ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Η Παναγία η Χρυσοσπηλιώτησσα στις Αρόδες της Πάφου και η Χριστινού της Θερμοκρήνης


Πλησίον του χωριού Πάνω Αρόδες, εις ειδυλλιακήν τοποθεσία ευρίσκεται κρήνη, μικρή εκκλησία και σπήλαιο αφιερωμένα στην Παναγία την Χρυσοσπηλιώτισσα. Η εκκλησία είναι σεμνό, ταπεινό κτίσμα με πέτρα του τόπου, έργο του μάστορα Νεοφύτου Ζόππου. Εδαπάνησε για την ανέγερση η Ελισάβετ Σωτηροπούλου εξ Αλεξανδρείας Αιγύπτου, και ετελείωσε το ναΐδιο το έτος 1947 ως αναγράφεται και στην πλάκα που τοποθετήθηκε άνωθεν της δυτικής εισόδου.
Περιέργως η εικόνα του Χριστού είναι αφιέρωμα προς δέησιν του ήρωα Αργύρη, του υπερ πίστεως και πατρίδος αγωνισθέντος και πεσόντος την 26η 9ου 1943. Όπου και αν διαβάζεις σ΄αυτόν τον τόπο, επάνω σε πέτρες, επάνω σε τοίχους και εικόνες, συναντάς ονόματα ηρώων και δεομένων δωρητών που ξυπνούν μνήμες.

Ιησούς Χριστός Νικά, γράφει κύκλω του Σταυρού σε μια παλιά πέτρα που είναι εντοιχισμένη στην πρόσοψη του Σπηλαίου. Ο Σταυρός στο κάτω μέρος του χωρίζεται σε δύο πόδια ώστε να δείνει την εικόνα και σταυρόσχημου ειδωλίου. Εντός του σπηλαίου σκοτάδι, το αιώνιο ίδιο που σε κάνει να νιόθεις, παραδόξως , ανάπαυση και ασφάλεια μέσα στο σπήλειο, τον κόρφο της γης. Μαύρα τα τοιχόματα τα τοιχώματα εκ των αμέτρητων λαμπάδων και κεριών που για αιώνες ανάβουν εως την σήμερον κάθ΄εκάστην οι πιστοί προσκυνητές. Πιθανόν, ο χώρος αυτός να ήτο αρχαίος τάφος ο οποίος μετετράπει εις εκκλησίαν της Παναγίας. Μάλιστα, εντός τού, κατ΄ανατολάς εκτίσθη αψίδα ιερού βήματος και Αγία Τράπεζα κάτωθέν της. Η αψίδα είναι επιχρισμένη, πλην μαυρισμένη. Αν μπορούσαμε να καθαρίσουμε την μαυρίλα πιθανόν να ατενίζαμε την Παναγία την Πλατυτέρα. Από αυτή την αιθάλη, την λεγόμενη μούζη της Παναγίας, έπερναν οι μανάδες μας και μας εχώλιαζαν, όταν ήμασταν μικροί. Δηλαδή, με βαμβάκι έπαιρναν την ιερή μούζη και μας μούζωναν κύκλω των ομματίων μας για να γίνουμε μαυρώμματοι και μαυρόφρυδοι, να γλυκάνει το δειν μας, να γίνει σαν το δειν των αγίων.


Τακτικό προσκύνημα μας ήταν η Χρυσοσπηλιώτισσα κάθε τρίτη της Λαμπρής όπου πανηγυρίζει μετά λαμπρότητας Πασχαλίου. Με εκκλησιαστικές ιερουργίες και λαϊκές εκδηλώσεις , αγοραπωλησίες και εδέσματα πανηγυρίζουν ποικιλοτρόπως οι προσκυνητές. Κατ' αυτή την ημέρα ζωντανεύει η ερημιά, γεμίζει φωνές και εορταζόντων ήχους , έχεις την αίσθηση ότι είναι ένα χωριό που σφύζει από ζωή.


Πραγματικά, κάποτε εδώ, ως λέγουν, ήταν ένα όμορφο χωριό που το λέγαν Θερμοκρήνη. Και ζούσε εδώ μια κόρη όμορφη που την λέγαν Χριστινού και ήταν κόρη του ιερέα του χωριού. Ήταν τόσο όμορφη που η φήμη για τα κάλλη της έφθασε στ΄αυτιά του Σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Μια παράδοση λέει ότι ο ίδιος ο Σουλτάνος ήρθε στην Κύπρο για να την πάρει μαζί του, ενώ μια άλλη λέει ότι έστειλε τους Τούρκους του τόπου που τότε ήταν οι αφεντάδες και φώναζαν στον παπά: Πούντην πάπα, την κόρη σου, κείνη την φουμισμένη, όπου την εφουμίζουσι Πισκόποι και Γουμένοι; Εγώνι κόρην δεν έχω πάρα ναν παλλικάριν, απαντούσεν ο παπάς. Σπέρνει τη γη με με τ΄άλετρο και βάλλει το σιτάρι, όπου βλαστά κουνί- κουνί σαν το μαργαριτάρι. Οι Οθωμανοί τότε πήραν τον δύστυχο, τον κύρ-παπά και τον έβαλαν στα βασανιστήρια ώστε να καμφθεί, να ομολογήσει και να παραδώσει την κόρη του. Η Χριστινού όμως δεν εβάσταξε τα κάστια του κυρού της κι εβγήκε στο παραθύρι του ανωγίου.
... Και βάρτε σκάλα- σκαλωσιά να κατεβεί η κόρη, να κατεβεί η Σουλτάγκατη κάτω στο περιβόλι. Της έδωσαν πάραυτα μουσουλμανικό όνομα οι Ισμαηλήτες και την πήραν για την Χώραν (Λευκωσία). Η μάνα της λένε, η παπαδιά, εκείνη την ώρα ερχόμενη από τα χωράφια είχε πληροφορηθεί τα συμβάντα και οδυρόταν ολολύζουσα, γοερώς ξεσκίζοντας τες σάρκες της. Η κόρη θέλοντας να την παρηγορήσει της έλεγε σε στοίχο:

Μάνα μου να΄ χεις περηφάνια,μάνα να κάμεις δώρα
που΄καμες κόρην όμορφη,


και παίρνουν την στη Χώρα.
Και η παπαδιά απάντησε :

Έχε το νου σου κόρη μου,
μήπως μουσουρμανίσεις

μήτε την πίστη ν΄αρνηθείς,

μήτε Χριστόν πατήσεις!

Εν τω μεταξύ οι Τούρκοι της έβγαλαν τα ρούχα της τα χριστιανικά και της φόρεσαν Οθωμανικά και την ετοίμασαν για το μακρύ δρόμο προς την πρωτεύουσα. Στον δρόμο λένε πως λιγοθύμησε απ΄την ταραχή της και τον φόβο της κι απέθανε. Άλλοι λένε πως η νονά της έδωκεν της δηλητήριον. Από κει και πέρα μόνο ο Θεός γνωρίζει. Εμείς γνωρίζουμε το μήνυμά της που είναι θαμμένο κοντά στο χωριό της που φαίνεται ως τη σήμερον. Πάντως η ωραία κόρη χάθηκε τόσο ανεπαίσθητα. Ως τα τώρα ο λαός διερωτάται : Α Χριστινού της Θερμοκρήνης, π΄αρωτούσιν ούλοι ίντα γίνεις.
Έκτοτε η Θερμοκρήνη εστέρεψε, το χωριό ωσάν τη γλάστρα που έχασε το βασιλικό της μαράθηκε. Έμεινε στην ερημιά μόνη η Παναγία η Χρυσοσπηλιώτισσα να δέχεται τες λαμπάδες του κόσμου και τον πόνο των πλασμάτων όπως εδέχθηκε τότε και του παπά τον πόνο και της παπαδιάς και του χωριού τους. Και η παρθενομάρτυς Χριστινού της Θερμοκρήνης έγινε τραγούδι στα χείλη του λαού κι ανάμνηση σεβάσμια στη θύμηση μας.


Το κείμενο και οι τρεις τελευταίες ζωγραφιές είναι του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα.



Το πιο κάτω είναι ένα άγνωστο ποιήμα για την Χριστινού της Θερμοκρήνης το οποίο καταγράφτηκε στο τουρκοκυπριακό χωριό Αρόδες το 1922. Αφηγητής του ποιήματος αυτού είναι ο Ασήμ Μουλλά Οσμάν, ο οποίος όπως αναφέρεται ήταν "ελληνόφωνος αγράμματος τούρκος ετών 45, εργάτης, γινώσκων τούτο (το ποιήμα) παρά τινος 80ετούς ομοφύλου του αποθανόντος κατά το 1900.


Η Χριστινού

Χριστινού μου ώμορφη, άσπρη μου περιστέρα, 

που πήρασιν το νάμιν σου οι καζαντζήες πέρα.
 Που τ΄αγροικά τζ' ο βασιλιάς καράϊν αρματώνει, 
εν έσσει γληορήττερον περίτου που το βόλιν. 
Τζείνοι ξηβαρκαρίζουνται εις το Λατζίν της Πόλις. 
Ώστη να βκω τ΄ανήφορο πάνω την Τριμηθούσαν 
τζιαί το κονάτζιν κάμνουν το την νύκτα μεσ΄την Δρούσιαν. 
Μα τ΄άστρη, μα τον ουρανόν, μα την Αγιάν Ερήνην, 
σηκώννουνται που το πορνόν τζιαί παν στην Θερμοκρήνην.
 - Ώρα καλή σου, θκειέ παπά, ώρα καλή τζιαί γειά σου, 
πο' καμες κόρην ώμορφην μάσσιαλλα τζι άφτονα σου. 
- Μα τ΄αστρη μα τον ουρανόν, μα το γρυσόν φεγγάριν, 
εγιώνι κόρην εν έχω, παρά' ναν παλλικάριν.
 - Το παλλικάριν που ένι; - Επήεν στο ζευκάριν, 
σσίζει την γην με τ΄άροτρον τζιαί βάλλει την σιτάριν. 
- Τζιαί τα χωράφκια που ένι; - Εν εις το Καμάριν* 
- Τζιαί πκιάστε μου τον τζύρ παπάν τζιαί χαλινώστε μου τον, 
τζιαί ράψετε τ' αμμάδκια του τρεις δίπλες το μετάξιν
 τζιαί ράψετε τ' σσείλη του τρεις δίπλες το ραφίδιν, 
τζιαί βάρτε εις τους νώμους του τρεις δίπλες το μολύβιν
 τζιαί βάρτε εις τα σσέρκα του καννιά πελετζημένα. 
τζιαί βάρτε εις τα πόδια του κουλλούρκα σιερένα 
τζιαί βάρτε εις τα νύσσια μαύρα τζερκά πισσένα. 
Η κόρη εν εβάσταξεν κάστια του τζυρού της. 
Εσείστην τζι ελυΐστηκεν τζι ήρτεν στο παναθύριν. 
Τζ΄οι δκυό την είδαν τζι είπαν το τζ' οι τρεις το μουρμουρούσιν.
 - Έ την αφέντη μου ππασσιά, την κόρην που λαλούσιν,
 την κόρην που λαλούσασιν τζιαί που σου προξενούσιν.
 - Βάρτε σανίδκια σκαλωσσές να κατεβή η κόρη, 
να κατεβ΄η Σουλτάνγκατη να μπη μεσ' το περβόλιν. 
Τζιαί ξαπολούσιν τον παπάν τζιαί πάσιν εις την κόρην.
 Τζιαί ηύβραν την τζι εκάθετουν σε μιαν γρυσήν τσαέραν
 τζι' εσφόντιζεν τ΄αμμάθκια της με μιαν ψιλήν παρπέραν*.
 Τζιαί βκάλλουν τα παπούτσια της, φορούν της σσερεπέκλια* 
τζιαί βκάλλουν τα τζεμπέρκα της , μαντίζουν την σεντόνιν. 
Τζιαί πκιάννουν σσίλλιοι απ' ομπρός τζιαί σσίλλιοι που τα πίσω
 τζιαί σσίλλιοι απού τα πλευρά, να μεν της φέγγει ο ήλιος. 
Τζιαί πολοάτ ΄ η Χριστινού τζιαί τούτο ναν τους λέει: 
- Πέρτε μου λλίην πομονήν, λλίην καρτερωσύνην, 
πέρκι νεφάν΄η μάνα μου για να μου παραντζείλη. 
Τζι' ανέφανεν η μάνα της ως τα βιζιά σσισμένη, 
τζι' ετρώαν τζι εχορτάνανσιν τρεις σσύλλοι πεινασμένοι.
 - Παρά τζιαί κλέω κόρη μου, με Τούρκον αρμασμένη, 
νήεν σε κλέω κόρη μου στην μαύρην γην θαμμένην. 
-Πρέπει μανά, να σσαίρεσαι τζιαί να βαστάς μανιέραν*, 
πο ' καμες κόρην ώμορφην του βασιλιά που πέρα. 
Τα ρούχα που μου έκεμες, μάνα για να μ΄αρμάσης, 
άψε λαμπρον τζιαί κάψε τα, γιατ' εσύ εν να σπάσης. 
Πέρτε μου λλίην πομονήν να βκω να δκιαγυρίσω 
να σω τζιαί της γειτόνισσες να τες ποσσερετίσω.
 Έσσετε γειάν γλυτζιά βουνά τζιαί δέντρη με το σσιό σας 
τζι' εσείς καλές γειτόνισσες σσαίρεστε το χωρκό σας.
 Έσσετε γειάν γλυτζιά βουνά τζιαί δέντρη με τους κλώνους, 
τζι' εσείς καλές γειτόνισσες σσαίρεστε τους γειτόνους.
 Έσσετε γειάν γλυτζιά βουνά τζιαί κλίνη μου που ππέφτω,
 τζι' εγιώ ίσα πάω η φτωσσή τζι' αν δης πκοιόν αν έρτω. 
Αρπάσσουν την που τζει χαμαί τζιαί παν σαν τα μελλίσια, 
τζι' επήραν την τζι' ερέξαν την απού τα Τζυπαρίσσια*. 
Αρπάσσουν την που τζει χαμαί τζιαί παν τσιμπίν* περίτου, 
επήραν την τζι' ερέξαν την που τα στενά της Κρήτου. 
Αρπάσσουν την που τζει χαμαί τζι επήαν με την βέραν*, 
επήραν την τζι' ερέξαν την που τα στενά της Τέρα.
 Αρπάσσουν την που τζει χαμαί τζι επήαν γιάλι-άλι, 
επήραν την τζι' ερέξαν την που το Αρκοκαλάμιν*. 
Τζείνη εγύρεψεν νερόν που το αρκοκαλάμιν, 
επκιάσαν τζι εποτίσαν την με την αποκαλάμην. 
Τζι' αρπάσσουν την που τζει χαμαί τζιαί παν με το σεΐριν*,
 επήραν την τζι ερέξαν την που πάνω στο γιοφύριν. 
Τζιαί πκιάννουν την που τζεί χαμαί τζιαί πάσιν με τον κόλιν*,
 επήραν την τζι' ερέξαν την, τζείνην που μέσ΄στην Πόλιν*. 
Εν έσσει γληορόττερον περίτου που το βόλιν
 τζιαί τζείνην εβαρκάραν την που το Λατσίν της Πόλι. 
Επήασιν να πάρουσιν του βασιλιά μαντήλιν,
 σσίλλια γρυσά τους έδωσεν για τζείνον το χαττίριν.
 Επήραν την τζι εκάτσαν την σαν το κοκκόν ομπρός του,
 ξησκούλλησεν* την να την δη τζι εθάμπωσεν το φως του. 
Τζιαί πολοάται τζιαί λαλεί με την γλυτζιάν φωνήν της: 
- Νου αξαγιού νερόν θέλω εγιώνι να ποτίσω, 
την μάναν μου, τον τζύριν μου για να τους κετσιντίσω*. 
Χάρισμαν τους τα Πότιμα, τα Κούκλια τζι' Ασσέλλια, 
όσα βρεθούν αφεντικά, ας εν δικά τους τέλεια. 

Καταγράφηκε στο χωριό Αρόδες 

23 Οκτωβρίου 1922 
Αφηγητής: Ασήμ Μουλλά Οσμάν 

Γλωσσάρι 


*Το καμάριν είναι τοπωνυμία μεταξύ Χρυσοχούς και Τέρας 
* Η παρπέρα είναι μουσουλμανική μαντήλα
 * Τα σσερεπέκλια είναι παπούτσια για οθωμανές 
* Η μανιέρα είναι η υπεριφάνια 
* Τα Τζυπαρίσσια είναι τοπωνυμία μεταξύ Θερμοκρήνης και Κρήτους 
* Το τσιμπίν είναι παφίτικη λέξη και σημαίνει λίγο
 * Η βέρα είναι παφίτικη λέξη και σημαίνει τρόπος ή συμπεριφορά 
* Το Αρκοκαλάμιν είναι τοπωνυμία της περιοχής
 * Το σεΐριν είναι τουρκική λέξη και σημαίνει ευθυμία 
* Ο κόλις είναι απόσπασμα χωροφυλακής 
* Εννοεί την Πόλιν της Χρυσοχούς 
* Ξησκούλλησεν σημαίνει απεκάλυψε το πρόσωπο 
* Κετσιντίσω σημαίνει συντηρήσω



Η Χριστινού (παραλλαγή)
 
Νη*εν ηστράψη ο Θεός, νη εν καή η ώρα,
παρά τζιαί εξεστράτεψεν ππασσιάς μεσ' εις την χώραν.
Τζιαί τζείνος εν π' αρώτησεν πού ππέφτ' η Θερμοκρήνη,
πού εν τα σπίδκια του παπά να πάη τζει να μείνη.
Έναν τουρτζίν*κακόν τουρτζίν ήτουν νη εν βω(β)ώση,
νη εν φάη σελεμά* νη εν παταξαρώση.*
- Έλα αφέντη μου ππασσιά, να πα να σου τα δείξω.
Τζιαί που το σσέριν πκιάννει τον, πάει του τα δείχνει.
Παπά, παπά την κόρη σου την πολλοφουμισμένην,
από την εφουμίσασιν παπάες τζιαί γουμένοι.
Τζιαί πολοάτ' ο παπάς τζιαί λέει τζιαί λαλεί του.
- Μα τ΄άστρη μα τον ουρανόν, μα το χρυσόν φεγγάριν,
εγιώνι κόρην εν έχω κάμνω της σαραντάριν.*
Παπά, παπά την κόρη σου την πολλοφουμισμένην,
από την εφουμίσασιν τζιαί ξένοι τζιαί διτζοί σου
τζιαί όσοι ήρταν έσω σου τζ' εφάαν το ψουμί σου.*
- Μα τ΄άστρη μα τον ουρανόν, μα το χρυσόν φεγγάριν,
η κόρη μου επέθανεν κάμνω της σαραντάριν.
- Βάρτε τα ξύλα στην φωδκιάν, το λάϊν στο τηάνιν
τζιαί πκιάστε τον, τον τζύρ παπάν, στα κάστια τον βάρτε.
Τζιαί ράψετε τ' αμμάδκια του τρεις δίπλες το μετάξιν
τζιαί ράψετε τα σσείλη του τρεις δίπλες το ραφί(δ)ϊν
τζιαί βράστε λάϊν γύρτε του στου τζύρ παπά τ' αφφάλλιν
τζιαί βάρτε εις τα πόδκια του καννιά πελετζημένα
τζιαί βάρτε εις τα σσέρκα του μαύρα τζερκά πισσένα
τζιαί βάρτε εις τους νώμους του τρεις πήχες το μολύβιν.
Η κόρη εν εβάσταξεν κάστια του τζυρού της.
Εσείστην τζι΄ελυΐστηκε σαν πλουμιστόν σγαρτίλιν,*
τζιαί εβάσταν τζι΄εσφοντζίζετουν ολόχρυσον μαντήλιν.
Τζιαί πολοάται τζ΄είπεν τους μ' αγγελικήν φωνούλλαν.
- Αήστε τον τον τζύριν μου τζ' είμαι στο μεϊτάνιν.*
Τζιαί δκυό την ποσσεπάζουσιν*τζιαί τρεις το μουρμουρούσιν.
- Έ την αφέντη μου ππασσιά την κόρη που λαλούσιν.
- Βάρτε σανίδκια σκαλωσσές να καταιβή η κόρη,
να καταιβ΄η Σουλτάν--κατη, κάτω εις το περβόλιν.
Εβάλαν σανίδκια σκαλωσσές τζ΄η κόρη εκατέβη.
Τζ΄αμαί*την ξησκουφώσασιν, τούρτσικα την σκουφώννουν.
Επκιάσαν τζ΄εξηντύσαν την, τούρσικα την ηντύννουν,
επκιάσαν τζ΄εφορήσαν της ολόγρυσην παρπέραν,*
από της την επέψασιν κανίσσιν που τα πέρα.*
Εφέραν τζι΄εφορήσαν της ολόγρυσον κοντόσσιν,*
πολλοί εν που λαλούσασιν χαράς την σόρταν*πο΄σσει.
Πκιάννουν καβαλλιτζεύκουν την για να την ρέξουν πέρα,
ανέφανεν η μάνα της η μαυρογεννημένη,
που τα ρασσιά, που τα μαζιά*ήτουν κατακομμένη.
- Πού πάεις κόρη μου Ττινού τζι΄εμέναν πού μ΄αφίννεις,
έκρουσές με τζι΄εκάηκα σαν κρούζει το καμίνιν;
- Σε βρύσιν ανατολιτζήν να πλύννης τα βυζιά σου,*
να πης πως εν εγέννησες Ττινούν που την καρκιάν σου.
Τα ρούχα που μου έκαμες, μανά, για να μ' αρμάσης,
άψε λαμπρόν*τζιαί κάψε τα, γιατ΄εν να καρκιοσπάσης.
Τζι΄ο τζύρις της εφώναζεν κλάμωντα ταπισών της.
- Πού πάεις κόρη μου Ττινού τζ΄εμέναν πού μ΄αφίννεις;
- Πρέπει, παπά, να σσιαίρεσαι να το κρατείς μανιέραν,*
΄πο ΄καμες κόρην, ώμορφην τζ΄ίσα την ρέσσουν πέρα.
Τζι΄επολοήθην τζύρις της κλάμωντα τζιαί λαλεί της.
- Νη ας σε κλαίω, (ω)ρή Ττινού*στην μαύρην γην θαμμένην
παρά τζιαί κλαίω σε Ττινού, με τούρκον αρμασμένην.
Τρεις ιταππουρήες*πέμπουσιν να πασ' στον βασιλέαν.
- Έ την, αφέντη μου ππασσιά, την νύφφη που σου φέραν.
Τζι΄επήραν την τζι΄εκάτσαν την σαν το κοκκόν ομπρός του
τζιαί τζείνη που τες ωμορκές εθάμπωσεν το φως τους.
Τζι΄επολοήθην βασιλεάς τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους.
- Όσ' εν γενεά της νύφφης μου μιρρίν*να μεν διούσιν,
με φυλακήν να κάμουσιν, με να κακοπερνούσιν.
Χάρισμα σας τα Πότιμα, τα Κούκλια τζ΄η Ασσέλια
τζιαί τα παλάδκια των Κουκλιών, ας εν δικά σας τέλεια.
Εποταβρίστην το τουρτζίν να πκιάση το βυζίν της,
τζείνη που την αντροπήν έθεν να βκη η ψυσσή της.
- Επάρτε λλίην πομονήν να λούσω το κορμίν μου,
γιατ΄ είμ΄απάρτενον*παιΐν τζιαί θέλω την τιμή μου.
Ενέ(β)ην έσσωη φτωσσή να λούση το κορμίν της
τζιαί τζείνη έφαεν ψατζήν*τζ΄εξέ(β)ην η ψυσσή της.
 
Εν Δρούσια 25 Μαΐου 1923
Δέσποινα Ι. Τσουρουλλίδου
ετών 16 γινώσκουσα τούτο παρά της πεντηκοντούτιδος αγραμμάτου μητρός της Ελένης.

Γλωσσάρι

* Νη = Είθε
* τουρζίν = αντί τούρκος
* σελεμας = δηλητήριο
* ποταξαρώση = να πεθάνει και να γίνει ξερός σαν ξύλο
* σαραντάρι = σαρανταλείτουργο
* μέσα από το στοίχο αυτό δηλώνεται το φιλόξενο ήθος του ιερέως της Θερμοκρήνης
* σγαρτίλιν = καρδερίνα
* μεϊτάνιν = έξω στο δρόμο, στη πλατεία
* ποσσεπάζουσιν = παρατηρούσιν
* τζ΄αμαί = εκεί κάτω
* παρπέραν = μουσουλμανική μαντήλα
*πέρα = αλλοδαπή
*κοντόσσιν = είδος πανωφοριού
*σόρτα = τύχη
* μαζιά = ακαθώδες θάμνοι
* Ττινού = συγκεκομμένος τύπος του Χριστινού
*λαμπρόν = φωτιά
* φράση που δηλώνει την απάρνηση τέκνου από τη μητέρα του
*μανιέρα = υπεριφάνεια, καύχηση (λέξη ιταλική)
* ιταππουρήες = απελσταλμένοι
* μιρρίν = φόρος
* απάρτενον = παρθένον
*ψατζή = δηλητήριο


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου