ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Κορμακίτης: Πέρα από την Aκτή των Eσπεριδοειδών - Kormakitis: Beyond the Orchard Coast

Οι χωρικοί του Κορμακίτη άρχισαν να αισθάνονται υπεύθυνοι για μένα. Καθόμουν σε ένα από αυτά τα καφενεία , τα οποία σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να διαφέρουν το ένα από το άλλο, και άρχισε να νυχτώνει για τα καλά. Οι συζητήσεις είχαν κοπάσει. Οι γέροντες του χωριού είχαν πέσει και πάλι σε ακινησία, καθισμένοι σαν εικόνες του εαυτού τους, πάνω σε τόνενες καρέκλες. Θεώρησαν το σχέδιο μου να κατασκηνώσω ως παράληψη εκ μέρους του χωριού τους. "Δεν μπορείς να κατασκηνώσεις ανάμεσα σ' αρκούδες" μου είπαν, αν και δεν υπήρχαν αρκούδες, και ψιθύριζαν μεταξύ τους, ολισθαίνοντας σε κάτι περίεργα αραβικά με σκοπό να αποφασίσουν ποιου το σπίτι ήταν το πιο αξιοσέβαστο για μένα. Αυτά τ' αραβικά ήταν γεμάτα από λέξεις της αραμαϊκής, της γλώσσας του Χριστού, που έχει σχεδόν εξαφανιστεί, και ήταν μαλακή και βραδείς. Ο Κορμακίτης είναι το τελευταίο κυπριακό χωριό που την ομιλεί, γιατί ο λαός του είναι απόγονοι των Μαρωνιτών του Λιβάνου, ένα παρακλάδι βουνίσιων Χριστιανών, και μάλλον ήρθαν εδώ τον ένατο αιώνα.
Τελικά ήταν η φωνή ενός νεαρού άντρα που είπε από πίσω μου: "Πάμε στο σπίτι μου. Οι γονείς μου θα κοιμούνται, αλλά η αδελφή μου θα μαγειρέψει". Γύρισα να τον ευχαριστήσω. Οι Μαρωνίτες είναι στιβαροί και με στρογγυλά κεφάλια, αλλά έχουν αναμειχθεί με τους αληθινούς Άραβες και ήταν ένα από αυτά τα πρόσωπα που με κοίταζε τώρα-με μύτη αετού και το ελαφρά ανακλινόμενο μέτωπο και πηγούνι των φυλών της Συρίας. Αλλά το κουτσό βάδισμα-ήταν σχεδόν σακάτης-ήταν δικό του. "Είμαι ο Σπύρος", είπε απλά.
Περπατήσαμε έξω μέσα στο σκοτεινό δρόμο διαπερνώντας τους διπλούς πυργίσκους της εκκλησίας του χωριού. Ο Σπύρος είπε ότι δεν είχε πάει ποτέ στην γενέτειρα του, τον Λίβανο. Ήταν φιλοδοξία του να πάει.
"Η Ελλάδα δεν είναι η δική μας πατρίδα" Έδειχνε να ήταν χολωμένος από τον πόνο καθώς περπατούσε πάνω στο πέτρινο μονοπάτι. "Σε όλες αυτές τις πολιτικές ταραχές μένουμε σιωπηλοί. Εμείς απλώς ελπίζουμε να μας αφήσουν στην ησυχία μας". Έχω ακούσει ότι στα παλιά χρόνια, η αποικία μας εδώ, ήταν ισχυρή. Αλλά τώρα ίσως ν' αριθμεί τρεις χιλιάδες ... όχι περισσότερο."
Του ανέφερα ότι από το ανατολικό άκρο της Κύπρου, με καθαρή μέρα, κάποιος μπορεί να δει τα βουνά του Λιβάνου, λευκά από το χιόνι πάνω από τη θάλασσα.
Τα χείλη του χωρίστηκαν από έκπληξη. "Τόσο κοντά;"
" Ίσως ενενήντα μίλια."
Έπεσε στη σιωπή, σέρνοντας τα πόδια του. Κατά την μεσαιωνική εποχή οι Μαρωνίτες είχαν προσκομίσει τους Σταυροφόρους με τοξότες και οδηγούς, και μετά την αραβική επάνοδο κατέφυγαν πολλοί περισσότεροι στην Κύπρο. Ζούσαν στη Χερσόνησο της Καρπασίας , που είναι πλησιέστερη στην πατρίδα τους, και γύρω από τον Κορμακίτη. Αλλά η Εκκλησία τους, αν και αναγνωρίζει τον Πάπα, είναι από καρδιάς πιο κοντά στους Ορθόδοξους, και μέσω της αλλαγής θρησκεύματος και τον διαθρησκευτικό γάμο, η κοινότητα περιήλθε σε κάμψη. Η λειτουργία στον Κορμακίτη, είπε ο Σπύρος, γίνεται ακόμη στα ασσυριακά, τα εκκλησιαστικά αραμαϊκά, και όταν χαιρέτισε την αδελφή του στην πόρτα του σκοτεινού τους σπιτιού, της μίλησε και πάλι σε αυτή την περίεργη γλώσσα η οποία είναι το τελευταίο απομεινάρι της διαλέκτου του Λιβάνου της εποχής των Σταυροφόρων. Αυτή με κοίταξε ξαφνιασμένη, και άγγιξε τα χέρια της πάνω στους ώμους της σαν να τραβούσε κάποιο παλτό γύρω της, όμως φορούσε μονο ένα νυχτικό, και έτσι χαμογέλασε ελαφρά και χάθηκε μακριά.
Αυτή είναι η Δέσποινα," είπε ο Σπύρος. "Βοηθά στο σπίτι."
Το σπίτι ήταν τόσο μικρό που το μόνο που μπορούσα να πω ήταν: " Μα υπάρχει αρκετή δουλειά για να κάνει;"
Κοίταξε γύρω από το δωμάτιο με μια ελαφρώς θλιβερή αραβική επιδεικτικότητα. Οι τοίχοι ήταν μαυρισμένοι με καπνό από το τζάκι, και σαύρες ζούσαν στις ρωγμές των λίθων. "Αυτά τα παλιά δωμάτια χρειάζονται περισσότερη δουλειά και από δέκα νέα, αλλά ... ναι, είναι αλήθεια, δεν υπάρχουν και πολλά για να κάνει. Είναι ήδη δεκαεπτά και δεν έχουμε την πολυτέλεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης". Πάτησε μια περαστική σαύρα. "Όμως, ένα αγνό κορίτσι πρέπει να δουλεύει μέσα στο σπίτι. Αυτή είναι η αλήθεια. Και έχει να κάνει υφαντική. Υφαίνει σαν αράχνη: όμορφα πράγματα".
"Κι εσύ;"
Είμαι ξυλουργός. Είναι πτωχική δουλειά, αλλά έτσι είναι το θέλημα του Θεού. Το πόδι μου, βλέπεις ...."
Η Δέσποινα επέστρεψε, φορώντας ένα πρόχειρο φόρεμα που δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το νυχτικό της για να καλύψει τα λυγερά της πόδια και τον λευκό της λαιμό, αλλά φαινόταν παράδοξα παλιομοδίτικη μέσα στην ομορφιά της, περισσότερο σαν εικόνα παρά πρόσωπο, και όταν την κοιτούσα, εκείνη κοκκίνιζε. Ο Σπύρος άνοιξε το ντουλάπι με τα τρόφιμα για να βεβαιωθεί ότι εκείνη θα λεηλατούσε ότι ήταν καλύτερο, ενώ αναρωτιόμουν σε αμηχανία: Γιατί τα κάνουν όλα αυτά; Μεταξύ των Κυπρίων το μόνο καθήκον ενός φιλοξενουμένου φαίνεται να είναι η ευγνώμων αποδοχή.
Η Δέσποινα είπε: «Λυπάμαι που οι ντομάτες είναι μικρές."
"Δεν είναι μικρές ...."
"Και δεν έχουμε αγγούρια" συνέχισε.
"Δεν μου αρέσουν να τα αγγούρια (ψέματα), οι ντομάτες είναι καλύτερες."
"Νόμιζα ότι δεν είχε ντομάτες στην Αγγλία." Χαμογέλασε με το επιφυλακτικό της χαμόγελο. "Τι δεν έχετε;"
"Καλομαγείρεμενο φαγητό."
Έλαβε τα λόγια αυτά ως κομπλιμέντο για το δική της, το οποίο θα μπορούσε να ήταν, και έδεσε τα χέρια της νευρικά μαζί. "Η μητέρα μου με έμαθε.''
Αλλά η Δέσποινα δεν έμεινε μαζί μας, και έφαγα με το Σπύρο, του οποίου η ομιλία είχε μετατραπεί σε ένα γκούλας από αραβικά, ελληνικά, αγγλικά, και ασσυριακά, ώστε ήμουν ευτυχής όταν χασμουρήθηκε και τράβιξε δύο σηδερένια κρεβάτια που ήταν στον τοίχο. Τίναξε τις κουβέρτες.
"Δεν υπήρχαν σαύρες."
Οι Έλληνες και οι Άραβες, και οι δύο, μπουρούν να είναι πολύ λεπτοί στους τρόπους τους για φυσικά πράγματα. Κοίταζε μακριά, ενώ εγώ ξεντινόμουν, και περίμενε μέχρι να είμαι στο κρεβάτι μου, πριν πει: "Ξέρεις τι είναι καλό, πριν από τον ύπνο;"
"Όχι." Είπα με αμφιβολία.
Ο Σπύρος σύρθηκε από το κρεβάτι του με τα εσώρουχα του και κίνησε κουτσαίνοντας έξω, κάτω από τ' αστέρια, για το διπλανό δωμάτιο. "Μουσική!" Φώναξε. Η καρδιά μου βυθίστηκε. Θα επέστρεφε, ήμουν σίγουρος, με ένα τρανζίστορ ραδιόφωνο, το ίδιο με το οποίο όλοι οι κάτοικοι χρησιμοποιούν για να γεμίζουν την αθλιότητα της μοναξιάς. Κάποια στιγμή άκουσα τα σκληραγωγημένα του πόδια να κτυπούν πάνω στο λιθόστρωμα, και έτρεξε με ένα μειδίαμα πίσω στο δωμάτιο. Προς έκπληξη μου κρατούσε μια φλογέρα που ήταν καμομένη από ξύλο αντρουκλιάς (κουμαριάς) , όπως έκαναν οι αρχαίοι.
"Στα υπαίθρια πανυγήρια", είπε χωρίς μετριοφρωσύνη " κερδίζω τα μισά βραβεία με αυτό! Στη συνέχεια ξάπλωσε στο κρεβάτι, χαμογελώντας ιδιότροπα, και άρχισε να παίζει. Έπαιξε τραγούδια των οποίων η προέλευση πηγάζει από τη Συρία-πρωτόγονα ακούσματα σαν το φάντασμα κάποιας άλλης, πληρέστερης μουσικής, τραγούδια που τραγουδιούνται από βοσκούς πάνω σε μοναχικά βουνά-και όλη την ώρα γελούσε πάνω από το όργανο, το στήθος του καλυμμένο με ένα δάσος από σγουρές τρίχες, όπως ένα σάτυρο που μαγεύεται με τον εαυτό του.
Οι κυπριακές οικογένειες αισθάνονται χάλια τις πρώτες πρωινές ώρες. Η φιλοξενία και ο ενθουσιασμός της προηγούμενης βραδιάς γίνονται μόνο μιμούμενες θολές κινήσεις. Ψηλαφούν και βλεφαρίζουν, δείχνοντας την ευθραυστότητα τους, και πίνουν γλυκό τσάι στο οποίο βουτούν παξιμάδι-ένα έθιμο από τον Λίβανο. Ο πατέρας του Σπύρου ήταν ένας μεγαλόσωμος άνθρωπος του οποίου οι μποδίνες ήταν δεμένες με λουριά κάτω από τα γόνατα. Με χαιρέτησε δυνατά, και ρεύτικε, ενώ η γυναίκα του τον εξυπηρετούσε τρέχοντας πάνω σε μικροσκοπικά, αθόρυβα πόδια και κλοτσόντας μακριά τις σαύρες. Η Δέσποινα είχε αλλάξει ρούχα φορόντας ένα μπλε φόρεμα και λευκές κάλτσες της μόδας. Είχε αγοράσει ένα κρύο λουκάνικο από κάπου, το οποίο έβαλε δίπλα μου, και χαμογέλασε με το Βικτωριανό της χαμόγελο.
"Που θα πάει η αδελφή σου;" Ρώτησα τον Σπύρο, όταν βγήκαμε από το σπίτι.
"Η Δέσποινα; Δεν θα πάει πουθενά"
"Φόρεσε τα καλά της"
Αυτός χαμογέλασε. "Τα φόρεσε για σένα."
Χωρίσαμε στην άκρη του χωριού χωρίς πρόφαση ότι θα ξανασυναντηθούμε-Δέχτηκε τις ευχαριστίες μου με ένα απλό αντίο- και εγώ προχώρησα μέσα στο πευκόδασος. Αυτή η βόρειο-δυτική ακτή έχει ξεχαστεί, απομονωμένη πέρα από τους κήπους με τα εσπεριδοειδή και τους λόφους με τον χαλκό προς τα νότια. Ανάμεσα στο σκοτάδι των κοιλάδων, η θάλασσα έδειχνε πράσινη. Η ομίχλη αποσυρόταν από τον Κόλπο του Μόρφου, και όλα τα βουνά πίσω, με την αξέχαστη ομορφιά του Βουνιού, φαίνονταν να ξεσκεπάζονται με τις ήπιες κορυφές τους. Μετά από μια ώρα βγήκα από το δάσος. Ο αέρας ήταν πολύ καθαρός. Στα πόδια μου η ακτή τυλιγόταν σε πεταλωμένους όρμους. Δεν υπήρχε κανείς ορατός.

Από το βιβλίο "Οδοιπορικό στην Κύπρο" του Colin Thubron

Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο και μεταφράστηκε από noctoc

The villagers of Kormakiti were starting to feel responsible for me. I was sitting in one of those coffee houses which seem in no way to differ from one another, and it was growing late. Discussion had faded. The village elders had relapsed into stillness, seated like icons of themselves, on rush-bottomed chairs. They considered my plan to camp as a slight on their village. " You can't camp among bears" they said, although there were no bears, and murmured amongst themselves, lapsing into a strange Arabic for the purpose, to decide whose house was most respectable for me. This Arabic was filled with words from Aramaic, the language of Christ, which is almost extinct, and it was soft and slurred. Kormakiti is the last Cypriot village to speak it, for its people are descended from the Maronites of Lebanon, a sect of Christian mountaineers, and they probably came here in the ninth century.
Eventually it was a young man's voice behind me which said: " Come to my house. My parents will be sleeping but my sister will cook". I turned to thank him. The Maronites are stocky and round-headed, but they have mixed with the true Arab and it was one of these faces which looked at me now- the eagle nose and slightly withdrawn forehead and chin of Syrian tribesmen. But his limping gait- he was almost a cripple- was his own. " I' m Spyros " he said simply.

We walked out into the dark street past the twin turrents of the village church. Spyros said he had never been to his native Lebanon. It was his ambition to go.
" Greece is not our homeland" He seemed to hobble with pain over the rutted track. " In all these political troubles we stay silent. We just hope to be left alone. In the old days, I' ve heard, our colony was strong here. But now we may number three thousand... not more."
I mentioned that from the eastern tip of Cyprus, on a clear day, you can see the Lebanese mountains white with snow above the sea.
His lips parted in astonishment. " So near ? "
" Ninety miles perhaps."
He lapsed into silence, dragging his foot. In medieval times the Maronites had furnished the Crusaders with archers and guides, and after the Arab resurgence many more had fled to Cyprus. They lived in the Karpas Peninsula, nearest to their homeland, and around Kormakiti. But their Church, although it acknowledges the Pope, is at heart closer to the Orthodox, and through conversion and inter-marriage the community dwindled. The liturgy at Kormakiti, said Spyros, was still held in Syriac, the church Aramaic, and when he greeted his sister at the door of their darkened house he spoke again in that strange language which is a last relic of Lebanese dialect at the time of the Crusaders. She looked at me in alarm, and touched her hands to her shoulders as if to draw a coat around herself, but she only wore a nightdress, so smiled faintly and slipped away.
" That's Despina, " Spyros said. " She helps in the house."
The house was so small that I could only say: " Is there enough to do? "
He gestured round the room with the faintly sad Arab flamboyance. The walls were blackened with smoke from the open fireplace, lizards lived in the cracks of the stones." These old rooms need more work than ten modern ones, but ... yes, it's true, there's not much to do. She's already seventeen and we can't afford secondary school". He trod on a passing lizard." But a pure girl must work in the house.That is how it is. And there's weaving to do. She weaves like a spider: beautiful things".
" And you?"
I' m a joiner. That's poor work, but it's God's will. My leg, you see...."
Despina returned, wearing a dressing-gown which did no more than the nightdress to conceal her willowy legs and white slope of neck, but she looked oddly old- fashioned in her prettiness, more like a picture than a person, and she blushed when I looked at her. Spyros opened the food cupboard to make sure that she ransacked everything that was best, while I asked myself in embarrassment: Why should they? Among Cypriots the only duty of a guest seems to be grateful acceptance.
Despina said : " I am sorry the tomatoes are small."
" They are not small...."
" And we have no cucumbers" she went on.
" I don't like cucumbers ( a lie ), tomatoes are better."
" I thought you didn't have tomatoes in England." She smiled her judged, tentative smile." What don't you have ?"
"Good cooking."
She received this as a compliment to her own, which it might have been, and laced her hands nervously together. " My mother taught me.''
But Despina would not stay with us, and I ate with Spyros, whose speech had slumped into a goulash of Arabic, Greek, English, and Syriac, so that I was glad when he yawned and pulled out two steel-framed beds which had stood against the walls. He shook the blankets.
" No lizards.
" Greeks and Arabs can both be very delicate about physical things. He looked away while I undressed, and waited until I was in my bed before saying: " You know what is good before sleep? "
I said doubtfully: " No "
He crawled from his bed in his underpants and gambolled lamely out under the stars to the next room. " Music ! " he shouted. My heart sank. He would return , I was sure, with a transistor radio, which all the villagers use to fill out the awfulness of solitude. In a moment I head his hardened feet thumping on the cobblestones, and he ran grinning back into the room. To my surprise he was clutching a flute which he had made from arbutus wood , as the ancients did.
" At country festivals," he said immodestly " I win half the prizes with this !
Then he propped himself in the bed, smiling whimsically, and began to play. He played the songs whose origins go back to Syria- primitive sounds like the ghost of some other, fuller music, songs which are sung by goatherds on the lonely mountains-and all the time he was laughing over the instrument, his chest lapped by a curly flotsam of hair, like a satyr enchanting himself.

Cypriot families feel dreadful in the early morning. The hospitality and enthusiasm of the previous evening are only blearily mimicked. Thy grope and blink, cradling their fragility, and sip sweet tea, dipping in hard bread-a Lebanese custom. Spyros' father was a big man whose boots were lace with thongs below his knees. He saluted me heavily, and burped, while his wife flew about him on tiny, noiseless feet and shooed away the lizards. Despina had changed into a blue dress and fashionable white stockings. She had bought a cold sausage from somewhere, which she put beside me, and smiled her Victorian smile.
" Where was your sister going ?" I asked Spyros, when we left the house.
" Despina ? She doesn't go anywhere"
" She was dressed up "
He smiled. " That was for you."
We parted on the edge of his village without pretense that we would meet again-he waved away my thanks with a simple farewell-and I set out through the pine forests. This North-western shore has been forgotten, isolated beyond the orchards and the copper hills to the south. Between the darkness of glades the sea showed green. The mist was lifting from Morphou Bay, and all the mountains behind, with the remembered beauty of Vouni, were rising in softened tips. After an hour I emerged from the woodland. The air was very clear. At my feet the coast wound in horseshoe bays. There was nobody in sight.

From the book " Journey into Cyprus" by Colin Thubron

"Σε όλες αυτές τις πολιτικές ταραχές μείνουμε σιωπηλοί. Εμείς απλώς ελπίζουμε να μας αφήσουν στην ησυχία μας." Με αυτά τα λόγια ο Σπύρος από το Μαρωνίτικο χωριό Κορμακίτης εκφράζει στον συγγραφέα του βιβλίου "Οδοιπορικό στην Κύπρο", Colin Thubron, την θέση της κοινότητάς του σχετικά με τις διακοινοτικές διαμάχες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Δυστυχώς για την κοινότητα των Μαρωνιτών της Κύπρου, δεν τους άφησαν στην ησυχία τους ή ανεπηρέαστους όταν η Τουρκία εισέβαλε στο νησί το 1974. Οι Μαρωνίτες, χωρίς κανένα δικό τους φταίξιμο, έχασαν τα τελευταία τέσσερα χωριά τους στην Κύπρο και έγιναν πρόσφυγες στο νότιο τμήμα του νησιού και σήμερα απειλούνται με εξαφάνιση. Ο Colin Thubron ταξίδεψε την Κύπρο περπάτοντας το 1972, μόλις δύο χρόνια πριν από την εισβολή και διέσχισε μια Κύπρο η οποία, όπως το θέτει ο ίδιος "δεν είναι πλέον αναγνωρίσιμη". Μια Κύπρο που έφυγε για πάντα. Η ανάρτηση αυτή είναι ένα μικρό αφιέρωμα στον Κορμακίτη όπως ήταν πριν την Τουρκική εισβολή, και στους Μαρωνίτες της Κύπρου οι οποίοι συνήθως μένουν αγνοημένοι και ξεχασμένοι, αλλά είναι ίσως η πιο κακότυχη κοινότητα στην Κύπρο, και σήμερα η επιβίωση τους είναι σε μεγάλο κίνδυνο λόγο αφομοίωσης. Noctoc

"In all these political troubles we stay silent. We just hope to be left alone. " With these words Spyros from the Maronite village of Kormakitis expresses to the author of the book " Journey into Cyprus " Colin Thubron, his community's stand on the inter communal strife among Greek and Turkish Cypriots. Unfortunately for the Maronite community of Cyprus, they were not left alone or unaffected when Turkey invaded the island in 1974. The Maronites through not any fault of their own, lost their last four villages in Cyprus and became refugees in the southern part of the island and are now in danger of extinction. Colin Thubron walked through Cyprus in 1972, just two years before the Turkish invasion and traversed a Cyprus which as he puts it" is now no longer recognizable". A Cyprus gone for ever. This post is a small tribute to the village of Kormakitis as it used to be before the Turkish invasion in 1974 and to the Maronites of Cyprus who are usually left out and forgotten, but they are perhaps the most unfortunate community in Cyprus, and today their survival as is at great danger due to assimilation. Noctoc

The above photo of the church of Saint George in Kormakitis was taken by Elias Zonias.

2 σχόλια:

  1. Αυτά που διηγήται ο Colin Thubron πρέπει να είναι φαντασία, επειδή δεν υπάρχουν στον Κορμακίτη άνθρωποι με ονόματα Σπυρίδων και Δέσποινα σ' αυτή την εποχή (είναι ορθόδοξα και όχι μαρωνίτικα ονόματα). Η περιγραφή είναι πολύ γενική, δεν έχει καμία λεπτομέρεια (για το χωριό, το τοπείο, προσωπικότητες) που αποδεικνύει ότι ο Θυμπρον πράγματι επισκέφτηκε το χωριό. Πιθανό δεν πήγε ποτέ εκεί, αν είχε πάει, θα είχε περισσότερα να πεί και δεν θα έκανε το λάθος με τα ονόματα.
    Πιστεύω ο άνθρωπος πήρε τα περισσότερα ανέκδοτα που περιγράφει από άλλα βιβλία.
    Arnold Enklaar
    Netherlands
    arnold@enklaar.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μάλλον εσύ δεν έχεις πάει ποτέ στον Κορμακίτη
    επειδή τα επιχρίσματα σου είναι τελείως κουφά. Κατ' αρχήν σχεδόν όλοι οι Μαρωνίτες της Κύπρου έχουν ελληνικά ονόματα όπως και η μεγάλη πλειοψηφία των Μαρωνιτών του Λιβάνου έχουν γαλλικά. Δεν υπάρχουν καθαρά Μαρωνίτικα ονόματα είσως εκτός από τον Sharbel.
    Ο άνθρωπος μπορεί να αντικατέστησετα πραγματικά τους ονόματα για να προστατεύσει την ανωνυμία τους. Εξάλλου η ουσία το όλου θέματος δεν είναι τα πραγματικά ονόματα των ανθρώπων, αλλά οι σκέψεις και η συμπεριφορά τους. Μια συμπεριφορά τόσο ανθρώπινη και τόσο αγαθή, η οποία αντανακλά τον κόσμο της Κύπρου της τότε εποχής που όλοι μας εδώ νοσταλγούμε.
    Κατά τα γραφόμενά του, Ο Colin Thubron έμεινε στον Κορμακίτη, όλο- όλο ένα βράδυ. Τι θέλεις ν΄έγραφε ο άνθρωπος μια νύκτα που έμεινε εκεί; Να γράψει ολόκληρη διατριβή για το χωριό και όλους τους κατοίκους του; Και τ' ανέκδοτα που τα διάβασες;
    Δεν ξέρω κύριε Arnold Enklaar, αλλά ο τρόπος που σκέφτεσαι μου φαίνεται πολύ πεζός.

    ΑπάντησηΔιαγραφή