ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Νεόφυτος Ροδινός: Ο σημαντικότερος Έλληνας συγγραφέας του 17ο αιώνα - Neophytos Rodinos: Τhe most important Greek prose writer of the 17th century

Ο Νεόφυτος Ροδινός είναι ένας σημαντικός Κύπριος λόγιος και συγγραφέας, και ένας από τους σημαντικότερους λόγιους του ελληνισμού κατά τον 17 ο αιώνα. Γεννήθηκε στο χωριό Ποταμιού της επαρχίας Λεμεσού περί το 1579 και πέθανε, άγνωστο που, περί το 1660. Οι χρόνοι γέννησης και θανάτου του δεν είναι ακριβώς γνωστοί αλλά υπολογίστηκαν με βάση διάφορα δεδομένα.
Γιος του λογίου Σολομώντος Ροδινού, ο Νεόφυτος Ροδινός έζησε λίγα μόνο χρόνια της ζωής του στην Κύπρο. Ήταν πολυταξιδεμένος και η ζωή του υπήρξε περιπετειώδης.
Σε νεαρή ηλικία ήλθε στη Λευκωσία όπου, μεταξύ του 1592 και του 1599, παρακολούθησε μαθήματα στη σχολή του αξιόλογου Κύπριου λογίου και συντοπίτη του (καταγόμενου από το Κοιλάνι) Λεόντιου Ευστρατίου. Λίγο αργότερα ο Νεόφυτος Ροδινός πήγε στην Κρήτη όπου και καλογέρεψε στο σιναΐτικο μετόχι της Αγίας Αικατερίνης στα Χανιά. Από εδώ πιστεύεται ότι πήρε και το επώνυμο με το οποίο αργότερα υπογράφει τα έργα του: Νεόφυτος Ροδινός Κύπριος ο Σιναΐτης. Πιθανό όμως να έζησε για λόγο και στο ίδιο το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο Σίνα, μια και γνωρίζουμε από γραφόμενα του ιδίου ότι είχε ταξιδεύσει και στην Αίγυπτο κι είχε γνωρίσει την Αλεξάνδρεια και την εκκλησιαστική της περιφέρεια, συνδεόμενος και με τον συγχωριανό του Παρθένιο, αργότερα μητροπολίτη Λιβύης. Θεωρείται μάλιστα πιο πιθανό ότι το επώνυμο Σιναΐτης πήρε από το μοναστήρι του Σινά κι όχι από το μετόχι του στα Χανιά της Κρήτης. Ίσως, ακόμη, στο μετόχι των Χανίων να εστάλη από το κεντρικό μοναστήρι του Σινά.
Είναι όμως γεγονός ότι βοηθήθηκε από τον ηγούμενο του σιναΐτικου μοναστηριού των Χανίων Ιωάννη Μούρτζινο που, εκτιμώντας την φιλομάθεια του, τον έστειλε στην Βενετία για να εργαστεί ως βοηθός του Μαξίμου Μαργουνίου. Ο Μαργούνιος, πολυμαθέστατος ιεράρχης από την Κρήτη που ζούσε και δίδασκε στην Βενετία, είχε ζητήσει από τον Μούρζινο (με επιστολή του το 1599) ένα βοηθό. Ο τελευταίος του έστειλε τον Νεόφυτο Ροδίνο.
Ως βοηθός αλλά και μαθητής του Μαργουνίου, Ο Νεόφυτος Ροδινός παρέμεινε μέχρι τον θάνατο του διδασκάλου του , το 1602. Επιμελήθηκε μάλιστα και την μεταθανάτια έκδοση του έργου του Μαργουνίου Brevis Tractatus (εκδομένου στην Βενετία το 1602). Στην Βενετία γνώρισε επίσης τον Γαβριήλ Σεβήρο, από τον οποίο διδάχθηκε αρκετά περί της εκκλησιαστικής τάξεως.
Μετά τον θάνατο του προστάτη του, του Μαργανίου, ο Νεόφυτος Ροδινός επέστρεψε για λίγο στην Κύπρο. Φιλοδοξία του ήταν να διδάξει τα γράμματα στους συμπατριώτες του οι οποίοι, ζώντας υπό τον σκληρό ζυγό των Τούρκων, ήσαν εντελώς αμόρφωτοι. Ίδρυσε, φαίνεται κάποια σχολή ακολουθώντας το παράδειγμα του δασκάλου του Λεόντιου Ευσταθείου, αλλά χωρίς να εύρει την αναμενόμενη ανταπόκριση. Τούτο πρέπει να συνέβη μεταξύ του 1603 και του 1606. Απογοητευμένος εγκατέλειψε την προσπάθεια και την ίδια την Κύπρο.
Πήγε τότε στην Πάτμο, όπου ο ηγούμενος του εκεί φημισμένου μοναστηριού Νικηφόρος Χαρτοφύλακας τον παρακίνησε να επιστρέψει στην Ιταλία και να συνεχίσει τις σπουδές του. Αφού περιπλανήθηκε για λίγο στην Θράκη, ο Ροδινός πήγε στην Ρώμη το 1607 και ενεγράφη στο φημισμένο κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου. Την ίδια αυτή εποχή (1607 ή 1608) άλλαξε δόγμα κι από Ορθόδοξος αποστάτησε κι έγινε Καθολικός.
Τις σπουδές του στο κολλέγιο της Ρώμης ολοκλήρωσε το 1611, οπότε έφυγε για την Ισπανία. Εκεί φοίτησε στο φημισμένο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα, όπου σπούδασε φιλοσοφία. Παράλληλα εργάστηκε στο ίδιο πανεπιστήμιο ως καθηγητής των ελληνικών. Την ίδια περίοδο έκανε περιοδείες σε διάφορα μέρη της Ισπανίας κι έκανε έρευνες σε βιβλιοθήκες και σε αρχεία μοναστηριών.
Μετά την Ισπανία πήγε στην Γαλλία, όπου έζησε γι αρκετόν καιρό στην περιοχή του Δελφινάτου Σάντο Σπίριτο, κοντά στη Λυών. Από εκεί έκανε περιοδείες σε ολόκληρη σχεδόν τη νότια Ευρώπη και γνώρισε πολλούς λογίους, κληρικούς και σοφούς.
Επόμενος σταθμός του η Πορτογαλία. Έζησε κυρίως στην Κοΐμβρα, όπου παρακολούθησε μαθήματα στο αρχαιότατο και ιστορικό πανεπιστήμιο της.
Μετά το πέρας κι αυτών των σπουδών και των ερευνών του εργοδοτήθηκε από την Λατινική Εκκλησία, από δε την Ρώμη εστάλη στην Πολωνία αρχικά κι ύστερα στην Ελλάδα κι άλλες περιοχές των Βαλκανίων με αποστολή τον προσηλυτισμό Ορθοδόξων ή άλλων στον Καθολικισμό. Στην Πολωνία μάλιστα χειροτονήθηκε ιερέας. Η κάθοδος του, λίγο αργότερα, στην υπόδουλη στους Τούρκους Ελλάδα, υπήρξε σημαντική. Εργαζόμενος ως διαφωτιστής περισσότερο των υποδούλων Ελλήνων παρά ως προπαγανδιστής του Καθολικισμού, ονειρευόταν την ώρα της απελευθέρωσης και δίδασκε, φαίνεται, προς αυτή την κατεύθυνση. Γι αυτό και σύντομα προσέχθηκε η δραστηριότητα του από τους Τούρκους, με αποτέλεσμα να υποστεί σκληρούς διωγμούς, μάλιστα να συλληφθεί από τους Τούρκους και να πωληθεί ως δούλος. Κατόρθωσε όμως να απελευθερωθεί, με την επέμβαση της Δημοκρατίας της Βενετίας, και να φυγαδευθεί πίσω στην Ιταλία.

Εγκαταστάθηκε τότε στη Νεάπολη, όπου διορίστηκε ιερέας στην εκεί ελληνική εκκλησία. Παράλληλα δίδασκε και στην εκεί δημοτική σχολή. Δεν γνωρίζουμε πόσα χρόνια παρέμεινε στη Νεάπολη. Όμως γύρω στα 1630 τον βρίσκουμε να αναλαμβάνει μια νέα αποστολή προπαγάνδας και διαφωτισμού στην περιοχή της Χειμάρρας. Περί το 1645 επέστρεψε στη Νεάπολη, αλλά λίγο αργότερα έφυγε για καινούργια περιοδεία και για περαιτέρω διαφωτιστικό έργο στην Ήπειρο και στην Αλβανία. Ο ίδιος μνημονεύει παραμονή του στα Ιωάννινα, όπου γνώρισε και τον λόγιο συμπατριώτη του ιεράρχη (αρχιεπίσκοπο Κύπρου λίγο αργότερα), λόγιο και διαφωτιστή Ιλαρίωνα Κιγάλα, καθώς και στη Χειμάρρα και την Πωγωνιατή. Στην Ήπειρο και στην Αλβανία προσπάθησε, μεταξύ άλλων, να ιδρύσει σχολεία και να προαγάγει την εκπαίδευση των Ελληνόπαιδων.
Άγνωστος είναι κι ο χρόνος παραμονής του στην Ήπειρο και στην Αλβανία. Πάντως, γύρω στα 1655 βρισκόταν ξανά στη Νεάπολη, σε αρκετά προχωρημένη ήδη ηλικία. Τότε, είναι πολύ πιθανό να επέστρεψε στην Κύπρο, όπου φαίνεται ότι τα τελευταία λίγα χρόνια της ζωής του τα πέρασε αποτραβηγμένος στο μοναστήρι του Κύκκου. Τούτο προκύπτει έμμεσα, από μια μεταγενέστερη σημείωση στο σημαντικό αυτόγραφο έργο του Νεόφυτου Ροδινού Περί ηρώων..., που αναφέρει ότι τούτο εγράφη εν Κύπρω τω 1660 υπό του Κυπρίου ιερέως Ροδινού. Επίσης στο φύλλο 72β του ιδίου έργου, αναγράφεται: Εν Κύπρω 1660 υπό ιερέως Νεοφύτου Ροδινού αχξ'.
Το διαφωτιστικό έργο του Νεόφυτου Ροδινού σε διάφορα τμήματα του υπόδουλου Ελληνισμού υπήρξε σημαντικό και τον καθιστά πρωτοπόρο και φωτισμένο δάσκαλο. Η προσπάθειά του να προωθήσει την εκπαίδευση, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, φανερώνει την ευρύτητα αντιλήψεως που τον διέκρινε, δεδομένου ότι θεωρούσε την παιδεία ως απαραίτητη υποδομή για το μέλλον του Ελληνισμού. Η αγάπη του επίσης προς την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κύπρο, υπήρξε πολύ μεγάλη. Παράλληλα, στα πολλά μέρη που είχε επισκεφθεί, έκαμε έρευνες και βρήκε χειρόγραφα και ιστορικό κι εκκλησιαστικό υλικό που σχετιζόταν προς την Κύπρο ή πρόσωπα κυπριακής καταγωγής. Το κυριότερο, εξ άλλου, έργο του, σημαντική μελέτη της εποχής εκείνης που είχε επίσης μεγάλη σημασία για τον διαφωτισμό των συμπατριωτών του, είναι άμεσα σχετιζόμενο προς την Κύπρο. Πρόκειται για το έργο του με τίτλο Περί ηρώων, στρατηγών, φιλοσόφων, αγίων και άλλων ονομαστών ανθρώπων, όπου εβγήκασιν από το νησί της Κύπρου, που πρωτοεκδόθηκε στη Ρώμη το 1659 (πράγμα που σημαίνει ότι η χρονολογία 1660 στα δύο μεταγενέστερα σημειώματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, είναι λανθασμένη).
Από τον τίτλο και μόνο του έργου αυτού του Νεόφυτου Ροδινού, που το έγραψε στο τέλος της ζωής του, καταφαίνεται η προσπάθεια να πληροφορήσει τους συμπατριώτες του και γενικότερα κάθε αναγνώστη, ότι η Κύπρος είχε ένα λαμπρό ιστορικό παρελθόν, ότι υπήρξε πατρίδα σημαντικών ανθρώπων, κι ότι της αξίζει καλύτερη τύχη από τη σκλαβιά και την εξαθλίωση.
Άλλο σημαντικό στοιχείο περί το συγγραφικό έργο του Νεόφυτου Ροδινού είναι ότι αυτός απέφυγε την γλώσσα του λογιωτατισμού κι έγραψε στην απλή δημοτική γλώσσα της εποχής του. Επηρεασμένος αρχικά από τον δάσκαλο του Μαργούνιο, στον οποίο, κατά τον Γ. Βαλέτα ο Ροδινός χρωστά τη λογογραφική του πανοπλία και δημοτικισμό του, κατανόησε τη σημασία του να προσεγγίσει τον απλό λαό γράφοντας στη δημοτική γλώσσα. Και στον τομέα αυτό ο Νεόφυτος Ροδινός υπήρξε επίσης πρωτοπόρος.

Τα έργα του Νεόφυτου Ροδινού μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες. Εκκλησιαστικά, μεταφραστικά, και λογογραφικά. Κι αυτά είναι τα ακόλουθα :

01. Σύνοψις των θείων και ιερών της εκκλησίας μυστηρίων εις ωφέλειαν των ιερέων απλή φράσει παρά Νεοφύτου Ιερομονάχου Ροδινού Κυπρίου του Σιναΐτου συντεθείσα (α' έκδοση, Ρώμη, 1628. β' έκδωση, Ρώμη, 1633).

02. Περί εξομολογήσεως βιβλίον πολλά ωφέλιμον δια να ηξεύρη κανείς να εξομολογά... (α' έκδοση, Ρώμη, 1630, β' έκδοση, μετά τον θάνατο του συγγραφέα, Ρώμη, 1671).

03. Πανοπλία πνευματική, τουτέστι πρόχειρος διδασκαλία, πολλά ωφέλιμη, δια να ηξεύρη κανείς τα πράγματα της χριστιανικής πίστεως εις κονήν ωφέλειαν παρα Νεοφύτου ιερομονάχου Ροδινού Κυπρίου του Σιναΐτου συντεθείσα (α' έκδωση, Ρώμη, 1630. β' έκδοση, Ρώμη, 1671, μετά τον θάνατο του συγγραφέα).

04. Εξήγησις εις την ωδήν της Θεοτόκου, τουτέστιν εις το «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον», μοιρασμένη εις δώδεκα ομιλίες πολλά ωφέλιμας δια διδακτάδες και κάθε φιλοπάρθενον Χριστιανόν... εις την απλήν γλώσσαν, παρά Νεοφύτου ιερομονάχου Ροδινού Κυπρίου του Σιναΐτου (Ρώμη, 1636).

05. Του εν Αγίοις πατρός ημών Αυγουστίνου επισκόπου Ιππώνης, Εγχειρίδιον εις την κοινήν των Ρωμαίων [= Ελλήνων] γλώσσα, μεθερμηνευθέν υπό Νεοφύτου του Ροδινού του Κυπρίου. Του εν αγίοις πατρός ημών Αυγουστίνου..., Μονολόγιον της ψυχής προς τον Θεόν (α' έκδωση, Ρώμη, 1637. β' έκδοση, Ρώμη, 1671, μετά τον θάνατο του συγγραφέα).

06. Άσκησις πνευματική, βιβλίον πολλά ωφέλιμον δια να επιστραφή ο άνθρωπος εις τον Θεόν λογιάζοντας τα υστερινά του, ήγουν τον θάνατον, την κρίσιν, την βασιλείαν των ουρανών και την κόλασιν του Άδου...Κόπος Νεοφύτου πρεσβυτέρου του Ροδινού. Μελέτη θανάτου (α' έκδωση, Ρώμη, 1641. β' έκδοση, Ρώμη, 1671, μετά τον θάνατο του συγγραφέα).

07. Απόκρισις εις την επιστολήν Ιωάννου του Πρεσβυτέρου... (Ρώμη, 1659).

08. Περί ηρώων, στρατηγών, φιλοσόφων, αγίων και άλλων ονομαστών ανθρώπων, όπου εβγήκασιν από το νησί της Κύπρου (Ρώμη, 1659).

09. Ρωμαϊκή ακολουθία (καλλιγραφημένο αντίγραφο βρίσκεται στο Βατικανό όμως δεν αναφέρεται το όνομα του συγραφέα).

10. Βίος και μαρτύριον του εν αγίοις πατρός ημών Ιγνατίου αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, γραμμένος ελληνικά από Νικήταν Δαυΐδ τον Παφλαγόνα και γυρισμένος εις την απλήν γλώσσαν υπό Νεοφύτου Ροδινού του Κυπρίου (χειρόγραφο στο Βατικανό).

11. Σύντομος περί των αγίων οικουμενικών και τοπικών συνόδων πραγματεία (χειρόγραφο στο Βατικανό).

12. Ρωμαϊκόν Μαρτυρολόγιον... (χειρόγραφο στο Βατικανό).

13. Του μακαρίου Νιφώνου επισκόπου Κωνσταντινιανών, Ευχαί συλλεγείσαι παρά του ταπεινού πρεσβυτέρου του Ροδινού (χειρόγραφο στη Βιβλιοθήκη Βιλλικελλιάνα της Ρώμης).

14. Πανοπλία πνευματική Νεοφύτου Ιερομονάχου Ροδινού Κυπρίου του Σιναΐτου (χειρόγραφο στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αθήνας).

15. Βίος και πολιτεία της οσίας ημών Θεοδώρας της εν Αλεξανδρεία, γραμμένον ελληνικά από τον Μεταφραστήν και μεταγλωττισμένον εις την Κοινήν γλώσσαν παρά Νεοφύτου ιερομονάχου Ροδινού Κυπρίου του Σιναΐτου ( χειρόγραφο στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αθήνας, με σημείωση ότι γράφτηκε στο μοναστήρι του Κύκκου το 1659).

16. Μαρτύριον της αγίας και ενδόξου μεγαλομάρτυρος Αικατερίνης, μεταγλωττισμένον υπό του αυτού Κυπρίου (εργασία στο ίδιο χειρόγραφο της Αθήνας με το προηγούμενο).

Επίσης στη βιβλιοθήκη του Βατικανού σώζονται μερικά επιγγράματα του Ροδινού.
Η χρονολογική σειρά των έργων του Ροδινού δεν είναι η σειρά του πιο πάνω καταλόγου, στον οποίο και παρετέθησαν πρώτα τα τυπωμένα έργα του, που είναι τα πρώτα 8, κι ακολούθησαν τα υπόλοιπα.

Πηγή: Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια.

Η ζωή και το έργο του Νεόφυτου Ροδινού δακτυλογραφήθηκε και μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στο διαδίκτυο από NOCTOC.
Neophytos Rodinos is an important Cypriot scholar and writer, and one of the leading scholars of Hellenism of the 17th century. He was born in the village of Potamiou of the Limassol district in 1579 and died unknown where, about 1660. The exact dates of his birth and death are not known but are calculated based on verious data. Son of the scholar Solomos Rodinos, Neophytos Rodinos lived only a few years of his life in Cyprus. He was well-traveled and had an adventurous life.
As a young man he moved to Nicosia where, between 1592 and 1599, he studied at the school of the remarkable Cypriot scholar who was from the same area as him (originating from Kilani village) Leontios Efstratiou. Shortly afterwards, Neophytos Rodinos went to Crete, where he became a monk at the Sinaitic dependency of St. Catherine in Chania. It is believed that he took the name Sinaitis (from the Sinai Μonastery) with which he later signed his works (Neophytos Rodinos the Cypriot Sinaitis) from here. However, it is possible that he lived for the same time, at the monastery of St. Catherine in Sinai, because we know from writings that he, himself wrote, that he had traveled to Egypt and visited Alexandria and the Orthodox Church of the region, linking him with his co- villager Parthenios who later became Metropolitan of Libya. It is considered that it is more likely that he took his name Sinaitis, directly from the Sinai monastery itself, and not from its dependency in Chania, Crete. Perhaps, even, he was send to the dependency of Chania by the main monastery of Sinai.
However, it is a fact that he was helped by the abbot of the Sinaitic monastery of Chania, Ioannis Mourtzinos who, appreciating the love of learning by Neophytos Rodinos, he sent the latter to Venice in order to work as the assistant of Maximus Margouniou. Margounios, a very well educated prelate from Crete who lived and taught in Venice, had asked Mourzinos (with a letter in 1599) for an assistant. The latter send to him Neophytos Rodinos. Neophytos Rodinos remained as an assistant and student of Margounios until the death of his teacher, in 1602. In addicion he took over the care for the posthumous publication of Margonios book Brevis Tractatus (it was published in Venice in 1602). In Venice, Neophytos Rodinos also became friends with Gabriel Severus, from whom he learned much about ecclesiastical order.
After the death of his patron Marganios, Neophytos Rodinos returned to Cyprus for a short period of time. His ambition was to teach the letters of learning to his co- islanders who lived under the hard yoke of the Turks, and who were completely uneducated. He founded, it seems a teaching institution, following the example of his teacher Leontios Efstratiou. However, his school did not recieve the expected possitive response. This must have happened between 1603 and 1606. Frustrated, Neophytos Rodinos abandoned his effort and also abandoned Cyprus itself.
He went then to Patmos, where the abbot of the famous monastery there, Nikiphoros Chartofilakas, urged him to return to Italy and continue his studies. Having wandered for a while in Thrace, Rodinos went to Rome in 1607 and entered the famous College of St. Athanasius. At the same time (1607 to 1608) he changed from the Orthodox dogma and defected to Catholicism and became Catholic.
His studies at the College of Rome, were completed in 1611, and after that he left for Spain. In Spain he attended the famous University of Salamanca, where he studied philosophy. While he studied, he also worked as a professor of the Greek language at the same university. At the same time he toured various parts of Spain researching libraries and archives in monasteries.
After Spain he went to France where he lived for some time in the area of Santo Spirito, near Lyon. From there he toured almost all over southern Europe and met many scholars, clerics and men of knowledge.
His next stop was Portugal. He lived mainly in Coimbra, where he took up studies at this ancient and historic university. After the end of also these studies he was employed by the Latin Church of Rome and was sent first to Poland and later to Greece and other areas of the Balkans in charge of proselytizing Orthodox or others to Catholicism. In fact, in Poland he was ordained a priest. His arrival, a little later, to enslaved by the Turks Greece, was significant. He worked more for the enlightenment of the enslaved Greeks than as a propagandist of Catholicism, and dreamed at the time when freedom came for Greece, and his teachings appear to fall toward this direction. For this reason his activities come soon under the attention of the Turks, with the end result for being persecuted and arrested by the Turks who even sold him as a slave. However, he managed to be released, with the intervention of the Republic of Venice, and was taken back to Italy.
He then settled in Naples, where he was appointed as a priest in the Greek church there. At the same time he taught at the public school of the church. We do not know how many years heremained in Naples, but around 1630 we find him undertaking a new mission of Catholic propaganda and enlightenment in the area of Chimarra in Epirus. Around 1645 he returned to Naples, but later left for a new tour and for further enlightening projects in Epirus and Albania. He mentions staying in the city of Ioannina, where he met his learned compatriot and hierarch (later archbishop of Cyprus), scholar and supporter of the Enlightenment, Hilarion Kigala. He also mentions staying at Chimarra and Pogoniati. In Epirus and Albania, he sought, among other things, to establish schools and to promote education for Greek children.
It is unknown how long he remained in Epirus and Albania. However, around 1655 he was back in Naples, and quite advanced in age. Then, it is likely that he returned to Cyprus, where it appears that he spend the last few years of his life in the monastery of Kykkos. This is indicated indirectly by a later notice written in the important work of Neophytos Rodinos About heroes ..., stating that it was written in 1660 in Cyprus by the Cypriot priest Rodinos. Also on page 72b of the same work is stated: Written in Cyprus, in 1660, by Neophytos Rodinos achx'.
The work of cultural enlightenment of Neophytos Rodinos in various parts of the land of the enslaved Greeks was very important and sets him as a champion and enlightened teacher. His effort to promote education in Greece and Cyprus, illustrates the broad concept of his thought which distinguished him, since he regarded the education of children as a necessary infrastructure for the future of Hellenism. His love also for his homeland of Cyprus, was great. Furthermore, in many places he had visited, he did research and found manuscripts and historical and ecclesiastical materials relating to Cyprus or persons of Cypriot origin. Farthermore, his main work, a major study of that era that was also important for the enlightenment of his compatriots, is directly related to Cyprus. It is his work entitled On heroes, generals, philosophers, saints and other renowned people, who come from the island of Cyprus, was first published in Rome in 1659 (which means that the date 1660 in the two subsequent notes mentioned above is wrong).
From the title of this work alone, which he wrote at the end of his life, one can see that Neophytos Rodinos is making an effort to inform his countrymen and generally any reader that Cyprus had a glorious history, that it was home to important people, and that it deserves a better fate than slavery and misery.
Another important point on the writings of Neophytos Rodinos is that he avoided the language of intelectuals and wrote in the simple demotic language of his era. Influenced initially by his teacher Margounios, to whom, as G. Valetas supports, Rodinos owes his writing style and his demoticism. He understood the importance of bringing ordinary people to understand his writings by using the demotic language. And in this Neophytos Rodinos was also a pioneer.
Neophytos Rodinos wrote 16 published and unpublished works most of them found at the Vatican and are presented above in Greek.

Source: Great Cyprus Encyclopaedia.

The life and works of Neophytos Rodinos was translated in English, typed, and transferred for the first time on the internet by NOCTOC.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου