ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Άσμα της Κύπρου πτώσεως υπό τους Οθωμανούς

Ο βασιλιάς εκάθετουν στην Πόλιν στο σκαμνίν του,
της Κύπρου εθθυμήθηκεν, για να γινή δική
και τρεις ππασσιάδες έφερεν, απού΄τον στην βουλήν του:
- Εσάς ππασσιάδες φρένιμοι, για να σας αρωτήσω,
την Κύπρον την εξακουστήν δικήν μας να την ποίσω
αν την διούν με το καλόν, αλλιώς να πολεμήσω.
Ένας επολοήθηκεν, απού ΄τον στην βουλήν του:
- Α βασιλιά μου φρένιμε και φοβερή μου κρίσι,
του κούτη που την Βενετιάν κάμε να του μηνύσης.
Εκάτσασιν κι εγράψασιν στ΄άστρον και το φεγγάριν,
και του τσαούση το διούν, να πα να του το πάρη.
Κι όταν εσιμικόντεψεν κοντά στην χώρν κείνην,
στέκεται, διαλοεΐζεται, πως να τον χαιρετίση,
γιατί φοάται, ζάβαλλι, μεν τον ποκεφαλίση.
- Και γειά σου, γειά σου, κούτη μου, και της Φραγκιάς η κρίσι,
ο βασιλιάς σε χαιρετά, την Κύπρον να χαρίσης,
αν την διάς με το καλό, ειδέ να πολεμήσης.
Και κούτης πολοήθην του, και λέει και λαλεί του:
- Κι η Κύπρος εν εξακουστή, που βκάλλει παλληκάρκα,
βκάλλει στρατιώτες μ΄άππαρους, στρατιώτες με κοντάρκα,
μήτε στες σέλλες πιάνονται, μήτε στα χαλινάρκα.
Βάλλει κείνος γιαννίτσαρους, βάλλω και εγιώ γεναίκες,
όϊ χηράτες κι άτροφες, μόνον αγγαστρωμένες.
Τσιμπίν, όπου περάρκησεν, τες στράτες αγκαδιούσιν,
και νάσου και τον δούλον του και κείθεν κι αναφαίνει.
- Καλώς ήρτεν το δούλος σου με τα γρουσά χαπάρκα,
ο χρόνος μήνες δώδεκα, δέκα τριά φεγγάρκα.
Την Κύπρον εν σου την διά, που βκάλλει παλληκάρκα,
κι εσού βάλλεις γιαννίτσαρους, κείνος βάλλει γεναίκες,
όϊ χηράτες κι άτροφες, μόνον αγγαστρωμένες.
Κι απολοάτ' άλλος ππασσιάς, απού' τον στην βουλήν του:
- Ά βασιλιά μου φρένιμε και φοβερή μου κρίσι,
τον ουρανόν που το σπαθίν κάμε να τον πλουμίσης.
Την θάλασσαν που τ΄άρμενα μοναύτα 'κέντησέν την,
τον ουρανόν που το σπαθίν μοναύτα 'πλουμισέν τον.
Μες στες κοστρείς τ΄άη Γιωρκού, πού ΄θελεν να λαμνίση,
παντές ο Τούρκος έβκαλεν κοπάδκια να βοσκήση
εκάμαν τον λοαρκασμόν κείνες τες εβτομάες
και κείνους αποκόψαν τους ογτόντα ΄κτώ χιλιάες,
κι ο Καρά Μουσταφά πασσιάς αφέντης της αρμάας,
κι έλαμπεν μεσ' στην μέσην τους ολόγρουση λαμπάα.
Κια μιαν ημέραν Τζερκατζήν κι επίσημην ημέραν
η βάρκια ΄πουκοιμήθηκεν κι ούλα τ΄αμπελοβάρκα
μπαίννουν κι έσσω 'κουφίσασιν χίλιων μοδιών χωράφια.
Κι έδει σε να περιδιαβής 'πο κει χαμαί στην τρούλλαν,
να δης τους άρκοντες χλομούς και τους στρατιώτες μαύρους
κι τα μικρά τ΄ανήλικα στο γαίμαν τυλιμένα
κοράσσια δώδεκα γρονών με τα γρουσά τζιανέλλια
πκιάννουν τα οι γιαννίτσαροι , για να΄ν δικά τους τέλεια.
Και τα μικρά τ΄ανήλικα επήρέν τα το γαίμαν,
κι όσ΄απομείναν ζωντανοί ας εν χαρατσωμένοι.
Η πεταλλίνα πέτεται κι ατός γρουσός λοάται,
ζωήν και γρόνια να ΄χετε όσοι τ' αγροικάτε.
Και κείνος που το έβκαλεν, σαν ποιητής λοάται,
κείνου πρέπει μακάρισι κι εμέναν τ΄ως πολλά ΄τη.

Τα κυπριακά
1891


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου