ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Η εκδήλωση της ανδρείας του Διγενή και του Κωνσταντά κατά την παράδοση των Παφίων και των Καρπασιτών

Στα ακριτικά άσματα της Κύπρου εξέχουσα θέση έχουν, όσα εξυμνούν την υπεράνθρωπην ανδρεία του Κωνσταντά και του Διγενή. Δεν αναφέρεται σε κανένα όμως από αυτά από που πήραν την τόση ανδρεία και γενναιότητα και πώς έτυχε να γνωρίσουν την ρώμην και αλκήν, την οποίαν είχαν. Αυτό το αναφέρουν δυο παραδόσεις οι οποίες ευτυχώς διασώθηκαν και προέρχονται από τα δυο άκρα της Κύπρου. Από την Καρπασία στα ανατολικά, και από την Πάφο στα δυτικά. Η μία από αυτές προέρχεται από το χωριό Κώμη του Γιαλού της Καρπασίας, την οποία υπηγόρευσε ο αναλφάβητος κηπουρός Τριαντάφυλλος Γιαννή, ηλικίας τριάντα ετών την 28η Απριλίου του 1921, ενώ η άλλη προέρχετε από το χωριό Αρόδες της Πάφου, και την υπηγορεύσεν ο αναλφάβητος Ττοουλής Βουαλλής, τσαγκάρης στο επάγγελμα, ηλικίας σαρανταπέντε ετών, στις 22 Οκτωβρίου του 1923. Κατεγράφησαν όπως τις υπηγόρευσαν και τις δυο στην Κυπριακή διάλεκτο.


Η παράδοση κατά Παφίους

Ο Διενής τζι ο Κωνσταντάς ήταν αέρκια. Τον τζαιρόν που επααίναν εις το σκολείον ήταν έτσου κατακομμένοι με κάτι κατακομμένα ρούχα τζι ελέαν τους τα κοπελλούδκια τα άλλα πως εν λυτσιαρίδκια τζι εδέρναν τους τζι εκλαίασιν τα κακορίζικα, τζι επαρακαλούσαν ούλλην την νύχταν τον Θεόν να τους κάμη μιαν ευκολίαν, να γλυτώσσουν που τα σσιέρκα των άλλων κοπελλουδκιών, να τους δώκει μιαν χάριν. Που τες πολλές βολές, άκουσεν τους ο Θεός, τζι έστειλεν άντζελον τζι εκατέην τζι αρώτησέν τους είντα που θέλουν που τον Θεόν τζιαί κάμνουν τόσην δέησιν. Τζιαί τζείνοι εν εζητήσασιν που τον Θεόν με ρηάλλια, με πλούτη, μόνον εζητήσαν που τον Θεόν δύναμιν. Επήεν ο άντζελος τζι είπεν του το του Θεού, ότι εν εζητούσιν τίποτε , μόνον δύναμιν. Ο Θεός έστειλεν τον άντζελον τζι έδωκέν τους δύναμιν. Άμα τους έδωκεν δύναμιν, έδωκεν τους τόσην πολλήν που εν τους εσήκωννεν η γη. Κατόπιν εκλαύτησαν εις τον Θεόν τζι εκατέην πάλε ο άντζελος τζι έδωκεν τους δύναμιν τόσην, όσον τζι έσωννέν τους η γή. Όταν τους έδωκεν τζείνην την δύναμιν, σαν επααίνναν εις το σκολείον, τα κοπελλούδκια ενομίζαν πως ήταν τα λυτσιαρίδκια, τζι εγυρέβκαν να τα δέρουν. Τα λυτσιαρίδκια, όπου εντζίζαν επεθανίσκαν τα άλλα κοπελλούδκια. Εδιούσαν τους τον πάτσον τζι εν ελαλούσαν μανά. Που τότες εφάνην η δύναμις τους. Εβκέησαν όξω του χωρκού τζιαί εβοράσαν που έναν άππαρον τζι εκαβαλλιτζέψαν που το Κτήμαν να παν την Πόλιν. Τα δικανίτζια τους, τούτα που εβαστούσαν ήταν νεβκές. Στον δρόμον που επααίννασιν, ο Θεός για να δη την καρκιάν τους, εγίνηκεν γέρος. Άμα εφτάσαν κοντά του, ο Διενής τζι ο Κωνσταντάς εσσαιρετίσαν τον. Λαλεί τους ο γέρος «Πεζάτε, τζιαί τανείτε μου να φορτωθώ το ισακκούϊν μου». Ο Διενής έφτασεν τζι εμπροδκιάην τζι έμεινεν ταπισών ο Κωνσταντάς. Ο Διενής λαλεί του: «Πέζα ολάν τζιαί τάνα του παππού μας να φορτωθή το ισακκούϊν». Εφανίστην του Κωνσταντά να μεν πεζέψη. Έμπηξεν το δικανίτζιν να φορτώση το ισακκούϊν του γέρου. Στο μπήμαν έσπασεν το δικανίτζιν, τζι εθύμωσεν ο Διενής τζι επέζεψεν. Έπκιασεν το ισάτζιν ήτσου, εσήκωσεν το πάνω, τζι εγύρεψεν να το φορτώση του γέρου. Ο γέρος εν εκαΐλισεν τζιαί λαλεί του : «Άηστο γυιέ μου τζι έσσιε την ευτζιήν μου, τζι εσήκωσες τον ήμισον κόσμον». Μέσα στο ισακκούϊν ο Θεός είσιεν τον ήμισον κόσμον.

Η παράδοση κατά Καρπασίτας

Μια βολάν είσσιεν έναν παιΐν τζιαί ήταν πολλά φτωχόν τζιαί κκέλικον. Ήταν αρφανός τζι που μάναν τζι που τζύριν. Λοιπόν το παιϊν επήαιννεν βοηχός όξω με τους βοσκούς τζιαί του ελαλούσαν : «Λάμνε, βρέ πέντα τες κουέλλες που τζεί». Τούτον, που τον επροστάζαν, εκάμναν του το κάθ' ημέρα. Λοιπόν, επαραπονιέτουν πως τον είχαν δύσκολα οι βοσσιοί. Μιαν ημέραν έκατσεν πάνω εις μιαν πέτραν μεάλην τζι αναστέναζεν εις τον Θεόν για όσα ετράβαν με τους βοσκούς. Έτσι σαν αναστέναζεν, εκατάλαβεν ότι ετάραξεν η πέτρα η μεάλη που τον τόπον της. Λοιπόν, που την ώραν τζείνην εδυνάμωσεν το κορμίν του, τζι εφανίστην του να διτζιμάση αν εδυνάμωσεν που τ' αλήθκεια το κορμίν του, τζι έπκιασεν μιαν άλλην πέτραν με το σιέριν του, που είσσιεν πάνω- κάτω δκιακόσιες οκκάες βάρος. Τούτη η πέτρα εφάνηκεν του τόσον ελαφρυά, που ήτουν σαν να είσσιεν δκιακόσια δράμια βάρος. Γύριση μέρα, είπαν του οι βοσσιοί πάλε «Κόψε βρε τες κουέλλες πο' τζει, βρε παλαιόκκελε». Τότες ο παλαιόκκελος αντιστάθηκεν του βοσκού, τζι ο βοσκός τότες εθύμωσεν τζι εμούνταρεν πάνω στον κακορίζικον τον κκέλην με τον σκοπόν να τον δέρη. Εγύρισεν τότε το σσιέριν του ο κκέλης τζι έδωσεν του έναν πάτσον, τζι εστρέβλιασεν η μουτσούνα του πίσω του τζι εξέρναν γαίμαν. Τότες οι άλλοι βοσσιοί, άμα είδαν τον σύντροφον τους, που τον έκαμεν ο κκέλης τέθκοιον χάλιν, εβουρίσαν τζιαί τούτοι θυμωμένοι να του δείξουν είντα λοής ένι τα παλλικάρκα, τζιαί τους έκαμεν τζιαί τζείνους σσιειρόττερα παρά του πρώτου. Τζι εκαταλάβασιν πως ήταν που τον Θεόν η χάρι, που είσσιεν ο παλαιόκκελος τζιαί τότες εσύραν πίσω.Ο Κκέλης λοιπόν αφού εκατάλαβεν την δύναμιν του τζιαί την χάριν του, έπκιασεν τζι έναν αππάριν τζι εδκιατζινέβκετουν εις τον κόσμον, τζι όπου αν ακούση ότι είσσιεν έναν παλλικάριν επήαιννεν να το δη. Ηύρεν έναν παλλικάριν που το ελαλούσαν Γιάννην. Τζι είσσιεν αυτός ο Γιάννης μιαν γυναίκα που ήταν πολλά ώμορφη. Λοιπόν, ο Κκέλης εμούνταρεν πάνω του τζιαί του την επήρεν. Εφανίστην του Γιάννη να ποταβριστή πάνω στον κκέλη. «Βρε», λαλεί του «Πκοιός είσε εσύ τζι ήρτες να μου πάρης την γυναίκαν μου;» Λαλεί του, «Είμαι ο Διενής ο Κκέλης που ακούεις». Ο Γιάννης ετσίππωσεν πάνω στον Διενήν για να τον κατακόψη. Εγύρισεν τότες το σσιέριν του ο Κκέλης τζιαί σφίγγει του έναν πάτσον του Γιάννη τζιαί τον εμεσοσκότωσεν. Ο Γιάννης έμεινεν τζει 'αμμαί τζι έχασκεν, τζι ο Διενής έπκιασεν την γεναίκαν του τζι έφυεν.Υστερα που γρόνια, άμα ο Διενής εκατάλαβεν ότι εν να ξηψυσσίση, αρώτησεν την κάλην του : -Εγιώ μέλλω να πεθάνω τζι όταν πεθάνω, πκοιόν μέλλεις να πάρεις;- Διενή μου, τον Γιάννη μου είχα άντραν, τον Γιάννη μου πάλε εν να πάρω. - Καλόν, γρυσή μου, έλα κοντά μου να ποσσιαιρετιστούμε τζι όταν πάω εγιώ, όπκοιον θέλεις πάρε.
Επήεν τζι η κάλη του να ποσσιαιρετιστούσιν τζι έβαλεν την μέσ' τ΄αγκάλια του, πως εν να φιληθούσιν τζι έσφιξέν την τζιαί μαζίν εξηψυσίσαν.

Πηγή: Κυπριακα Γράμματα 1938. Τα έργα τέχνης είναι του χαράκτη Χαμπή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου