ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

Το γυμνό ψωμί: Ένα βιογραφικό διήγημα του Μοχάμεντ Σουκρί - For Bread Alone: A biographical novel by Mohamed Choukri

Ήταν περίπου μία το μεσημέρι όταν πήγα κάτω προς στο λιμάνι. Ένιωθα πολύ αδύναμος. Σε ένα από τα καφενεία στη προκυμαία ζήτησα ένα ποτήρι νερό. Εκεί κοντά ήταν ένα παγκάκι όπου πουλούσαν φασολάδα. Μόνο μία πεσέτα, και θα μπορούσα να είχα ένα μπολ. Αλλά που να βρεθεί η πεσέτα; Η ζωή μου δεν αξίζει ούτε μια πεσέτα τώρα. Μετά από λίγα λεπτά περπάτημα μέσα στον καυτό ήλιο άρχισα να αισθάνομαι έντονους πόνους στο στομάχι. Αυτός ο ήλιος θα με τρελάνει. Έπιασα ένα μικρό ψάρι που βρισκόταν στο πεζοδρόμιο, και το μύρισα. Η μυρωδιά του ήταν ακατανίκητα, αφόρητη. Το ξεφλούδισα. Στη συνέχεια με αηδία, με μεγάλη αηδία, άρχισα να το μασάω. Μια γεύση σήψης, αποσύνθεσης. Το μασάω και το αναμασάω, αλλά δεν μπορώ να το καταπιώ. Δεν μπορώ.
Κάθε τόσο οι μικρές αιχμηρές πέτρες πονούν τα πέλματα των ποδιών μου. Τα πονούν. Συνέχισα να μασάω το ψάρι σαν να ήταν ένα κομμάτι τσίχλα. Ήταν σαν να μασούσα τσίχλα. Το έφτυσα. Η βρώμα ήταν ακόμη στο στόμα μου. Κοίταξα με οργή κάτω στη μάζα που είχα φτύσει. Με οργή. Την ποδοπάτησα στο πεζοδρόμιο με τα γυμνά μου πόδια. Την πάτησα. Στο έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Τώρα μασούσα το κενό μέσα στο στόμα μου. Μασούσα και αναμασούσα. Τα σωθικά μου γκρινιάζουν και γογγύζουν. Γκρινιάζουν και γογγύζουν. Νιώθω ζαλισμένος. Από το στομάχι μου ήρθε κίτρινο νερό στο στόμα και στα ρουθούνια μου. Ανάσανα βαθιά, βαθιά, και το κεφάλι μου αισθάνθηκε λίγο πιο ξεκάθαρο. Ο ιδρώτας έτρεξε κάτω από το πρόσωπο μου. Έτρεχε, έτρεχε. Σκέφτηκα το αγόρι που μου είχε σώσει τη ζωή από την αστυνομία χθες το βράδυ. Γιατί δεν με ξύπνησε το πρωί; Γιατί; Μήπως να προσπάθησε, αλλά δεν μπόρεσε γιατί ήμουνα σε βαθύ ύπνο; Ίσως προσπάθησε. Λυπάμαι που δεν είχαμε δώσει τα ονόματα μας ο ένας στον άλλο. Λυπάμαι. Ο ψαράς καθόταν στη βάρκα του, τρώγοντας ένα καρβέλι ψωμί. Αυτός το τρώει, και εγώ, εγώ το τρώγω καθώς τον βλέπω. Γέρνει πάνω στην κουπαστή, και τον παρακολουθώ κουρασμένα. Τον βλέπω και τον παρακολουθώ, σκεπτόμενος ότι μπορεί να πετάξει κάτι, κάτι που μπορώ να φάω, όπως τρώει αυτός. Η μαϊμού που ήταν δεμένη στον ιστό αρπάζει κάτι, και νευρικά το σπάζει μέσα από τα δόντια της. Έλπιζα ότι ο ψαράς το μασούσε χωρίς ευχαρίστηση, με τον ίδιο τρόπο που εγώ μάσησα το σάπιο ψάρι. Παρακολουθούσα το καρβέλι ψωμί με λαχτάρα. Αυτός αγνάντευε περιστασιακά στον ορίζοντα της προκυμαίας, κουνώντας τα μάτια του με ασάφεια πάνω από την παλιά Ταγγέρη. Πέταξε το ψωμί σου τώρα, με τον ίδιο τρόπο που πέταξα εγώ το ψάρι μου, του είπα από μέσα μου. Αυτός έριξε το ψωμί στο νερό. Μια νόστιμη γεύση αλατιού γέμισε το στόμα μου. Νόστιμη. Ένα αίσθημα ευχαρίστησης αναβίωσε το αδύναμο μου κορμί. Παρά το γεγονός ότι είμαι τόσο κουρασμένος, ένιωσα καλύτερα. Έβγαλα το πουκάμισο και παντελόνι μου, και βυθίστηκα στο νερό. Κολύμπησα κάτω από το ψωμί και είδα ότι το κομμάτι κρέας που υπήρχε στο εσωτερικό του ψωμιού είχε ήδη πέσει στο βυθό. Έχασα τη μισή μου τύχη, σκέφτηκα. Ο Ψαράς, άρχισε να γελά τρανταχτά. Ύψωσα το κεφάλι μου απέναντι του, ενώ το χέρι μου άρπαξε το ψωμί. Κοίταξα προς το μέρος του και μετά κοίταξα το δαγκωμένο ψωμί. Κομμάτια από σκατά επιπλέουν τριγύρω μου στο νερό. Επιπλέουν, επιπλέουν. Έσφιξα το ψωμί στο χέρι μου. Ήταν σπογγώδες, και κολλούσε από το πετρέλαιο που έριχναν τα σκάφη. Αυτή η αρκούδα γελούσε μαζί μου σαν να ήμουνα ένα μεγάλο ψάρι που επρόκειτο να πιαστεί στο ψάρεμα. Γελάει μαζί μου. Κολύμπησα στα δίχτυα του. Μέσα στα δίχτυα του. Άρχισα να κολυμπώ προς τα τσιμεντένια σκαλοπάτια, περνώντας από άλλα μικρά κομμάτια από σκατά και ψωμί που επιπλέουν μέσα στο νερό μπροστά από το πρόσωπο μου, να επιπλέουν και να επιπλέουν. Τα έσπρωξα και τα απομάκρυνα καθώς κολυμπούσα. Μέσα στο μυαλό μου είχαν συνδεθεί: ψωμί και σκατά. Συνδέθηκαν. Μια μικρή ποσότητα νερού πέρασε στο λαρύγγι μου, πέρασε. Εγώ πνίγομαι, πνίγομαι. Πονούσα το κεφάλι και το στήθος μου. Ανέβηκα δύο σκαλοπάτια. Στο τρίτο σκαλοπάτι γλίστρησα και ξανάπεσα κάτω, μέσα στο νερό. Και πάλι το νερό μπήκε στο λαρύγγι μου. Ξανά πάλι. Μου ήρθε η ιδέα ότι αυτό επρόκειτο να συνεχιστεί για πάντα, να ανεβαίνω τα σκαλοπάτια, μόνο και μόνο για να πέφτω πίσω μέσα στο νερό. Ξανά και ξανά. Ακόμη και όταν ανέβηκα το ποιο ψιλό σκαλοπάτι, φανταζόμουν τον εαυτό μου να πέφτει πίσω μέσα στον κολπίσκο. Να πέφτω και πάλι. Ήμουνα πολύ προσεκτικός στο που τοποθετούσα τα πόδια μου. Το σώμα μου ήταν καλυμμένο με κολλώδης πετρέλαιο. Πήρα το πουκάμισο και το παντελόνι μου, και άρχισα να περπατώ. Στο δρόμο μου, κοίταξα πίσω μου και ο ψαράς έγνεψε σε μένα. Γελούσε. Ο ήχος του γέλιου χάνεται σιγά σιγά. Χάνεται μακριά. Τώρα σταμάτησε να γελάει. Σταμάτησε.
Μου φώναξε για να με καλοπιάσει. Γεια σου αγόρι! Έλα εδώ! Αστείο έκανα. Έλα τώρα. Έχω ακόμη ένα άλλο καρβέλι ψωμί.
Δυστυχισμένο παιδί, είπε ο άλλος ψαράς που ήταν μέσα στη βάρκα μαζί του.
Δεν γύρισα πίσω για να πάω προς την κατεύθυνση τους. Η ταπείνωση ήταν πολύ μεγάλη. Πολύ μεγάλη. Στο πεζοδρόμιο μπροστά από μένα υπήρχαν κάποια ποιο μικρά ψάρια που είχαν ποδοπατηθεί. Ποδοπατήθηκαν. Ύψωσα το πρόσωπο μου προς τον ουρανό. Ήταν ποιο γυμνός από τη γη. Περισσότερο γυμνός. Ο καυτός ήλιος χτύπησε το πρόσωπο μου, το χτύπησε. Άρχισα να τρέμω από την κούραση. Τρέμω και τουρτουρώ. Βλέπω μια γάτα που πλάγιασε άνετα σε μια σκιερή γωνία. Με κοιτάει μισοκοιμισμένη , με αδιαφορία. Αδιάφορη. Η ασπρόμαυρη κοιλιά της ανασηκωνόταν και ξανακαθόταν αργά, αργά. Έπιασα ένα από τα μικρά, ξηραμένα ψάρια. Ξηραμένο. Είχε μία χειρότερη δυσωδία από το πρώτο. Ακόμη χειρότερη από το πρώτο. Άρχισα να κάνω ξανά εμετό κίτρινο νερό. Αυτό ήταν που ήθελα. Το ήθελα. Ξερνούσα και ξαναξερνούσα μέχρι που έβγαινε μόνο θόρυβος από μέσα μου. Μόνο ο τεντωμένος θόρυβος καθώς ξερνούσα. Αυτό ήταν που ήθελα. Περπάτησα προς την παραλία, νιώθοντας άδειος, αδύναμος. Μου φαινόταν ότι ήμουνα έτοιμος να πέσω από στιγμή σε στιγμή και να μην σηκωθώ ξανά. Για να μην σκέφτομαι τι συνέβη και τι θα μπορούσε ή πρόκειται να συμβεί, άρχισα να κοιτάζω πίσω στα βήματα μου που ήταν στην άμμο. Τα κύματα έσπαζαν πάνω τους λίγο μετά τον σχηματισμό τους από μένα. Παρακολουθούσα τα βήματα και τα κύματα. Πέταξα το πουκάμισο και παντελόνι μου κάτω στην άμμο και άρχισα να τρίβω το σώμα μου με φύκια και άμμο. Να το τρίβω και να το ξανατρίβω. Τα μαλλιά μου είναι ακόμα ποιο κολλώδης από το σώμα μου. Ποιο κολλώδης. Συνέχισα να τρίβομαι και να ξεπλένομαι μέχρι που το δέρμα μου ήταν κόκκινο, ολοκόκκινο.


Ένα απόσπασμα από το βιογραφικό διήγημα "Το γυμνό ψωμί", του Μοχάμεντ Σουκρί.

It was about one in the afternoon when I went down to the port. I felt very weak. At one of the waterfront cafes I asked for a glass of water. Nearby was a stand that sold bean soup. Only one peseta, and I could have a bowl. But where to find the peseta? My life is not worth even one peseta now. After a few minutes of walking in the strong sun I began to feel sharp pains in my stomach. This sun will drive me crazy. I picked up a small fish that lay on the pavement, and smelled it. The ordor was overpowering, unbearable. I peeled off the skin. Then with disgust, with great disgust, I began to chew it. A state of decay, decay. I chew it and chew it but I can't swallow it. I can't.
From time to time the small sharp stones hurt the soles of my feet. They hurt. I went on shewing the fish as if it were a wad of gum. It was like chewing gum. I spat it out. Its stink was still in my mouth. I looked down with rage at the mass I had spat out. With rage. I ground it into the pavement with my bare feet. I stepped on it. I ground it under my feet. Now I chew on the emptyness in my mouth. I chew and chew. My insides are growling and bubbling. Growling and bubling. I feel dizzy. Yellow water came up and filled my mouth and nostrils. I breath deeply, deeply, and my head felt a little clearer. Sweat run down my face. Running, running. I thought of the boy who saved my life who had saved me from the police last night. Why didn't he wake me up this morning? Why? Did he try, and couldn't because I was sleeping so heavily? Perhaps he tried. I was sorry we had not given each other our names. I was sorry. The fisherman sat in his boat, eating his loaf of bread. He eats it, and I, I am eating it too as I watch. He leans over the gunwale, and I watch him wearily. I watch and I watch, thinking that he may throw something away, something I can eat, as he is eating. The monkey tied to the mast seizes something, and nervously cracks it between its teeth. I hoped the fisherman was chewing without pleasure the way I was shewing my rotten fish. I watched the loaf of bread avidly. He was gazing distractedly at the waterfornt skyline, running his eyes vaguely over old Tangier. Throw away your bread now, the way I threw away my fish, I told him silently. He threw the bread into the water. A delicious taste of salt filled my mouth. Delicious. A feeling of pleasure revived my weak body. In spite of being so tired, I felt better. I striped off my shirt and trousers, and plunged into the water. I swam beneath the bread and saw that the slab of meat that had been inside it had already sunk to the bottom. There goes half my luck, I thought. The Fisherman began to laugh uproariously. I raid my head towards him, my hand clutching the bread. I looked at him and at the bitten piece of bread. Lumps of shit floated all around me in the water. Floating, floating. I squeezed the bread in my hand. It was spongy, and sticky with oil from the boats. That bear is laughing at me as though I were a big fish he was going to catch. He's laughing at me. I' ve swum into his net. Inside. I began to swim towards the concrete steps, passing other small lumps of shit and bread bobbing in the water in front of my face, bobbing and bobbing. I pushed them away as I swam. In my mind they became connected: bread and shit. Connected. A little water went down my throad, went down. I chocked, chocked. There was pain in my head and chest. I climbed two of the steps. On the third step I slipped and rolled back down into the water. Again the water ran into my throat. Again. The idea came to me that I was going to go on for ever, climbing up the steps only to slip and fall back into the water. On and on. Even as I got to the highest step, I imagined myself falling backwards into the bay. Falling again. I was very careful where I placed my feet. My body was covered with sticky oil. I picked up my shirt and trousers, and started walking. On my way, I looked behind me and the fisherman waving at me. Laughing. The sound of laughing dies away little by little. Dies away. Now he has stopped laughing. Stopped.
He called after me, wheeding. Hey boy! Come here! It's a joke. Come on. Here's is another loaf of bread.
Poor kid, said the the fisherman in the boat with him.
I did not turn around and go back towards them.The humiliation was very great.Too great. Ahead of me on the pavement there were some more small fish that had been trampled on. Trampled underfoot. I raised my face to the sky. It was more naked than the earth. More naked. The hot sun struck my face, stuck it. I began to tremble with fatique. I tremble and shake. I see a cat reclining comfortably in a shady corner. It looks at me half-asleep, with indifference. Indifferent. Its white and black belly rises and falls slowly, slowly. I pick up one of the small, dry fish. Dry. It had a worse stench than the first one. Worse the the first. I began to vomit yellow water again. That was what I wanted. I wanted it. I walked towards the beach, feeling empty, weak. Now and then it seemed that I was about to fall and not get up again. In order not to think about what had happened and what might be going to happen, I began to look back at the footsteps I was making in the sand. The waves broke over them shortly after I made them. I watched my footsteps and the waves. I threw my shirt and my trousers down onto the sand and began to rub my body with seaweed and sand. I rub and rub. My hair is even stickier than my body. Stickier. I went on rubbing and rinsing until my skin was red, red.

Α part from the biographical novel "For Bread Alone", by Mohamed Choukri

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου