ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Παντελής Μηχανικός: Ένα αφιέρωμα στον μεγάλο ποιητή της Κύπρου

Μια χαρακτηριστική μορφή της κυπριακής ποίησης, που τονίζει κι αξιολογεί ιδιαίτερα την προσφορά της Κύπρου στον ελληνικό ποιητικό λόγο, είναι κι εκείνη του Παντελή Μηχανικού.
Η ποιητική του γραφή είναι δραματική, με εγγραφές στο βάθος του χρόνου και του θανάτου. Κι όμως ο Παντελής Μηχανικός δεν είναι δυστυχώς γνωστός στο ευρύτερο ελληνικό κοινό.
Γεννήθηκε στα Λιμνιά, ένα χωριό της Αμμοχώστου, το 1926 και πέθανε σχετικά νέος, το 1979. Μέχρι το θάνατο του υπηρετούσε σε κυβερνητική υπηρεσία.
Την πρώτη του εμφάνιση στην ποίηση την έκανε το 1952 από το περιοδικό " Κυπριακά Γράμματα ". Η ποίηση του Παντελή Μηχανικού ιστορεί το βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης και του εσωτερικού ρυθμού της ανθρώπινης ψυχής. Ο μελετητής του και κριτικός Θοδόσης Νικολάου έγραψε πως ο Μηχανικός " αφομοιώνοντας το Σεφέρη, τον Ελύτη και το Ρίτσο και τη ρυθμική αγωγή του λόγου του Τ. Σ. 'Ελιοτ, μας φανέρωσε το βυθό της δικής του θάλασσας".
Τύπωσε τις παρακάτω συλλογές ποίησης: 1) "Παρεκκλίσεις " ( Σημειώσεις ημερολογίου 1952- 54), Κύπρος 1957 (περιλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη τη "Δοκιμασία ονείρων ", βραβευμένη από το περιοδικό " Κυπριακά γράμματα " , το 1954. 2) " Τα δύο βουνά " Λευκωσία 1963, εκδόσεις " Λυρική Κύπρος ", και 3) " Κατάθεση ", η τελευταία συλλογή του, Κύπρος 1975. Επίσης υπάρχουν και 7 ανέκδοτα ποιήματα του στο περιοδικό " Κύκλος" της Λάρνακας, αφιέρωμα στον ποιητή.
Στη μελέτη του αυτή (και διάλεξη) πάνω στην ποίηση του Παντελή Μηχανικού ο Θοδόδης Νικολάου κάνει εύστοχες παρατηρήσεις για την κυπριακή πνευματική κίνηση και προσφορά.
Με την εισαγωγή του, στο μελέτημα αυτό, αναφέρεται σε τρεις λόγους της μεταπολεμικής άνθησης της κυπριακής λογοτεχνίας, γράφοντας πως " Μέσα στα χρόνια του περασμένου πολέμου σημειώνεται στον τόπο μας ( Κύπρο) ένα πνευματικό άνθισμα, που σταθερά συνεχίζεται και αυξαίνει ως σήμερα. Και το άνθισμα τούτο είναι και ποσοτικά και ποιοτικά αξιόλογο. Με το τέλος του πολέμου μάλιστα παρατηρήθηκε και μια ανανέωση. Ίσως να οφείλεται στην επίδραση των λογοτεχνικών περιοδικών μας, όπως τα " Κυπριακά Γράμματα " και τη " Φιλολογική Πάφο ", που για χρόνια συστηματικά και υπεύθυνα ενημέρωναν τους αναγνώστες τους στα πνευματικά θέματα.
Ακόμα ο χείμαρρος την ελλαδικών εκδόσεων που κατάκλυσαν το νησί , ευθύς ως σταμάτησε η γερμανική κατοχή, που είχε αναχαιτίσει για τέσσερα χρόνια την επικοινωνία με την Αθήνα. Είναι ακόμα και τα βρετανικά ινστιτούτα με τις βιβλιοθήκες και τις κινηματογραφικές τους παραστάσεις, που ανεξάρτητα από οποιαδήποτε σκοπιμότητα η προσφορά τους είναι αναντίρρητη.
Και για να διασυνδέσει κάποιο κλίμα απαισιοδοξίας που πολλές φορές χαρακτηρίζει την κυπριακή ποίηση με την ποιητική γραφή του παντελή Μηχανικού ο Θοδόσης Νικολάου, θα συνεχίσει προσθέτοντας στο παραπάνω μελέτημα του: " Εντούτοις κάτι που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την ποιητική μας παραγωγή είναι ένα κλίμα απαισιοδοξίας. Ίσως γιατί ονειρευτήκαμε πολύ χωρίς να σταθούμε στερεά επάνω στη γη μας. Γιατί αφήσαμε τα ρημοκλήσια μας, τα βουνά μας, τα κάστρα μας, τις παραδόσεις μας. Ή αν τα είδαμε σαν ένα σκηνικό στο βάθος. Κι αν προσπαθήσαμε να δούμε τα πιο κοντινά, είδαμε μόνο τον εαυτό μας. Για να μην πολυλογώ, τι να το κρύψουμε; Έπρεπε να έρθει ο Σεφέρης στην Κύπρο, για να ανακαλύψουμε πως υπάρχει, τέλος πάντων, ένας τόπος που λέγεται Κύπρος".
Μέσα σ' αυτό το κλίμα απαισιοδοξίας τοποθετείται η πρώτη συλλογή του Μηχανικού από τον παραπάνω μελετητή του. Και πράγματι μέσα σε δύο και μόνο στίχους δίνει ο ποιητής το μέτρο της απελπισίας του:

Σ΄αυτό το χωράφι φυτέψαμε τους σπόρους των ελπίδων μας
και τους είδαμε όλους να σαπίζουν έναν ένα.

Υπάρχει και απόγνωση καμιά φορά στους στίχους του Παντελή Μηχανικού:

Έχω δύο χέρια ματωμένα
και δεν έχω ένα Θεό να τα δείξω.
Έχασα το Θεό μου τόσο άδοξα.

Εμείς πιστεύουμε πως στο βάθος ο Π. Μηχανικός, κι αν απελπίζεται πολλές φορές, κι αν φτάνει στις υπώρειες του θανάτου, δεν είναι ο ποιητής της απαισιοδοξίας, αλλά της αξιοπρεπής καρτερίας μπροστά στο φαινόμενο του θανάτου:

Μ' αυτές τις ώρες που περνούν
μετρούμε το θάνατο,
μετρούμε το μαύρο θάνατο
ενώ βρισκόμαστε στη ζωή.

Πριν από το θάνατο υπάρχει η ελπίδα της αγάπης, αυτή μπορεί να μας διασώσει από την απελπισία, την απόγνωση και τον ίδιο το θάνατο ακόμα, αφού αυτή η αγάπη ανασταίνει κι έναν πεθαμένο από χιλιάδες χρόνια βασιλιά:

Άμα νιώθω
την αγάπη σου μες στην καρδιά μου,
ζωντανεύουν τα περιστέρια που ' θρεψα παιδί,
δίνοντας τους σπόρους αθωότητας μες στη φούχτα μου.
Ξυπνούν
και μου φέρνουν μηνύματα στα τρυφερά τους ράμφη,
Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος, ζει.

Είναι αλήθεια πως ο Παντελής Μηχανικός δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με το λόγο του τον αναγνώστη, ή το παιχνίδισμα του στίχου, με βαρύγδουπες ακόμα κι ηχηρές λέξεις. Ο λόγος του είναι απλός και απέριττος, χωρίς φόρτο λέξεων, με τάση στο συγκεκριμένο και την αφαίρεση. Αυτή η τάση του δίνει στο στίχο του μία εσωτερική εκφραστικότητα και μια ευλυγισία στα νοήματα του, που μπορούν απλά να προσεγγίσουν την ψυχή του αναγνώστη και να την κατακτήσουν.
Μπορεί ο ποιητής και δίνει τους πόθους της γλυκιάς προσμονής για το πρόσωπο του Θεού, που κάποτε θα έρθει, θα φανεί στον απελπισμένο κόσμο του και κόσμο μας. Ένα δείγμα αυτής της γραφής του Μηχανικού είναι από τις "Παρεκκλίσεις" το ποίημα:

Πως μίλησε ένα παιδί πριν πολλά χρόνια

Εδώ φυτέψαμε τους σπόρους των ονείρων μας
και περιμένουμε βροχή και ήλιο.
Να δεις:
Σαν θα ριζοβολάνε τα όνειρα μας
στη βροχή και τον ήλιο,
στον ήλιο και τη βροχή
ο Θεός θα προβάλει ένα χαρούμενο πρόσωπο,
φορώντας τη γιρλάντα τ΄ουράνιου τόξου
κι η καρδιά μας θ' αντανακλά
όλους τους ιριδισμούς
της ευτυχίας.

Κανένας ποιητής, ακόμα κι αν το πάσχισε, δεν μπόρεσε να λυτρωθεί από τον ιστορικό του περίγυρο κι ακόμα από τα ρεύματα και τα γεγονότα του τόπου του και της εποχής του. Κι όταν λέμε ποιητή εννοούμε κάθε δημιουργό.
Το ίδιο θα είχαμε να παρατηρήσουμε και για τον Παντελή Μηχανικό, και ιδιαίτερα με τη δεύτερη συλλογή του " Τα δύο βουνά " ( 1963 ) . Μιλούν τα δύο βουνά του τόπου του, ο Πενταδάχτυλος με το Τρόοδος, δηλαδή ο Μαχαιράς με τον Ιλαρίωνα, που είναι οι δύο αδιάψευστοι μάρτυρες της κυπριακής ιστορίας. Και η ιστορία της Κύπρου είναι η ιστορία της δοκιμασίας και της προσφοράς και υπάρχουν πολλοί ματωμένοι που πρέπει να δικαιώσουμε τις μορφές τους μέσα στην καρδιά μας, γι αυτό:

Κρατούμε φωτογραφίες στις απομέσα τζέπες του σάκου μας. Όλοι
έχουμε αυτές τις φωτογραφίες. Κολλήσανε επάνω στους σάκους μας.
Μερικές μπήκανε ως μέσα στην καρδιά μας.

Υπάρχει κι ένα σύμβολο στην ποίηση του Παντελή Μηχανικού, σ΄αυτήν την ποίηση που έχει αδιαμφισβήτητη προσωπική σφραγίδα, είναι ο Άγγελος. Έστω και σκληρός ο Άγγελος αυτός, έχει και την καλή του διάθεση, έχει την τάση να φέρνει συνέχεια την άνοιξη στον κόσμο, να φέρνει το αιώνιο θαύμα:

Άγγελε σκληρέ,
μάτωσε,
μάτωσε μου τα σπλάχνα
κι οδήγησέ με ξανά στο δύσκολο δρόμο,
στο μαρτύριο,
στις εκβολές,
στο θαύμα.
Ειδεμή
η ψυχή μου πεθαίνει.

Στην τρίτη και τελευταία συλλογή του " Κατάθεση " έχει τη γεύση της στάχτης στο στόμα του. Εντούτοις όμως χρονικά είναι δικαιολογημένος, γιατί η συλλογή αυτή τυπώθηκε το 1975, δηλαδή ένα χρόνο μετά το κακό που βρήκε το νησί του. Είναι αυτή η εργασία του μια μαρτυρία εσαεί λυρικής πικρής γεύσης για τους επερχόμενους. Είναι αναμφισβήτητη η καταστροφή και η απελπισία αληθινή και ιστορικά δικαιωμένη. Οι ελπίδες για μια ελεύθερη και όμορφη Κύπρο είναι:

στα ερείπια και στα χαλάσματα
στα καμένα χορτάρια.

Μα ο ποιητής δε μιλά μόνο για τους ξένους, μιλά και για τα φίδια που ελλοχεύουν μέσα στους Έλληνες, για να μας καταστρέφουν τη ζωή και την ιστορία, τη μεγάλη, άλλοτε , πατρίδα. Υπήρξε το μήνυμα, ή μάλλον το προμήνυμα, μα εμείς παχύδερμα δεν το καταλάβαμε, μας το είχε κομίσει ο Ονήσιλος τουλάχιστον πριν δέκα χρόνια:

Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσες του ο Ονήσιλος
να μας κεντρίσουν
να μας ξυπνήσουν
να μας φέρουν ένα μήνυμα

Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψόφησαν απάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτα να νιώσουμε.

( όλο το ποίημα εδώ)

Μα ο ποιητής, με τους εξαιρετικούς και τους υποβλητικούς στίχους του, προσπαθεί τουλάχιστο μέσα στην καταστροφή να διασώσει το πιο πολύτιμο που έχει κάθε ποιητής και κάθε άνθρωπος, την ψυχή του:

η ψυχή
μας αγναντεύει αθάνατη
καθισμένη σε ψηλό κλαρί.
Ψάλλει.
Κι ένα δάκρυ πέφτει απ’ το τραγούδι της.

Κλαρί της μυγδαλιάς!
Κράτησέ την απαλά κράτησέ την τελετουργικά
κράτησέ την με δέος.

Και δώσε της, ήλιε μου, τη δυνατή φωτιά
να κάψη
μέσα στις μάσκες
το θάνατο.

Ο Παντελής Μηχανικός, ποιητής ευσυνείδητος, με ήθος και με διάθεση αρετής κι ελευθερίας, κατόρθωσε τουλάχιστον το δύσκολο, να διασώσει την ψυχή του.
Γι' αυτό και η " Κατάθεση " της ποίησής του, και στο νησί του και στην Ελλάδα, θα διασωθεί για να μαρτυρά τη λυρική του ευαισθησία, τον πόνο και την καρτερία ενός γνήσιου ανθρώπου και ποιητή, για να δικαιώσει το λόγο του Σεφέρη σ΄ένα γράμμα του στο Μηχανικό:

"Πιστεύω πως η Κύπρος έχει πολλά να δώσει στην ελληνική φωνή".

Ιστορία Κυπριακής Λογοτεχνίας
Πάνος Παναγιωτούνης

Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από Noctoc

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου