ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Ο ερκομός του ξενιτεμένου: 'Ενα κυπριακό τραγούδι της ξενιτιάς

Χαρακτηριστικό δημοτικό τραγούδι της καθημερινής ζωής της Κύπρου είναι το κυπριώτικο τραγούδι «Ο ερκομός του ξενιτεμένου» . Κάθε δημοτικό τραγούδι της Κύπρου έχει μια δική του ιστορία και ένα δικό του μύθο, που τυλίγεται στον κορμό του και ξετυλίγεται στο τέλος, για να δώσει τη λύση στα πάθια και τους καημούς του τραγουδιστή του κυπριακού λαού.
Στον « Ερκομό του ξενιτεμένου» ένα ζευγάρι, χωρισμένο από χρόνια, ξανασμίγει, κάτω από περίεργες συνθήκες, κι αναγνωρίζεται από τα σωματικά κρυφά γνωρίσματα, γιατί ο χρόνος έχει καταλύσει τη μνήμη.
Το δημοτικό αυτό τραγούδι της Κύπρου μπορούμε να πούμε πως έχει θεατρική δομή, όπως άλλωτε και όλα τα τραγούδια εκείνης της εποχής έχουν στοιχεία θεατρικά: δράση, κίνηση, σύγκρουση, διάλογο, λύση. Στηρίζεται σε όλη την εξέλιξη της ιστορίας του στο διάλογο της κόρης , που πάει στη βρύση για να πλύνει , με τον αρματωλό που θα συναντήσει, ένα παλικάρι δηλαδή οπλισμένο, που πάει κι αυτό να ποτίσει το μαύρο του, το άλογο του.
Η συνάντηση αυτή φέρνει το διάλογο και τη γνωριμία, τη συζήτηση και την εξομολόγηση και οδηγεί στη λύση της αναγνώρισης και της ευτυχίας του ερχομού ή ερκομού του ξενιτεμένου, του αγαπημένου προσώπου.


Ο ερκομός του ξενιτεμένου


Κάτω στες πέντε γεμοσσιές, κάτω στες πέντε βρύσες,
μια λυερή επλύννισκεν καβάδκια του καλού της
σσύβκει τζιαί σκαμματίζει τα, σσύβκει καλά φιλά τα:
- Καβάδκια να ' ρτ ' αφέντης σας, καβάδκια ν΄ανεφάνη!
Ο λόος εν ετέλειωσεν τζι η συντισσιά που λάλεν,
τζιαί νάσου τζιαί τον αρματωλόν του κάμπου τζι ανεφαίνει
φτερνιστηρκάν του μαύρου του, στην βρύσιν τζιαί πααίννει,
στέκεται, δκιαλοΐζεται πως να την σσαιρετίση:
- Γειά σου, καρέττα του ρηγός, με μυρωδκιές γεμάτη,
τζιαί κότσσινη τρανταφυλλιά του Γεροσολυμάτου.
Τζι κόρη, που ' τουν βρένιμη, βρένιμα πολοήθην ,

επολοήθην τζι είπεν του, τζιαί λέει τζιαί λαλεί του:
«καλώς ήρτες αρματωλέ, καλώς ήρτες, αφέντη»,
τζι εμύριζεν το στόμαν της, σαν τους αθθούς στα δέντρη.
- Σύρε νερόν του μαύρου μου, κόρη να τον ποτίσης.

Σαράντα σίκλες έσυρεν , εν του ψηλώννει πάνω,
τζιαί στες σαράντα τέσσερεις η κόρ΄αναστενάζει.
Τζι επολοήθην τζι είπεν της τζιαί λέει τζιαί λαλεί της:
- Ίντα ΄σσιεις, ίντα ΄μ ' πόπαθες, κόρη, τζ' αναστενάζεις;
Κόρη λυπάσαι το νερόν, όξα τον κόπον θέλεις,
αν θέλης τζιαί τον κόπον σου, εγιώ να τον πληρώσω.
- Μήτε λυπούμαι το νερόν, μήτε τον κόπον θέλω,
άντραν έχω στην ξενιθκειάν τζι έκαμεν δέκα γρόνους,
ακόμα τρεις τον καρτερώ, τζιαί τρεις τον αποφέρνω.
- Τζιαί πε μου τα σημάδκια του, πέρκιμου τον ηξεύρω.
- Μακρύς, πλατύς τα στήθη του, όπως την αφεγκιά σου,
τζ΄έκλωθεν το μουστάτζιν του τζ΄επήαιννε στα ' φκιά του
να σ΄έλειπεν η στολισσιά, ελάλουν είσαι τζείνος!
- Κόρη τζείνος επέθανεν, κόρη, τζείνος ετάφην,
τζι εξώδκιασα τζι εθάψαν τον εγιώ που το πουντζίν μου
λλίον παννίν του δάνεισα, τζι ήρτα να μου το δώκης,
λλίον τζερίν του δάνεισα, τζι ήρτα να μου το δώκης
τζι έναν φιλίν του δάνεισα, τζι ήρτα να μου το δώκης.
- Τζιαί αν του δάνεισες παννίν, παίδκιο, να σου το δώκω,
τζιαί αν του δάνεισες τζερί, παίδκιο, να σου το δώκω
τζιαί αν του δάνεισες φιλίν, λάμνε να σου το δώκη.
Ελάμνισεν η λυερή τζιαί πάει τον οδόν της,
ελάμνησεν τζ΄αρματωλός τζιαί πάει ταπισόν της.
Βάλλει τον λίθον βάδωμαν, τον μόλυβον μαντάλιν,
τζι έξι οκκάες σίερον βάλλει το ρωμανίσιν.
- Άννοιξε, μάνα μ ' άννοιξε, τζι εγιώ ΄μαι ο καλός σου,
τζι εγιώ είμαι ο άντρας σου, ο μονοστέφανός σου.
-Πέ μου σημάδκια του λιακού ν΄αννοίξω, νά ΄ρτης έσσω.
-Τζυρά μου στην αυλούλαν σου έσσιεις γλυτζιάν μηλούλλαν,
κάμνει τα μήλα κότσσινα, ανάρκα τζιαί μιάλα.
- Τζείνον οι βάγιες ξέρουν το, είδαν το τζι είπαν σου το,
πε μου σημάδκια του σπιτιού, η πόρτα να σ΄ανοίξη.
- Μέσα στην μέσην του σπιτιού έσσ΄αρκυρήν καντήλαν,
φέγγει σου τζιαί στολίζεσαι τζιαί πας στην εκκλησίαν.
- Τζείνον οι βάγιες είδαν το, ξέρουν το τζι είπαν σου το,
πε μου σημάδκια κλιναρκού, η πόρτα να σ΄αννοίξη.
- Τζυρά μου στο κλινάρι σου ο ήλιος ανατέλλει,
τζι εις το καμαροβρύδιν σου γέρνει τζιαί βασιλεύκει.
Τζείνον οι βάγιες ξέρουν το, είδαν το, τζι είπαν σου το,
πέ μου σημάδκια του κορμιού, ν΄αννοίξω, να ΄ρτης έσσω.
- Έσσιεις ελλιάν πάσ΄στο βυζίν, ελλιάν στην αμασκάλην,
τζιαί στο ποτζοίλιν το κρυφόν έσσιεις γρουσήν μαλούλλαν.
- Γλήορα βάγιες, γλόορα, στρώσετετο κλινάριν,
βάρτε τον μούσκον πάπλωμαν, τον ξυλαλάν κρεβάτιν,
τζιαί δκυό μούττες βασιλιτζιάν βάρτε στην μαγουλούκαν.
Καλώς ήρτεν ο άντρας μου, η πόρτα ας αννοίξη!
Διπλόν, τριπλόν τ ' αππήιν της τζ ΄επήεν τζ' άννοιξεν του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου