ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Ο Άγιος Θεόδουλος ο Στυλίτης - Saint Theodulus the Stylite

Ο Άγιος Θεόδουλος έζησε τα χρόνια που ήταν βασιλιάς στην Κωνσταντινούπολη ο Μέγας Θεοδόσιος. Ήταν μάλιστα αρχηγός των σωματοφυλάκων του αυτοκράτορα. Τον αποκαλούσαν πατρίκιο κι έπαρχο των πραιτωρίων. Είχε γυναίκα και σπίτι αρχοντικό, εξουσία, δύναμη, και υπόληψη στο παλάτι και στην πόλη. Στον χαρακτήρα ήταν ακέραιος, άμεμπτος.
Μετά λύπης του έβλεπε όμως πως εκεί που υπηρετούσε, κάθε άλλο παρά ευθύτητα και τιμιότητα υπήρχε. Καθημερινά παρατηρούσε τη διαφθορά, την πλεονεξία και τις αρπαγές που έκαναν οι μεγάλοι αξιωματούχοι του κράτους. Μη μπορώντας να κάμει τίποτε γι΄αυτό, μα ούτε και να κάνει τα στραβά μάτια, παραιτήθηκε από τη θέση του επάρχου και ησύχαζε στο σπίτι του.
Μετά από λίγα χρόνια πέθανε η γυναίκα του. Τίποτα δεν τον έδενε πια με τον κόσμο. Έδωσε την περιουσία του σε φτωχούς κι έφυγε κρυφά. Πήγε μακριά στην Ανατολή, στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας, όπου υπήρχαν τότε πολλά μοναστήρια κι έγινε μοναχός. Δόθηκε ολόψυχα στην άσκηση, στη νηστεία και προσευχή.
Σύντομα προχώρησε στη μοναχική αρετή, έβγαλε φήμη πως είναι άγιος και πολλοί έρχονταν κοντά του να τον συμβουλευτούν. Αυτός ποθούσε την απομόνωση και την ασταμάτητη προσευχή. Γι' αυτό έστησε μία κολόνα κι' ανέβηκε επάνω. Μέσα στο κιονόκρανο υπήρχε χώρος όσο για να κινείται και να κοιμάται καθιστός.
Πέρασε τριάντα χρόνια πάνω στο στύλο και τόσο πολύ έκοψε τη σχέση του με τα γήινα, ώστε ολόκληρη τη βδομάδα δεν έτρωγε τίποτε. Μόνο την Κυριακή, μετά τη θεία κοινωνία έπαιρνε ένα μεγάλο αντίδωρο και ζούσε.
Μια μέρα εκεί που προσευχόταν του' ρθε μια σκέψη : «άραγε είναι άλλος στον κόσμο που να είναι ίσος και όμοιος με μένα μπροστά στο Θεό;»
Το συλλογίστηκε, το καλοσκέφτηκε, του΄γινε καθημερινή ενόχληση. Μια μέρα ακούει μια φωνή να του λέγει : «ίσος και όμοιος με σένα είναι ο Κορνήλιος, ο μίμος από τη Δαμασκό!»
Μόλις άκουσε αυτή τη φωνή, ταράχτηκε. Δεν μπορούσε πια να ησυχάσει εκεί πάνω μοναχός του. Ήταν λόγος να κατέβει. Κατεβαίνει λοιπόν από το στύλο και πηγαίνει ίσια στη Δαμασκό. Ρωτούσε όποιον εύρισκε μήπως γνωρίζει τον Κορνήλιο, το μίμο.
Ρωτώντας από κει, ρωτώντας από εδώ, βρήκε τον Κορνήλιο. Έπεσε αμέσως στα πόδια του και τον παρακαλούσε :
- Πες μου Κορνήλιε, στ΄όνομα του Θεού, ποια είναι η αρετή σου;
- Δε γνωρίζω από αρετές, πάτερ μου, απαντούσε ο Κορνήλιος. Είμαι μίμος, γελωτοποιός, άνθρωπος αμαρτωλός.
- Μίλησε μου για τη ζωή σου, στ΄όνομα του Χριστού, συνέχισε να τον παρακαλεί με δάκρυα ο Όσιος Θεόδουλος.
Τότε ο Κορνήλιος είπε :
- Εγώ, πάτερ μου, από νεαρή ηλικία και για πάρα πολλά χρόνια συναστρεφόμουν μίμους, γελωτοποιούς και χορευτές.
Πριν μερικά χρόνια, συνέχισε ο μίμος, μια γυναίκα της πόλης μας, όμορφη, τίμια, προκομμένη μα κι αρχόντισσα παντρεύτηκε έναν άνδρα, που βγήκε σπάταλος κι απερίσκεπτος. Δεν άργησε να ξοδέψει την περιουσία της γυναίκας του και να χρεωθεί κιόλας πολλά λεφτά από πολλούς δανειστές. Κι επειδή δεν μπορούσε να ξεχρεώσει, τον έβαλαν στη φυλακή. Η γυναίκα του βρισκόταν σε απελπισία, γιατί τα παιδιά τους πεινούσαν και οι δανειστές την πίεζαν να πορνεύσει, για να κερδίσει χρήματα.
Ακούγοντας το, πήγα κρυφά και την βρήκα. Της λέω : πόσο είναι το χρέος σου, κυρία μου; «Τετρακόσια χρυσά νομίσματα» μου λέει. Τότε έκαμα τους υπολογισμούς μου. Είχα στο σπίτι διακόσια τριάντα, δε φτάνουν. Πήγα και πούλησα τα καλά μου ρούχα, τα κοσμήματά μου, και μερικά άλλα πράγματα από το σπίτι μου, ώσπου συγκέντρωσα τα τετρακόσια νομίσματα. Πήγα πάλι κρυφά και της τα΄δωσα. Ελευθέρωσε, της είπα, τον άνδρα σου, και να εύχεστε για μένα να με συγχωρέσει ο Θεός την ημέρα της Κρίσεως.
Αυτά όταν άκουσε ο Άγιος, κατάλαβε γιατί ο Θεός τον είχε ίσο με τον Κορνήλιο, και χάρηκε μάλιστα. Αγκαλιάστηκαν τότε σα φίλοι, σαν αδελφοί και δόξασαν το Θεό μαζί.
Μετά ο Άγιος Θεόδουλος επέστρεψε στο στύλο του με ταπεινή σκέψη κι εσωτερική χαρά. Σε λίγο καιρό κοιμήθηκε ειρηνικά. Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του στις 3 Δεκεμβρίου.
Για τον Κορνήλιο άλλοι λένε πως έμεινε στη Δαμασκό, άλλοι πως πήγε μαζί με τον Όσιο στην έρημο. Το σίγουρο είναι πως έζησε το υπόλοιπο της ζωής του με ειρήνη.

Από το βιβλίο «ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ» του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα

Saint Theodulus (Theodoulos) lived during the period when Theodosius the Great was king at Constantinople. He was even the captain of the bodyguards of the emperor. He was a Patrician and the Administrator of the Provinces. He had a wife and a house fit for a nobleman, power, might, and high status in the palace and the city. In character he was honest and unblemished.
However, with great sadness and regret, he was observing that at the place where he served, anything but openness and honesty existed. Daily, he observed corruption, greed and grabs made by major officials of the state. Unable to do anything about it, but at the same time, not able to turn a blind eye, he resigned from his position as Provincial Administrator and lived calmly at home.
After a few years his wife died. Nothing could now tie him with secular life. He gave his fortune to the poor and left secretly. He went off to the East, at Edessa of Mesopotamia, where there were then many monasteries, and became a monk. He give himself wholeheartedly to spiritual exercise, to fasting and prayer.
Soon, he aquired the virtues of a monk's life, and became famous as having the reputation of being a saint, and many were those who came to him for consult. He, however, desired isolation and unrelenting prayer. So he set up a column and ascended up on it. On the column's top, there was enough room for him to move a little and sleep sitting down.
He spent thirty years on the column and had cut his relationship with worldy life so much, that during the whole week he did not eat anything. Only on Sundays, after Holy Communion, he took a piece of Holy Bread and lived on that.
One day while he was praying, a thought came to him: "is there anyone else in the world who is equal and similar to me in front of God? "He thought about it, and re-thought about it, up the point where this question became a daily annoyance in his mind. One day he heard a voice saying to him "equal and similar to you is Cornelius, the mime from Damascus!"
As soon as he heard this voice, he was shaken. He could no longer find peace up there on that column all alone. There was a reason for him to come down. He descended therefore from the column and went straight to Damascus. He asked anyone he could find if they knew Cornelius, the mime.
He asked there, he asked here, and finally he found Cornelius. He immediately fell on his feet and begged:
- Tell me Cornelius, in the name of God, what is your virtue?
- I do not know of virtues, Father, answered Cornelius. I am a mime, a clown, a sinful man.
- Talk to me about your life in the name of Christ, Saint Theodulus continued asking him in tears.
Then Cornelius said:
- I, my Father, from an early age and for many years have made company with mimes, clowns and dancers.
A few years ago, continued the mime, a woman of our city, beautiful, honest, vertious, but also a noble woman, married a man who turned out to be a big spender and inconsiderate. It did not take long for him to spend the fortune of his wife and get in debt to many money lenders on top of that. And because he could not pay them back, he was put in prison. His wife was in despair because their children were hungry and the money lenders pressed her to become a prostitute in order to make money.
After hearing all these, I went in secret and found the woman. I said to her: how much money do you owe, ma'am? "Four hundred gold coins," she replied. Then I did my calculations. I had two hundred and thirty at home, not enough. I went and sold my expensive clothes, my jewelry, and some other stuff from my house, until I put together four hundred coins. I went back again and secretly gave them to her. Release your husband, I said to her, and both of you wish for me for God to forgive my sins on the day of the Last Judgement.
When the Saint heard all these, he realized why God had him equal to Cornelius, and he was happy for that. They embraced as friends, as brothers, and glorified God together.
After that, Saint Theodulus returned to his column with humble thoughts and inner joy. He passed away peacefully soon after that. Our Church celebrates his memory on December 3.
As for Cornelius, some say that he stayed in Damascus, others that he left together with the saint for the desert. What is certain is that he lived the rest of his life in peace.

From the book "FOR THE LOVE OF CHRIST" By Charalambos Epaminondas

Translated from Greek by Noctoc


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου