ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Η Φιλοξενία του Χατζηπέτρου: Η αληθινά κυπριακή φιλοξενία

Η συγγραφέας, Magda Ohnefalsch-Richter, πήγε στην Κύπρο υπό την ιδιότητα της επίσημης φωτογράφου και σχεδιάστριας των ανασκαφών του συζύγου της, Max Ohnefalsch-Richter. Κατά την παραμονή της στην Κύπρο (1894-1912) κατέγραψε και φωτογράφισε τα ήθη και τα έθιμα του νησιού, τις ασχολίες των κατοίκων και τη λαϊκή τέχνη της Κύπρου και έγραψε το βιβλίο Ελληνικά Ήθη και Έθιμα στην Κύπρο που τυπώθηκε το 1913. Ανάμεσα στα πολλά άλλα γραφεί και για τη πατροπαράδοτη κυπριακή φιλοξενία που βρήκε στο σπίτι του Χατζηπέτρου. Η εισαγωγή της για τη κυπριακή φιλοξενία είναι δυστυχώς τόσο αληθινή σήμερα όσο ήταν πριν 97 χρόνια που είχε γράψει το βιβλίο της.Ας διαβάσουμε όμως τι έχει να πει:

Τώρα θα πρέπει όμως να κτυπήσουμε τις καμπάνες των επαίνων για τη φιλοξενία, τη μεγάλη αυτή αρετή των Ελλήνων του νησιού, που έχει υμνηθεί από όλους τους προηγούμενους ταξιδιώτες. Δυστυχώς όμως θα κτυπήσουμε συγχρόνως και πένθιμες καμπάνες, γιατί αυτό το έθιμο που προέρχεται από την αρχαιότητα, εξαφανίζεται μέρα με τη μέρα. Στους δρόμους και σε όλους σχεδόν τους χώρους που επισκέπτονται οι τουρίστες η φιλοξενία έχει εξαφανιστεί, για να παραχωρήσει τη θέση της σε μια άγρια εκμετάλλευση των ξένων, όπως συμβαίνει και αλλού στην Ανατολή. Η φιλοξενία με την καθαρή έννοια της λέξης, υπάρχει ακόμη εδώ κι εκεί, σε απομακρυσμένα σημεία και συναντάται ιδιαίτερα στα βουνά.
Θα ήθελα να διηγηθώ εδώ τις ταξιδιωτικές μου εντυπώσεις πριν από δεκαοκτώ χρόνια (1894), όταν η φιλοξενία ήταν κοινή ιδιοκτησία όλων των Κυπρίων.
Βρισκόμαστε στην πεδιάδα της Μεσαορίας, κατά τη διάρκεια του χειμώνα, στην εποχή των βροχών. Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Θέλουμε να ερευνήσουμε το χώρο στον οποίο τυχαία οι χωρικοί σκάβοντας για να φυτέψουν τα δέντρα τους πριν λίγες μέρες, συνάντησαν τα απομεινάρια ενός αρχαίου πέτρινου μνημείου. Για να συντηρήσουμε το χώρο, - αυτό γίνεται κανονικά όταν πρόκειται για σημαντική ανακάλυψη που έχει επιστημονική σημασία- αλλά και για να κρατήσουμε τις ανασκαφές μυστικές και να μην εκτεθούμε κι εμείς, δεν θέλαμε μάρτυρες. Για το λόγο αυτό αφήσαμε όλους τους δικούς μας ανθρώπους που είχαμε για όλες τις δουλειές, αμαξάδες, ιπποκόμους, και υπηρέτες, στο προσωρινό μας σπίτι. Εμείς δηλαδή ο άντρας μου και εγώ, ιππεύσαμε μόνοι μας και γρήγορα στο χωματόδρομο μέσα στην κοίτη του Πεδιαίου Ποταμού.
Η νύκτα έπεσε απότομα κι εμείς χάσαμε τον δρόμο, όταν ξαφνικά τα μπροστινά πόδια των αλόγων μας βρέθηκαν σε ένα βρεγμένο και φυτεμένο χώμα που υποχωρούσε. Τα έξυπνα ζώα χλιμίντριζαν και δεν προχωρούσαν. Ακόμα λίγα βήματα και θα είχαμε βυθιστεί στο έλος. Εκεί ακολουθήσαμε μιαν άλλη κατεύθυνση και τελικά βρεθήκαμε περιτριγυρισμένοι από νερόλακκους και αμήχανοι συγκρατήσαμε τα άλογα μας. Ένας κρύος άνεμος έφερε στα πρόσωπα μας μια παγωμένη βροχή και τα παγωμένα πόδια μας άντεχαν με κόπο μέσα στους σιδερένιους αναβολείς. Θα πρέπει να ήταν από τις πιο παγωμένες νύκτες του χειμώνα στο νησί και μικροί και λεπτοί κρύσταλλοι άρχισαν να δημιουργούνται πάνω στις λακκούβες με το νερό.
Εκεί κοντά ακούσαμε το κουδούνισμα ενός κοπαδιού που απομακρυνόταν μέσα στη νύκτα του χειμώνα. Στο κάλεσμα του συζύγου μου, έτρεξε αμέσως κοντά μας ένας από τους βοσκούς και μας οδήγησε, ενώ ο ίδιος ήταν μέχρι τα γόνατα μέσα στο νερό, στο διπλανό χωριό μέσα στη κοίτη του Πεδιαίου Ποταμού, που έμοιαζε με πλατιά θάλασσα. Μας μίλησε για τον Χατζηπέτρο, τον πιο πλούσιο γεωργό που έκτισε ένα ανώγιον, ένα όροφο πάνω από τα κατώγια, δηλαδή τα ισόγεια δωμάτια και μας οδήγησε μέχρι την πόρτα της αυλής και κτύπησε μέχρι που κάποιος άνοιξε.Όταν θελήσαμε να δώσουμε ένα φιλοδώρημα στον βοσκό, αυτός αρνήθηκε την προσφορά μας και εξαφανίστηκε γρήγορα, πριν προλάβουμε να τον αναγκάσουμε να το πάρει. Είμαστε ακόμη έφιπποι, όταν ξεπρόβαλε από το βαθύ του ύπνο στο ξεπόρτι του, ο γεωργός κρατώντας ένα φανάρι για να φέγγει.
- Καλησπέρα και ώρα καλή, πως είσαι Χατζηπέτρο;
Τον ρώτησε ο σύζυγος μου.
- Πολύ καλά κύριε μου, αλλά πως είσαι εσύ και η κυρία σου; Ασφαλώς θα έχετε παγώσει. Καλωσορίσατε. Δεν θα κατεβείτε;
Και ανοίγοντας τις δύο καγκελόπορτες της αυλής είπε δυνατά:
- Το σπίτι μου είναι και δικό σας σπίτι.
Ενώ ο άντρας μου κατέβαινε από το άλογο, αυτός με βοήθησε να κατέβω από την αγγλική γυναικεία σέλλα του δικού μου αλόγου. Μετά τράβηξε και τα δύο άλογα προς τον στάβλο, κατέβασε τις σέλλες και τους έδωσε τροφή στις φάτνες. Η αγρότισσα που στο μεταξύ ξύπνησε, μας οδήγησε στο μεγάλο και μοναδικό δωμάτιο που ήταν συγχρόνως και υπνοδωμάτιο. Όλοι όσοι κοιμόντουσαν πήδηξαν πάνω, συγύρισαν τα κρεβάτια, που ήταν κάτω στο πάτωμα, πάνω στα δύο μοναδικά κρεβάτια που ήταν εκεί. Τότε προσέξαμε ότι οι άνθρωποι κοιμόντουσαν με τα κανονικά ρούχα τους, και δεν φορούσαν νηκτικά, μια συνήθεια πολύ διαδεδομένη ανάμεσα σε αγρότες.
Κόρες και γιοι, όλοι έπρεπε να βοηθήσουν για να μας εξυπηρετήσουν. Σε λίγο φούντωσε μια φωτιά στη "νεστιά" τη μεγάλη εστία για να στεγνώσουν τα βρεγμένα ρούχα μας και τα παπούτσια μας παρόλο που φορούσαμε αδιάβροχα. Κυκλοφορούσαμε στο μεταξύ με τις δερμάτινες παντούφλες μας με το ανατολίτικο τους κόψιμο, που ήταν τοποθετημένες στις θήκες της σέλλας μας και δεμένες πάνω στην ανδρική αγγλική σέλλα. Από ευτυχή συγκυρία υπήρχε κι ένα υπόλειμμα ζεστού και αχνιστού τουρκικού καφέ. Αστραπιαία φτάνει κοντά μας η μυρωδιά από μια μικρή κούπα με ένα εξαίσιο υγρό, που μας προσφέρεται μετά από το γλυκό του κουταλιού, το νερό, και το κονιάκ. Κατόπιν, τρώμε τα δύο τελευταία παξιμάδια του σπιτιού.
- Φάγαμε το βράδυ το τελευταίο ψωμί και σήμερα, όταν θα ξημερώσει θα φουρνίσουμε. Μας έλειψε το σιταρένιο αλεύρι.Αλλά κριθάρι έχουμε ακόμη. Απολογήθηκε η αγρότισσα, και λέει στη μεγάλη της κόρη:
- Κόρη μου γρήγορα άλεσε λίγο κριθάρι στο χερομύλι για να ψήσουμε ψωμιά.Και εσύ, είπε στον γιο της, τρέξε να ξυπνήσεις τον ιερέα για να σου δώσει μια κολοκύθα γεμάτη από το καλύτερο του κρασί, δύο-τρία λουκάνικα, και λίγη γλυκιά αναρή, γιατί έχει περισσότερα πρόβατα από μας. Αντροπή μας και κατύχη μας που μας λείπουν όλα.
Και μετά, λέγοντας σε μένα:
- Συγχώρα με κοκόνα, αλλά μη φοβάσαι. Κάτι θα βρεθεί. Πόσο πρέπει να πεινάς, μάνα μου!
Το μικρότερο κοριτσάκι, που ήταν οκτώ χρονών, φέρνει το αναμμένο καπνιστήρι.
- Ο καπνός της ελιάς είναι καλός για να διώξει το κακό μάτι, επίτρεψε μου να ετοιμάσω το φαγητό και να συγυρίσω το τραπέζι και τα κρεβάτια. Είμαι εντελώς βέβαιη ότι κουράστηκες πάρα πολύ ψυχή μου! Και με αυτά, αρχίζει η γυναίκα να ζυμώνει τα ψωμιά μαζί με την κόρη της.
Ο σπιτονοικοκύρης προσφέρει στον σύζυγο μου ένα πακέτο με τσιγάρα.
- Κάπνισε κύριε, για να περάσει η ώρα. Θα πρέπει να κοιμηθείτε εδώ κάτω, γιατί το ανώγι είναι γεμάτο από κρεμμύδια και σκόρδα. Θα περάσουμε μαζί τη νύκτα. Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;
Όταν τα άκουσα αυτά, ξαφνιάστηκα και αυτός συνέχισε λέγοντας:
- Καταλαβαίνω από τα μάτια της κυρίας σου, ότι είναι συνηθισμένη να κοιμάται μόνη της. Δεν πειράζει. Καλύτερα, θα σας αφήσουμε μόνους σας. Εμείς θα βρούμε ένα άλλο τόπο, στους γείτονες μας.
Η αγρότισσα έβγαλε από το μεγάλο σεντούκι, που ήταν φτιαγμένο από καρυδιά και μοσχοβολούσε από ανθούς πορτοκαλιάς, το καλύτερο τραπεζομάντηλο και τα καλύτερα μαντήλια για πετσέτες. Σε αυτά τα χειροποίητα τραπεζομάντηλα εναλλάσσονταν άσπρες βαμβακερές και κίτρινες μεταξωτές ρίγες. Μια πολύχρωμη υφαντή κόγχη τελείωνε το τραπεζομάντηλο, και πάνω της ήταν ραμμένες γυάλινες χάντρες από τις οποίες κρέμονταν πολύχρωμες βαμβακερές φούντες. Ενώ η κόρη ετοίμαζε το φαγητό, η αγρότισσα ετοίμαζε τα κρεβάτια. Αυτά δεν είναι παρά απλές ξύλινες σανίδες που ονομάζονται "τάβλες", καλυμμένες από ένα αχυρένιο στρώμα. Πάνω από αυτές τοποθετούνται στρώματα γεμάτα από μαλλί προβάτων και καλύπτονται από άσπρα και μπλε καρώ υφάσματα. Εκεί πάνω απλώνονται τα καλά σεντόνια.Αυτά όπως και τα μαξιλάρια της κεφαλής, είναι καμωμένα από καθαρό άσπρο βαμβάκι, με κόγχες και προσθήκες από άσπρη χωριάτικη δαντέλλα διακοσμημένη με γυάλινες χάντρες. Για σκεπάσματα χρησιμοποιούν παρόμοια ρούχα και για τους ξένους χρησιμοποιούν ειδικά αποθηκευμένα, καθαρά, και αχρησιμοποίητα παπλώματα.
Ο γεωργός έκανε νόημα:
- Αν θέλετε μπορούμε να φάμε.
Μας ραντίζουν τα χέρια με νερό και καθόμαστε. Μόνο ο γεωργός μας κάνει παρέα στο τραπέζι.Η οικογένεια σερβίρει.
Το ξύλινο τραπέζι που χρησιμοποιείται, ακουμπά πάνω στον κύριο τοίχο του σπιτιού, από τον οποίο κρέμονται από πάνω μέχρι κάτω και με μια συγκεκριμένη γεωμετρική διάταξη, όλων των ειδών τα αντικείμενα: χειροποίητες αχυρένιες κοτσίδες, ευρωπαϊκά φλυτζάνια και μπουκάλες, εικόνες αγίων, λιθογραφίες της ελληνικής βασιλικής οικογένειας, όπως και της βασίλισσας Βικτωρίας. Ακόμη και η φωτογραφία των τριών γερμανών αυτοκρατόρων είναι παρούσα. Τα έβλεπα όλα αυτά κατάπληκτη, ώσπου μας είπαν ότι η λιθογραφία αγοράστηκε πριν από χρόνια από ένα ξένο γυρολόγο.
Πρώτα μας ζέστανε ο τραχανάς, μια ζεστή σούπα. Αποτελείται από γάλα συντηρημένο και σπασμένο σιτάρι, που η αγρότισσα φυλάει, μέσα στο οποίο ρίχνει κομμάτια από χαλλούμι, ένα είδος τυριού. Ο τραχανάς παράγεται σε μεγάλα κομμάτια που έχουν το μέγεθος ενός χεριού και αλατίζεται. Τρώμε τη ξυνή σούπα και τα ζεστά ψωμάκια.
Υπέροχη γεύση, όπως είχε το επόμενο κύριο φαγητό, τα λουκάνικα από χοιρινό κρέας που ήταν τηγανισμένα μαζί με αυγά στο ελαιόλαδο και το λίπος του χοίρου. Μαζί με αυτά τηγανίζουν σε φέτες και κομμάτια από χαλλούμι, που τηγανισμένο έχει πολύ καλύτερη γεύση. Ακολουθεί ένα γλυκό τυρί, η αναρή, την οποία ραντίζουν με μοσχομυρισμένο και αρωματικό μέλι της μέλισσας. Πορτοκάλια, αμύγδαλα, καρύδια, σταφίδες και δύο ρόδια που κατέβασαν ειδικά από τη σοφίτα, κλείνουν το βραδυνό μας γεύμα γύρω στις 3 ς το πρωί.
- Ενώ τρώγαμε τη σούπα, ο σπιτονοικοκύρης πήρε στα χέρια του το μαναδικό ποτήρι και σύμφωνα με το έθιμο ήπιε πρώτος και μας καλωσόρισε ακόμη μια φορά λέγοντας:
- Καλωσορίσατε!
Αναποδογύρισε το ποτήρι αφήνοντας να πέσει και η τελευταία σταγόνα και αφού το ξαναγέμισε, το έδωσε στον άντρα μου, ο οποίος αμέσως επανέλαβε:
- Καλός σας ήβραμεν
Σηκωνόμαστε και ακριβώς όπως και πριν από το γεύμα, μας έδωσαν πετσέτες, σαπούνια και μας ράντισαν τα χέρια με νερό, κρατώντας από κάτω την λεκάνη.
Στο μεταξύ, οι εξυπηρετικοί μας φίλοι σήκωσαν τα κρεβάτια, απομάκρυναν τα σκεπάσματα, και όλη η οικογένεια πήγε να κοιμηθεί στους γείτονες ή στα διπλανά δωμάτια. Ο σπιτονοικοκύρης έφυγε τελευταίος και μας έδειξε πως να κλείσουμε το σύρτη της πόρτας.
- Καλή νύκτα, καλό ύπνο, μας είπε κι έφυγε.
Το πρωί δεν μπορούσαμε να εγκαταλείψουμε το σπίτι πριν από την προετοιμασία ενός υπέροχου φαγητού από το οποίο δεν έλειπε ούτε η κοτόσουπα, ούτε η σούβλα, ούτε οι πατάτες, ούτε το κολοκάσι. Και ο Χατζηπέτρος μας είπε πριν την αναχώρηση μας με ένα εντελώς ομηρικό ύφος:
- Σας ζητώ μια χάρη. Να μας χαρίσετε το όνομα σας, για να σας γνωρίσουμε.
Ανταποκριθήκαμε με χαρά στο αίτημα του και καλέσαμε τους φιλόξενους ανθρώπους να μας επισκεφτούν, όταν θα ζούσαμε στη Λευκωσία. Όλες οι προσπάθειες να αφήσουμε ένα χρηματικό ποσό για δώρο απέτυχαν. Και ενώ προσπαθούσα να βάλω μισή λίρα στο χέρι μιας από τις κόρες του, την άρπαξε και την έφερε πίσω ο Χατζηπέτρος λέγοντας με αγανάκτηση:
- Είμαι φιλόξενος, ποτέ ξενοδόχος.
Για το δρόμο, μας έδωσαν ακόμη μια ανθοδέσμη από αγριολούλουδα, βασιλικό μέσα σε μια γλάστρα, και λίγα φρούτα. Και ενώ είμαστε πάνω στα άλογα μας, μας έσφιξαν ακόμη μια φορά το χέρι και μας ευχήθηκαν:
- Καλό κατευόδιο, καλό ταξίδι, είπε ο Χατζηπέτρος.
- Εις πολλά τα έτη, ήταν η δική μας τελευταία ανταπόκριση.
Μετά, τραβήξαμε κατά το χωριό, ανεβαίνοντας προς μια εύφορη και υγρή από βροχές τοποθεσία, που έλαμπε από το φωτεινό ήλιο της ημέρας.

Από το βιβλίο της Magda Ohnefalsch-Richter Ελληνικά Ήθη και Έθιμα στην Κύπρο

2 σχόλια:

  1. Beautiful photos, and a beautiful story, too. Both remind me of the similar hospitality in traditional Transylvanian villages where I have traveled a lot. Is this spirit still alive in Cyprus?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. In the isolated mountain villages one could until resently find people like this, but these days society has changed greatly due to westernization and other related factors such as distrust to strangers due to crime.

    ΑπάντησηΔιαγραφή