ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Της Τρίχας το Γιοφύριν: Η κυπριακή παραλλαγή του πανελλήνιου αυτού τραγουδιού

ΤΗΣ ΤΡΙΧΑΣ ΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙΝ

Κάτω στους πέντε ποταμούς, κάτω στες πέντε βρύσες,
γιοφύριν εν που κτίζετουν με δώδεκα καμάρες.
Τζι ολομερής εκτίζετουν τζι ολονυκτής εχάλαν,
τζιαί το στοισσειόν του ποταμού πο κάτω ετζιλάδαν:
- Μάστορε, πρωτομάστορε, τζιαί πρώτε τους μαστόρους,
αν βάλης που το γένος σου, γιοφύριν τότε στέκει.
- Αν βάλω ' γιώ την μάναν μου, πκιόν μάναν που εννά' βρω;
Αν βάλω ' γιώ τον τζύριν μου, πκιόν τζύριν εν ηβρίσκω
αν βάλω που τ΄αδέρκια μου, αδέρκια εν ηβρίσκω,
αν βάλω την καλίτσαν μου, καλίτσαν πάλε βρίσκω.
Τζιαί που τ΄ακούει το στοισσειόν, πολλές χαρές παθαίννει,
χαπάρκα τζιαί μηνύματα στης Μαρουδκιάς το σπίτιν.
- Τζι έλα να πάμεν, Μαρουδκία, τζι ο μάστορας σε θέλει.
- Ίντα με θέλ' ο μάστορας τζι ίντα' ν το μήνυμαν του;
Τζιαί αν με θέλη για χορόν, να πκιάσω τα μαντήλια,
τζι αν ένει για μαείρεμαν, να πκίασω τες κουτάλες.
- Έλα να πάμεν, Μαρουδκιά, τζιαί σγοιόν τζι αν θέλεις πάμεν.
Μπαίννει έσσω τζι εφόρησεν ρούχα της φορεσσιάς της,
με μακριά, μηδέ κοντά, ίσσια της ελιτζιάς της.
Π' αππέσω φόρησεν γρουσά, π' αππέξω γρυσταλλένα
τέλεια πο πάνω φόρησεν γρουσά μαλαμετένα,
τζιαί καζακάν ολόγρυσον, τζι εσσέπασεν τα τέλεια.
Τζιαί πκίαννει την γρυσόροκκαν τζιαί το γρουσόν ροδάνιν,
γρυσήν κλωστήν εκρέμμασεν στον μάστοραν τζιαί πάει.
Που την θωρεί ο μάστορας, παλλά την ελυπήθην.
- Τζι ίντα με θέλεις, μάστορα, τζι εμήνησες μου τζι ήρτα;
- Τζιαί στράφου, στράφου, Μαρουδκιά, τζιαί τίποτ' εν σε θέλω.
Τζι εστράφηκεν η Μαρουδκιά στα έσσω της τζιαί πάει,
όσον να πα' η Μαρουδκιά, χαπάρκα ταπισόν της:
- Τζι έλα να πάμεν Μαρουδκιά, τζι ο μάστορας σε θέλει.
- Τωρά ήμουν στον μάστοραν τζιαί τίποτ' εν με θέλει!
Τζιαί βκάλει τα γρουσά ρούχα, τζι εφόρησεν τα μαύρα.
Τζιαί πκιάννει την μαυρόροκκαν τζιαί το μαυροροδάνιν
μαύρη κλωστήν εκρέμμασεν στον μάστοραν τζιαί πάει.
Που την θωρεί τζι ο μάστορας, πολλά την ελυπήθην
που την θωρεί τζι ο μάστορας επήρεν τον το κλάμαν,
το κλάμαν τζιαί το κόντζυσμαν τζιαί πκιόν εν είσσεν στήσιν.
Τζι επολοήθην τζι είπεν του τζιαί λέει τζιαί λαλεί του:
- Πάντα΄πεμπες τζι εφέρναν με τζι εκάθεσουν τζι εγέλας,
τωρά ΄πεψες τζι εφέραν με τζιαί κάθεσαι τζιαί κλαίεις;
- Έππεσεν η αραβώνα μου στην μεσσιατζήν καμάραν.
- Τζιαί κόψε τα μαλλάτζια μου, τα ΄ξηνταπιθαμάτα,
δήσε με τζιαί κατέβασ' με να βρω την αραβώναν.
Δήννει την, κατεβάζει την, να βρη την αραβώναν.
Σκοπά' πο τζεί, σκοπά πο δα, τίποτες εν ηβρίσκει.
- Τζιαί τραύα, τραύα, μάστορα, τζιαί τίποτε εν έσσει.
- Τζιαί ξαναδώκε ΄ναν γυρόν πέρκιμον την εμπλάσης.
Φακκά γυρόν, φακκά γυρόν, τζιαί τίποτες εν ηύρεν.
- Τζιαί τραύα, τραύα μάστορα, τζιαί τίποτε εν ηύρα.
- Τζιαί ξαναγκάδκια, μμάθκια μου, πέρκιμον τζιαί την εύρης
Σκοπά΄πο τζεί, σκοπά πο δα, βρίσκει σσέριν του δράκου.
- Τραύα με πάνω, μάστορα τζι ηύρα την αραβώναν.
- Μείνε τζει μέσα, Μαρουδκιά, τζι εσού τζι αραβώνα!
- Τραύα με πάνω, μάστορα, τζι έχω ψουμιά στην σκάφην.
- ' Σού, Μαρουδκιά τα ζύμωσες, τζι άλλος ας τα δκιαρτίση.
-Τραύα με πάνω, μάστορα, τζι έχω ρούχα στο πλύμμαν.
-' Σού, Μαρουδκιά τα έβρεξες, τζι άλλος ας τ' απλώση.
-Τραύα με πάνω, μάστορα, τζι έχω μωρό στην σούσαν.
- ' Σού, Μαρουδκιά το γέννησες, τζι άλλος ας τ΄αναγιώση.
Φέρτε μου πέτρες τζιαί πηλόν, την λυερήν να κτίσω.
- Δοξάζω σε καλέ Θεέ, τζιαί δεύτερη, τζιαί τρίτη,
τρεις αερφάες ήμαστον, τζι οι τρεις γιοφύρκα κτίσαν
η μια ' κτισεν τον Γαλατάν, τζι άλλη τον Αφρίτην,
τζι η τρίτη τζι η καλλύττερη της Τρίχας το γιοφύριν.
Που πανωθκιόν του γιοφυρκού κρεμμάστε μιαν καντήλαν
όπκιος δκιαβάτης τζι αν δκιαβή, να την γεμώννη λάδιν,
τζι αν ρέξη τζι η μανούλλα μου, να την γεμώννη δάκρυν.
- Όσοι ένει που το γένος μου, να γέρνουν να περνούσιν,
που του μαστόρου την γενιάν, να γέρνουν να κρεμμούσιν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου