ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Η Μαρουδιά: Ένα παλαιό διήγημα από τη Κύπρο - Maroudia: An old folk tale from Cyprus

 
Εξέβηκε μια πρωίαν ο Χάροντας να πάει να γυρίσει τα χωριά για να ήβρει ανθρώπους να πάρει μετά του στον Άδη. Πήγε και κτύπησε την πόρτα της Μαρουδιάς. Η Μαρουδιά ήταν κεντήτρα σπουδαία στον τόπο μας. Χιλιάδες μεταξωτά υφαντά κι ολόπλουμα μαντήλια πέρασαν από τα χέρια της. Ακόμη και χρυσοκέντητα εκκλησιαστικά άμφια, Επιτάφιοι, και ποδιές των εικόνων. Ακούστηκε η φήμη της σ΄όλη την Πάφο, ως πέρα στη Χώρα.
Ήρθε ο Χάροντας κι έσεισε το ξεπόρτι της, σείστηκε η αυλή της και το σπίτι της, ως και η μονή της. Πετάχτηκε πάνω:- Ποιός ένι ;- Άνοιξε, κόρη Μαρουδιά, λαλεί της ο Χάροντας, ήρθα για να σε πάρω.- Δεν είμαι ακόμα έτοιμη, λαλεί του εκείνη, έχω δουλειές στη μέση.- Και ποιές ειν' οι δουλειές σου; Την ερωτά.- Έχω να κτίσω εκκλησίες, να κτίσω μοναστήρια.Έφυγε ο Χάροντας.Αμέσως εκείνη έπιασε δουλειά. Έφερε μαστόρους, πρωτομαστόρους, και πλήθος μαθητάδες. Έκτισε εξήντα εκκλησιές κι εξήντα μοναστήρια.Μια μέρα ξαναγύρησε ο Χάροντας.- Τέλειωσες τις δουλειές σου, Μαρουδιά, να πάμε;- Έχω δουλειές ατέλειωτες κι άλλες αρχινεμένες... του απαντά αυτή.- Και ποιές είναι τώρα οι δουλεές σου;- Φέρνω νερά τρεχάμενα να πίνουν οι διαβάτες.- Ο Χάροντας δεν είπε τίποτα κι έφυγε.Έβαλε τότε τους μαστόρους η Μαρουδιά να κτίσουν βρύσες στα χωριά, στες στράτες, να πίνουν οι διαβάτες νερό, να ξεκουράζονται. Έκτισε εξήντα βρύσες και εξήντα γιεφύρια. Μόλις τέλειωσε, νάσου τον Χάροντα κι ανέφανε ομπρός της.- Άνου να πάμε, Μαρουδιά.- Μην με εξαργείς Χάροντα και έχω δουλιές ανέγγιχτες, έργα πολλά που περιμένουν τέλειωμα.- Και ποιές είναι πάλι οι δουλείες σου κοκόνα Μαρουδιά;- Άρχισα και αναγιώννω μωρά έσσω μου Χάροντα. Μην μου ξηντιλιείς τώρα τη ζωή μου.Και αυτή τη φορά ο Χάροντας έφυγε άπρακτος.Πήρε τότε η Μαρουδιά, μωρά ορφανά, φτωχά, άρρωστα, και τα φρόντιζε στο σπίτι της να μεγαλώσουν, να μπορούν να δουλέψουν. Πήρε και μαθήτριες και τις μάθαινε την κεντητική.
Πέρασαν λίγα χρόνια, μεγάλωσαν το παιδιά, έμαθαν την κεντητική οι μαθήτριες, και ήρθε πάλι ο Χάροντας.
- Σήκου να πάμε, Μαρουδιά.
- Οι δουλιές μου πολλυνίσκουν Χάροντα. Έχω πολλά να κάμω. Έχω να δω τον κύρην μου, την μάνα μου, που δεν τους τίμησα όπως έπρεπε , τους αντιπολογήθηκα, τους είπα λόγια πικρά... και με τον αδελφό μου έχουμε έχθρα.
Έτσι έφυγε ο Χάροντας.
Η Μαρουδιά πήγε τότε στο σπίτι της το πατρικό. Φίλησε το χέρι του κυρού της, έπεσε στην αγκάλη της μάνας της, και συγχωρέθηκε με τον αδελφό της. Μόλις γύρισε στο σπίτι της, βρήκε τον Χάροντα στο ξεπόρτι της να την περιμένει.
- Έλα να πάμε, Μαρουδιά, λαλεί της πάλι ο Χάροντας.
- Έχω ένα μαντήλι μεταξωτό για σένα να κεντίσω, του λέει η Μαρουδιά.
- Να το κεντίσεις, αμμά πότε να το γυρέψω; Την ρώτησε ο Χάροντας.
- 'Οταν περάσουν εξήντα Σάββατα και εξήντα Κυριακές, θα το τελειώσω και έλα να το γυρέψεις, του είπε η Μαρουδιά.
Κέντα, κέντα ψιλοβελονιά, ψιντροδουλειά, πάνω σε μεταξωτό μαντήλι, πέρασε ο καιρός, το μαντήλι τέλειωσε και ήρθε ο Χάροντας. Ξεδιπλώνει το μεγάλο μαντήλι, το ' βαλε στα γόνατα του.
Η Μαρουδιά είχε κεντήσει, μάνα μου, ' κει πάνω όλες τις οφορφιές του κόσμου: τον ουρανό με τ' άστρα, τον ήλιο και το φεγγάρι, τη θάλασσα με τα ψάρια και τα καράβια, τη γη με τα όρη, τα δέντρα και τα λουλούδια!
Θαύμασε ο Χάροντας, λυπήθηκε, δάκρυσε:
- Θωρώ σ' εσένα και θωρώ και τα έργα σου και λυπούμε, μα ίντα να σου κάμω; Είναι προσταγή από τον Άδη να σε πάρω.
- Παρακαλώ σε , Χάροντα, του λέει η Μαρουδιά, χάρισε μου τριάντα μέρες ακόμα.
- Εσύ μου ζητάς ακόμα τριάντα μέρες, εγώ σου δίνω ακόμα τριάντα χρόνια. Έλα δώσε μου το χέρι σου ν΄αποχαιρετιστούμε.
Η Μαρουδιά τον πίστεψε, και μόλις του έδωσε το χέρι της, και τον άγγιξε, αυτός πήρε την ψυχή της, γιατί είχε αγγίξει τον θάνατο.
Ο Θεός την λυπήθηκε γιατί η Μαρουδιά αγαπούσε τόσο πολύ την ομορφιά του κόσμου που έπλασε, και την έκεμε ένα πλουμιστό ζωύφιο που το λέγουν Μαρουδιά. Το παίρνουν στα χέρια τους τα παιδιά και τραγουδούν: "πέτα, πέτα Μαρουδιά με τα κόκκινα βρακιά".
Στη Κύπρο είναι γνωστή και ως "παπα(δ)ούρα" όπως λέγει και το τραγούδι " παπαούρα, παπαούρα, πιασ΄τα ρούχα σου και βούρα'', αλλά σε άλλα μέρη την λέγουν και παπαδίτσα ή πασχαλίτσα.
Κυπριακό Λαϊκό Διήγημα. Καταγράφηκε από τον Χαράλαμπο Επαμεινώνδα

One day Charos-the messenger of death, went out looking for people to take way with him to Hades in the underworld. He went and knocked on Maroudia's house door. Maroudia was an excellent embroiderer in our country.
Thousands of silk woven textiles, and embroidered handkerchiefs were made by her hands. Even golden embroidered religious vestments, sepulchrals of the burial of Christ called Epitafios, and aprons for the icons. Her fame became known from her village in Paphos to all of Cyprus.
Charos came and started shaking the front door of her house. Her house and its yard was trembling, even her bed. She got up:
"Who is it?"
"Open up Maroudia" he said to her,"I came to take u".
"I am not ready yet", she said to him."I still have much work left to finish".
"And what kind of work do u do?" he asked her.
"I still have to build churches and build monasteries" she answered.
Charos left right away.
In no time, she started her new job. She hired masons, and head masons, and many builders. She build sixty churches and sixty monasteries.
Charos came back.
"Did you finish your work, Maroudia so that we can go?"
"I still have plenty of work to do...some is half finished and some has just started".
"And what work do u have to do now?"
"I am bringing running water to the villages so that the passers by will have water to drink".
He didn't say anything and left.
Maroudia then made a request to the masons to build water fountains in the villages and beside the roads so that the passers by would drink and find rest from their travel. She build sixty water fountains and sixty bridges.
"Come on lets go Maroudia" Charos said again.
"I have work untouched, much work still unfinished" she answered".
"And what is again the work you must do?"
"I have taken children in to my house to bring up".
This time Charos also left without taking her.
Maroudia then took in to her house children to bring up. Orphan children, poor children, and sick children, and took care of them so that they would grow up and be able to work. She also took in girls and taught them how to embroider.

A few years passed by, the children grew up, and the girls learned how to embroider. Charos came again.
"Let's go Maroudia".
"Charos, I still have work to do. I still have to go see my father and my mother, because I did not respect them as I should have had, and spoke to them with heavy words... and with my brother, we still have animosity between us.
Charos left again.
Maroudia went to her parents house. She kissed her father's hand, fell into her mother's arms and found forgiveness with her brother.
"Come, lets go Maroudia'', Charos said to her again.
"I still have to embroider a silk handkerchief for you".
"You can embroider it, but when should I come to get it?"
"You must wait for sixty Saturdays and sixty Sundays and I will finish it".
Maroudia started embroidering on a very difficult design. Time passed and Charos came back. He unfolded the handkerchief and put it on his knees.
She had embroidered on it all of the beauties of the world: the sky with the stars, the sun and the moon, the sea with the fish along with ships, the earth with the mountains, the trees and the flowers!
Charos marveled at the handkerchief, he felt sad and started crying:
"I look at you, and I look at your work, and I feel sad and I don't want to take you, but it is the wish of Hades for me to take u to him.
"Please Charos" she answered him.
"Give me thirty more days time"."
You ask me for thirty days, and I give you thirty years. Give me your hand so that we say goodbye".
Charos tricked her, and as soon as she gave him her hand, death touched her, and Charos took her soul.
God felt sorry for her because she loved so much the beauty of the world which He created, that He turned her into a ladybug which was called Maroudia. The children take her into their hands and sing: "fly, fly, ladybug, fly, fly Maroudia, with the red undergarments...
In Cyprus it is also known as papa(d)oura as the song says:"papaoura, papaoura, take your clothes and run away", but in other places people also call her papaditsa or paschalitsa.

A folk tale from Cyprus
-Written down by Charalambos Epaminondas
Translated from Greek by noctoc

3 σχόλια:

  1. Μα τι υπέροχη αυτή η αφήγηση όπως συνδυάζεται με τη μουσικότητα της γλώσσας...

    Ο θάνατος μπορεί τελικά να μην ξεγελιέται αλλά ο Θεός κάμπτεται.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ Επικούρια η ιστορία σου Νocte, για να θυμηθούμε και τον Ι.Γιάλομ.
    Η Μαρουδιά ζει σε κεντημένο κήπο του Επίκουρου, δεν είχε άγνοια του φόβου μα έκανε ότι κεντούσε απο το χέρι της για να "κερδίσει" χρόνο.
    Kέρδισε μία θέση στον κόσμο των ζωντανών, να τη θυμούνται να δημιουργούν και να κερδίζουν χρόνο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η ιστορία αυτή δεν είναι δική μου.Είναι παραδοσιακή.Είναι πασιφανές ότι έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, αλλά δεν γνώριζα ότι προερχόταν από τον Επίκουρο.Ευχαριστώ για την πληροφόρηση.Αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι ότι αυτή η ιστορία παρέμεινε στη μνήμη του λαού, την οποία μετέφερε προφορικά από γενιά σε γενιά μέχρι τις μέρες μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή