλλοι σκοτώθηκαν στον πόλεμο και που ξεκουράζονται στους τάφους τους, πριν, ο πόλεμος πήρε τον θλιμμένο Πορτογάλο τον ίδιο μακριά από τη Βασόρα με άλλους συμπατριώτες του οι οποίοι ζούσαν εκεί από τον προπάππου τους τον Vasco de Gama , και είχαν κάνει εδώ τα παιδιά και τα εγγόνια τους και έγιναν Βασορίτες όπως και εμείς, παρά τα ξένα ονόματα τους: Jose και Gonzalez και Rodriguez, Amalia και Maria και Consuelo.Όλα αυτά τα χρόνια, κρατάω τη Βασόρα μέσα στη την καρδιά μου, στα αυτιά μου παίζεται η μουσική των Ζουνούζ, είναι οι μαύροι Βασορίτες , αυτοί που απέμειναν από τους απογόνους των μεγάλων εξεγέρσεων των δούλων, των οποίων οι μουσικοί κυκλοφορούν στους δρόμους χτυπώντας κύμβαλα , παλαμάκια με τα χέρια τους, και χορεύοντας το χορό χαγάγα. Θυμάμαι τις περιοχές Σάϊ και Μισράκ, όπου ζούσαν οι Ζουνούζ, και ξέρω ότι η Βασόρα είναι ζωντανή. Όλα αυτά τα χρόνια, όπως έχω ανασυντάξει τη Βασόρα, προσπάθησα να της δώσω να αναπνεύσει ένα διαφορετικό αέρα, ένα διαφορετικό πνεύμονα από εκείνο με τον οποίο αναπνέει τώρα, ένα πνεύμονα που έχει φθαρεί από το κρύο των πολέμων και τον καπνό των όπλων, βόμβες, και αέριο από δηλητήριο, φραγμένο από την σκόνη των αμμόσακκων στους δρόμους. Όσο μιλούσα για τη Βασόρα, είχα την αίσθηση ότι εξακολουθούσα να ζω. Τώρα, καθώς σας μιλώ για τη Βασόρα (αν και το ποιο πολύ φως που της δίνω μου φαίνεται να είναι από φαντασία, εξακολουθεί να είναι ένα φως που αντλείται από την πραγματικότητα)- αυτή η Βασόρα διαμορφώνεται κομμάτι με κομμάτι μέσα από τη μνήμη και την απόσταση, φυλασσόμενη μέσα στη μηχανή του χρόνου, στη γραφομηχανή του Ναζίμ Γουαλί. Η Βασόρα για την οποία μιλώ εδώ, είναι στο τέλος, η διατηρητέα πόλη που έχω κρατήσει πάνω για είκοσι τρία χρόνια, διαδίδοντας την ιστορία της δειλά εδώ κι εκεί, μέσα από το δικό μου μυθιστόρημα Πόλεμος στην Χαγ αλ Τάραμπ, σε δύο συλλογές διηγημάτων, Η Τελευταία Νύκτα της Μαρίας και Χορεύοντας με την Ματίλτα, στο τελευταίο μου μυθιστόρημα, Τελ αλ Λαχάμ, σε όλες τις ταξιδιώτικες ιστορίες μου, και σε ότι έχω γράψει και γράφω τώρα. Σαν και όλα αυτά να ήταν μόνο τα ακατέργαστα σχέδια για την προετοιμασία μου για αυτό το βιβλίο μου για τη Βασόρα, αυτή την πόλη από την οποία έμαθα το πρώτο μάθημα που διδάσκεται σε κάθε νέο καλλιτέχνη: την αναζήτηση για το βασίλειο της δημιουργικότητας έξω από τα τείχη της πόλης στην οποία γεννήθηκα, στη συνέχεια η επιστροφή σε αυτή την πόλη, μέσω της μνήμης και της φαντασίας. Είναι ανώφελο να αναζητείς τη Βασόρα σε ένα χάρτη, γιατί η Βασόρα ανήκει τις πόλεις αυτές, οι οποίες κτίζονται από τους καταραμένους και ξενιτεμένους γιους τους πάνω στην παρθένα γη της μνήμης, σε χώρες μακρινές. . .

Ναζίμ Γουαλί
Ιρακινός Συγγραφέας
Μετάφραση από τα Αγγλικά: NOCTOC

BASRA STORIES -قصص بارسا

I was born in Basra many times, in all of the stories that I heard about it—in the stories which were told around me when I was a child, in the images I formed of it during my first trips there with my mother, and in all of the experiences I lived through there in later years. Later I left Basra to roam in exile like a sailor circling the earth, until, with the years, the picture I had of it became a mix of truth and illusion, of reality and fantasy, of the original and invention. I have asked myself on several occasions whether it was Basra itself which left me no other option than to fashion it in this manner, for is there a port in the world that doesn’t do what Basra does? Or is it the imagination, my imagination, which took from the city—a spiritual harbor which has no equal—certain characteristics, then mixed them with all of the stories I used to hear, until I had built upon it another Basra which allowed me some consolation in life, which made me breathe its air, still preserved in my lungs, that pumps the blood in my writing? And now, after all of these years, and after all of what has happened to Basra and to me and to the people there, I know that Basra cannot be other than this, a mix of nostalgia and an impossible return to a city and a time which has passed. In my childhood, before I learned to speak, when I used to think in pictures, it was the city which would come to me, not the other way around. Before we would go there, I would see on my usually silent mother a look of great happiness, because we were traveling to my grandparents’ house in Basra. There were only one hundred sixty kilometers between the city of ‘Amarah, where we were, and Basra, but in those times, before the paving of the exterior roads, that distance resembled the trips people make today to other countries. As I said before, my mother usually tended toward silence, but my great-grandmother Matinrad (who was both my mother’s and my father’s grandmother, since they were first cousins) would tell me stories about Basra. She had left Basra to live with her eldest daughter, my grandmother Farja, in ‘Amarah, claiming that she was fleeing the tyranny of her daughter-in-law.Basra would come to me in the stories my great-grandmother told, and seemed to be coming from another world altogether. Did Matinrad know or not that with everything she said about Basra she was sowing in me the first seeds of desire to travel? With every story she told, I would imagine her waving farewell with her handkerchief as I left for Basra. At that time, it didn’t occur to me to ask myself why every one of Matinrad’s stories were connected to the sea. I didn’t know that she was talking in the way of the people of Basra, and that all Basrans have one foot on land and one in the water. The sea is in front of them and Shott al-‘Arab is behind them. Matinrad’s familiar stories (which would become familiar to me as well, many years later, when I had grown up) foreign to me at that time, linked Basra to a strange, faraway world which merited adventure. At that time it was impossible for me to imagine Basra without the characters that crowded Matinrad’s stories: Mas’oud Bik the Belgian, the first salt merchant, who was not really Belgian, but whom people let use that nickname because he had traveled to Belgium to apprentice in the shipmaking workshops in Antwerp, and came with the first two steamships to arrive in Basra in 1858; the Frenchwoman “Madame Dieu la Foi,” the first woman tourist from Europe to visit Basra. According to my grandmother’s stories, she was on one of the steamships belonging to the Leng company en route from Basra to Baghdad when it ran out of coal, and she suggested to the French captain that they use the sesame seeds they were transporting as fuel in order to reach Baghdad. There was the Kaiser of Germany who visited Basra accompanied by his wife, Augusta, and who wore an Arab headband over his suit of crusader’s armor; the thug Jawad Ghaltta, who stole the Prophet’s hairs that were in the mausoleum of Imam Hassan of Basra (the hairs had been sent to him by the Ottoman sultan ‘Abd al-Hamid as a gift in 1866)—not for the relics themselves, but for the gold box which contained the heavy bottle where they had been placed. My grandmother says that was the end of Jawad Ghaltta, for the people stormed his house and cut him to pieces. There was Shaykh ‘Abdulrahman the Drunk, who didn’t know alcohol or drunkenness until late in life, when the telegraph line arrived in Basra for the first time. He started talking in one of his sermons about this amazing invention, and how a person could tap on a wire and be heard in Istanbul, and the people thought he must have secretly been drinking and had no idea what he was saying—he later succumbed to drinking in despair when he was unable to distance himself from the accusation. There was Saba’a Abu ‘Aitta, who established the first nightclub in Basra, and who brought young men who wore women’s clothes to dance there, the most famous of which was a very handsome boy named Na’im, a Christian from Aleppo, who enchanted Basrans something incredible, and one night while he was dancing, one of his passionate admirers shot him, and he died before they could get him to Ghuraba’ Hospital. There was the beautiful Rahlu, the first woman dancer to come from Aleppo to Basra, a few years before the first world war; the men used to talk about her coquettish behavior which captured hearts and bewitched the eyes, and she did know how to catch men, for she would barely wink at one and he would lose his nerves and offer her all the money he had, even if he had to sell his house or furniture the next day just to get one more wink from her. Rahlu amassed a great amount of wealth before the arrival of a singer who was very widely known in those days but was not finding much work. Her name was Tira the Egyptian, and she had originally come from Egypt to visit Shaykh Khaza’al, Prince of Mahmara. She sang to him Sayyid Darwish’s song “Visit me once a year,” then she began to sing every day in the Al-‘Ashaar club, and Rahlu was eclipsed by her marvelous voice. There was the young German man Richard, who was from a noble German family and had quite a bit of money, and who lived in Basra for unknown reasons. It was said that he was gay and had come to Basra to satisfy his sexual cravings. A Christian family brought a suit against him in court, accusing him of having sexual relations with one of their sons who was a student at the school run by the Carmelite monks. There was Talib al-Naqeeb, an ambitious and charismatic youth, the son of Sir Rajab Naqeeb, one of the nobles of Basra; he gathered around him a gang of criminals who would attack anyone who got in his way, until all of Basra wouldn’t hesitate to obey his every wish—when a lawyer, ‘Abdullah al-Rawanduzi, stood up to him, he killed him in a stall of the chicken market in front of everyone. Then there was the beautiful Muwani, the official midwife who was trained by my grandmother. My grandmother would say with pride, “If I didn’t know how clever she is and how blessed her hands are, I never would have allowed her to bring you into the world.” Was it an accident then that the first child birthed by Muwani would turn into a roamer of the earth with no port at which to lay anchor?Those were some of the Basras which I came to know through my great-grandmother, the skilled midwife Matinrad; later, I learned from “Uncle” Edward that one can discover cities through written words, and that the world is like Basra, a harbor that we move about in. Edward owned a small bookstore in Al-‘Ashaar, and I still remember that short man: his elegance was completely distinct from the elegance of traditional men who wore a suit and necktie. He bought his clothes from secondhand shops, or “lenga,” as they are called in Iraq; he chose them with care and taste; in the winter he would wrap a long red scarf around his neck, and on cold rainy days he would wear a khaki raincoat like Humphrey Bogart’s famous coat in “Casablanca.” Edward with the curly hair and the blue-black eyes, owner of a small bookstore in Al-‘Ashaar. He didn’t sell newspapers or literature—only comic books, and specialized magazines about cars and sailboats, and medical books in English. I met him when I was eleven years old, when my uncle took me to work with him in Edward’s store on my days off from school. He agreed on the spot to let me work there, on the condition that I dress like a sailor—he was passionate about the sea to the point that he requested that he be buried at sea after his death. Edward was the first to tell me this strange story about the people of Basra: “One of the caliphs of Al-Andalus sent eight hundred ninety-seven Andalusian dancers to the caliph of Baghdad. Six hundred and forty-five of them stayed in Baghdad, and the rest were sent by boat to Basra. One of them fell in love with the captain, who hid her and went with her on a long voyage, returning many years later when nobody knew them anymore. While on the ship they had had many children, who traveled the length and breadth of the earth and excelled at art. They were not only great travelers but had children and many grandchildren of their own. To this line belong the poets and artists of Basra, most of whom turn into sailors who roam the horizons.” The next day he said to me: “Starting today we will open a new book every day, and I will show you some of the pictures and tell you the name of the port, and the next day you will tell me about it, agreed?” When I asked him how I would do that without knowing anything about the city or the country, he said it had to do with my imagination and my heart, and that it would be enough that I look toward Basra. “Listen to the call of your heart, attentive ears should not listen to geography teachers,” because “the geography they talk about is lies.” We invent our own personal geography by wandering, like the gypsies, and the ports complete each other. That’s why the names of most ports in the world are familiar to me: Bombay, Aden, Kap Stadt, Lima, Agadir, Liverpool, Hamburg, Rotterdam, Naples, Marseilles, Cadiz, Porto Alegre, Sao Paolo, Cartagena de las indias. . . In this way Edward changed the course of my life and made it take another direction, for from that day forward, up to the present, I read the world and invent stories about it from traveling in and around it, floating like a sailor on the earth.Now, as I write about Basra, maybe everything is getting mixed up in me, illusion with reality, fact with fantasy, but what is certain is that I am doing nothing here but conjuring up a picture of Basra as I saw it and lived in it all of those years, a third of the years of my life until I left the country. On the other hand, because I know that I am a writer, and that most of what I write is based on imagination, I know that everything I am writing about Basra takes on an ambiguous meaning for me sometimes, and if I doubted it I would start to doubt my existence as well. Am I in fact that child who spent his entire childhood in his grandparents’ house in Basra? Am I that young man who got to know Basra street by street because of his grandfather’s constant moving, every time his uncle fell in love with a girl in the new neighborhood they had moved to? The more I doubt, the more Basra seems like a blank map with no lines or features, which I must draw anew. As though it didn’t exist before except for some salty earth, with groves of date palms extending along its edges, and a wide river named Shott al-‘Arab. As for the rest, I must build it stone by stone: Umm al-Baroom Square, all of the different neighborhoods, the corniche, the churches, the bordellos, the taverns, the marketplaces, the cinemas. It’s easy to bestow names on this place or that, but I know that is not enough, for I must shed light, the light of the sea to be exact, on every street, on every house, on every shop, on every street corner, even on every back alley. I must give shape to those low winter clouds that passed over the tower of the Armenian church in the al-Saif quarter, then over the street cafes, until they reached the wharves where the small sailboats were docked. I must be tasteful when I arrange the furniture and draw the engravings on the old houses, not only the houses of Basra’s upperclass, but the bordello houses as well. I must accept even what I can’t stand in reality, and bring a different group of people to live there, it’s not important who. As part of this game, I must give them bodies of flesh and blood, which obey the call of their senses, and I must understand their need for love and for money, for settling down and for emigrating, two desires which generally don’t agree. I must examine their desire for the eternal, and remind them that it’s Basra that deserves eternity; I must give them internal organs and faces so that it will be impossible not to recognize them everywhere, and increase their ability to forget, and their ability to move on. Because only he who travels discovers Basra.Now, as during all of these long years, I continue to remake Basra anew every time I conjure her up on the page. I conjure up everything that has a relationship to Basra, its neighborhoods and its buildings both public and private: Al-‘Ashaar, al-Qashl, the Chicken Market, al-Tamimiyya, al-Sa’i, al-Mishraq, the Basra Date Company, al-Mu’aql, the railway station, the port, Sindbad’s Island, the naval headquarters, Khamsa Mil, Nuhair al-Layl, Old Basra, Mahallat al-Basha, al-Saif, Nathran, Balush, the courthouse . . . al-Watan Street with its nightly festivities, with its nightclubs where all of the world’s sailors would gather, in Mary’s Bar and Matilda’s Bar, or at the house of the madam Hasiba and her constant cycle of girls in the brothels of Old Basra and Bashar Street. I conjure them all up as I remember my grandmother’s and Edward’s stories, as I remember my grandfather, Faraj Yusuf, an inspector at the Basra Date Company, and my tongue burns with the sweet taste of Burhi dates stuffed with almonds and walnuts, which my grandfather would bring us in two trays to save for winter. I remember Luis Carvallo, or “the Sad Portuguese” as he was called—rather as we used to call him, we the children of al-Saif and Mahallat al-Basha and Nathran and Balush, even when we got older and were teenagers, but before we were men and some of us left for exile, and others were destroyed in the war and laid to rest in their graves, before the war took the Sad Portuguese himself away from Basra with a number of his countrymen who had lived there since their great-grandfather Vasco de Gama, and had their children and grandchildren and become Basrans like us, despite the foreign names they bore: Jose and Gonzalez and Rodriguez, Amalia and Maria and Consuelo.All of these years, I have carried Basra close to my heart; in my ear has played the music of the Zunuj, the black Basrans, the remaining descendants of the great slave revolts, whose bands move through the streets beating cymbals, clapping their hands, and dancing the hayawa. I remember the Sa’i and Mishraq quarters, where the Zunuj lived, and I know that Basra is alive. All these years, as I have recreated Basra, I have tried to make it breathe a different air, to fill a different lung than the one with which it breathes now, a lung worn out by the cold of wars and the smoke of guns, bombs, and poison gas, clogged by the dust of the sandbags which filled its streets. As long as I have talked about Basra, I have felt that it still lived. Now, as I talk to you about Basra (however much the light I cast it in appears to be one of fantasy, it is still a light gleaned from reality)—this Basra takes shape piece by piece from memory and distance, preserved in a time machine, in Najem Wali’s typewriter.The Basra of which I speak here, is in the end, that preserved city which I have held onto for twenty-three years, spreading it timidly here and there, in my novel War in Hayy al-Tarab, in two collections of stories, Mary’s Last Night and Waltzing Matilda, in my last novel, Tel al-Laham, in all my travel stories, and in everything I have written and am writing now, as if all of those were just rough drafts preparing me for this book on Basra, that city from which I learned the first lesson that every young artist learns: the search for the kingdom of creativity outside the city walls in which he was born, then later the return to that city, by way of memory and imagination. It is useless to seek Basra on a map, for Basra belongs to those cities which are built by their cursed and fleeing sons in the virgin lands of memory, in distant lands . . .


Najem Wali
Iraqi Writer

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

ΒΑΓΔΑΤΗ: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΛ ΜΟΥΤΑΝΑΜΠΙ

Η θάλασσα κατάπιε το μέλι και η αγάπη μετατράπηκε σε στάχτες στους δρόμους. - Χαμίντ Μοχτάρ, "Ο Όχλος"

Η οδός Αλ Μουτανάμπι στη Βαγδάτη, πήρε το όνομα της από ένα θρυλικό ποιητή του 10ου αιώνα, και ήταν κάποτε γνωστή για την φασαρία της και ως τόπος γι' ανταλλαγή ιδεών. Τώρα είναι κυρίως έρημη. Οι θαμώνες των καφενείων , ποιητές και βιβλιοπώλες ακόμα έρχονται εδώ για συζήτηση, αλλά τώρα οι συζητήσεις είναι σχετικά για την αμερικανική στρατιωτική κατοχή. Μια ανταπόκριση από τα λογοτεχνικά καφενεία της Βαγδάτης, τα οποία έχουν στοιχειώσει από τον φόβο.

Του Φίλιπ Ρόμπερτσον

Κοντά στην παλιά Εβραϊκή συνοικία της Βαγδάτης, στην οδό Αλ Ρασίντ, υπάρχει ένα δρομάκι που πήρε το όνομα του από τον Ιρακινό ποιητή Αλ Μουτανάμπι. Ο δρόμος του ποιητή διακλαδώνεται μακριά από την οδό Αλ Ρασίντ και συνεχίζεται μέχρι ποιο πέρα μέσω ενός ιστού από ερειπωμένα κτήρια με λεπτές στήλες που κρατάνε στραβωμένα μπαλκόνια. Βιβλιοπωλεία κάθε περιγραφής κάνουν κατάληψη του δρόμου στον επίπεδο χώρο, όπου πωλούν τεχνικά εγχειρίδια, στολισμένα αντίγραφα του Κορανιού και μια ωραία επιλογή από πειρατικό λογισμικό. Η οδός Αλ Μουτανάμπι τότε συνεχίζει την κατηφόρα προς τη καφέ από τη λάσπη καμπή του Τίγρη μέχρι να παρεκκλίνει δυτικά σε μια καλυμμένη αγορά και τα ψηλά τείχη ενός παλιού σχολείο μέσα στο τέμενος. Ακριβώς εκεί που ο δρόμος στρίβει, υπάρχει το θρυλικό λογοτεχνικό καφενείο της Βαγδάτης, το Σαπαντάρ, όπου επί δεκαετίες οι συγγραφείς και διανοούμενοι έρχονται να πιουν τσάι και να καπνίσουν ναργιλέ. Το καφενείο είναι γεμάτο από καπνό και είναι βρώμικο. Όταν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα, που είναι σχεδόν ποτέ, οι ανεμιστήρες δεν φρεσκάρουν καθόλου τον αέρα. Λογοτεχνικοί άνδρες με μακρυμάνικα πουκάμισα κάθονται και καπνίζουν. Την Τρίτη, τις 2 Αυγούστου, περπατώντας προσεκτικά κάτω από τον λευκό-καυτό ήλιο, ένας άνδρας με μια τσάντα, που περπατούσε στην οδό Αλ Μουτανάμπι μπήκε στο χαρτοπωλείο Χατζή Κουάις Αννί, έμεινε για λίγο, έπειτα έφυγε, χωρίς τη συσκευασία. Όταν το πακέτο εξερράγη σε σύντομο χρονικό διάστημα αργότερα, η ανατίναξη σκότωσε τον Χατζή Κουάϊς, που καθόταν κοντά στην πόρτα και φύλαγε το κατάστημα του. Η βόμβα έβαλε φωτιά στο κατάστημα, και είναι πλέον ένα μαυρισμένο κέλυφος στο δρόμο των βιβλιοπωλών. Ο Χατζή Κουάϊς ήταν στην οδό Αλ Μουτανάμπι για 10 χρόνια και τον ήξεραν όλοι οι πωλητές της περιοχής. Πουλούσε ευχετήριες κάρτες για τις γεννήσεις και επετείους μαζί με δώρα των Χριστουγέννων και του Πάσχα, κολόνιες και στυλό. Είχε γένια και ήταν επίσης γνωστός ως ένας ευσεβής σουνίτης, που δεν είχε πρόβλημα στο να κάνει πρόσληψη σε Σιίτες εργαζόμενους, ή να περνά τον ελεύθερο χρόνο του με χριστιανούς συναδέλφους. Πέρα από την αποθήκευση μερικών πραγμάτων που σχετίζονται με χριστιανικές γιορτές, δεν υπήρχε τίποτε το ασυνήθιστο μέσα στο κατάστημα του. Δεν ήταν σε γνωστός ως μέλος σε κανένα πολιτικό κόμμα, και ήταν σύμφωνα με τους γείτονες του στην οδό Αλ Μουτανάμπι, ένας γενναιόδωρος άνθρωπος που συχνά έδινε χρήματα στους φτωχούς. Κανείς στην περιφέρεια δεν θα μιλήσει ανοιχτά για το ποιος τον σκότωσε, συμπεριλαμβανομένου και του δικού του γιου. Ο Άχμαντ Νουλάϊμι, ένας νεαρός κιθαρίστας που παίζει για το μόνο Χέβι μέταλ συγκρότημα του Ιράκ, είπε μια ιστορία που κάνει τον γύρω της Βαγδάτης τις τελευταίες εβδομάδες. Υπήρχε ένας παγοπώλης που πουλούσε πάγο από ένα μικρό κατάστημα στο πεζοδρόμιο της γειτονιάς Ντόρα. Μία ζεστή μέρα, ένας άντρας ήρθε με το όπλο του και είπε: "Δεν πρέπει να πωλείς πάγο διότι ο Προφήτης Μωάμεθ δεν είχε πάγο στην εποχή του." Στη συνέχεια ο ληστής πυροβόλησε τον παγοπώλη και τον σκότωσε. Η ιστορία αυτή τρομοκρατεί τους Ιρακινούς, αλλά συχνά γελάνε όταν την αφηγούνται, γιατί είναι παράλογο ότι κάποιος θα σκοτωνόταν γιατί πουλούσε πάγο ή επειδή ξυρίζει τα γένια του. Είναι επίσης αλήθεια ότι το ανέκδοτο του παγοπώλη ακολουθεί ένα πρότυπο από δολοφονίες, γύρω από την πρωτεύουσα, όπου Ισλαμιστές μαχητές έχουν τακτικά δολοφονήσει Ιρακινούς για την παραβίαση αυστηρών, αλλά και εντελώς τυχαίων κωδικών συμπεριφοράς.Η ουσία της ιστορίας του παγοπώλη είναι ότι τώρα, κάποιος στο Ιράκ μπορεί να θανατωθεί για οποιοδήποτε λόγο. Όταν ο Χατζή Κουάϊς σκοτώθηκε, πάνω από το ένα πρόσωπο ανάφερε αυτές τις αυθόρμητες δολοφονίες, και μίλησαν για αυτές με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο σκιαγραφούν μια αμμοθύελλα, ένα περιεκτικό πράγμα που κανείς δεν μπορεί να σταματήσει. Η λογοτεχνική γειτονιά της Βαγδάτης, έχει μία μακρά ιστορία διαφωνίας με το κατεστημένο και την ανοχή στις διαφορετικές ιδέες των άλλων. Κάτω από τον Σαντάμ, η οδός Αλ Μουτανάμπι ήταν ένα κέντρο για μικρές ομάδες αντικαθεστωτικών που δημοσίευαν παράνομα αντικαθεστωτικό υλικού, με ψευδώνυμα. Επειδή το μέρος ήταν γνωστό για πνευματική αντίσταση κατά του καθεστώτος και ως κέντρο για φιλελεύθερες ιδέες, η κυβέρνηση το είχε στη μαύρη λίστα.Κατά τις μανιακές μέρες μετά την πτώση της Βαγδάτης, μια πλημμύρα από δυτικούς δημοσιογράφους ήρθε στην οδό Αλ Μουτανάμπι για να κάνουν ανταπόκριση αντιφρονούντων ιρακινών συγγραφέων, και στα καφενεία και στα μαγαζιά υπήρχε πάντα ένας ενθουσιώδης βρυχηθμός από συνομιλίες. Οι άνδρες κτυπούσαν τα ποτήρια τους με τσάι, και έλεγαν τα συμπεράσματα τους. Η μετάφραση στα αγγλικά ήταν ένα καυτό εμπόρευμα εκείνες τις πρώτες ημέρες. Ήμουν στο καφενείο Σαπαντάρ τον Μάιο του 2003, όταν ο Αμίρ Σαγέχ, ένας ιρακινός χριστιανός, ήρθε προς το μέρος μου και μου είπε πώς λάτρευε τον Σίντνεϊ Σέλτον και ότι υπερισχούσε τον Τζέϊμς Τζόϊς και τον Γουίλιαμ Φόλκνερ και ότι ήταν ο μεγαλύτερος συγγραφέας που έγραψε ποτέ στα αγγλικά. Δεν είχε καμία χρήση για τους λογοτεχνικούς κανόνες, αλλά πήρε τους συγγραφείς και τους έκανε μέρος της γειτονιάς. Ο Αμίρ εκκόλαπτε ένα εκατομμύριο συμπεράσματα για το μετά-Σαντάμ Ιράκ. Έγραψε μεγάλες συμβουλευτικές επιστολές προς τον Πρόεδρο Μπους, και ήθελε να ξεκινήσει μια αγγλική σχολή διδασκαλίας για ενήλικες, που ήταν λογικό και σχεδόν το πέτυχε. Ο Αμίρ εξηγούσε στον κάθε δέσμιο ακροατή ότι προσπαθούσε να γράψει ένα χειρόγραφο που θα ανίχνευε τα εκρηκτικά γραψίματα γκραφίτι της Βαγδάτης. "Ο Σαντάμ θα γυρίσει", έχει αντιγράψει από ένα σκονισμένο τοίχο στην παλιά πόλη, που γράφτηκε όταν έπεσε η Βαγδάτη. Κάτω από αυτό το γκραφίτι ήταν η απάντηση "ναι, αλλά θα έλθει και πάλι μέσα από τον κώλο σου." Μέχρι τον Ιούνιο του περασμένου έτους, είχε αντιγράψει πάνω από 3,000 γκραφίτι από τους δρόμους και συνέχιζε να προσθέτει νέα γκραφίτι στο αρχείο του.Στους ίδιους τοίχους ξανάγραφαν, επανειλημμένα ανώνυμοι συγγραφείς, και το γκραφίτι στρεφόταν κατά των ΗΠΑ. Όταν έφυγα το Σεπτέμβριο του 2004, είχε την καλοσύνη να μου δώσει ένα αντίγραφο. Ο Αμίρ, ένας καταπιεστικός φαφλατάς, δεν μπορούσε να σταματήσει να μιλά γιατί είχε από χρόνια αποθηκεύσει αυτά τα σχόλια ακριβώς για τη στιγμή που θα κατέρρεε το καθεστώς. Όταν ο καιρός τελικά ήρθε, ήταν σχεδόν κάτι το περισσότερο από ότι θα μπορούσε να αντέξει. Ήταν ο Αμίρ, Σωκρατικός στην ασχήμια του, πρώην τεχνικός ραντάρ, εκπρόσωπος των αντιφρονούντων, ο οποίος πίστευε ότι το Ιράκ μπορούσε να επιβιώσει από την κατοχή και να βγει από τις στάχτες της δικτατορίας. "Αυτό είναι το πραγματικό κοινοβούλιο του Ιράκ", ένας ένοικος του καφενείου Σαπαντάρ παρότρυνε μετά την εισβολή. "Εδώ είναι που οι πραγματικές συζητήσεις γίνονται." Αν το Σαπαντάρ ήταν το Κοινοβουλίου του Ιράκ, τότε ο Αμίρ αλ Σαγέχ θα ήταν ο Πρωθυπουργός. Αν ήσασταν συγγραφέας στη Βαγδάτη, απ΄ όπου δίποτε κι αν προερχόσασταν, θα καταλήγατε στο Σαπαντάρ, επειδή το καφενείο και αυτή γειτονιά όπου πωλούν βιβλία τους δεχόταν όλους. Ο Αμίρ θα σας έβρισκε εκεί. Αν ήσασταν κλέφτης, τότε το λημέρι σας θα ήταν το Μπαπ αλ Σάρζι. Για τους λογοτεχνικούς τύπους, θα ήταν η οδός Αλ Μουτανάμπι. Συμβαίνει να υπάρχει μία μεγάλη συμμετρία στα αραβικά, που συνδέει τις λέξης "συγγραφέας" και "βιβλίο" σε ένα μόνο ήχο. Το βιβλίο λέγεται "Κιτάπ," ο συγγραφέας λέγεται "Κατίπ," και η διαφορά είναι μόνο λίγο κάτι περισσότερο από μια μετατόπιση του τόνου, όταν οι λέξεις ομιλούνται.Σήμερα, ο δρόμος όπου συνυπήρχαν βιβλία και συγγραφείς έχει μετατραπεί σε δρόμο φάντασμα. Μετά την επιστροφή μου στο Ιράκ κατά τα τέλη Μαΐου του τρέχοντος έτους, έμαθα ότι ο Αμίρ Σαγέχ έφυγε για τον Καναδά. Οι Ιρακινοί ακόμη ψωνίζουν στην περιοχή των βιβλιοπωλείων, αλλά οι περισσότεροι από τους διανοούμενους που κάποτε αισθάνονταν ελεύθεροι να εκφράσουν τις απόψεις τους στο κοινό, τώρα είτε κρύβονται ή έχουν σιωπήσει από φόβο ότι κατάσκοποι από διάφορες ένοπλες ομάδες θα τους βάλουν ως στόχο για δολοφονία.Οι Ιρακινοί συγγραφείς άρχισαν να συναντιούνται υπογείως, σε προστατευόμενα μέρη. Επειδή ο λογοτεχνικός πολιτισμός βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη γειτονιά της Βαγδάτης, μια επίθεση εναντίον της οδού Αλ Μουτανάμπι είναι μια επίθεση στην ιρακινή κουλτούρα την ίδια. Πρόκειται για ένα πολιτισμό που ήταν κάποτε τόσο ζωντανός, ώστε αυτά τα περίφημα λόγια υπήρχαν γνωστά στον αραβικό κόσμο, " το Καΐρο γράφει, η Βηρυτός δημοσιεύει, και η Βαγδάτη διαβάζει."Μόνο δυόμισι χρόνια έχουν περάσει από τότε που συνάντησα τον Αμίρ, τώρα ούτε ίχνος αισιοδοξίας δεν παραμένει, και στη περιοχή όπου ήταν κάποτε ευπρόσδεκτοι πολλοί ξένοι από τους Ιρακινούς, σήμερα τους αποφεύγουν. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να συναναστρέφονται ανοιχτά με Δυτικούς, κυρίως Αμερικανούς, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε κάποιο να καταγγελθεί ως προδότης από επαναστατικές ομάδες. Κανείς δεν θέλει να πάθει όπως τον παγοπώλη. Άλλοι Ιρακινοί, που είχαν μέλη από την οικογένεια τους σκοτωμένα από τις εξεγέρσεις που εξαπλώνονται σε όλη τη χώρα, έχουν κινηθεί προς την κατεύθυνση των ανταρτών ή προσχώρησαν σε αυτούς. Εκείνοι που έμειναν στη μέση, εκείνοι που δεν έχουν κακή άποψη για τους ξένους, είναι μία μειονότητα υπό εξαφάνιση.Η εμπιστοσύνη που είναι πάντα δύσκολο να βρεθεί στο Ιράκ, τώρα είναι εξαιρετικά σπάνια. Πρόκειται για μια ριζική αλλαγή, αλλαγή εμφανής από τα σκληρά βλέμματα και τις διστακτικές χειραψίες, όταν συναντούμε περαστικούς. Οι ξένοι στο Ιράκ βιώνουν αυτή τη κοινωνική καταστροφή με άμεσο τρόπο, αλλά οι Ιρακινοί υποφέρουν σε πολύ πιο έντονο επίπεδο. Αντιμετωπίζουν τις ίδιες ακριβώς απειλές, τη χαμένη εμπιστοσύνη, τον πάντοτε παρών κίνδυνο απαγωγής και δολοφονίας, αλλά αυτοί δεν έχουν τη δυνατότητα να ξαναγυρίσουν στα σπίτια τους σε άλλη χώρα. Η παλιοί δεσμοί, που δέσμευαν τους Ιρακινούς τον ένα με τον άλλο καταρρέουν.Από τον καιρό της πτώσης της Βαγδάτης, μια τεράστια αγορά από λεηλατημένα κλεμμένα αντικείμενα, ναρκωτικά και άλλες παράνομες επιχειρήσεις έχει πνίξει την οδό Αλ Ρασίντ, τη μακρά κάποτε κομψή παλιά λεωφόρο που εκτείνεται κατά μήκος του Τίγρη, στέλνοντας τα πλοκάμια της και στη πολυσύχναστη περιοχή των βιβλιοπωλείων. Η οδός Αλ Ρασίντ έχει μια μακρά περίμετρο από δρόμο με κολόνες που έχει πλέον κλείσει στην κυκλοφορία, ενώ παρατηρητές από ένοπλες ομάδες παρακολουθούν στενά την αγορά για να δουν αν υπάρχουν ξένοι. Όλοι είναι ύποπτοι και όλοι ελέγχονται.Όταν άκουσα για πρώτη φορά σχετικά για το θάνατο του Χατζή Κουαϊς, έψαχνα για ένα φίλο που έκανα κατά τις πρώτες ημέρες της κατοχής, ένα ιρακινό συγγραφέα που ονομάζεται Ηαμίντ Μοχτάρ, που περνάει πολύ χρόνο στην οδό Αλ Μουτανάμπι. Ο Άχμαντ Ντουλάϊμι πήγε να τον ψάξει την Παρασκευή της 5 ης Αυγούστου, αλλά δεν υπήρχε καμία ένδειξη του Μοχτάρ και βρήκε μόνο νευρικούς βιβλιοπώλες και το καφενείο Σαπαντάρ κλειστό. Το Σαπαντάρ είναι πάντα ανοικτό, ακόμη και κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού, και αυτό ήταν άλλο ένα κακό σημάδι. Αυτό που ξεκίνησε ως μια αναζήτηση για ένα συγγραφέα έγινε μια αναζήτηση για μία γειτονιά.Λίγες μέρες αργότερα, όταν τελικά συνάντησα τον Μοχτάρ στο οίκημα της Ένωσης Ιρακινών Συγγραφέων, και του είπα για τον βομβαρδισμό στο δρόμο των βιβλιοπωλών, δεν έμεινε έκπληκτος. Είχε ήδη ακούσει την είδηση και είπε χωρίς δισταγμό, «Είμαστε όλοι στόχοι για δολοφονία τώρα."Ο Μοχτάρ, που είναι γνωστός στο Ιράκ αφού πέρασε οκτώ χρόνια στις φυλακές του Αμπού Γκράιμπ κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Σαντάμ, γνωρίζει καλά το συναίσθημα. Ενώ άλλοι συγγραφείς συνεργάστηκαν με την προηγούμενη κυβέρνηση, ο Μοχτάρ ήταν ένα μέρος από το μικρό αριθμό διανοουμένων που συνέχισαν να γράφουν, χωρίς την υποχρεωτική εγκωμιάση για τον δικτάτορα. Τελικά, οι άνδρες της ασφάλειας ήρθαν στο σπίτι του και πήραν τη γραφομηχανή του, με τη δυσάρεστη διαπίστωση ότι δεν αρκούσε αυτό και επέστρεψαν και συνέλαβαν και τον ίδιο. Αυτές τις μέρες, είναι ακόμη λεπτός σαν το σιδηρόδρομο αλλά φαίνεται πολύ πιο καλά από ότι φαινόταν μετά την απελευθέρωσή του από φυλακή. Ο γλυκομίλητος Μοχτάρ υποστηρίζει και μιλάει για θρησκευτική ανοχή και εθνική ενότητα. Στο Ιράκ, που τώρα έγινε μιά χοάνη για τους φονταμενταλιστές από δύο διαφορετικές παρατάξεις, η πράξη στο να υποστηρίζεις δημοσίως αυτές τις αρχές στη Βαγδάτη είναι ηρωική. "Όταν εμφανιστώ στην τηλεόραση και στα περιοδικά, με φέρνει στην προσοχή των εν λόγω [ένοπλων] ομάδων. Πολλοί από τους φίλους μου έχουν χάσει τη ζωή τους, ακόμη και συνάδελφοι μου από τη φυλακή έχουν μπει στο στόχαστρο. Πρώτα υποφέραμε από τον Σαντάμ, αλλά τώρα υπάρχουν πολλοί Σαντάμ." Στον απόηχο της κατοχής, οι πιστοί από κάθε μία από τις πολλές πολιτικο-θρησκευτικές ένοπλες συμμορίες είναι δυσδιάκριτοι από οποιονδήποτε άλλον στο Ιράκ. Η απειλή είναι αφανής. Ο Μοχτάρ προσπαθεί να βρει τον εαυτό του, μαζί με τους άλλους συγγραφείς που έπαθαν ένα ξαφνικό σοκ ελευθερίας, κάτω από ορισμένες από τις ίδιες δυσάρεστες πιέσεις που ένιωθαν από το καθεστώς Σαντάμ. Συγγραφείς και διανοούμενοι σπρώχνονται ξανά πίσω στα υπόγεια ή, τουλάχιστον, εμποδίζονται από την αβεβαιότητα και τον φόβο της αντίποινας για υποστήριξη απαγορευμένων ιδεών, και μια ιδέα που είναι αποδεκτή από μία φατρία είναι αίρεση για την άλλη. Ο προαιώνιος εχθρός του Σαγέχ και του Μοχτάρ δεν επέστρεψε ως ενιαίος τύραννος, αλλά ως ένα πλάσμα που το επάγγελμα του έχει εξατομικευτεί σε χιλιάδες οπλοφόρους γεμάτους με καθαρό μίσος και υποστήριξη για το φονταμενταλιστικό Ισλάμ. "Τον καιρό του Σαντάμ είχα μόνο έναν εχθρό, τον δικτάτορα. Τώρα ο εχθρός δεν είναι πολύ σαφής. Είναι άφανος. Ο Σαντάμ έχει μετατραπεί σε φάντασμα, θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε," εξηγεί ο Μοχτάρ με ένα κούνημα των ώμων του. Η οδός Αλ Μουτανάμπι είναι το μέρος όπου εκφράζουμε τις ιδέες μας. Δεν έχουμε κανένα άλλο μέρος για να πάμε και πολλοί από τους διάσημους ιρακινούς συγγραφείς έχουν εγκαταλείψει τη χώρα. Ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσουμε μαζί τους είναι μέσω του Διαδικτύου. Οι άλλοι φοβούνται και κρύβονται. Έχω ειδοποιηθεί να μην βγαίνω έξω. "Ο Μοχτάρ είπε ότι το παλιό του αυτοκίνητο μπορούσε εύκολα να αναγνωριστεί στο δρόμο, οπότε πήρε ένα καινούριο που δεν ξεχωρίζεται τόσο πολύ. Την επόμενη Τετάρτη, πέντε ημέρες μετά από τη μέρα που συνάντησα τον Μοχτάρ στο γραφείο του, πήρα τον Άχμαντ στην οδό Αλ Μουτανάμπι. Βρήκαμε το καφενείο Σαπαντάρ ανοικτό. Υπήρχαν ορισμένοι νεότεροι άνδρες καθισμένοι σε έδρανα και παρακολουθούσαν την πελατεία και είχαν γενειάδες, μια νέα εξέλιξη για το Σαπαντάρ. Πρόκειται για τους νεοεισερχόμενους, που έρχονται να παρακολουθούν τους καπνιστές και πότες τσαγιού. Έξω μπροστά από τα μεγάλα παράθυρα, που κάθονται πίσω από τον Χατζή Μοχάμαντ, τον ιδιοκτήτη του καφενείου, είναι ένας γραφέας για όσους χρειάζονται να γράψουν επιστολές, αλλά δεν ξέρουν να γράφουν. Ο γέρος είναι σκυμμένος πάνω από μια αρχαία γραφομηχανή που γράφει αραβικά και που έχει ένα κομμάτι κιτρινισμένο χαρτί στην πλατίνα. Φαίνεται σαν να είναι σε αυτό το τόπο για εκατό χρόνια. Μέσα στο Σαπαντάρ, ο Μοχάμεντ καθόταν δίπλα μου προσπαθώντας να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει. "Θέλετε να πάμε να συζητήσεις με τον ιδιοκτήτη, Χατζή Μοχάμαντ, σχετικά με τους βομβαρδισμούς;" "Όχι" "Εντάξει. Τι θέλετε να κάνουμε;" "Δεν θέλω να κάνω τίποτα. "Ο Άχμαντ περίμενε για περισσότερες πληροφορίες. Φορούσε ένα μαύρο μπλουζάκι που έλεγε," Μισώ το παιχνίδι, αλλά όχι τον παίκτη." "Θέλω μόνο να καθόμαστε εδώ και να αφήσουμε τα παιδιά να μας συνηθίσουν πρώτα. "Υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια. Κανείς δεν μιλούσε στο καφενείο, και οι περισσότεροι πελάτες κάπνιζαν στη σιωπή. Αν συνέβαινε να μιλήσουν, διατηρούσαν χαμηλή τη φωνή τους ώστε να μην ακούγεται τι έλεγαν. Οι άνδρες που κάθονταν στους πάγκους του καφενείου κοίταζαν μακριά όταν βλέπαμε προς τη κατεύθυνση τους. Ο κόσμος μας παρακολουθούσε, μερικοί περίμεναν να δούνε τι θα συμβεί, κρατώντας το σίδηρο στην φωτιά για τις πιθανές μελλοντικές μας κινήσεις. Όταν μπήκαμε στο καφενείο, είχα δει έναν άνδρα γύρω στα 30 που είχε ένα συγκεκριμένο είδος γενειάδας που αρέσει στους πολεμιστές του τζιχάτ. Διάβαζε μία εφημερίδα και προσποιήθηκε ότι δεν κοίταζε προς τα πάνω. Τη γενειάδα αυτή την έχουν οι πολεμιστές του στρατού του Μάχντι. Όμως, δεν πρέπει και να σημαίνει και τίποτα, αν και οι γενειάδες δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο πριν από δύο χρόνια. Καθίσαμε δίπλα του. "Άχμαντ, κοίτα αυτόν τον τύπο δίπλα μας". "Βέβαια, τον βλέπω, δεν υπάρχει πρόβλημα. "Ο Άχμαντ μιλάει τέλεια τ' αγγλικά του αμερικανικού σινεμά." Ρώτα τον για την βομβιστική επίθεση την Τρίτη που σκότωσε τον Χατζή Κουάϊς. " Έτσι, Ο Άχμαντ στράφηκε προς τον άνδρα και τον ρώτησε. "Ξέρω ότι εσείς είστε από τον Τύπο" ψιθύρισε ο άνδρας με το μούσι. "Ρωτάτε πολύ ευαίσθητα ζητήματα. Αν ρωτήσετε τον Χατζή Μοχάμαντ γι' αυτό το θέμα, ίσως να σας υποψιαστεί για κάτι. "Ο άνδρας με το μούσι δεν ήθελε να μιλάμε για το βομβαρδισμό. Πήγαμε στην πρόσοψη του καφενείου και βρήκαμε τον Χατζή Μοχάμαντ, ο οποίος είναι ελαφρώς ψαρός και ευερέθιστος, κολλημένος πίσω από το μικρό γραφείο όπου παίρνει τους πελάτες. Όταν τον ρώτησε σχετικά με την βομβιστική επίθεση, είπε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί καμιά εποχή που οι άνθρωποι έχαναν τη ζωή τους χωρίς να υπάρχει λόγος. Ο Χατζή Μοχαμάντ άρχισε να μιλάει με λαχτάρα για τη παλιά μοναρχία, λέγοντας ότι το Ιράκ πέρασε τις καλύτερες του μέρες, κάτω από τον βασιλιά. Τον ρώτησε γιατί είχε κλειστό το καφενείο την περασμένη Παρασκευή, την πιο πολυάσχολη μέρα της εβδομάδας. "Τις Παρασκευές χάνω πολλά χρήματα γιατί οι άνθρωποι αγοράζουν ένα τσάι και κάθονται όλη μέρα και όταν έρχεται η ώρα να πληρώσουν, έρχονται και μου λένε ψέματα για το πόσα τσάγια είχαν. Λοιπόν έκλεισα το καφενείο. Είχαμε και προβλήματα με την γεννήτρια," είπε ο Χατζή Μοχάμαντ. Ήταν ένα τεράστιο ψέμα, το οποίο δεν περίμενε να πιστέψουμε. Η Παρασκευή είναι η μέρα με την μεγαλύτερη κίνηση στο Σαπαντάρ, η μέρα που οι συγγραφείς από όλη την πόλη έρχονται για να συζητήσουν, να μεταφράσουν και να γράψουν χειρόγραφα. Η επιχείρηση είναι στα ύψη της αυτή τη μέρα. Ο Μοχτάρ επίσης κάνει ότι μπορεί για να έρχεται στο Σαπαντάρ τις Παρασκευές, όπου κάνει συζητήσεις. Ο πραγματικός λόγος που ο Χατζή Μοχάμντ έκλεισε την καφετέρια, και που ο καθένας στο δρόμο ξέρει, είναι ότι έχει πάρει απειλές από αντάρτικες ομάδες που δεν ήθελαν τους πελάτες του και την πολιτική τους. Ο Μοχτάρ είναι πιθανόν ένας από τους λόγους, αλλά υπάρχουν και άλλες ομάδες αντιφρονών. Βρήκαμε μιά τέτοια ημιπαράνομη οργάνωση δύο μέρες αργότερα και μας επιβεβαίωσαν ότι το Σαπαντάρ λάμβανε απειλές, αλλά δεν μπορούσαν να πουν ποιος ήταν πίσω από αυτές. Οι άνδρες δεν δείχνουν ποτέ ποίοι είναι. Φύγαμε από το Σαπαντάρ και βρήκαμε ένα άντρα γύρω στη γωνία ο οποίος είπε ότι ο γιος του Χατζή Κουάϊς δεν σκοτώθηκε στην βομβιστική επίθεση, και έμαθε για το θάνατο του πατέρα του από την τηλεόραση. Είπε ότι ο Άχμαντ Κουάϊς δούλευε σε ένα άλλο μικρό κατάστημα με χαρτικά είδη γύρω από τη γωνία του δρόμου, που ονομάζεται Νατίμ. Ο βιβλιοπώλης είπε ότι θα μπορούσαμε να του μιλήσουμε, αν μας ενδιέφερε. Ο γιος του Χατζή Κουάϊς, ο 'Αχμαντ Κουάϊς, είναι στα 30 του, και είναι ένας καλά εκπαιδευμένος σουνίτης μηχανικός. Είναι ξυρισμένος και ευγενικός, δεν είναι εξτρεμιστής.Ο Άχμαντ Κουάϊς είναι λίγο παχουλός αφού καταναλώνει τσάι που περιέχει ζάχαρη μαζί με ψωμί. Είναι πολυμαθής στα αραβικά, και καταλάβει πολύ καλά τ ' αγγλικά, αφού συχνά απαντούσε πριν από την μετάφραση. Για έναν άνθρωπο του οποίου ο πατέρας είχε σκοτωθεί πριν από λίγες μέρες, ο Άχμαντ Κουάϊς ήταν αρκετά ήρεμος και εστιασμένος. Μου πήρε λίγο καιρό να τον πείσω να μιλήσει σε ένα ρεπόρτερ αλλά τα κατάφερα μετά από λίγα λεπτά. Βρήκαμε ένα δωμάτιο στο πίσω μέρος του καταστήματος με χάρτινα είδη από όπου θα μπορούσαμε να μιλήσουμε. "Ποιος νομίζετε ότι σκότωσε τον πατέρα σας;" Τον ρώτησα. Έγειρε προς τα εμπρός και χαμήλωσε τη φωνή του. "Όλοι είναι ύποπτοι. Δούλευε όλη μέρα και όλη νύχτα, οπότε δεν υπήρχε τρόπος να μπορεί να συμμετέχει σε κάτι. Η αστυνομία ήρθε και προέβη σε σύντομη διερεύνηση και στη συνέχεια έφυγε, αλλά σε μια χώρα καταστρεμένη όπως αυτή, δεν μπορούν να ερευνήσουν τα πάντα. Υπάρχουν επίσης εδώ κάποια περίεργα άτομα που πιστεύουν ότι ο πατέρας μου πωλούσε πράγματα όπως δώρα για το Πάσχα και ορισμένοι πιστεύουν ότι μπορεί να είναι λάθος αυτό που έκανε". Ο Άχμαντ Κουάϊς μίλησε για περίπου μια ώρα για τον τρόπο με τον οποίο ήταν σημαντικό για την οικογένειά του να προχωρήσουν με τη ζωή τους, και φαινόταν σαν ένα παράδοξο σχόλιο να κάνει τόσο σύντομα μετά το φόνο. Ο Άχμαντ Κουάϊς δεν υποστήριξε μία κάποια συγκεκριμένη θεωρία του εγκλήματος. Στην πραγματικότητα, έμεινε μακριά από το να πει τίποτε συγκεκριμένο και δεν ονόμασε κανένα ότι είχε εμπλακεί στο φόνο. Ήταν προφανώς, εξαιρετικά φοβισμένος και νόμιζε ότι στο να μιλήσει για τη δολοφονία του πατέρα του θα του έφερνε προβλήματα. Ο Άχμαντ Κουάϊς με ρώτησε αν έχω ακούσει αυτό που συνέβη στον παγοπώλη στην Ντόρα και είπαμε ναι, αυτή η ιστορία έκανε τον περίγυρο και τη γνωρίζαμε. Τον ρώτησα αν ο πατέρας του είχε πάρει απειλές και είπε ότι δεν υπήρχε κάτι τέτοιο, ότι ο πατέρας του δεν είχε εχθρούς σε αυτό το δρόμο. Ακριβώς πριν φύγω του έδωσα ένα κομμάτι χαρτί με πληροφορίες πως να ρθει σ' επαφή μαζί μου. Μου είπε: "Ακόμα και αν είχα κάποιες πληροφορίες, θα ήθελα να τις κρατήσω για τον εαυτό μου". Ο Άχμαντ Κουάϊς μου είπε ότι είχε δύο οικογένειες για να στηρίξει και ότι ήταν μια μεγάλη ευθύνη. "Πρέπει να το ξεχάσουμε αυτό", είπε. Έμεινα εμβρόντητος. "Να ξεχάσουμε τη δολοφονία;" "Ναι". Ο Χατζή Κουάϊς Αννί είχε πεθάνει μόλις πριν έξι μέρες. Το μαυρισμένο του κατάστημα είναι μία υπενθύμιση για τη δολοφονία, αλλά και μια προειδοποίηση προς τους άλλους πωλητές της οδού Αλ Μουτανάμπι . Την Κυριακή, τρεις μέρες πριν συναντήσω τον γιο του, ένας άλλος άνδρας που πωλούσε κασέτες του Κορανιού δολοφονήθηκε από οπλοφόρους. Δούλευε σε ένα κατάστημα ένα τετράγωνο μακριά από κατάστημα του Χατζή Κουάϊς. Δύο μέρες αργότερα, την Παρασκευή, με την αμυδρή ελπίδα ότι θα βρίσκαμε το καφενείο Σαπαντάρ ανοικτό, πήγαμε πίσω στην οδό Αλ Μουτανάμπι να ανταμώσουμε τον Χαμίντ Μοχτάρ, αλλά το καφενείο ήταν κλειστό. Ο δρόμος είχε γεμίσει με βιβλιοπώλες και αγοραστές βιβλίων. Ήταν 10 το πρωί, και θα ήταν 115 βαθμοί Φαρενάιτ, στους δρόμους οι πωλητές φώναζαν, "Ποτά! Παγωμένα! Ποτά! Πέπσι! Μιράντα!" Ήταν δύσκολο να κινηθώ μέσα στο πλήθος. Υπήρχαν εκατοντάδες άνδρες στο δρόμο που ψώνιζαν βιβλία απλωμένα σε χαλιά, και αγόραζαν θρησκευτικά φυλλάδια, ή τεχνικά εγχειρίδια. Πειρατικά αντίγραφα λογισμικού είχαν τεθεί με σεβασμό προσεκτικά δίπλα από τα Κοράνια. Βρήκαμε το Μοχτάρ να περιμένει μπροστά από το Καφενείο Σαπαντάρ. Μου είπε: "Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ". Γι ' αυτό και περπατήσαμε σε ένα βιβλιοπωλείο που ονομάζεται Βιβλιοπωλείο Αντνάν, όπου ήπιαμε τσάι, ενώ ο Μοχτάρ περιεργαζόταν για να βρει ένα ασφαλές σημείο. Μας οδήγησε μέσα από στενούς δρόμους κάτω στην οδό Αλ Ρασίντ, από μικρά δρομάκια που διακλαδώνονται με την οδό Αλ Μουτανάμπι , στενά δρομάκια των οποίων οι τοίχοι ήταν λευκοί στον ήλιο.Ο Μοχτάρ ανησυχούσε ότι θα μας επιτεθούν. Είχε πάρει αυτή η διαδρομή πολλές φορές στο παρελθόν, προσπαθώντας να ξεφορτωθεί από την Μουχταπαράτ (μυστική αστυνομία) στις μέρες από το παλαιό καθεστώς. Στην οδό Ρασίντ, υπάρχει ένα σκοτεινό αχούρι που ονομάζεται Χασάν ο αλλοδαπός. Άνδρες που δεν μπορούσαν να μπουν στο καφενείο Σαπαντάρ ήταν εκεί και έπιναν τσάι και κάπνιζαν. Μαθητές έγραφαν σε ένα κοντινό τραπέζι και έπαιρναν σημειώματα προσεκτικά. Ήταν αδύνατο να δω τι έγραφαν. Ο χώρος ήταν αρχαίος, ετοιμόρροπος και έτοιμος να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή. Ένα αμυδρό φως ερχόταν από τα ορθογώνια παράθυρα και πέθαινε και πάλι πίσω από τον τοίχο όπου βρήκαμε ένα ελεύθερο πάγκο. "Ανακάλυψα ότι μια κοπέλα που ήξερα από το κολέγιο εγγράφε αναφορές για μένα [για την μυστική αστυνομία]." Είπε ο Μοχτάρ. "Έμεινα έκπληκτος αλλά αυτό μου έδωσε μια ιδέα για ένα νέο βιβλίο". Τον ρώτησα αν ήταν σε θέση να γράψει αυτές τις μέρες. Ο Μοχτάρ αναστατώθηκε από αυτή την ερώτηση. "Όχι, δεν μπορώ να γράψω κάτω από αυτές τις συνθήκες, πρέπει να ηρεμήσω πρώτα. Χρειάζομαι λίγο χρόνο να σκεφτώ. Είναι πολύ σύντομα ακόμη". Όπως όλοι οι Ιρακινοί, ο Μοχτάρ έχει σπρωχτεί γρήγορα μέσα σε ένα μέλλον διάσπασης, χωρίς να έχει χρόνο για να αντιμετωπίσει το παρελθόν. Καθώς μιλούσε, άλλοι μεσήλικες άνδρες συγκεντρώθηκαν γύρω μας πολύ ήσυχα και κάθισαν μετά από μία μεγάλη τελετή από χαιρετισμούς. Ήταν όλοι ποιητές και πρώην πολιτικοί κρατούμενοι. Ήταν όλοι τους φίλοι του Μοχτάρ. Όλοι οι φυλακισμένοι είναι το ίδιο. Μιλούσαν για την φυλακή, πώς επέζησαν, και μετέφεραν τις φωτογραφίες εκείνων των ημερών όπως τις φωτογραφίες του γάμου. Στις φωτογραφίες που πάρθηκαν σε ειδικές περιπτώσεις, όταν επετρεπόταν η επίσκεψη από τις οικογένειές τους, φαίνονται σε ομάδες και με κοίλες στα μάτια.
Οι κρατούμενοι είχαν διαμορφώσει μία πολύ σφιχτοδεμένη ομάδα και οι φωτογραφίες έδειχναν το κύκλο των ανδρών τους οποίους ο Μοχτάρ εμπιστευόταν. Ήταν μία ιδιαίτερη τιμή να δω αυτές τις φωτογραφίες. Ο Μοχτάρ τις μετέφερε μαζί του. Κατάφερα να μου επιτραπεί να μπω μέσα στο κελί του Μοχτάρ. Ένας από τους φίλους του Μοχτάρ, ένας ποιητής, έγειρε προς εμένα και μου είπε, "Έχω κάποιες πληροφορίες. Το καφενείο Σαπαντάρ είναι κλειστό, διότι πήρε μια απειλή". "Από που;" "Κανείς δεν ξέρει". Ο ποιητής αυτός τυφλωνόταν σιγά σιγά από καταρράκτη. Ήθελε να μάθει πού μπορεί να πάει για θεραπεία. «Είμαι συγγραφέας.Χωρίς τα μάτια μου, τι μπορώ να κάνω;" Ρώτησε. Μιλούσαμε και πίναμε τσάι ώσπου ένας μεγαλόφωνος άνδρας ξετρύπωσε από το πουθενά. Ούτε που τον είχα δει να έρχεται. Ήταν ένας φωνακλάς αραβο-αμερικάνος από την Ιντιάνα και φορούσε ένα ημιεπίσημο πουκάμισο και ο οποίος δήλωσε ότι εργαζόταν για το Διεθνές Ρεπουμπλικανικό Ινστιτούτο. (Το Δ.Ρ.I. αναφέρει ότι κανείς με την αναφερόμενη περιγραφή δεν έχει εργαστεί στην οργάνωσή του.) Μπήκαμε σε μια συζήτηση για το τι έκανε, η οποία δεν είχε καμία λογική, στη συνέχεια, εξήγησε ότι δεν μπορούσα να γράψω καμία από τις πληροφορίες του, γιατί δεν ήθελε να είναι στόχαστρο από την αντίσταση. Ο άνθρωπος από την Ιντιάνα είπε επίσης όλα αυτά τα πράγματα από την κορυφή των πνευμόνων του στα αγγλικά, στα βάθη ενός καφενείου που το ελέγχουν οι αντάρτες ή τουλάχιστον το παρακολουθούν. Ήταν ένα τρομερό λάθος στο Χασάν τον αλλοδαπό και δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσαμε να πούμε. Ο Μοχτάρ με κοίταξε με δυστυχισμένα μάτια και έφυγε για άλλο ραντεβού. Η Μίνκα Νιζχούϊς, μια λαμπρή Ολλανδή δημοσιογράφος, καθόταν δίπλα μου και είπε ότι θα πρέπει να πάμε να βρούμε κάποιους ανθρώπους που πίστευε ότι από αυτούς θα μπορούσαμε να μάθομε περισσότερα σχετικά με τους βομβαρδισμούς και τις απειλές για το καφενείο. Επίσης είπε ότι θα ήταν ασφαλέστερο να είμαστε σε συνεχή μετακίνηση. Φύγαμε από το αχούρι, μπήκαμε στο ήλιο, και βρήκαμε το δρόμο των βιβλιοπωλών εγκαταλελειμμένο, οι πωλητές μάζευαν τα πράγματα τους. Ένας νάνος πέρασε από δίπλα μας σπρώχνοντας ένα καρότσι με άδεια κουτιά. Η Μίνκα είχε επαφές με τα μέλη ενός κοσμικού κόμματος υπέρ της δημοκρατίας που ονομάζεται Πολιτιστική Σύναξη. Περπατήσαμε μέχρι το τέλος της οδού Αλ Μουτανάμπι. Δίπλα από μια καλυμμένη αγορά ορθώνεται ένα μεγάλο κτίριο με αυλή. Μέσα στην αυλή, ήταν άνδρες που πωλούσαν βιβλία και φυλλάδια πάνω σε τραπέζια. Ο δεύτερος όροφος είχε σωρούς από νεκρές φωτοτυπικές μηχανές, ήταν ένα νεκροταφείο για νεκρούς εξοπλισμούς γραφείων. Προχωρήσαμε προς τις πύλες, όπου η Μίνκα μίλησε με έναν άνδρα ο οποίος μας ζήτησε να περιμένουμε για λίγο. Ήταν τότε που συνειδητοποιήσαμε ότι η ομάδα έκανε χρήση παρατηρητών, οι οποίοι έκαναν σίγουρο ότι κανείς που δεν άνηκε εκεί δεν θα μπορούσε να περάσει τις πύλες. Αν υπήρχε πρόβλημα, ένας από τους άνδρες θα έτρεχε στην ομάδα και θα τους έλεγε να εξαφανιστούν. Το γραφείο είναι μακρυά από την αυλή, έτσι στο να ελέγχονται οι πύλες δεν ήταν δύσκολο. Άνδρες στον δρόμο που πωλούν τσιγάρα, πωλητές αναψυκτικών και άλλα άτομα που παραμένουν στο ίδιο μέρος για μεγάλο χρονικό διάστημα εργάζονται συχνά ως παρατηρητές για υπόγειες ομάδες στο Ιράκ. Το βλέπεις παντού. Η Πολιτιστική Σύναξη ανησυχούσε ότι θα δεχθούν επίθεση από τους αντάρτες και είχαν τα μάτια τους ανοικτά. Ο ηγέτης του ιρακινού κόμματος, Πολιτιστική Σύναξη, εμφανίστηκε από την αυλή για να μας χαιρετίσει, μισοκλείνοντας τα μάτια του στο σκληρό φως. Το όνομα του ήταν Σακίρ Μοχάμαντ Μαχμούντ, και ήταν ευτυχής να δει δημοσιογράφους γιατί ήθελε να μιλήσει για το έργο του και δεν υπήρχαν οποιοιδήποτε αλλοδαποί να έρχονται να τον ακούσουν. Μέσα σε ένα μικρό, σκονισμένο γραφείο με έναν υπολογιστή και μερικές καρέκλες, ο Μαχμούντ μας είπε "Έχουμε την άποψη ότι κάθε πτυχή του πολιτισμού των Ιρακινών είχε καταστραφεί από τη δικτατορία, για αυτό το λόγο θα πρέπει να ανασυγκροτήσουμε την κουλτούρα μας και να φέρουμε προσοχή μας πίσω στον ιρακινό πολιτισμό. Στο παρελθόν υπήρξε μία μεγάλη ζημιά.Απομονωθήκαμε και αποξενωθήκαμε ο ένας από τον άλλο. Για τον λόγο αυτό, δημιουργήσαμε αυτή την οργάνωση". Η οργάνωση τυπώνει ένα ημερολόγιο και δοκίμια για τη δημοκρατία και τον ιρακινό πολιτισμό, όπου προωθούν τις αξίες μιας κοσμικής και ενωμένης χώρας. Ο Μαχμούντ δεν ήταν ενθουσιώδεις για τη θρησκεία ως βάση της κυβέρνησης. Πίστευε ότι το ομοσπονδιακό σύστημα που εκφράζεται στο σχέδιο του Συντάγματος ήταν ένα απλό κράτημα εξουσίας από τις ένοπλες παρατάξεις. Άλλοι τέσσερις άντρες μπήκαν ήσυχα στο δωμάτιο για να συμμετάσχουν στη συζήτηση, κάθισαν στις καρέκλες και άκουγαν ενώ ο Μαχμούντ, που εργάζεται ως αρχισυντάκτης μιας εφημερίδας, μας εξήγησε τι προσπαθούσαν να κάνουν. "Οργανώσαμε συναντήσεις στο καφενείο Σαπαντάρ των συγγραφέων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Ιράκ κατά τα χρόνια του Σαντάμ. Η δική μας βασική ιδέα είναι ότι οι Ιρακινοί θα πρέπει να κατανοήσουν τον εαυτό τους". Η παράδεισος του Μαχμούντ στο Σαπαντάρ διήρκεσε δύο συναντήσεις και αυτό ήταν όλο. Μετά από αυτό, ο Χατζή Μοχάμαντ τους είπε ότι δεν ήταν ευπρόσδεκτοι, ότι θα προκαλούσαν προβλήματα επειδή είχε από καιρό απειλές από αντάρτικες ομάδες. Ο Μαχμούντ, του οποίου η ομάδα έχει περίπου 120 ανεπίσημα μέλη, συζητούσε για την ιρακινή εθνική ταυτότητα πίνοντας τσάι με τους φίλους του. Το Ισλάμ και οι επιδράσεις του πάνω στο πολιτισμό ήταν το θέμα της δεύτερης συνάντησης, ένα θέμα που μπορεί να είχε σπρώξει τον χατζή Μοχάμαντ στο Σαπαντάρ στο χείλος του γκρεμού. Στοχαστές που υποστηρίζουν ένα κοσμικό Ιράκ σπρώχνονται σιγά σιγά στα υπόγεια, επειδή οι ιδέες τους αποτελούν απειλή για τους θρησκευτικούς φονταμενταλιστές σε κάθε ένοπλη ομάδα. Ο Τζαράρ Χασάν, ένας έντιμος μεσήλικας που καθόταν δίπλα στον Μαχμούντ, είπε, "Ο Χατζή Μοχάμαντ θεωρεί ότι οι απειλές έχουν να κάνουν με τις συναντήσεις μας. Μίλησα μαζί του και μου είπε τι συνέβη επειδή έχουμε μια καλή σχέση. Μου είπε: "Αν έρχεστε τις Παρασκευές, στη συνέχεια κάποιος θα ρίξει μια βόμβα και θα σας σκοτώσει όλους σας". Γι ' αυτό έκλεισα το καφενείο "Η Μίνκα είπε, "Εσείς είστε τότε οι ταραξίες". "Μας τιμά να είμαστε έτσι,"Ο Μαχμούντ γέλασε. "Είμαστε ακόμη μια μικρή οργάνωση. Δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά. Εμείς δεν έχουμε δημόσιους καταλόγους ένταξης και δεν μας απείλησαν προσωπικά, αλλά ως ομάδα έχουμε κατηγορηθεί ως κατάσκοποι για τις ΗΠΑ και κατηγορούμαστε για αποστασία. Στις εφημερίδες, εκτύπωσαν άμεσες απειλές εναντίον μας". Καθώς φεύγαμε, ο Μαχμούντ μας έδωσε ένα αντίγραφο της εφημερίδας του κόμματος, Ιρακινή Πολιτιστική Σύναξη, για να πάρουμε μαζί μας. Ήταν δύσκολο να αφήσουμε τους άντρες εκεί. Φαίνονταν εγκλωβισμένοι και αβέβαιοι για το μέλλον. Ξεκινήσαμε να βγούμε έξω. Στην αίθουσα υποδοχής, περάσαμε τους προσεκτικά διαλεγμένους παρατηρητές, όπως περνούσαμε από εκεί, ο κάθε σοβαρός νεαρός που ήταν εκεί, εντάχθηκε στην ομάδα και μας πήραν προς τα κάτω, στον δρόμο. Κανένας από αυτούς δεν κρατούσε όπλο.

Μετάφραση από τ' αγγλικά: NOCTOC