ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Το χωριό Φύτη και τα περίφημα Φυτιώτικα κεντήματα της Πάφου

Το ωραίο χωριό της Φύτης με τις λουλουδωτές αυλές, τα πετρόχτιστα σπίτια του και ανάμεσό τους, την επιβλητική εκκλησία του Αγι- Δημήτρη έχει ξέχωρο δικό του χαρακτήρα. Γυρνώντας τα στενά και ακανόνιστα σοκάκια του βλέπω, μέσα από τ΄ανοικτά παράθυρα των σπιτιών τα πλαισιωμένα από σκιερές κληματαριές, ώριμες γυναίκες και κοπελούδες να «φαινήσκουν» (υφαίνουν) και να πλουμίζουν στη «βούφα» (αργαλειό) τα πανικά τους. Με πρόσχαρο χαμόγελο μας χαιρετούν, ενώ ο αργαλειός, τρίζοντας κάτω από τα προκομμένα χέρια τους, ψέλνει σαν ευλογία Θεού το αθάνατο τραγούδι της ανθρώπινης δουλειάς. Βλέπω ακόμα, μέσα από καμαριστές πόρτες, μεγάλες αυλές με αχούρια για τα κτηνά και με φούρνους, που μέσα εκεί βρίσκονται και τα λεγόμενα «παλάτια» του χωριού, μεγάλες μονοκάμαρες κατοικίες πετρόχτιστες, κατά το περισσότερο τετράγωνες, με τζάκι, με πατάρια, με ντουλάπια, όπου συγκεντρώνονται όλες οι σοδειές της χρονιάς που χρησιμεύουν για τις κυριότερες λάτρες του σπιτιού καθώς και για τον ύπνο της οικογένειας. Μέσα εκεί βρίσκονται τα πιθάρια με το λάδι και τα σιτηρά, τα μεσοκούμνια και οι μικρές κούμνες για τα χαλλούμια, οι κούζες για τις ελιές, τα βαρέλια με το κρασί, τα γεωργικά εργαλεία κ.α. Η σκεπή τους απ΄έξω είναι κεραμιδόσκεπη, ή πλάκα χτιστή. Από μέσα το ταβάνι είναι φτιαγμένο με «βολίτζια», κορμούς λεπτών κυπαρισσιών που τους στηρίζει πέρα ως πέρα η «νευκά», χοντρό δοκάρι που συγκρατεί, στο κέντρο της κάμαρας, σε οριζόντια θέση όλη τη στέγη με τα βολίτζια, στηριγμένη κι αυτή σ' ένα γερό μεσαίο ή σε δύο πλάγιους στύλους μπηγμένους στο χωμάτινο ή χτισμένο με «ασβουνιά» (λάσπη ανακατεμένη με κοπριά του βοδιού) δάπεδο. Τα παλαιότερα «παλάτια» αντί για στύλους έχουν μια μεγάλη κάμαρα που τα δείχνει γραφικότερα, παρόλο που η εξωτερική τους όψη δεν παρουσιάζει κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Αυτού του τύπου είναι το «παλάτι» του μουχτάρη (κοινοτάρχη), όπου με οδήγησε ο καλός δάσκαλος του χωριού Χαράλαμπος Πρωτοπαπάς, που μου έδωσε όλες τις σχετικές λεπτομέριες και πρόθυμα μ' εβοήθησε στη συγκέτρωση λαογραφικού υλικού.
Θερμή φιλοξενία και περιποίηση, από την πρώτη στιγμή που έφτασα στη Φύτη, ηύρα από την αρχοντονοικοκυρά του χωριού κυρά Ροξάντρα (Αλεξάνδρα) Μιχαήλ, πολύτεκνη καλομάνα και ονομαστή πρωτομαστόρισσα της πασίγνωστης κεντητικής τέχνης, που συνεχίζει, με τις θυγατέρες, με τις νύφες και με τις εγγονές της, την πατροπαράδοτη κληρονομιά της φημισμένης στο είδος της κυπριακής αυτής χειροτεχνίας που λέγεται «κέντημα της Φύτης».

Αν τα Λεύκαρα της επαρχίας Λάρνακας κατέχουν από τα χρόνια της Ενετοκρατίας, την πρώτη θέση στη λαϊκή γυναικεία χειροτεχνία της Κύπρου για τις αιθέριες δαντέλες και τα μοναδικά στον κόσμο λευκά τους κεντήματα, τα «Φυτθιώτικα» κεντήματα της Πάφου, το ξαναλέμε, αποτελούν έναν άλλο διαφορετικό βιοτεχνικό τομέα του διακοσμητικού κλάδου των κυπριώτικων χειροτεχνημάτων με τα ποικιλότροπα και πολύχρωμα σχέδια τους πάνω σε σχηματοποιημένα γραμμικά θεματα παρμένα από τη ζωή, από το αγροτικό περιβάλλον, από το ζωικό και φυτικό βασίλειο.
Η τέχνη των παφίτικων κεντημάτων, που διαιρούνται, σε «πλουμιά της βούφας» και σε «πλουμιά του βελονιού» - καθώς μου εξηγεί η κυρά Ροξάντρα, όπως λένε στο χωριό την προτομαστόρισσα- δεν θυμάται κανείς από ποιόν ή ποιάν πρωτοδιδάχτηκε στις γυναίκες της Φύτης. Πάντως η υφαντική και η κεντητική τέχνη ήταν πριν από χρόνια διαδομένη στο χωριό, σαν τοπική παράδοση, από τις παλαιότερες προμάμμες και τις γριές γιαγιάδες. Κάθε κορίτσι όταν τελείωνε το δημοτικό σχολείο παρακολουθούσε τη μάνα της ή τη μεγαλήτερή της αδελφή που ύφαιναν τα πανικά τους-βαμβακερά, δίμιτα, ιταρέδες, κουκουλάρικα- στη «βούφα», όπου κεντούσαν τις πλουμιστές «μαντιλιές», στενόμακρες σαν πεσκίρια μπάντες για τον τοίχο και για τα γόνατα, όταν κάθιζαν σε τραπέζι, για σκέπασμα του κομού και των σεντουκιών, ακόμα και για μαξιλάρια του καναπέ κ. α. Από τ' αμέτρητα σχέδια τους οι γυναίκες στόλιζαν και στολίζουν σαν ανθισμένους ανοιξιάτικους κάμπους και τα πλουμιστά «διχράμια» τους (μάλλινα σεντόνια) , τα «ποδινάρια» των παντελονιών, τα εσώρρουχα, τις ποδιές, τα μαντίλια της κεφαλής και της «κόξας» (μέσης).

Εκτός από τα πολύχρωμα κεντήματα οι παλιές Φυτθιώτισσες έφτιαχναν στα βαμβακερά πανικά τους και άσπρα, πάνω στο λευκό ύφασμα, κεντήματα, ιδίως σε γύρους σεντονιών, μα το είδος αυτό εγκαταλείφθηκε για να επικρατήσουν τα πολύχρωμα πλουμιά.
Από τις πιο επιδέξιες παλιές «ανεφανταρκές», που ακόμα τις θυμούνται στο χωριό ήταν η Σολομωνή Πεζούνα, η Ελεγκού του Θεοφάνη, η Αθηνά του Κωστή. Η μεσολάβηση του πολέμου και η έλλειψη υλικών έγιναν αιτία να διακοπεί για λίγα χρόνια η εντατική απασχόληση των γυναικών της Φύτης και όπως ήταν φυσικό, η πριν πλούσια παραγωγή και εξαγωγή για εμπόριο φυτθιώτικων κεντημάτων να σταματήσει. Σαν τέλειωσε ο πόλεμος και μπήκε στην κανονική του τροχιά ο ρυθμός της ζωής, η κεντητική χειροτεχνία της Φύτης άρχισε πάλι να ξανανθίζει. Οι κοπελούδες και οι νοικοκυράδες έσκυψαν με λαχτάρα πάνω στις βούφες των, κληρονομιά από τις προμάμμες τους, για να γεμίσουν με αισθητική ομορφιά όχι μόνο τη δική τους ζωή μα και τη ζωή των άλλων, αλλά και να εφοδιάσουν με τα θαυμαστά διακοσμητικά πλουμιά τους τα καταστήματα της Κύπρου, απ΄ όπου γίνονται ανάρπαστα από τους ξένους.

Εκτός από όσα προαναφέραμε σχετικά με την κατασκευή και τις ονομασίες των φυτθιώτικων πλουμιών, η κυρά Ροξάντρα δεν παύει να μας αραδιάζει και άλλα παράξενα ονόματα, όπως τα ακόλουθα : «ζαοτούϊν»,«καρπεδκιά», «διπλοφτερνίστηρο», «Πλουμί της κοπριάς», «παπούτσι», «καμπιτούϊ», «σφαντζελλούες» ( φασκελιές, από το ρήμα σφαντζιελλώ, φασκελώνω), «βατούϊ», «γιπλαστό», που αντιπροσωπεύουν ορισμένα θέματα της κεντητικής των τέχνης, καθώς και για τα πλουμιά της βελονιάς της λεγόμενης «σταυροκουτσατζιάς» ή σταυρόπουντου με τα χρωματικά «νημάκια», που για όλα αυτά μας πληροφορεί με κάθε λεπτομέρεια η σοφή αρχαιολόγος και λαογράφος Αγγελική Πασχαλίδου στην ωραία μελέτη της «Κυπριακή Λαϊκή Τέχνη» (Κυπριακαί Σπουδαί) τ. ΙΔ, 1950.Τόσο η καλή αρχιμαστόρισσα με τις νύφες και τις θυγατέρες όσο και ο ευγενικός δάσκαλος του χωριού το βραδάκι έξω από το μικρό καφενείο μου λένε ένα σωρό τραγούδια. Ξεχωρίζω εδώ λίγα που σχετίζονται με την ανυφάντρα και τον αργαλειό της :


Την βούφαν όπου κάθεσαι εννά την εχρυσώσω,
τζι εννά σε κάμω ταίριν μου,
άσπρον μου περιστέριν μου,
που λόου της να σε σώσω.
Στην βούφαν όπου κάθεσαι νά' ταν νά' μουν κοντά σου
,να σου τραβώ τα νήματα,τζείνα τ΄αποτυλίματα,
μέσα στην αγκαλιά μου


Από το βιβλίο της Αθηνάς Ταρσούλη «Κύπρος», 1953

Το χωριό Φύτη (Φοίτη) όπως μας το περιγράφει η Αθηνά Ταρσούλη όταν επισκέφθηκε την Κύπρο στις αρχές της δεκαετίας του 1950 για να μαζέψει λαογραφικό υλικό δεν υπάρχει πλέον. Σήμερα η Φύτη είναι ένα χωριό ερημωμένο, χωρίς φωνές, χωρίς γέλια, και χωρίς λουλούδια στις αυλές. Ο πληθυσμός του είναι όλο όλο γύρω στα 60 άτομα ως επί τω πλείστον υπέργηροι. Η πανάρχαια χειροτεχνία των περίφημων κεντημάτων της Πάφου έχει χαθεί και καμία γυναίκα στη Φύτη δεν υπάρχει να υφαίνει πλέον. Το χωριό θα μπορούσε να ευημερούσε αν το κράτος δημιουργούσε εργαστήρια χειροτεχνίας στο χωριό τα οποία θα διέσωζαν τα Φυτθιώτικα κεντήματα και θα παρείχαν και οικονομικό όφελος στους κατοίκους του χωριού , κάτι που θα τους απέτρεπε από το να το εγκαταλείψουν. Δυστυχώς τίποτα δεν έγινε, και ένας ανεκτίμητος θησαυρός της κυπριακής κληρονομιάς χάθηκε για πάντα.
Noctoc

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου