ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Το δέντρο της ελεημοσύνης: κυπριακό παραμύθι - The tree of charity: a fairy tale from Cyprus


Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος πολλά τσιγκούνης. Έλαμνε με τες φωνές τη γυναίκα του να μη δίνει τίποτε από το σπίτι σε κανένα. Άμα ερχόταν κανένας διακονητής* και του έδινε κανένα κομμάτι ψωμί, την εσκότωνε από το ξύλο. Ε, άμα εθώρε κανένα διακονητή η φτωχή, έμπαινε έσω.
- Λάμνετε στη δουλειά σας. Δεν θα δουλεύουμε εμείς να σας τα δίνομε εσάς να τρώτε, φώναζε ο άντρας της, κι έδιωχνε τους μισθούς* που του είχε στείλει ο Θεός.
- Όμως, άμα έφευγε από το σπίτι ο άντρας της, η γυναίκα πήγαινε σε ένα λάκκο μέσα στην αυλή του σπιτιού της. Εκεί έβαζε ότι ήθελε να δώσει στους μισθούς που έρχονταν στη πόρτα της. Έπαιρνε ψωμί, ελιές, και άλλα πράματα από το σπίτι, όπως κρασί, λάδι, και τα έριχνε μέσα σε εκείνο το λάκκο. Άμα έρχονταν διακονητές, ο ένας ή ο άλλος, αυτή πήγαινε κι έριχνε στο λάκκο ότι ήθελε να τους δώσει.
Πέρασε κάμποσος καιρός. Μια πρωία , σαν έκαμνε δουλειές στην αυλή, παρατηρά... ένα δέντρο βλάστησε μέσα στο λάκκο.
- Θώρει είντα εβλάστησε από μέσα εδώ, λαλεί της ο άντρας της.
- Ε, άφησε το να ψηλώσει πάνω να μας κάμνει ίσκιο.
Ψήλωνε, ψήλωνε, μέρα με την ημέρα εγένετο. Έκαμε ρίζα χοντρή, σχεδόν να κλείσει την τρύπα του λάκκου. Έκαμε φλοιούς ο κορμός κι έπεφταν χαμαί. Μιαν ημέρα, η γυναίκα άναψε λαμπρό έξω στην αυλή, για να μαγειρέψει. Παίρνει ένα φλοιό, τον έβαλε μέσα στη φωτιά. Νάσου, κατέβησαν οι Αγγέλοι:
- Τι μας θέλεις και μας φώναξες;
- Δε σας φώναξα, λαλεί τους.
- Όχι, μας φώναξες, αφού σε ακούσαμε. Έβαλες από αυτούς τους φλοιούς μέσα στο λαμπρό;
- Ναι, έβαλα.
- Ε, αυτοί οι φλοιοί είναι από το δέντρο της ελεημοσύνης και είναι από τούτο τον καπνό που εξέβη η φωνή πάνω. Τι θέλεις; Κανένα καλό, τίποτε, να σου κάμομε;
- Τι να μου κάμετε... σάμπως θέλω και τίποτε; Ένι κι ο Αρχάγγελος που παίρνει τες ψυχές εδώ;
- Εδώ είμαι κοκόνα μου.
- Θέλω, όταν παίρνεις τες ψυχές να σε θωρώ, λαλεί του Αρχαγγέλου.
- Για τ΄όνομα του Θεού, ειπέ κανένα άλλο πράγμα, της λέγει ο Αρχάγγελος, γιατί θα λυπάσαι.
- Όχι, λαλεί του, θέλω να σας θωρώ.
- Ε, να πάεις, όταν είναι ν' αρρωστήσει κανένας και θα μας δεις. Όμως πρέπει να προσέχεις, μην το πεις σε κανένα γιατί θα πεθάνεις.
-Δεν το λέγω, του είπε εκείνη.
Οι Αγγέλοι έφυγαν.
Ύστερα από λίγες ημέρες, αρρώστησε ένα μωρό του αδελφού του αντρός της. Το πήραν οι Άγγελοι- ήταν μωρό- το παίρναν με τα λουλούδια, με τα τριαντάφυλλα, με τες χαρές. Της εφαίνετο πως το πήραν έτσι όπως ήταν, ζωντανό, ολόγελο... Δεν της ήρθε λύπηση να κλάψει, αλλά άρχισε να γελά.
Σε λίγο καιρό ήρθε η σειρά ενός ανθρώπου, που ήταν μεσήλικας. Πάει η γυναίκα, τι να δει! Τον έσφαξαν κι έτρεχε το γαίμα από την πόρτα προς τα έξω, κάτω στη γη. Λερώθηκαν τα πλάσματα που ήταν εκεί κοντά, όμως δεν μπορούσαν να δουν αυτά που έβλεπε εκείνη.
Η γυναίκα όμως, ότε κι είδεν έτσι πράγμα, έκατσε έξω, κι από το κλάμα φύρτηκε. Όσοι την είδαν ηύραν τον άντρα της και του είπαν:
- Ρε, προχτές απέθανε το μωρό του αδελφού σου κι η γυναίκα σου εγέλα. Τώρα τι έπαθε κι έσυρε τόσο κλάμα με τούτον τον ξένο;
Πάει κι εκείνος τότε έσω του, να την εσκοτώσει ήθελε.
- Τι έπαθες κι ελαώθηκες, κι έσυρες τόσον κλάμα για τούτον τον παλιάνθρωπο που πέθανε, ενώ εγέλας όταν πέθανε το μωρό του αδελφού μου; Θέλω να μου πεις ειδεμή να φύγεις από το σπίτι.
Έ, τι να κάμει τώρα η φτωχή; Να το πει; Θα πεθάνει. Αν δεν το πει θα χάσει τον άντρα της. Τι να πει και τι να κάνει...
-Καλύτερα να μην ζητούσα τίποτε από τον Αρχάγγελο, είπε μέσα της. Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Τι γύρευα και ήθελα να θωρώ τον Αρχάγγελο όταν πέρνει τες ψυχές; Γιατί να ζητήσω χάρη για ένα καλό που έκαμα; Ο Θεός μου έστελνε τους μισθούς για να τους βοηθήσω και να ελεήσει τη ψυχή μου. Δεν έπρεπε να ζητήσω τίποτα από τους Αγγέλους που έφερε το δέντρο της ελεημοσύνης.
Σκέφτηκε καλά, καλά και μετά φώναξε στον άντρα της.
- Να πας να φέρεις τον παπά, να με ετοιμάσει, να με μεταλάβει και θα σου πω.
Πάει εκείνος, ένα βούρος, έφερε τον παπά. Ο παπάς λέγει της γυναίκας:
- Κόρη μου, μα... αφού δεν είσαι άρρωστη...
Να με ετοιμάσεις, να μου κάμεις Άγιον Ευχέλαιο, να με μεταλάβεις, γιατί έχω κάτι να σας πω.
Ξάπλωσε πάνω στη μονή της, ο παπάς της διάβασε το Άγιον Ευχέλαιο, τη σταύρωσε με το λάδι και τη μετάλαβε. Ύστερα ανακάθισε και τους είπε όλη την ιστορία. Αμέσως μετά έγυρε και πέθανε, και πήραν οι Αγγέλοι την ψυχή της.

* διακονητές στη Κύπρο ονομάζονται οι ζητιάνοι
* μυσθοί στη Πάφο ονομάζονται οι ζητιάνοι

Κυπριακό Παραμύθι : Καταγράφηκε από τον Χαράλαμπο Επαμεινώνδα.

There was once a man who was very stingy. He always yelled at his wife and told her not to give anything from the house to anyone. Whenever a beggar came and she gave him a piece of bread, he would beat her up very badly. So, whenever the poor woman saw a beggar coming, she would get into her house and shut herself in.
- Go away, get lost from here. We will not work in order to give you our food to eat, cried her husband, and drove the beggars that were sent by God away.
But as soon as her husband left the house, the woman would go to a pit in the backyard. She would bring from the house bread, olives, and other things such as wine or oil, and throw them into that pit. When the beggars came, no matter who it was, she would go and throw in the pit whatever the beggars needed to give them.
A long time had passed by. One early morning, while the woman was doing housework in her back yard, she looked.... and saw that a tree had gown inside the pit.
- Look what has grown in here, said her husband.
- Oh, let it grow and get tall so that it will give us shade, the woman replied.
Day by the day the tree grow taller and taller. It's root became so thick that it almost shut the hole of the pit. Its trunk made bark which fell down on the ground. One day the woman lite up fire, out in her back yard, in order to cook. She took a piece of bark and put it inside the fire. Right away, the Angels came down.
- What do you want from us and you called us down?
- I did not call you, she said to them.
- No you called us, we heard you calling us. Did you put a piece of bark from this tree inside the fire?
- Yeah I did.
- Well, this piece of bark is from the tree of charity, and it is from it's smoke that the voice came from. What do you like, would you like anything for us to do for you? Any favour?
- What can you do for me... do I even want anything? Is the Archangel that takes the souls away here also?
- I am here lady, said the Archangel.
- I want to be able to watch during the time when you take people's souls away.
- In the name of God, ask from something else, because such a thing will make you feel very sad, said the Archangel.
- No, she said to him, I want to be able to watch you.
- As you wish. Whenever some-one gets sick, go to their house and you will see us. However, you must be careful, do not tell anybody about it because you will die.
I will not say anything, the woman replied.
The Angels left.
After a few days a child of her husband's bother got sick. The angels took him away- he was a baby- they took him away covered with flowers, with roses, with happiness. As they took him away in such a manner, it seemed to her that the child was alive, full of smiles... She did not feel sad nor did she cry, but started to laugh.
In a little while, it was the turn of a middle aged man to go. The woman went to his house, but what did she see ! The man was massacred and his blood was running from the door of his house, outside, down to the ground. The people who were near by got soiled from the blood, but they could not see what she was able to watch from inside his house.
The woman however, who saw such a murder, sad outside the man's house and fainted from crying so much. Those who saw her found her husband and told him:
- Hey, your brother's child died the other day and your wife was laughing. What happened to her now and she cried so much about the death of this strange man?
After hearing this, the woman's husband went to his house and he was so angry that he wanted to kill her.
- What happened to you and you went crazy and cried so much about this scoundrel of a man who died but you were laughing when my brother's child passed away? I want you to tell me, otherwise get your things and leave this house.
What could the poor woman now do? If she told him, she would die. If she did not say anything, she would loose her husband. What would she say and do now...
- I wish that I did not ask for anything from the Archangel, she told herself. The living should be with the living and the dead with the died. What was my business wanting to watch the Archangel while he was taking away the souls, why ask for a favour in return for giving alms to the poor? God had sent the beggars to me to help them so that he would give mercy to my soul. I shouldn't have asked for anything from the Angels who were brought by the tree of charity.
She thought for a long time and then she called her husband:
- Go bring the priest, to prepare me, to give me communion, and I will tell you everything.
Her husband went running and brought the priest to his house. The priest said to the woman:
- My child, why... you are not sick...
- Prepare me father, give me my Last Rites, give me communion, because I have something to tell you.
She lied on her bed, the priest read her the Last Rites, crossed her with oil and give her communion. After that, she sat on the bed and told them the whole story. Right after she finished, she fell on the bed and died. The Angles came and took her soul.

A fairy tale from Cyprus. Transferred into written form by Charalambos Epaminondas.

Translated from Greek by Noctoc

2 σχόλια:

  1. Αυτά τα παραμύθια μου κόβουν την ανάσα με τη σκληρότητα και ειλικρίνειά τους.

    Καλές γιορτές Noctoc!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έπεται κι άλλο με το καλό.

    Χρόνια Πολλά φίλη μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή