ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Η Κακότυχη: Ένα Κυπριακό Παραμύθι

Μια βολά κι ένα καιρό είχε ένα βασιλιά με τη βασίλισσα και δεν εκέμνασι παιδί. Ερωτώντας από εκεί, ερωτώντας από εδώ, εγυρίσαν τους μάγους όλους. Ε, εκαταφέραν τα κι αγκαστρώθη η βασίλισσα. Έμπα μήνας, έβκα μήνας, εγέννησεν κι έκεμε κόρη. Ήταν όμως κακότυχη. Από την ημέρα που την εκάμασι, επήραν τα πίσω τους, ήταν χαζίρι να διακονούσι. Λαλεί της ο βασιλιάς της βασίλισσας:
- Βρα, μα είμαστε βασιλιάες κι εκαταντήσαμε και θα πεινάσωμε. Δεν κρατούμε μια μπακίρα μέσ' στο πουγγί μας, δεν έχωμεν ένα βούκκο ψουμίν έσσω μας... θα πεινούμε; Τι θα κάμωμε;
- Μα ξέρω έγω τι θα κάμωμε; Λαλεί του η βασίλισσα.
- Θα πάω να ερωτήσω ένα μάγο να δούμε ίντα δουλειά ένι. Είπεν της ο βασιλιάς.
Επήγεν, ερώτησε. Λαλεί του ο μάγος:
- Έκαμες μιαν κόρη τώρα τελευταία;
- Ναί, έκαμα.
- Είναι κακότυχη και να πάεις να την πολογιάσεις. Να την εδιώξεις, να την εβγάλεις από το σπίτι σου, γιατί αν την αφήσεις ακόμα κανένα μήνα έσσω, θα βγεις έξω εσύ να διακονάς. Και που θα πάεις να διακονίσεις, βασιλιάς άνθρωπος, να σου δίνουσιν έναν βούκκο ψουμί να τρώεις; Να πάεις γρήγορα να την πολογιάσεις.
Έρχεται, είπεν το της βασίλισσας κι εκάτσαν κι εκλαίασι. Έρχεται η κόρη τους από το σχολείο, θωρεί τους κι εκλαίαν.
- Μα ίντα ΄χετε και κλαίετε παπά; Ίντα ' χετε και κλαίετε μανά;
Από τες πολλές βολές που τους ερώτησε λαλούν της:
- Κόρη μου, να σου το πούμε. Τι θα κάμουμε; Έτσι κι έτσι δουλειά ένι. Αφ' ής σε κάμαμε εφτωχύναμε, χαζίριν να διακονήσωμε. Είπαν μας οι μάγοι ότι πρέπει να σε πολογιάσουμε ειδεκανού αν σ΄αφήκωμεν έσσω μας θα διακονούμε. Δεν κιάρωμεν να σε πολογιάσουμε, εκάημαν που το μαράζι μας ώσπου να σε κάμωμεν.
-Θα φύγω μόνη μου. Λαλεί τους. Πεχαλί να με πολογιάσετε εσείς; Θα φύγω εγώ από μόνη μου να μην μαραζώνετε.
Πιάνει ένα μποξούι ρούχα κι ετοιμάζεται. Εκάτσαν, εκλαίαν κι ο βασιλιάς και η βασίλισσα. Η κόρη τους έφυγεν. Έφυγεν και επήγεν κάμποσον τόπο μακρυά ώσπου εκόντεψε να μπει σε μια πόλη. Λέγει από μέσα της, "θ' αναγκαστώ να μπω μέσα σε τούτη την πόλη για να μην νυχτωθώ μέσα στα δυό στενά." Ενέβηκε μέσα στη πόλη και στο δρόμο θωρεί κάμποσες κυρίες κι εκάμνασι περίπατο. Μια κυρία είχε το μωρό της μέσα σε μιαν αμαξούα κι εκυλούσεν το κι επήγαινε. Οι κυρίες την είδαν να έρχεται να τις συνομπλάσει. Μα ίντα ωραία κοπέλλα έρχεται από κει, είπαν. Τι όμορφη που ένι !
Ήρθε κοντά τους.
- Μα πόθεν είσαι κόρη;
- Είμαι από μακρυά.
- Ε, που πάεις;
- Γυρεύω δουλειά να ζήσω. Δεν έχω μήτε μάνα, μήτε κύρη, είμαι ορφανή και πεινώ μέσ' το χωριό μου.
- Πάεις μαζί μας;
- Ε, πάω.
- Να την πάρωμε, λαλεί του αντρός της η κυρία εκείνη, ζαττίν θέλωμε μια δούλα να σάζει το μωρό και να κάμνει ούλες τις δουλειές στο σπίτι. 'Ελα, κύλα την αμαξούα με το μωρό, λαλεί της, να πάμε.
Έπιασε κι εκείνη την αμαξούα, την εκύλησε και επήγασιν έσσω. Είχασιν μαγειρεμένα κι εστάθη και επεριποιήθην τους. Εκουμάνταρε κιόλας, και είχεν και καλούς τρόπους πάνω της αφού ήταν κόρη του βασιλιά. "Μα ίντα κουμαντάρει", ελαλούσαν, "α!"
Ε, επεριποιήθην τους, εφάγασι, έφαγε και εκείνη γιάλι- άλι κι εγέμωσε την κοιλιά της. Εδείζαν της μια καμαρούα κι επήγε κι έππεσε να πνάσει.
Εξημέρωσεν ο Θεός μου, και το πορνό εσηκώθη με το χάραμα, έσασε τις δουλείες της, και εξέβην έξω. Λέγει της η κυρία της.
- Είναι τα γενέθλια του μωρού μας σήμερον και θά' ρτουν οι γειτόνισσες μας να τις κεράσουμε και πρέπει να μας βοηθήσεις και εσύ.
-Θα σας βοηθήσω, λαλεί της.
Το δείλις εκατέβησαν τους. Ήρταν οι γειτόνισσες της, οι κουμέρες της, οι φιλενάδες της. Ενέβησαν από τον ηλιακόν στη σάλα κι εκάτσαν. Η κυρία και η δούλα εσάσαν τον δίσκο και εγεμώσαν τον γλυκίσματα, καφέδες, ποτά. 'Επιασεν τον δίσκο η κορούα να τον πάρει στη σάλα να τρατάρει τις κυρίες. Όσον και πάει στην πόρτα, γλιάζει μάνα μου, έππεσε χαμαί. Πάει και ο δίσκος, έππεσε μέσ ΄στα πόδια των γυναικών. Επετάχτησαν πάνω, έχωσεν τες μέσα.
- Βρα πατσαούρα, βρα πατσαούρα...Πιάνει την η κυρία της, έδωκεν της, έδωκεν της κάμποσες.
- Δεν μπειράζει, δεν παιράζει, λαλούν της οι κυρίες.
- Δεν πειράζει; Δεν πειράζει; Έχωσε σας μέσα και δεν παιράζει; 'Εδωκεν της, έδωκεν της όσες εσήκωνε. Γρήγορα να φύγεις από το σπίτι μου και να μην εξαναπατήσεις.
Πάει, πιάνει το μποξούι της και ελάμνησε. Τι να κάμει, αφού ήταν κακότυχη. Λέμνε, λάμνε, λάμνε, λαλεί " δεν θα μείνω μέσ' τούτη τη πόλη να το μάθουν πως έπαθα έτσι. Θα πάω αλλού''. Πάει, πάει, πάει, ηύρε μιαν άλλη πολιτεία. Άμα κοντόφτασεν ηύρε κάτι πλάσματα.
- Μα που πάεις κόρη, λαλούν της.
- Ε, είμαι από μακρυά και γυρεύω δουλειά να ζήσω.
Έλα μετά μας και έχωμε δουλειές πολλές.
Επήγαν στο σπίτι, εμαγείρεψε, επαρασιόνωσε το φαΐ, επεριποιήθην τους καλά. Ύστερα έφαγε κι εκείνη η φτωχή σιγά- σιγά, εγέμωσε την κοιλιά της. Εδείξαν της τόπο κι εκοιμήθην εκεί.
Εσηκώθην από το ξεφώτιν η κυρία της και εσύναξε τα ρούχα να πλύνει. "Τώρα που ηύραμε τη δούλα", λαλεί του αντρός της, " θα βγάλω και τα σεντόνια και τ' αποκατωσέντονα, και θα με βοηθήσει να τα πλύνω. " Ε, πλύνε τα'' λαλεί της ο άντρας της και έφυγε και πήγε στη δουλειά του. Βγάλει και εκείνη τα σεντόνια και τ' αποκατωσέντονα, και τα σκλουβέρια και τους γυρούς των καρκόλων, και ότι είχε και δεν είχε, και τα έκαμε βουνάρι εκεί χαμαί. Επήγεν ήυρεν και άλλα ρούχα για πλύμμα. Ώσπου ανακάτωνεν εύρισκε. Εκουβάλησεν τα όλα να τα πλύνει η δούλα, τώρα που την ηύρε. Εβουνάρωσεν τα όλα εκεί χαμαί. Είχεν ένα βαρέλι γεμάτο αλουσίβα κι επιάσαν κι εγεμώσαν το χαλκούι νερό με αλουσίβα, κι ανάψαν φωτιά να βράσει, για ν' αρχινίσουν να πλένουν.
Λαλεί της η κυρία της:
-Θα πάω έσσω να κάμω να πιω ένα βρόγχο τσάι ώσπου να βράσει η αλουσίβα γιατί έπιασεν με το ριόν".
Επήγε μέσα η γυναίκα για να πιει το τσάι της κι άφησε τα ρούχα μόνα των. Η κορούα αντίς να προσέχει τη φωτιά, άρχινισεν άλλες δουλειές κι εξισκοπήστηκε. Ώσπου να πεις και να δεις, πετάσσεται μια αζίνα από τη φωτιά, επήραν τα ρούχα. Έκρουσεν κι εκάη κείνο το λαόνι τα ρούχα κι εγίνησαν σταχτός, δίχα να το πάρουν πρέφα.
Αντά και βγένει η κυρία και θωρεί τα ρούχα της κρουσμένα, εβούρισεν πάνω της και καλαφάτισεν την.
- Ου, βρα πατσαούρα, βρα πατσαούρα κι ετιτσίρωσες με, ετιτσίρωσες με. Και τα κρεβάτια μου, και τες καρκόλες μου, και τα παιδιά μου, και το σπίτι μου, και τα ούλα μου. Δεν μου άφηκες τίποτε. Πιάνει ένα ζαυλόν από τη φωτιά, βάλλει την ομπρός, δώσ' της, δόσ΄της, δόσ' της με τον ζαυλόν, έκεμεν την τουλούμι.
- Ε, που να πάω τώρα, λαμπάζω και από την πείνα. Θα πάω πάνω στ΄ορμάνια, να μείνω μέσα στα όρη που δεν έχει κανένα να με δει, και να με κλάψει, πέρκι βγουν τα θηρία και με φαν και ποσπαστώ.
Ελάμνησε, επήγεν - επήγεν έτσι κακοπαθιασμένη και κατσουρισμένη που ήτουν από τον ζαβλόν κι ενέβη μέσα στο δάσος. Μέσα καλά, εύρεν ένα σπηλάδι κι ενέβη μέσα κι εκούρρωσεν εκεί. Κάμνει τσιμπίν, ήταν δείλις, ανέφανε μια γυναίκα. Μια γυναίκα κι έσερνε τες σαγιές της χαμαί κι ήρτε κοντά.
-Ίντα κάμνεις κόρη μέσα' δω; Λαλεί της.
- Ίντα κάμνω; Κάμνω και τίποτε;
- 'Ανου πάνω γρήγορα να βρεις πόλη να μπεις γιατί θα νυκτώσει τώρα, και θα βγούν τα θηρία να σε φάσι.
- Ίντα εγώ είναι για να με φαν τα θηρία που ήρτα και εσύ λαλείς μου να πάω στη πόλη να νοικοκυρευτώ; Η μήπως είσαι συ που θα με φάεις.
- Γιατί να σε φάω; Ξέρεις ποια είμαι γω;
-Όχι, δεν ξέρω .
- Είμαι η τύχη σου.
Είσαι η τύχη μου; Και δεν αντρέπεσαι και θα μου το πεις κιόλας; Έτσι είναι που θα μ΄εχεις;
Ήμουν στο σπίτι μου και ελυσσάξαν οι γονιοί μου από την πείνα, εσύραν με έξω.
Επήγα κι ενέβηκα σ' ένα σπίτι δούλα, έδωσα χαμαί κι έσπασα τους τα ούλα. Επιάσαν με, εκάμαν με μαύρη που το ξύλο. Σηκώνομαι από κει επήγα αλλού. Ενέβηκα σ΄άλλο σπίτι, επήγα πως θα τους τανίσω να πλύνουν τα ρούχα τους αμμά έκρουσα τους τα, έκαμα τους τα ζαυλί. Αρπάσουν τον ζαυλόν, εκατσουρίσαν με. Η τύχη μου είναι έτσι; Είσαι η τύχη μου και θα μου το πεις κιόλας;
- Σήκου κι ετελείωσαν τα κακά σου. Να πάεις τώρα στην πόλη και θα δεις τη τύχη θα κάμεις!
- Ίντα μου λαλείς; Θα κάμω τύχη;
Έβαλε το χέρι της στην τσέπη της εκείνη η γυναίκα κι έβγαλε ένα κουβάρι κλωστή. Μια πράσινη κουβαρίστρα κάτι όμορφη!
- Νάτο, λαλεί της, έπαρε τούτο το κουάρι της κλωστής κι άμα σου το ζητήσουν πούλα το και θα σαστείς.
-Ε, πόσα θα το πουλήσω και θα σαστώ;
- Όχι να σου δώσουν πέντε λίρες, ή δέκα ή είκοσι, και να το δώσεις. Να το δώσης μόνο όσα βαρεί! Να το βαλεις μέσ΄στη ζυγαριά κι όσα βαρεί να σου δώσουν.
- Μα θα βαρήσει και πολλά ενόμισες;
- Δεν είναι δουλεία σου. Να πάεις και θα βαρήσει. Ετάραξεν η τύχη σου ολάν!
Πιάνει, το λειπόν, η κοπελούα κείνο το κουβάρι το νήμα, έλαμνησε. Λάμνε, λάμνε, λάμνε, ήταν χαζίρι να δύσει ο ήλιος, ενέβη σε μια πόλη. Είχε μια γυναίκα κι εκάθετο πάνω στο πεζούλι, μια γρια.
Λαλεί της:
-Κόρη!
- Όρισε! Λαλεί της η κορούα.
- Έλα δω να δούμε πόθεν έρχεσαι και που υπάγεις, γιατί καταλάβω σε που τα ρούχα που φορείς πως είσαι ξένη.
-Είμαι ξένη θειούλα μου, κάλο!
- Ε, ίντα γυρεύεις εδώ;
- Γυρεύω κι εγώνη ζήση. Ένα σπίτι να μπω, να καταντζειαστώ, να τρώω ένα βούκκον ψουμί, αφού δεν έχω μήτε μάνα, μήτε κύρη, μήτε τίποτε.
- Έλα δω κοντά μου, λαλεί της η γριά, ώσπου να ξημερώσει ο Θεός και θα σου βρω εγώ σπίτι να μπεις.
Επήγεν η κοπελλούα, εμπήκεν έσσω, έμεινε με τη γριά. Το πορνό, όσον και εξημέρωσεν και εχάραξεν το φως, εσηκώθησαν.
Η κορούα εσκούπισε το σπίτι, έσασε τα κρεβάτια... Αγροικά έξω ανακατωσιά.
Λαλεί της γριάς:
-Θειά, μα μαλλώνουν;
- Όχι κόρη μου δεν μαλλώνουν. Πιε το τσάι σου και να βγούμε έξω να δεις και συ ίντα ένι. Ήπιαν το τσάι τους και εβγήκαν έξω στη γειτονιά. Έχεν ένα χανούτιν κι έχε μέσα δύο ράφτες κι έραβαν το ρούχα του γιου του βασιλιά. Ήταν χαρτομένος κι επήρεν τες αλλαξιές του μέσα κει να τες ράψει. Σαν ήτουν να τελειώσουν, έλειψε το νήμα και δεν ευρίσκασι το ίδιο χρώμα να μοιάζει με τες αλλαξιές, τα γαμπρικά, του γιού του βασιλιά. Κι έτσι επεριμέναν να σαστεί πλοίο να πάει έξω το βασιλοπαίδι να πάρει δείγμα να δουν αν εύρει το ίδιο νήμα για να ράψει τα ρούχα του. Επίγαν κι εκείνες κι ενέβησαν στο ραφείον.
- Δεν ήβρετε νήμα γιε μου. Λαλεί τους η κοτζιάκαρη.
- Δεν ηύραμε θειούλα. Θωρείς, ίσα περιμένει το βασιλοπαίδι να ξεκινήσει το πλοίο να πάει έξω να δούμε αν εύρει.
Μπήγει και κείνη το χέρι της μέσ' στην πούγκα της, και βγάλει την κουβαρίστρα που της έδωκεν η τύχη της. Παρατηρεί, το νήμα ήταν το ίδιο με αυτό που εγυρεύαν ν' ηύρουν. Λαλεί τους:
- Μέμπας και είναι σαν τούτο το νήμα που θέλετε;
- Ε... που το΄βρες κόρη; Λαλεί της ο ράφτης, κι άρπαξεν το που το χέρι της.
- Εδώκαν μου το οι γονιοί μου όταν έφευγα από το χωριό μου. Είμαι και εγώ βασιλοπούλα. Μα, αν σας κάμνει δίνω σας το , κι εγώ τα δικά μου νυφικά, ράβω τα με το μπάκαρι...
- Μηνάτε του βασιλοπαιδιού να' ρτει, μηνάτε του νά' ρτει. Εφωνάζαν οι ράφτες. Εμηνύσαν του, ήρτεν.
- Έλα κι ηύραμε το νήμα που θέλαμε. Λαλούν του βασιλοπαιδιού οι ρέφτες.
- Που το 'βρετε; Ερωτά τους.
- Εβάσταν το τούτη η καπελούα. Εστάθην κι εκείνος κι εθώρεν την έσσω και έξω.
- Μα που το βρες κόρη; Λαλεί της.
-Εφερά το που το σπίτι μου. Εδώκαν μου το οι γονιοί μου κι εμένα να ράβω τα ρούχα μου. Είμαι και εγώ βασιλοκόρη.
-Ε, πόσα κάμνει κόρη; Πόσα ένι η τιμή του;
- Όσα βαρεί.
- Μα βαρεί και πολλά;
- Δεν με πειράζει, όσο βαρεί.
Βάλλουν το πάνω στη ζυγαριά και γεμώνει μια δράκα λίρες χρυσές και βάζει τες στην άλλη κούππα, αλλά τίποτε. Γεμώνει άλλη μια δράκα, πάλι τίποτα. Γεμώνουν τη ζυγαριάν ως τα χείλη της κούππας, η κουβαρίστρα δεν ταράσσει.
- Κόρη, μα ίντα ένι και δεν ταράσσει η ζυγαριά;
- Ε, μα είπαμεν όσα βαρεί. Αφού έχω διαταγήν από τον πατέρα μου.
- Πήγαινε, λαλεί του δούλου του, έσσω, και γέμωσε ένα ντενεκέ λίρες και φέρ΄τον.
- Πάει, γεμώνει ένα ντενεκέ λίρες χρυσές. Βάλλει τον εις τον ώμον κείνος ο δούλος, εκόπην το ζινίχιν του ώσπου να το φέρει. Βάλλουν τον ντενεκέ πάνω στη ζυγαριά, η κουβαρίστρα δεν ταράσσει με τίποτε.
- Ίντα που θα κάμωμεν τωρά; Ενευρίασεν πολλά ο ένας ράφτης, πατεί, ενέβη μέσ΄στη ζυγαριά. Χορεύει πάνω, τραβά κάτω, τίποτε. Επερνούσαν και άλλα πλάσματα, είδαν την φασαρία κι ήρταν κοντά. Τι συμβαίνει; Το και το. Φύγετε ούλοι να δούμε τι θα κάμωμεν. Βαίνει ο ένας πάνω, πατεί ο άλλος μέσα, ενέβησαν όλοι μέσ' στη ζυγαριά. Η κουβαρίστρα πάλι δεν ταράσσει. Τίποτε.
- Παναγία μου, λαλεί το βασιλοπαίδι, μα ίντα' ρχεται να πει; Πατεί πάνω στη ζυγαριάν, αυτή εσωζύγιασε. Η ζυγαριά εσωζύγιασε, με τον γιον του βασιλιά, εγίνην ίσια- ίσια.
- Ε, τώρα; Λαλεί της το βασιλοπαίδι, τωρά τι θα κάμωμεν;
-Ε, εγώ δεν θέλω τον γιον του βασιλιά. Δώστε μου ένα πράμα να ισοβαρίσει με το νήμα μου, και δεν θέλω τίποτε άλλο.
Βγαίνει άλλος, δεν σωζυγιάζει η ζυγαριά. Βγαίνει άλλος, τίποτε, βγαίνει άλλος, τα ίδια. Επηγαίναν- έρχοντο, τίποτε. Έβγαινε το βασιλοπαίδι πάνω, εσωζύγιαζε, εγένετο ίσια- ίσια.
- Μα, λαλεί ο γιος του βασιλιά, εκεί που θα γλιτώσω το ντενεκέ με τες χρυσές λίρες, ας τις πάρω έσσω, και να πιάσω και το νήμα μούχτι να ράψω τα ρούχα μου, και να πάρω και την κοπέλλα, δεν γένεται; Πρέπει πεχαλί να πάρω κείνην που μου δώκαν οι γονιοί μου; Τούτη είναι κάλιον δέκα και ένα, και ας είναι και παρά χωριού. Λαλεί του δούλου του:
-Πιάσε τον ντενεκέ με τες λίρες, και λέμνε ομπρός.
Πιάνει και το βασιλοπαίδι την κόρην από το χέρι, και το νήμαν, επήγαν έσσω. Επήρεν την έσσω του κι εμηνύσαν του κυρού της και της μάνας της να ΄ρτουν γρήγορα στην τάδε πολιτεία, και θα στεφανωθεί η κόρη τους.
Ήρτασι κι η μάνα της, και ο κύρης της κι στεφανώσαν τους, κι αρμάσαν τους, κι εκάμασι χαρές μεγάλες.

Αυτό το παραμύθι το ιστόρισε η γιαγιά Χρυσή. Καταγράφηκε από τον Χαράλαμπο Επαμεινώνδα.


5 σχόλια:

  1. Γουρσούζα ή Γουρλού;
    Απο την περιπέτεια εξαρτάται!
    Το μονοπάτι της τύχης
    περπατώντας το φτιάχνεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα φίλε Νόστο,

    Καλή Ανάσταση εύχομαι.

    Πάντα διάβαζα και διαβάζω παραμύθια. Το παραμύθι αυτό μου θυμίζει ότι όταν καμμιά φορά όλα πάνε στραβά και υπάρχει αδιέξοδο, αφήνουμε τα πράγματα στην τύχη τους. Και παρά τα μαγικά του παραμυθιού, κάπως έτσι αφιέμεθα για τα δύσκολα στην έγνοια του Θεού.

    Για συμπτώσεις μιλώντας, σου καταθέτω το εξής: Χθές, μετά από τόσο καιρό, είχα στο νου να περάσω από εδώ ν'αφήσω ευχές για το Πάσχα. Με άλλες φροντίδες το ξέχασα. Τώρα, ψάχνοντας στην αναζήτηση του υπολογιστή τη λέξη "ουρανός" για ένα κείμενό μου, έπεσα στην ανάρτησή σου για το ποίημα "Η κλωστή και ο ουρανός" στην οποία είχα αφήσει και σχόλιο.

    Πολύ όμορφα στόλισες την ιστοσελίδα σου.
    Να είσαι καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Φίλη μου ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ και σε σένα.Ευχαριστώ πολύ που με θυμήθηκες.Πάντα χαίρομαι όταν περνάς από εδώ και μοιράζεσαι τις απόψεις σου μαζί μας.Τα παραμύθια είναι διδακτικά και μαθαίνουμε πολλά μέσα από αυτά.Στις μέρες μας όμως τη θέση τους τη έχουν πάρει τα game boy και αντί να εμπλουτίζεται η φαντασία των παιδιών, εκπαιδεύονται να έχουν βιαία συμπεριφορά.Οι γιαγιάδες δεν λένε πλέον παραμύθια.Ποιός θα καθίσει να τις ακούσει άλοστε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ,

    ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ,

    ΕΥΧΟΜΑΙ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ και σε σένα φίλε μου
    VAD.

    ΑπάντησηΔιαγραφή