ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Ο θησαυρός του παπά - Κωνσταντή: Μια αληθινή ιστορία από το χωριό Έμπα της Πάφου-The treasure of the priest Κonstantis: A true story from Emba, Paphos




Η Μαριάννα, η περβολάρισσα είναι τώρα γερόντισσα πια ενενήντα σχεδόν ετών. Τον περισσότερο χρόνο της ημέρας τον περνά στο μικρό της σπίτι ενασχολουμένη με διάφορα οικιακά ή ξαπλωμένη συλλογίζεται τα περασμένα. Κι όταν έλθει ξένος και μάλιστα είναι φιλομαθής έχει πολλές ιστορίες παλαιές να του λέγει. Marianna, the farmer is now an old woman of almost ninety years. She passes most of her time in her small house doing various domestic chores or lying down on her bed thinking about the past. And when a guest comes and especially if this guest likes to learn, she has many stories of the old days to tell.



Κάποτε, πάνω - κάτω, στα 1880 στο χωριό Έμπα ήσαν τρεις παπάδες. Οι δύο εκ των τριών ήσαν αδέλφια, ο παπά- Γιάννης και ο παπά- Κωνσταντής. Φαίνεται ότι τρεις παπάδες για ένα χωριό με μία εκκλησία ήσαν πολλοί. Ο ένας επερίσσευε και αυτός ήταν ο παπά- Κωνσταντής καθότι νεότερος. Αγαπούσε την παπαδική, αλλά δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να έλθει σε σύγκρουση με τους άλλους παπάδες και κυρίως με τον μεγαλύτερο αδελφό του. Από καιρό είχεν αποφασίσει να μετοικήσει γι΄αυτό και εξέλαβε ως θεόσταλτο δώρο την ακοή πως θέλουσι παπά σ΄ένα χωριό της ορεινής Πάφου, τον Στατό. Κι ο Στατός ευρίσκετο αρκετά μακριά από την Έμπα. Ήταν λοιπόν από τα πολύ δύσκολα να πηγαινοέρχεται μιαν απόσταση των τριάντα και πλέον μιλίων (50 χιλιόμετρα) αν και την εποχή εκείνη δεν ήταν παντελώς ασυνήθιστο. Ο παπά- Κωνσταντής όμως και η παπαδιά του ενόμιζαν χρυσή ευκαιρία την μετοίκηση έχοντας κρυφή την ελπίδα να μεταλλάξει κι η τύχη των. Διότι μαζί με τις άλλες δυσκολίες είχαν και τούτο το πρόβλημα - τα παιδιά που εγεννούσαν απέθνησκαν πρόωρα.
Αποχαιρέτησε λοιπόν , το λευιτικό ζεύγος, μιαν καλή πρωία συγγενείς και συγχωριανούς, οι οποίοι ομοθυμαδόν τους εξεπροβόδισαν ίσα μ΄ένα μίλι δρόμο. Απ΄εκεί συνέχισαν πεζοπορούντες με το υποζύγιό τους και τα λίγα υπάρχοντα τους επ' αυτού κι από τη χαμηλή Πάφο έφτασαν στην ορεινή, μετά μιας ημέρας δρόμο.
Once, more or less around 1880 in the village of Emba there were three priests. Two of the three were brothers, the priest Yiannis and the priest Konstantis. It seems that three priests in a village with only one church were too many. One of them was an extra and this extra priest was Konstantis as he was the younger of the three. He loved being a priest but he did not want in any way to get in conflict with the other priests and especially with his elder brother. From a long time now, he had decided to move away and for this reason, when he heard that they wanted a priest at the village of Statos in mountainous Paphos, he saw this development as a providential gift. And Statos was at some distance from Emba. It was therefore very difficult to come and go a distance of thirty miles (50 kilometers) while at that time it was not totally unusual. The priest Konstantis and his wife, however, saw this moving away as a golden opportunity and a hidden hope that their fate in life would change. Because along with their other problems, they also had this problem - all the children that they brought to this life died. Early one morning, the relatives and fellow villagers , said goodbye to the levite couple and walked with them for about a mile outside the village. They went on their way on foot, since they had packed their few possessions on a donkey, and started leaving the plains of Paphos for the mountainous area.




Η εκκλησία των Αγίων Ζηνόβιου και Ζηνοβίας στο χωριό Στατός

Παρελήφθηκαν από τους Στατιώτες και φιλοξενήθηκαν ως έπρεπε. Τους έδωσαν και σπίτι να μένουν. Σύντομα οικειώθησαν με το νέο τους χωριό. Αγαπήθησαν κι αγάπησαν. Και με τους ανθρώπους καλά και με τους αγίους καλύτερα, δηλαδή τον Ζηνόβιο και τη Ζηνοβία που τιμά το χωριό. Και τα χρόνια κυλούσαν ειρηνικά, πλην όμως, αν και άλλαξαν τόπο και χωριό, κι απέκτησαν κτήματα και κτηνά και σπίτια και χρυσά, η τύχη των δεν άλλαξε, παιδιά δεν απέκτησαν.Κατ΄εκείνο τον καιρό ακούστηκε πως απέθαναν σύγκοντα κι ο πατέρας κι η μητέρα μιας οικογένειας στο χωριό Μεσόγη, διένειμαν οι συγγενείς τα ορφανά ώδε κακείσε. Τότε μήνυσε κι ο παπά - Κωνσταντής και του έφεραν ένα παιδί αρσενικό και το υιοθέτησε. Επέρασέν το από μανίκι του ράσου του, εδιάβασέν του και την σχετική ευχή περί υιοθεσίας και τον εκράτησε στο σπίτι του. Η παπαδιά τον εμεγάλωνε ως δικόν της κι ο παπάς τον εσπούδαζε στα γράμματα και τα λοιπά εκκλησιαστικά πράγματα.Τα χρόνια επέρασαν, ο υιοθετημένος ενηλικιώθη, ενυμφεύθη, ετεκνοποίησε. Παρέλαβε και ανέλαβε τα υπάρχοντα του παπά όλα, κινιτά και ακίνητα κτηνά και κτήματα, τα σπίτια και τα χρήματα. Ο παπάς κι η παπαδιά εγέρασαν, εκληροδότησαν πάντα όσα είχαν μαζί και τις ελπίδες των για ειρηνική γηροκομία στον θετό υιό τους. Μάταια όμως, διότι ο μοναχογιός απεδείχθη ανεπρόκοπος και αχάριστος.Μόλις και μετά βίας ανέχθηκε την παπαδιά, η οποία αφού έμεινε στο κρεβάτι για λίγο καιρό απέθανε. Αμέσως μετά την κηδεία της, κι ενώ ο παπάς ευρίσκετο σε ανημπόρια και θλίψη, ο θετός υιός τον ανέβασε σ΄ένα γέρικο γαϊδούρι και τον απέπεμψε έξω του χωριού.

They were received by the villagers of Statos and were given the hospitality that a levite couple deserved. They also gave them a house to stay in. They soon became accustomed with their new village. They loved and were loved. With the people everything went well and with the Saints Zinovios and Zenobia who are honoured in the village , even better. And the years passed peacefully, but even if they changed place and village, and acquired land and cattle and houses and gold, their fate did not change- they could not have children.
Around that time it was heard that the father and mother of a family in the village of Mesogi had both dyed within a few days difference between them and their relatives distributed the orphans that they left behind, here and there. That's when the priest Konstantis had send a message to them and adopted a male child. He passed the child from the sleeve of his robe, read the relative prayer for adoption and kept him in his house. His wife brought him up as if he was her own flesh and blood and the priest tought him letters and other things of the church.
The years went by, the adopted son reached adulthood, he married, had children. He managed to receive and take all the belongings of the priest, movable and unmovable property, livestock and land, houses and money. The priest and his wife had grown old and passed over everything they had along with the hope for being peacefully taken care of in their old age by their adoptive son. In vain, because the son had proved to be unworthy and ungrateful. He barely tolerated the priest's wife, who died after staying in bed sick for only a short time. Immediately after the funeral, and while the priest was in indisposition and grief, his adoptive son put him on an old donkey and expelled the priest out of the village.


Μόνος, γέρος, ασθενής και τελείως ακτήμων ευρέθηκε ο παπά- Κωσταντής καβάλα στο γέρικο ζώο να οδεύει το δρόμο της επιστροφής από την ορεινή Πάφο στη χαμηλή. Κατάκοπος αυτός και το ζώο έφτασε στο πρώτο του χωριό, στη γενέτειρά του Έμπα, μνημονεύοντας τον λόγον «γυμνός εξήλθον... γυμνός και απελεύσομαι (Ιώβ α΄ 21)!!» κι ευχαριστώντας την Χρυσελεούσα της Έμπας τέλος πάντων και ένεκεν πάντων.
Οι Εμπάτες που είδαν τον γέρο παπά έσπευσαν να τον βοηθήσουν, να τον κατεβάσουν από το ζώο, εκαπαλιάζοντο να τον φιλοξενήσουν, μα ουδείς τον εγνώρισε. Αυτός τους εζήτησε και τον επήραν στο σπίτι της Ελένης του παπά - Γιάννη, της αδελφότεκνής του. Αυτή τον εδέχθηκε με συγκίνηση και με κλάματα και τον εκράτησε στο σπίτι της.Πολλά λόγια δεν εχρειάζοντο, κατάλαβαν όλοι στο σπίτι της Ελένης τι έγινε. Έδωσαν φαΐ και πιοτό στον γέροντα και ρούχα καθαρά και κλίνη να κοιμάται. Για την περιουσία του δεν είπαν τίποτε, για χρήματα δεν μίλησαν καθόλου, μόνο που πρόσεξαν όλοι πως ο παπά - Κωνσταντής κρατούσε σφικτά στον κόρφο του ένα κουτί. Κι όταν επλάγιασε το τοποθέτησε δίπλα στο προσκέφαλο του. Τον έβλεπαν να το προσέχει, να το προσκυνεί που και που και να μην απομακρύνεται από αυτό. Άλλωστε, η ηλικία του πια δεν του επέτρεπε ν΄απομακρυνθεί πολύ από το κρεβάτι.Ήταν πια πολύ κουρασμένος κι από τις ταλαιπωρίες αποκαμωμένος. Έτσι τον ενθυμάται η κόρη της Ελένης, η Μαριάννα, που ήταν, λέγει, παρούσα όταν ο παπάς κάλεσε τη μητέρα της, την αδελφότεκνή του, λίγες μέρες πριν πεθάνει και της παρέδωσε το κουτί. Στο κουτί αυτό φυλαγόταν όλος ο θησαυρός του παπά, ότι του απέμεινε από την παρελθούσα ζωή του, ότι δεν του πήραν, ότι ήταν αχρείαστο στους κοσμικούς ανθρώπους. Της το παρέδωσε ψάλλοντας με αδύνατη, πλην μελωδική φωνή : «ως στύλος ακλόνητος της Εκκλησίας Χριστού και λύχνος αείφωτος της οικουμένης, σοφέ, εδείχθης Χαράλαμπε...» Διότι, ακριβώς αυτός ήτο ο κρυφός θησαυρός του ψυχορραγούντος παπά, μικρή εικόνα και τεμάχιο του ιερού λειψάνου του Αγίου ιερομάρτυρος Χαραλάμπους.Μετά από λίγες ημέρες ο παπά - Κωνσταντής εκοιμήθη εν ειρήνη. Έφεραν τότε τους παπάδες του χωριού να τον μιζαρώσουν, μα δεν εύρισκαν φελόνι να του φορέσουν όπως πρέπει στους ιερείς. Ο μακαρίτης δεν είχε άλλο ιερατικό ένδυμα πλην ενός τετριμμένου αντεριού. Έμεινε τότε ο παπά- Ευαγόρας να του διαβάζει το ψαλτήρι κι ο παπά- Γεώργιος επήγε στη Μητρόπολη κι είπεν του Δεσπότη, το και το. Έδωκεν του ο Δεσπότης - ήταν τότε ο κυρ Ιάκωβος ο Αντζουλάτος - ένα φελόνι και το έφερε και το εφόρεσε στον κεκοιμησμένο. 'Υστερα ήλθε κι ο ίδιος ο Δεσπότης και τον εκήδευσαν. Έτσι περιήλθε ο πολύτιμος θησαυρός στα χέρια της Ελένης, η οποία τον εφύλαξε καλά μέσα σ΄ένα εντοιχισμένο ερμαράκι στο σπίτι της. Συχνά - πυκνά άνοιγε το ερμαράκι κι εθυμίαζε το ιερό λείψανο κι όταν είχε θλίψεις εκεί μπροστά στο ερμάρι εστέκετο και προσεύχετο. Κι όταν κι αυτής ήλθε η σειρά της να φύγει από τα παρόντα, παρέδωσε το ιερό κουτί στην κόρη της, την Μαριάννα. Κι αυτή συνέχισε να το φυλάγει στο ίδιο ερμαράκι.Μια φορά, ένα απόγευμα, δύο από τις κόρες της Μαριάννας, η Ναυσικά και η Ευαγγελία, ενώ έπαιζαν στο σπίτι μόνες των - ήσαν οκτώ, δέκα χρονών - ήλθαν σε καυγά κι εβλαστήμησαν. Τότε, μόλις ξεστόμισε τη βλαστημιά - το θυμάται σήμερα η Ναυσικά σα να έγινε τώρα- ακούστηκε κρότος δυνατός κι αυτομάτως άνοιξε η θύρα του ερμαριού. Το σιδεράκι που την έκλεινε, έφυγε και πετάχτηκε μέχρι την εξώπορτα, η ξύλινη θύρα κτύπησε στον τοίχο και το κουτί με το ιερό λείψανο έπεσε έξω, χαμαί.Έντρομες οι κορούδες άρχισαν να κλαίουν κι έφυγαν έξω, όπου βρήκαν την μάνα τους και της απήγγειλαν το γεγονός. Σίγουρα οι μικρές υπήρξαν μάρτυρες του ορατού μέρους αοράτου συγκρούσεως των ακαθάρτων πνευμάτων και της ιεράς παρουσίας του ιερομάτυρος και διώκτη τούτων.Πέρασαν χρόνια και χρόνια, οι μικρές αδελφές ενηλικιώθηκαν και δεν εβλαστήμησαν έκτοτε, η μητέρα των η Μαριάννα εγέρασε. Στο μεταξύ ανηγέρθη ναός του Αγίου Χαραλάμπους έξω του χωριού. Εκεί ανέκαθεν ευρίσκετο μια μεγάλη πέτρα που ήταν η Αγία Τράπεζα, ως λέγουν οι παλαιοί, το μοναδικό απομεινάρι του αρχαίου ναού. Έκτισαν λοιπόν εκεί ένα μικρό αρχικά παρεκκλήσι και ύστερα προσέθεσαν άλλα δυο κλίτη και αξωνάρθηκα. Έκτισαν μάλιστα και αρχονταρίκι πλησίον, ώστε να λαμβάνουν οι εκκλησιαζόμενοι ένα κέρασμα μετά το πέρας των ακολουθιών. Με ευχαρίστηση παρακολουθούσε την ανέγερση και εξωραϊσμό του παρεκκλησίου η γερόντισσα Μαριάννα. Τελευταίως εσκέπτετο «το σπίτι του Αγίου είναι εκεί και είναι ωραίον κι εγώ τον έχω μέσα στο ερμάρι, στο φτωχό μου το σπίτι...».Εκάλεσε λοιπόν μια μέρα τον τωρινό ιερέα της Έμπας, τον παπά - Μάριο, στο σπίτι της και του παρέδωσε το Άγιο λείψανο. Αυτός το παρέλαβε ιεροπρεπώς και σιγοψάλλοντας το τρισάγιο και το Απολυτίκιο του Αγίου Χαραλάμπους, το μετέφερε στην εκκλησία, όπου το ετοποθέτησε σε αργυρή λειψανοθήκη επί της Αγίας Τραπέζης.Η δε γερόντισσα Μαριάννα παραμένει έγκλειστη στο σπιτάκι της. Οσάκις την επισκεφθεί κανείς ανακάθεται απί της μονής οκλαδόν και διηγείται αυτήν, μα και πολλές άλλες ιστορίες σ΄όσους έχουν αυτιά που ακούουν.

Του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα.

Το κείμενο αυτό γράφτηκε το 1999. Λίγους μήνες μετά την ιστόρησή του, η γερόντισσα Μαριάννα εκοιμήθη εν ειρήνη. Αιωνία της η μνήμη και να είναι ελαφρύ το χώμα που την σκεπάζει.

Priest Konstantis found himself alone, old, weak and in total poverty, riding an old donkey and heading back from mountainous Paphos to its plains. Both he and the donkey feeling exhausted, reached his first village, his birthplace of Emba, while remembering the words "Naked I came from my mother's womb, and naked I shall return there (Job 21),!! "and thanked the Virgin Mary Chryseleousa of Emba for everything anyways.
The villagers of Emba, upon seeing the old priest, rushed to help him, to take him down from the donkey, fighting as to who would have the honour of giving him hospitality, however nobody recognized who he was. He requested from them to be taken to Eleni's house, the daughter of the priest Yiannis, his neice. She received him feeling greatly moved and crying and took him into her home.
It was not necessary for too many words to be said. In Eleni's house they all knew what had happened. They gave water and food to the old priest and clean clothes and a bed to sleep. They did not say anything about his property and did not speak at all about what happened to his money, but enstead they stood watching the priest Konstantis as he held tightly a box in his bosom. And when he went to sleep, he placed it next to his headrest. They saw him taking care so as nothing would happen to it, they saw him kissing it sometimes, and never going too far away from it. In any case, his age no longer allowed him to move far from the bed.He was too tired and overtaken from all the suffering he went through. This is how, Eleni's daughter Marianna remembers him, who was present, as she says, when the priest called her mother, his neice, a few days before he died and handed her the box. In this box was stored all the treasures of the priest, that which remained from his past life, that which was not taken away from him because it was unnecessary to secular people. He delivered it to her chanting with a weak, but melodious voice: "As pillar unshaken of Christ's Holy Church and lamp ever-burning to all the world, you emerged, O wise Charalambos ..." Because, the hidden treasure of the heart broken priest was just that- a small icon and a piece of the sacred relics of Saint Hieromartyr Charalambos. A few days after that, the priest Konstantis passed away in peace. The priests of the village were then brought to dress him up, but they could not find a feloni (part of an Orthodox priest's clothes) to dress him with, as it is costumary to put on priests. The deceased had nothing else other than a worn out priestly garment. The priest Evagoras stayed to read the Psalter and the priest Yeorgios went to the Bishopric of Paphos and told the Bishop about what happened. The Bishop - then it was Iakovos Antzoulatos - gave him a feloni and he brought it and put it on the deceased. Later the Bishop himself came also and they burried him.



This is how the precious treasure came into the hands of Eleni, who put it in a build in cupboard where it was very safe. Now and then, she would open the cupboard and put inscence smoke on the holy relics, and when she had sorrows, it was there, in front of the cupboard that she stood and prayed. And when her turn to go came, she gave the sacred box to her daughter, Marianna. And she continued to kept in the same cupboard.Once, during an afternoon, two of Marianna's daughters, Nausika and Evangelia, while playing at home alone - they were eight, ten years old - got in a fight and they cursed. Then, just as she cursed - Nausika remembers it as if it happened today- a strong sound was heard and automatically the door of the cupboard opened up. The brace which closed the cupboard, jumped out and fell as far as the front door, the wooden door hit itself on the wall and the box with the holy relic fell out, on the floor. Terrified, the girls started to cry and run outside, where they found their mother and told her about what happened. Certainly they were young witnesses to the visible part of the invisible collision of foul spirits and the holy presence of the Hieromartyr and their persecutor. Years and years passed by, the young sisters come of age and they never cursed ever since, their mother Marianna grow old. Meanwhile a church dedicated to Saint Charalambos was build outside the village. At that location there was always a large stone that used to be the altar, as the elders say, and the only remnant of the ancient church. So there, the villagers first built a small chapel, and later they added two more aisles and an outer narthex. They even built an archontariki close by so that the faithful would receive a treat at the end of the church services. Old Marianna was watching the construction and embellishment of the chapel of Saint Charalambos with great happiness. Latetly she started thinking "the house of the Saint is there, and is nice, and I have him in the cupboard, in my poor house ...". So one day she called the current priest of Emba, priest Marios, to her home and handed him the Holy relic. He received it with great devotion and transferred it to the church while chanting the trisagio and the Apolytikion of Saint Charalambos. It was put in a silver reliquary on the altar. As for old Marianna, she remains incarcerated in the house due to her age. And when some one visits her, she sits squatting on her bed and tells this story, but also many other stories to those who have ears to listen.

By Charalambos Epaminondas.

This text was written in 1999. A few months after telling this story, old Marianna passed away in peace. May she always be remembered and that the soil that covers her be light.



Translated from Greek by Noctoc
Η εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους στο χωριό Έμπα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου