ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Το τραούδιν της Αρετής : Ακριτικό Κύπριον Άσμα


Μια γυναίκα έκαμεν εννιά γυιούς στον κόσμον,
ύστερον εν που έκαμεν μιαν κόρην θυατέραν
στα σκοτεινά την έλουννεν τζιαί πάντα ήταν μέρα.
Προξένια εν που έπεψεν ο βασιλιάς που πέρα.
- Δεν δκιώ την Αρετήν, γυιέ μου, να πάει εις τα ξένα,
γιατί, αν μο' ρτη πλήξι τζιαί χολή, πκοιός έννα μου την στρέψη;
Επολοήθην Κωνσταντάς, το πρώτον της αέρφι.
- Μάνα, αν σο' ρτη πλήξι τζιαί χολή, εγιώ να σου την φέρω.
Ο γρόνος ήρτεν δίσεκτος, τζι οι εννιά γυιοί επεθάναν,
τζιαί τίποτ' εν της έμεινεν, μόνον η Αρετούσα
τζι η Αρετούσα βρίσκετον στα μακριά, στα ξένα,
στα ξένα τζιαί στην ξενιδκειάν, εις τα ξενιτεμένα.
Τζιαί μονοπάτι έκεμεν στον Άδην να πααίννη,
του Κωνσταντά εφώναζεν, να πα να της την φέρη.
- Αχ, γυιέ μου, δεν σου τό 'λεγα να μεν πάη στα ξένα,
στα ξένα τζιαί στην ξενιδκειάν, εις τα ξενιτεμένα,
τζι αν μο' ρτη πλήξι τζιαί χολή πκοιός έννα μου την φέρη!
Ο Άδης εβαρήθην την, το χώμαν έδκιωξέν την,
τζι ένα κομμάτιν μάρμαρον εγίνην φτερνιστήριν,
τζι έναν κομμάτιν χόγλακος ένινεν χαλινάριν,
τζι μια φούκτα χωματζιά εγίνητζεν αππάριν
τζι έναν μονόσσιερον πηλός, εγίνην παλικάριν.
Ππηά τζι εκαβαλλίτζεψεν στην Αρετήν τζιαί πάει
όσον να πη «έσιετε γειάν», επήεν σσίλια μίλια,
όσον να πη «με το καλόν», άλλα ΄κατόν πενήντα.
Τα κλάματ΄ήτον περισσά τζείνα που λαλούσαν-
επήεν τζιαί ο Κωνσταντάς τζει εις την Αρετούσαν.
Πκοιός τ΄ώρπιζε στον ουρανόν τούτα να τα λαλούσαν-
τώρα λαλεί ο Κωνσταντάς τζιαί εις την Αρετούσαν :
- Άτε να πάμεν, Αρετή, τζι μάνα σου σε θέλει.
- Τζι ίντα με θέλει μάνα μου, ίντα' ν το μήνυμαν της;
- Άτε να πάμεν Αρετή, τζι η μάνα σου σε θέλει.
Τον άππαρον εκρόκατσεν, πίσω του την πετάσσει.
Όσον να πη «έσιετε γειάν», επήεν σσίλια μίλια
όσον να πη «με το καλόν», άλλα ΄κατόν πενήντα,
όσον να πάσιν προς στα τζει, άλλα εξήντα μίλια.
Τζι επολοήθην Αρετή του Κωνσταντά τζιαί λάει :
- Φαίνεσταί μου, αρφούλλη μου, τζιαί θαναθκιές μυρίζεις!
Τζιαί δκιαλαλά της Κωνσταντάς τζιαί λέει τζιαί λαλεί της :
- Απ΄έναν τόπον δκιάβηκα, πόλεμον εν που κάμναν,
πο τζείθθε εν που έρεξα, τζιαί θαναθκιές μυρίζω.
Τζιαί πέζα , πέζα, Αρετή, βάλε ψουμίν να φάμεν,
να βοσσιηθή τζι ο άππαρος, στην μάνα μας να πάμεν.
Άγ-για κόρη Αρετή, τώρα να με φτερίσεις.
- Φαίνεσταί μου, ά Κωσταντά, λιβάνιν ' ν που μυρίζεις!
- Που το παζάριν δκιάβηκα τζιαί τζει ελιβανίζαν,
τζι ελιβανίσαν με τζι εμέν, τζιαί λιβανιές μυρίζω.
Γρυσόν πουλλίν εν που' κατσεν εις της ελιάς τον κλώνον,
δεν εκελάδειν να λαλή, σαν κελαδούσιν ούλλα,
μον΄εκελάδαν τζι έλεεν μ΄αγγελικήν φωνούλλαν :
- Κρίμαν σε, τέδκοιαν λυερήν, κρίμαν σε, τέδκοιαν κόρην,
να παρπατής με τους νεκρούς την νύκταν μέσ ' τα όρη!
Τότ' εφοήθην λυερή τζι επήρεν την το κλάμαν,
το κλάμαν τζιαί το κούντζυσμαν, τζιαί μούλλωσιν δεν είσιεν.
Τζι επολοήθην Κωσταντάς της λυερής τζιαί λέει :
- Ίντα' παθες ά λυερή, τζιαί πήρεν σε το κλάμαν,
το κλάμαν τζιαί το κούντζυσμαν, τζιαί μούλλωσιν δεν είσιεις;
Γρυσόν πουλλίν εν που' κατσεν εις της ελιάς τον κλώνον,
δεν εκελάδειν να λαλή, σαν κελαδούσιν ούλλα,
μον΄εκελάδαν τζι έλεεν μ΄αγγελικήν φωνούλλαν :
- Κρίμαν σε, τέδκοιαν λυερήν, κρίμαν σε, τέδκοιαν κόρην,
να παρπατής με τους νεκρούς την νύκταν μέσ ' τα όρη!
-Μούλλωσε, μούλλωσ΄, Αρετή, τζιαί μεν το πάρης πλήξιν,
του τόπου τούτου τα πουλλιά έτσ' εν που κελαδούσιν.
Θωρείς το τούτον το στράτιν, τούτον το μοναπάτιν;
Η ρύμη τούτη βκάλλει σε στης μάνας σου το σπίτιν.
- Τζιαί που πάεις, αρφούλλη μου, τζι εμέναν που μ΄αφίννεις;
-Χρωστώ τζερκά τ΄άη Γιωρκού, να πα ' να του τα άψω.
Η Αρετή της μάνας της πήεν τζιαί φάτζησέν της.
- Αν εν δκιαβάτης, ας δκιαβή, περάτης, ας περάση,
αν εν ο Μεγαλόχαρος, δεν έχω να του δώκω
η Αρετή μου έμεινεν, τζιαί τζείνη εν στα ξένα,
στα ξένα τζι εις στην ξενιδκειάν, τζι εις τα ξενιτεμένα.
- Άννοιξε, μάνα μ΄άννοιξε τζι είμαι η Αρετούσα.
Τζιαί πκοιόν καράβιν σ΄έφερεν τζιαί πκοιός καραβοτζύρης;
- Ο αερφός μ΄ο Κωνσταντάς ένι η συντροφκιά μου,
τζι η Παναγία Δέσποινα εν η βοήθειά μου.
Τ΄αερφού σου του Κωνσταντά τζιαί τες εννιά του κάμνω.
Η μάνα ξηρωμάνιζεν τζι κόρη ψυχομάχαν,
αγκάλια, αγκάλια σμίχτησαν οι δκυό τους τζι επεθάναν.

1 σχόλιο:

  1. Κοίτα σύμπτωση αυτές τις μέρες το κάναμε στο σχολείο αλλά στην Ελληνική έκδοση εν ωραίο τζιαι στα Κυπριακά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή