ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

Η Δοκιμασία: Ένα παραμύθι από την Κύπρο - The test of life: A folk tale from Cyprus

 Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια κοπελλούα και είχεν ένα γιο που από τον καιρόν ακόμα που ήταν μωρό, πριν πάει σχολείο, ήταν μέσ' στο Ιερό και βοηθούσε τον παπά. Του ' φερνε κάρβουνα, του' φερνε νερό, του έφερνε ότι ήθελε. Λιτάνευαν τ' Άγια, κρατούσε το κερί όταν έβγαινε έξω το Ευαγγέλιο... Τέλος, έμαθε και την ψαλτική κι βοήθαε τον παπά σε όλα. Άμα ήρθε σε ηλικία, στεφανώθηκε μιαν κορούα καλή, κι επερνούσαν αγαπημένα.
Κάποτε ήρθε ένας καιρός που φτώχυνε. 'Ηταν μέσ' στο πενηνταήμερο. Σκοτώθηκε να βρει δουλειά, να βρει τίποτε να περάσει την οικογένειαν του που ήταν άγιες ημέρες, αλλά δεν έβρισκε.
- Που να πάμε και που να' ρθούμε; Λαλεί, Τι να κάμω; Εμείναν δεκαπέντε μέρες να' ρθει το Πάσχα. Τα μωρά μου παπούτσια δεν έχουν, ρούχα δεν έχουν, φαΐ δεν έχουν, η γυναίκα μου δεν είχε τίποτα... Τι να κάμνω εγώ σε τούτον το σπίτι; Θα πάω μέσα στο δάσος να κρεμαστώ, να με φάσιν οι ατοί* και τα θηρία. Να μεν με δει ούτε η γυναίκα μου, ούτε κανένας.
Ήταν Κυριακή. Πήρε ένα σχοινί, το ' βαλε μέσα στον κόρφο του κι ελάμνησε*. Λάμνε και να λαμνήσεις, πέρασε από ένα χωριό. Άκουσε που λειτουργούσαν την εκκλησία. Λέγει:
- Ας πάω για τελευταία φορά ν' ακούσω ξανά τη Λειτουργία, να μεταλάβω, και να λαμνήσω πάλε. Να πάω μέσα στο δάσος να φουρτζιστώ*.
Επήγε, ζάβαλε μου*, πεινασμένος, διψασμένος, ενέβην μέσ' στην εκκλησία, του έδωκαν θέση, έψαλλε κιόλας... Ήρθε η ώρα και διάβασε το Ευαγγέλιο ο παπάς κι μετά εξήγησεν το. Λέγει:
- Όποιος πηγαίνει στην εκκλησία, πάντοτε θα περνά ζωή χαρισάμενη.
- Τι λογής ζωή χαρισάμενη; Λαλεί ο φτωχός ο άνθρωπος. Εγώ από τον καιρόν που ήμουν πέντε χρονών βουρώ* στην εκκλησία ως την σήμερον, και τώρα κατάντησα να πάω να κρεμαστώ. Θένα μείνω και να ρωτήσω τον παπά, να δούμε αν ένι αληθινό τούτο το ευαγγέλιο που μας είπε. Έμεινε, Κύριε μου, απολειτούργησε η Εκκλησία, πήραν αντίδωρο κι εξέβησαν έξω. Έφυγαν τα πλάσματα ένας - ένας. Δεν του είπεν έναν πλάσμαν του Θεού " πόθεν είσαι " ας πούμε, να τον πάρει στο σπίτι του για να φάει ένα κομμάτι ψωμί. Έμεινε μέσ' στην αυλή της εκκλησίας μοναχός του.
Εξέβην ο παπάς και όταν τον είδεν είπεν του:
- Καλημέρα γιέ μου.
- Ευλογείτε, δάσκαλε. Έπιασεν το χέρι του και το φίλησε.
Θέλω παπά μου να σου κάμω έναν ερώτημαν, αν μπορώ.
- Πε μου, γιε μου.
- Τούτο το ευαγγέλιο που μας εξήγησες σήμερα εν αληθινό;
- Αληθινό; Μα περιπαίζεις με; Λαλεί του. Αφού ξέρεις και γράμματα, δεν το γνωρίζεις;
- Εγώ από τότες που ήμουν πέντε χρονών βουρώ ταπισών* τους παπάες και είμαι μερονυκτού στην εκκλησία που έτσι μιτσής* ως την σήμερον. Και κατάντησα... ξέρεις που ελάμνησα να πάω τωρά παπά μου; Θωρείς το τούτο το σχοινί; Θένα πάω να φουρτζιστώ...Δεν ημπόρησα να κάμω τίποτε. Τα παιδιά μου μήτε ρούχα, μήτε παπούτσια, μήτε ψωμί έχουσιν. Θένα πάω να κρεμαστώ μέσα κει στο δάσος να μεν με δει κανένας.
- Ο Θεός εδοκίμασε σε, γιε μου, και σ' έφερε εδώ στην τελευταία σου ώρα. Κι επειδή έχεις καρδιά καθαρή, σ' έφερε μέσ' στην εκκλησία ν' ακούσεις το ευαγγέλιο και σ΄άφηκε μέσ' στην αυλή της εκκλησίας να μου το πεις. Αγαπά σε πολλά! Μη φοβάσαι. 'Ελα να πάμε έσσω μου, στο σπίτι μου. 'Εχω μια θεία πλούσια που μένει στην Αίγυπτο, στην Αλεξάντρεια. Κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα μου πέμπει εξακόσιες λίρες και τις διαμοιράζω στους φτωχούς. Εσύ που έχεις τόσην ανάγκη θα πάρεις τρακόσιες λίρες και τις άλλες θα τις αφήκω για τους άλλους.
Μετά τον πήρε ο παπάς στο σπίτι του κι εφάγασι κι ήπιαν και συντύχασι. Ύστερα έφερε και του μέτρησε τρακόσιες λίρες. Έκλαιγε γιούλλη μου* ο φτωχός, ετρέχαν τα μάτια του σαν τις βρύσες, και εγονάταν χαμαί και επροσκύναν τα χέρια και τα πόδια του παπά, ακόμα και της παπαδιάς.
Ύστερα επήγεν βουρητός στο σπίτι του. Άμα τον είδε, του λέγει η γυναίκα του:
-Μα εν σε είδα στην εκκλησία σήμερον! Που επήες και εχάθης, ευλοημένε του Θεού, και με ερωτούσαν και οι χωριανοί που είσουν;
- Που επήα; Ε, θωρείς τούτον το σχοινί; Έπιασα το και ελάμνησα να πάω να κρεμαστώ μέσ' στο δάσος να λείψω που τα βάσανα.
-Να κρεμαστείς! Ήμαρτον σου Θεέ μου Αφέντη μου και συγχώρα μας! Ίντα πον τούτα τα λόγια που λαλείς και αμαρτάνεις Κυριακήν, Κυριακήν! Μα πε μου εκαβαλίκεψε σου ο έξω από εδώ* που το πρωί ξημέρωμα; Κύριε Ελέησον! Και εγώ η κακομάζαλη* ίντα που ήταν να γενώ μια έρημη γυναίκα μόνη μου μεσ' τον κόσμο σαν την καλαμιά στον κάμπο;
- Δεν ηξέρω ίντα που ήταν να κάμεις και τι να γενείς, αλλά απελπίστηκα αφού δεν είχαμε τίποτε. Επήα να χαθώ, αλλά ο Θεός τα έφερε άλλως πως. Άλλες οι βουλές των ανθρώπων και άλλες οι βουλές του Κυρίου. Κάτσε και αγρίκα να σου ιστορίσω ίντα που εγίνην. Και της είπε πώς ηύρε τον παπά και για τις τρακόσιες λίρες που του έδωκε.
Δεν ήξεραν τι να κάμουν από τις χαρές τους. Πήγε και ψώνισε των παιδιών του, αγόρασε αλεύρι για ψωμιά, τυριά για φλαούνες, και ότι άλλο εχρειάζοντο κι εκάμαν Πάσχα. Από κείνο το Πάσχα και ύστερον, άνοιξε η τύχη του, έπερνε λεφτά από εκεί, έπερνε λεφτά από εδώ, αρχόντυνε.
Έτσι είναι. Ο Θεός δοκιμάζει μας, και για τούτο, εμείς δεν πρέπει να λαλούμε τίποτες και ούτε πρέπει να παραπονηθούμε ποτέ μας με τον Θεό. Δοξάζω τ΄όναμα Του και τη χάρη του Πλάστη μου.

Κυπριακό Παραμύθι
Καταγράφηκε από τον Χαράλαμπο Επαμεινώνδα

Γλωσσάρι

ατοί = στη κυπριακή διάλεκτο οι ατοί είναι οι μαύροι γύπες και όχι οι αετοί.
φουρτζιστώ = στραγγαλιστώ, πνιγώ
λάμνω = θέτω σε κίνηση, ξεκινώ
ζάβελε μου = ο καημένος
βουρώ = τρέχω
ταπισών= ξωπίσω
μιτσής= μικρός
γιούλλη μου= παιδί μου

ο έξω από εδώ = σατανάς
κακομάζαλη= κακορίζικη
 Once upon a time there was a young woman who had a son. When he was a child, even before he went to school he always went to church and helped the priest at the holy altar. He would hand him the charcoals to burn incense, water, and anything the priest needed in order to do the liturgy. They would do the litany together, and he would hold the candle when the priest would take the Bible out of the alter. He also learned to chant, and helped the priest in that as well. When he was of age, he got married and lived a happy life.
Then a time came and he became very poor. He searched everywhere to find a job, to find something to earn money so that he would provide for his family, especially since Easter was approaching. He could not find anything.
''What will I do?'' He kept saying.''There are only fifteen days left for Easter to come. My children don't have any shoes or clothes to wear, neither do they have food. My wife has nothing.......What will I do ? I will go into the forest to hang myself so that the birds and the wild animals will eat me. I don't want my wife to see me nor anybody else.''
It was Sunday. He took a rope and put it under his shirt and started off to go to the forest. He walked and walked, and on his way he passed from a village. He heard the chanting coming from the local church and said to himself.
''It is better for me to go to the liturgy for one last time, take communion, and then head off again''.
He went inside, hungry and thirsty as he was, took a place in the church, and started to chant. The time came when the priest read the gospel and afterwards he explained it to the congregation.
The priest said: ''Who-ever attends church regularly, will live a happy life''.
The poor man said to himself. ''I have been attending church since I was five years old and I have ended up on my way to hang myself. I want to stay after the liturgy and ask the priest, to see if this gospel that he told us has any truth in it''
He stayed until the liturgy was over, and everybody took a piece of holy bread and stepped out of the church, one by one. Nobody asked him from where he was nor invited him to his house to given him even a piece of bread. He stayed inside the court yard of the church alone.
The priest stepped out last and saw him.''Good morning my son'' he greeted him.
''Bless me teacher '' the poor man said and took the hand of the priest and kissed it.
''Father I want to ask you a question''.
''Tell me my son'' said the priest.
''Is this gospel which you explained to us today saying the truth?''
''Saying the truth?! Are you joking with me? You are an educated man, don't you already know that it is saying the truth?''
''Father, since I was a child I have been always going to church up to this day and now I have ended up....you know where I am going father? Look at this. ''He took the rope from under his shirt. ''I am going to hang myself. I was not able to achieve anything. My children have neither shoes, nor clothes...not even bread to eat. I am going to hang myself in the forest where nobody can see me.''
The priest listened to him carefully and then said to him.
''God has put you through a test my son and brought you until here during your last hour. This is because you have a clean heart and for this reason He brought you inside the church to listen to the gospel and left you outside the church yard so that you will tell me all these things. He loves you so much! Don't worry. Come , lets go to my house. I have a very rich aunt who lives in Alexandria in Egypt, and every Christmas and Easter, she sends me six hundred pounds to give it to the poor. Because you are in such a great need, I will give you three hundred and I will leave the rest for the others.''
The priest took him to his house and they eat and drunk and talked. Afterwards he brought him three hundred pounds and give it to him.The poor man was crying, and kneeled on the floor and kissed the hands and feet of the priest, and the priest's wife.
He left running back to his house. His wife asked him:
''You were not at church today. Where did you go?''
''Where did I go? Can you see this rope? I took it and went away to hang myself in the forest...."
''To hang yourself?! And what would happen to me? What would I do all alone in this life?''
''I don't know what you would have done or what would have become of you, but we had nothing. I went to disappear from this world, but God brought matters in a different way. ''Then he told her the story about the priest and about the three hundred pounds.
They didn't know what to do in their happiness. He went and shopped for his children everything they needed and bought food for the house so that they could celebrate Easter. From that Easter and afterwards, his luck opened up and in time he became rich.
When God puts us through a test in life, we should not say anything, and we should never complain to God but always ask for His blessing instead.


A folk tale from Cyprus
Put into written form by Charalambos Epaminontas
Translated from Greek by Noctoc


8 σχόλια:

  1. Φίλε Νόστο,

    Πόσες φορές όταν το μυαλό βρίσκεται σε αδιέξοδο και αφήνεται στην προσευχή, δεν έρχεται μόνη της μια λύση, δηλαδή, "η λύση"!
    Και τότε πόση αλήθεια δεν λένε τα παραμύθια;!
    Όπως αυτό.

    Καλή εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Xμμ! Τι ηθική είν' ετούτη;
    Δε μοιάζει προτεσταντική απαντά ο Μαξ Βέμπερ οργισμένος.
    Εντάξει ο επιούσιος αντίδωρο είναι θαρώ αλλά πως γίνεται μυαλομένος κανείς; κάτι μας λέγει τούτο το παραμύθι για υπομονή μέχρι η χελώνα να προσπεράσει τον λαγό έσχατος να μείνει...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τα παραμύθια φίλη μου Άστρια είναι επίσης ένας κοινονιολογικός και και ανθρωπολογικός θυσαυρός. Από αυτά μαθένουμε για τις αξίες μίας κάποιας κοινωνίας. Επίσης μας δείνουν τη δυνατότητα να αφουκραστούμε κάποιους παλμούς που έχουν διατηρηθεί ζωντανοί δια μέσω των αιώνων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ο καθένας τον χαβά του. Το παραμύθι χάλασε την προτεσταντική θεωρία του Μαξ Βέμπερ.Τι να κάνουμε αφού δεν μελέτησε ποτέ του την ορθοδοξία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Oχι, κάθε άλλο το παραμύθι δεν χάλασε καθόλου την θεωρία του Μαξ Βέμπερ.
    Συμφωνεί άλλωστε ότι κάθε ηθική επαγγέλεται το πνεύμα του ενός ή άλλου οικονομικού συστήματος, π.χ. εκ της ηθικής του προτεσταντισμού πηγάζει το πνεύμα του καπιταλισμού, εκ της ηθικής της Ορθοδοξίας πηγάζει άλλο πνεύμα προφανώς αλλά ποιό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Σύμφωνα με την προτεσταντική ιθική όσο πιο πολλή κεφάλαιο έχει κάποιος, τόσο πιο κοντά είναι στον Θεό. Δηλαδή, όσο πιο πλούσιος είσαι τόσο πιο πολύ σ΄αγαπά ο Θεός. Στο παραμύθι βλέπουμε να γίνεται το αντίθετο. Ο Θεός αγαπά κάποιον όχι γιατί είναι πλούσιος ( ίσα- ίσα ο άνθρωπος ήταν απένταρος ) αλλά επειδή είχε καρδιά καθαρή. Αυτή είναι η Ορθόδοξη ιθική, και αυτό εννοούσα όταν έγραψα ότι το παραμύθι χάλασε την προτεσταντική θεωρία του Μαξ Βέμπερ. Τώρα, το τι πνεύμα ακριβώς πηγάζει από την Ορθοδοξία, δεν γνωρίζω αλλά αν διαβάσουμε την Φιλοκαλία, νομίζω ότι θα πάρουμε την απάντηση

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Η διαφορά που περιγράφεις δεν είναι ουσιαστική αλλά τεχνική. Στην πρώτη περίπτωση ο άνθρωπος θεωρείται εν μέσω προβάτων ενώ στην δεύτερη εν μέσω λύκων.
    Οπότε ο ενάρετος άνθρωπος στην μία περίπτωση είναι πρώτος στην άλλη είναι έσχατος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Η καθαρή καρδιά δεν είναι κάτι το τεχνικό αλλά κάτι το ουσιαστικό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή