ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Γιώργος Σεφέρης : Οι γάτες τ' Αϊ-Νικόλα - George Seferis : The Cats of Saint Nicholas


Τον δ' άνευ λύρας όμως υμνωδεί
θρήνον Ερινύος
αυτοδίδακτος έσωθεν
θυμός, ου το παν έχων
ελπίδος φίλον θράσος.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, 990 επ
.


"Φαίνεται ο Κάβο-Γάτα ...", μου είπε ο καπετάνιος
δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι
τ' άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα,
"... και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη·
λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού.
Τρία καρτίνια αριστερά!"
Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο
κι ο Ραμαζάν πώς κοίταζε κατάματα το θάνατο,
μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής
στον παγωμένον ήλιο
κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός.
Μη σταθείς ταξιδιώτη.
"Τρία καρτίνια αριστερά" μουρμούρισε ο τιμονιέρης.

... ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστός σ' ένα μικρό σπίτι με εικόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ' τα κάδρα.
Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού
σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε
κι ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας
αλλοτινές ελεημοσύνες.

"Παράξενο", ξανάειπε ο καπετάνιος.
"Τούτη η καμπάνα -μέρα που είναι-
μου θύμισε την άλλη εκείνη, τη μοναστηρίσια.
Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος
ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.

"Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,
-σαράντα χρόνια αναβροχιά-
ρημάχτηκε όλο το νησί·
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τούτο τ' ακρωτήρι,
χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου
και φαρμακερά.
Το μοναστήρι τ' Άι-Νικόλα το είχαν τότε
Αγιοβασιλείτες καλογέροι
κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια
κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή·
τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.
Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα
και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη.
Όλη μέρα χτυπιούνταν ως την ώρα
που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.
Απόδειπνα πάλι η καμπάνα
και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.
Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,
άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη
χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι.
Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα
πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί.
Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος
χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ωσάν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή! Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.
Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι".
"Γραμμή!" αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης.

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969


But deep inside me sings
the Fury's lyreless threnody;
my heart, self-taught, has lost
the precious confidence of hope . . .
Aeschylus, "Agamemnon" 990 ff



'That's the Cape of Cats ahead,' the captain said to me,
pointing through the mist to a low stretch of shore,
the beach deserted; it was Christmas day —
'. . . and there, in the distance to the west, is where
Aphrodite rose out of the waves;
they call the place "Greek's Rock."
Left ten degrees rudder!'
She had Salome's eyes, the cat I lost a year ago;
and old Ramazan, how he would look death square in the eyes,
whole days long in the snow of the East,
under the frozen sun,
days long square in the eyes: the young hearth god.
Don't stop, traveller.
'Left ten degrees rudder,' muttered the helmsman.

. . . my friend, though, might well have stopped,
now between ships,
shut up in a small house with pictures,
searching for windows behind the frames.
The ship's bell struck
like a coin from some vanished city
that brings to mind, as it falls,
alms from another time.
'It's strange,' the captain said.
'That bell — given what day it is —
reminded me of another, the monastery bell.
A monk told me the story,
a half-mad monk, a kind of dreamer.

'It was during the great drought,
forty years without rain,
the whole island devastated,
people died and snakes were born.
This cape had millions of snakes
thick as a man's legs
and full of poison.
In those days the monastery of St Nicholas
was held by the monks of St Basil,
and they couldn't work their fields,
couldn't put their flocks to pasture.
In the end they were saved by the cats they raised.
Every day at dawn a bell would strike
and an army of cats would move into battle.
They'd fight the day long,
until the bell sounded for the evening feed.
Supper done, the bell would sound again
and out they'd go to battle through the night.
They say it was a marvellous sight to see them,
some lame, some blind, others missing
a nose, an ear, their hides in shreds.
So to the sound of four bells a day
months went by, years, season after season.
Wildly obstinate, always wounded,
they annihilated the snakes but in the end disappeared;
they just couldn't take in that much poison.
Like a sunken ship
they left no trace on the surface:
not a miaow, not a bell even.
Steady as you go!
Poor devils, what could they do,
fighting like that day and night, drinking
the poisonous blood of those snakes?
Generations of poison, centuries of poison.'
'Steady as you go,' indifferently echoed the helmsman.

Wednesday, 5 February, 1969

Translated by Edmund Keeley and Philip Sherrard, 1995

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου