ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Ο πετεινός τζ' η όρνιθα πάσιν στον Άϊν Τάφον : Ένα παλαιό κυπριακό παραμύθι

Ο πετεινός τζ' η όρνιθα εθελήσασιν να πάσιν στον Άϊν Τάφον. Λοιπόν εμονοβουλιάσασιν τζι εσάστισαν να πάσιν πέρα. Τον πετεινόν ελέαν τον γούμενον τζιαί την όρνιθαν γουμένισσαν. Εσάστισαν τζι εβκέησαν να πάσιν. Σαν επηαίννασιν ηύρασιν την αυτοτζηνάρα τζιαί εσσαιρετίσαν την.
- Ώρα καλή σου αυτοτζηνάρα. Είπαν της.
- Καλός τον πετεινόν! Είπεν τζείνη. Αν θέλει ο Θεός που πάτε ;
- Εν να πάμεν πέρα, εν να πάμεν στον Άϊν Τάφον. Λέει ο πετεινός.
- Τζιαί πως έτυχε να πάτε πέρα ; Είπεν τους η αυτοτζηνάρα.
Τότες λαλεί της ο Πετεινός :
- Εξέβηκα πα΄στην κοπριάν να ΄βρω κουτζίν σιτάριν τζιαί κουτζίν κριθάριν να φάω τζι ηύρα έναν χαρτίν τζιαί γράφει ότι πρέπει να πάω στον Άϊν Τάφον.
- Παρατήρα να δούμεν αν είμαι τζι εγιώ μέσα. Λαλεί του η αυτοτζηνάρα.
Τότες ο πετεινός εστάθην τζι εδκαίβασέν της το χαρτίν.


Ο πετεινός ο γούμενος

η όρνιθα γουμένισσα
αυτοτζηνάρα πλουμιστή

-Είσαι μέσα. Λαλεί της ο πετεινός.

- Εν να πάω τζι εγιώ κάλο. Λαλεί η αυτοτζηνάρα.
Ε ! Ελαμνίσαν τζι επααίνναν. Σαν επααίνναν ηύραν την πέρτικαν.
- Ώρα καλή σου πέρτικα !
- Καλός στον πετεινόν. Είπεν η πέρτικα. Με το καλόν που πάτε ;
- Εξέβηκα πα΄στην κοπριάν να ΄βρω κουτζίν σιτάριν τζιαί κουτζίν κριθάριν να φάω τζι ηύρα έναν χαρτίν τζιαί γράφει ότι πρέπει να πάω στον Άϊν Τάφον.
- Παρατήρα αν είμαι τζι εγιώ μέσα. Λαλεί του η πέρτικα.
Τότες ο πετεινός εστάθην τζι εδκαίβασέν :


Ο πετεινός ο γούμενος
η όρνιθα η γουμένισσα
αυτοτζηνάρα πλουμιστή
πέρτικα κακκαριστή

Γράφει να πάης τζι εσού. Λαλεί της.

Ε ! Ελαμνίσαν τζι επααίννασιν. Επήασιν κάμποσον τόπον τζι ηύραν έναν τσούρουλλον.
- Ώρα καλή σου τσούρουλλε.
- Καλός τον πετεινόν. Με το καλόν πού πάτε ;
- Εξέβηκα πα΄στην κοπριάν να ΄βρω κουτζίν σιτάριν τζιαί κουτζίν κριθάριν να φάω τζι ηύρα έναν χαρτίν τζιαί γράφει ότι πρέπει να πάω στον Άϊν Τάφον.
- Παρατήρα αν είμαι τζι εγιώ μέσα. Λαλεί ο τσούρουλλος.
Ο πετεινός εστάθην τζι εδκαίβασεν :


Ο πετεινός ο γούμενος
η όρνιθα η γουμένισσα
αυτοτζηνάρα πλουμιστή
πέρτικα κακκαριστή
τσούρουλλος πιδκιαβλιστός


- Γράφει να πάης πέρα. Λαλεί ο πετεινός.
Ε ! Ελαμνίσαν. Επήαν κάμποσον δρόμον, τζιαί σαν επααίννασιν, ηύραν έναν αλουπόν.
- Ώρα καλή σου αλουπέ.
- Καλός τους. Λαλεί τους ο αλουπός. Με το καλον που πάτε ;
- Εξέβηκα πα΄στην κοπριάν να ΄βρω κουτζίν σιτάριν τζιαί κουτζίν κριθάριν να φάω τζι ηύρα έναν χαρτίν τζιαί γράφει ότι πρέπει να πάω στον Άϊν Τάφον.
- Παρατήρα αν είμαι τζι εγιώ μέσα. Λαλεί ο αλουπός.
Ο πετεινός εστάθην τζι εδκαίβασεν :


Ο πετεινός ο γούμενος

η όρνιθα η γουμένισσα
αυτοτζηνάρα πλουμιστή
πέρτικα κακκαριστή
τσούρουλλος πιδκιαβλιστός
αλουπός παουριστός

Γράφει να πάης τζι εσού στον Άϊν Τάφον. Λαλεί του ο πετεινός.
Ε ! Ελαμνίσαν. Σαν επααίννασιν ηύραν έναν γάαρον.
- Ώρα καλή σου, γάαρε.
- Καλός τον πετεινόν. Με το καλόν πού πάτε ;
Ο πετεινός λαλεί του.
- Εξέβηκα πα΄στην κοπριάν να ΄βρω κουτζίν σιτάριν τζιαί κουτζίν κριθάριν να φάω τζι ηύρα έναν χαρτίν τζιαί γράφει ότι πρέπει να πάω στον Άϊν Τάφον.
- Παρατήρα να δούμεν αν είμαι τζι εγιώ μέσα. Λαλεί του ο γάαρος.
Ο πετεινός εστάθην τζι εδκαίβασεν :


Ο πετεινός ο γούμενος

η όρνιθα η γουμένισσα
αυτοτζηνάρα πλουμιστή
πέρτικα κακκαριστή
τσούρουλλος πιδκιαβλιστός
αλουπός παουριστός
γάουρος αγκανιστός

- Γράφει να πάεις τζι εσού στον Άϊν Τάφον.
-Ταμάμ ! Λαλεί τους ο γάαρος. Άτε να πάμεν.
Ε ! Ελαμνίσαν τζι επααίννασιν. Επκιάσαν τζι εκαβαλλιτζέψαν του γάαρου. Ο αλουπός εκαβαλλίτζεψεν τέλεια 'πο πίσω. Σαν επααίννασιν είπεν ο αλουπός :
- Εεε ! Θώρε τον τζαιρόν! Έσσιει νερά!!
Το λοιπόν, ο αλουπός που κάθετουν που πίσω, εκατούρησεν πάνω στην νουρά του. Άρκεψεν τζιαί έσειε την νουράν του τζι εππέφταν τα ψιάδκια πάνω τους, τζιαί οι άλλοι ενομήσαν ότι έβρεσσιεν. Τότες επολοήθην ο τσούρουλλος τζιαί λαλεί τους :
- Εμέναν κανεί με τζι ένας βώλος για να γλυτώσω που τα νερά.
- Τζι εμέναν, λαλεί ο γάαρος, κανεί με έναν δεντρόν.
Επετάκτην τζι η αυτοτζηνάρα τζιαί είπεν :
- Τζι εμέναν κανεί με μια σσιοινιά να χωστώ που κάτω.
- Επολοήθην ο αλουπός τζιαί λαλεί τους :
- Είντα να πάτε ποτζεί τζιαί δα ;
- Εγιώ έχω τόπον δικόν μου, έναν σπήλιον που μας χωρεί ούλους.
- Άτε, είπασιν ούλλοι, άτε να πάμεν κάλο.
Επήασιν τζι εμπέησαν μέσα εις έναν σπήλιον. Άψαν λαμπρόν τζεί μέσα τζιαί εκάτσαν κάμποσην ώρα. Ο αλουπός εβκέην έξω, τζιαί ύστερα που κάμποσην ώρα εξέβην τζι ο πετεινός να παρατηρήσει γιατί άρκησεν ο αλουπός να στραφεί πίσω στον σπήλιον. Ο αλουπός ήτουν χωσμένος, τζιαί όσον τζιαί είδεν τον πετεινόν να φκαίνει έξω, άρπαξεν τον τζι έφαν τον.
Τότες η όρνιθα είπεν :
- Ο αλουπός τζ' ο πετεινός αρκήσασιν. Εν να πάω να δω που ένει.
-Εξέβηκεν η όρνιθα π' όξω. Έφαν την τζιαί τζείνην ο αλουπός. Ύστερα εβκέην η πέρτικα. Λοιπόν, έφαν την τζιαί τζείνην. Έμεινεν ο τσούρουλλος με τον γάαρον με' στον σπήλιον. Λαλεί του γάαρου ο τσούρουλλος :
- Τούτοι ούλλοι επήασιν τζιαί εμείνασιν τζεί ; Εν να πάω έξω να δω είντα που εγίνισαν.
Άμα εξέβηκεν έξω τζιαί εν είδεν κανέναν, ο τσούρουλλος εκατάλαβεν ότι ο αλουπός έφαν τους ούλους. Εν επρόλαβεν να φύει, τζι ο αλουπός εβούττησεν πάνω του να τον φάη. Ο Τρούρουλλος λαλεί του :
- Είντα να με φάης εμέναν έναν μιτσίν πουλλίν τζιαί να ξημαρίσεις τζιαί το στόμαν σου; Άφησμε να πάω πάνω ψηλά- ψηλά τζι άννοιξε το στόμαν σου να σσίσσω εφτής να πάω μέσα, μήτε να με μασήσης, μήτε να ξημαρίσης.
Λοιπόν, ο αλουπός εδέχτην τζι ο τσούρουλλος εξέβηκεν ψηλά- ψηλά. Ο αλουπός άννοιξεν το στόμα του για να μπη το πουλλίν μέσα, αλλά ο τσούρουλλος εγέλασεν του, τζι αντίς ν' αφήκη τον αλουπόν να τον φάη, ετσιλλάρωσεν του μέσα στο στόμα τζι έφυεν.
- Ο γάαρος έμεινεν μανιχός του με' στον σπήλιον τζί εκαρτέραν τους άλλους να στραφούν πίσω. Άμα τζι επέρασεν η ώρα τζιαί είδεν ότι εν έρκετουν κανένας, εβκέην έξω να παρατηρήση που επήασιν τζι εχάθησαν ούλλοι. Άμα τζι εξέβηκεν έξω τζιαί είδεν τον ο τσούρουλλος, επέτασεν τζιαί είπεν του ότι ο αλουπός έφαν τους ούλλους τους αλλους. Ράστιν τζείνην την ώρα, ο γαάρος είδεν τον αλουπόν να δειά πάνω του τζιαί να μάσσιεται να τον πνίξη.
Λοιπόν, λαλεί του αλουπού :
- Εμέναν είντα να με πνίξης ; Έλα να κάμωμεν μιαν συφφωνίαν.
- Είντα ' πο ΄νι η συφφωνία σου ; Λαλεί του ο αλουπός.
Έχω έναν γράμμαν στο πισινό, δεξιό μου πόϊν. Αν μπορείσης να το δκαιβάσης, να με πνίξης, αν δεν μπορείσης να το δκαιβάσης, να μ΄αφήκης. Καλόν, λαλεί του ο αλουπός. Ο γάαρος εψήλωσεν το πόϊν του τζι ο αλουπός επήεν να δκαιβάση το γράμμαν. Άμα τζιαί ο αλουπός επήεν κοντά, ο γάαρος έδωκεν του μιαν κλωτσιάν μέσ΄την φωτάδα (μέτωπο) τζι εσκότωσεν τον αλουπόν. Ύστερα έσσισεν του την τζοιλιάν του, τζι έφκαλεν τους ούλους έξω. Ήρτεν τζιαί ο τσούρουλλος τζι εκαβαλλιτζέψαν ούλλοι πάνω του τζι ελαμνίσαν για τον Άϊν Τάφον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου