ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Η Νεομάρτυς Αγία Κυράννα - The New Martyr Saint Kyranna

Η Εκκλησία μας σήμερα εορτάζει τη μνήμη της νεομάρτυρος Κυράννης. Η αγία Κυράννα καταγόταν από το χωριό Όσσα της Θεσσαλονίκης. Επειδή ήταν πάρα πολύ όμορφη, μια μέρα κάποιος γενίτσαρος που ήλθε στο χωριό της νεομάρτυρος για να εισπράξει τους φόρους, βλέποντάς την, θέλησε να την κάνει γυναίκα του. Αν και προσπαθούσε με κολακείες και δώρα να την πείσει να αλλαξοπιστήσει και να τον παντρευτεί, η σεμνή κόρη αρνιόταν πεισματικά και δεν υπέκυπτε στις κολακείες του. Τότε, αυτός άρχισε να τη φοβερίζει και να την απειλεί ότι αν δεν αρνηθεί την πίστη της, θα τη βασανίσει και θα τη σκοτώσει.
Αλλά, η αγία ούτε και με τις απειλές και τις φοβέρες πτοήθηκε. Οπόταν, αυτός τη συλλαμβάνει και την οδηγεί στον κριτή της Θεσσαλονίκης, όπου ενώπιόν του ψεύδεται λέγοντας ότι τον γέλασε η Κυράννη, διότι ενώ του υποσχέθηκε ότι θα αλλαξοπιστήσει και θα τον παντρευτεί, στο τέλος αρνήθηκε. Όταν ζήτησαν το λόγο από την αγία, αυτή ενώπιον όλων ομολόγησε πίστη στον Χριστό και ευθύς οι Τούρκοι τη φυλάκισαν. Μες στη φυλακή η αγία δεχόταν καθημερινά βασανισμούς κι από τον γενίτσαρο κι από τον δεσμοφύλακα, ο οποίος μια νύχτα, στις 28 Φεβρουαρίου 1751, άφησε κρεμασμένη την Κυράννη κι έφυγε. Τις πρωινές ώρες το σώμα της αγίας καλύφθηκε από θείο φως, την ώρα που παρέδιδε το πνεύμα της στον Θεό και οι χριστιανοί φυλακισμένοι δοξολογούσαν τον Κύριο και οι μωαμεθανοί ήσαν φοβισμένοι, διότι νόμισαν ότι ήταν φωτιά. Όταν, ο χριστιανός φύλακας πήγε να κατεβάσει την αγία και τη βρήκε νεκρή περιποιήθηκε το ιερό λείψανό της και την επομένη το παρέλαβαν χριστιανοί και το ενταφίασαν.
Στο χωριό Όσσα, βρίσκεται ο Ιερός Ναός της Μεγαλομάρτυρος Αγίας Κυράννας, που είναι και πολιούχος της κοινότητας, αφιερωμένος στη μνήμη της νεομάρτυρος Κυράννας, η οποία γεννήθηκε και έζησε στην Όσσα. Ο ναός κτίστηκε το 1840, όπως αναφέρει ο Αστέριος Θηλυκός ή το 1868 σύμφωνα με επιγραφή κτίσεως. Σε αυτόν φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Αγίας Κυράννας, φιλοτεχνημένη γύρω στο 1870, από τον Χριστόδουλο Ιωάννου Ζωγράφο από την Σιάτιστα.
Ο ναός αποτελεί κέντρο αναφοράς των Οσσαίων, τόπο λατρείας για όλη την περιοχή, και εκεί γιορτάζει στις 8 Ιανουαρίου.


Our Orthodox Church today celebrates the memory of the New Martyr Kyranni or Kyranna.Saint Kyranna came from the village of Ossa near Thessaloniki. Because she was very beautiful, one a day a certain janissary who came to the New Martyr's village in order to collect taxes, upon seeing her, he wanted to make her his wife.Even if he tried to persuade her to change her religion with flatterings and gifts in order for her to marry him, the modest girl stubbornly refused to resign to his flattering. Then he began to bully and to threaten her that if she did not give up her faith, he would torture and kill her.
But the saint did not change her mind, neither with the threats nor his bullying. He therefore, captured her and brought her to the Muslim judge in Thessaloniki, where before the judge, he lied by saying that Kyranni cheated him by promising him that she would become Muslim in order to marry him, but at the end she refused to do so. When the Saint was asked to defend herself, she confessed before all who were present, her faith in Christ, and right after, the Turks imprisoned her. Inside the prison, the Saint went through daily torture from the janissary and the prison guard, who one night, on the 28th of February 1751, left Kyranni hanging and left. In the morning the body of the Saint was covered by Holy Light, as her soul was delivered to God, and the Christians prisoners upon seeing that, they started to glorify the Lord, but the Muslims were afraid because they thought it was fire. When a Christian guard went to bring down the body of the Saint and found out that she was dead, he took care of it, and the next day it was given to the Christians who buried it.
Today, in the village of Ossa, a great church exists dedicated to the New Martyr, Saint Kyranna, who is also the patron Saint of the community, and for this reason it is dedicated to her memory, since she was born and lived in Ossa.According to the historian Asterios Thilikos, the church was built in 1840, or according to its foundation date, it was build in 1868.The miraculous icon of Saint Kyranna is kept inside the church, which was painted around 1870, by Christodoulos Ioannou Zografos from the village of Siatista.
The church is a center of reference for the villagers of Ossa, a place of worship throughout the region and her memory there is celebrated on January 8.


Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

Η άνοδος και η πτώση των Αθηνών - The rise and fall of Athens

Η κατάληψη της Σέστου το 478 π.Χ., έφερε το τέλος των Περσικών πολέμων κατά της ηπειρωτικής Ελλάδας, και έτσι οι Έλληνες θα μπορέσουν για άλλη μια φορά να αναπνεύσουν τον αέρα της ελευθερίας. Όμως, η κατάληψη της Σέστου δεν έφερε μόνο το τέλος της εισχώρησης της Περσίας μέσα στην Ευρώπη, αλλά και έκλεισε και το κεφάλαιο της ηγεμονίας της Σπάρτης πάνω σε όλους τους Έλληνες, που με τη σειρά της, σηματοδότησε μια νέα αυγή για την ιστορία της Ελλάδας.


Η εμφάνιση της Αθήνας, ως νέας κυρίαρχης δύναμης πάνω στην Ελλάδα ήταν η συνέπεια της ανικανότητας της Σπάρτης να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, λόγω της παράδοσης του συντηρητισμού και του απομονωτισμού. Η Αθήνα από την άλλη πλευρά, ήταν ένα κράτος ζωτικότητας, αφού οι δημοκρατικοί της θεσμοί έδωσαν στο λαό της Αθήνας τα κίνητρα για να αναπτυχθεί οικονομικά, και αυτό προκάλεσε την επέκταση της επιρροής της πόλης πέρα από την σφαίρα της Αττικής. Η ικανότητα της Αθήνας να είναι διορατική, έφερε την πόλη να συμπεράνει ότι η γεωγραφική της θέση, η οποία ήταν σε άγονη γη, θα μπορούσε να παράγει μόνο μια ισχνή διαβίωση και ένα χαμηλό επίπεδο ζωής. Οι ηγέτες της Αθήνας, όπως ο Σόλων, γνώριζαν πολύ καλά ότι η πόλη τους θα μπορούσε να επιβιώσει και να αναπτυχθεί μόνο εάν γινόταν μια θαλάσσια δύναμη όπου έτσι θα μπορούσε να της επιτραπεί το εμπόριο για σιτηρά και άλλα αγαθά.

Ο έλεγχος της θάλασσας για εμπορικές συναλλαγές δεν ήταν ο μόνος λόγος πίσω από την ανάδειξη της Αθήνας ως μιας θαλάσσιας δύναμης. Αφού ήταν μια πόλη στην πεδιάδα της Αττικής, η Αθήνα δεν είχε φυσική προστασία κατά των εισβολέων, και ως εκ τούτου, η μόνη λύση για την άμυνα της ήταν η δημιουργία ενός ισχυρού ναυτικού στόλου. Αυτή η στρατηγική η οποία αποδείχτηκε σωστή στα επακόλουθα χρόνια, ήταν να αποδείξει την αξία της όταν τέθηκε σε εφαρμογή κατά τη διάρκεια των νέων Περσικών επιδρομών, όπου όχι μόνο η Αθήνα, αλλά και ολόκληρη η Ελλάδα σώθηκε κυρίως λόγω του Αθηναϊκού ναυτικού στόλου.

Η αναγνώριση της Αθηναϊκής κυριαρχίας πάνω από τη Σπάρτη ήταν αναμφισβήτητη ανάμεσα στις πρόσφατα απελευθερωμένες πόλεις κράτη του Αιγαίου και στα παράλια της Μικράς Ασίας. Αυτή η κυριαρχία επιβλήθηκε εκ νέου όταν οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν να υποχωρήσουν στην Πελοπόννησο, αντί να βοηθήσουν τους Αθηναίους για την απελευθέρωση των Ελλήνων της Ανατολής στη Μικράς Ασία που είχαν επαναστατήσει κατά της κυριαρχίας των Περσών. Η μάχη της Σέστου και η Αθηναϊκή κατάληψη της πόλης, έδωσε στην Αθήνα την επίσημη αναγνώριση ως απελευθερώτριας των Ελλήνων της Ανατολής από τον Περσικό ζυγό.

Στο όνομα της ελευθερίας και της προστασίας τους από τους βαρβάρους, η Αθήνα ανέλαβε την ευθύνη ως ηγεμών των απελευθερωμένων πόλεων.Το χειμώνα του 478-7 π.Χ., ιδρύθηκε η εθελοντική Ομοσπονδία της Δήλου και το θησαυροφυλάκιο του Συνδέσμου εγκαταστάθηκε στο ιερό νησί της Δήλου, συνεπώς, είναι από αυτό το νησί που ο Σύνδεσμος πήρε το όνομα του.

Ο Σύνδεσμος περιλάμβανε τις Ιονικές και Αιολικές πόλεις της Μικράς Ασίας, τα νησιά που γειτνιάζουν με τις ακτές τους, από τη Λέσβο μέχρι την Ρόδο, ένα μεγάλο αριθμό πόλεων από την Προποντίδα (Πόντο) και ορισμένες στη Θράκη, τα περισσότερα από τα νησιά των Κυκλάδων και όλη την Εύβοια εκτός της Καρύστου .

Με την ανακήρυξη της ως την δημιουργό των πόλεων του Ιονίου, και συνεπώς, όλων των Ελλήνων που προέρχονταν από τη φυλή των Ιώνων, η Αθήνα ενίσχυσε περαιτέρω το αίτημα της ως ηγεμών της Συμμαχίας, και πήρε το θάρρος να καθορίσει τη τιμή που κάθε κράτος έπρεπε να πληρώσει. Ορισμένα μέλη είχαν την υποχρέωση να παρέχουν πλοία και ορισμένα να παρέχουν λεφτά.Τα πλοία ενσωματώθηκαν στον Αθηναϊκό ναυτικό στόλο και ο αριθμός των πλοίων που κάθε πόλη-κράτος έπρεπε να συμβάλει, αλλαζόταν ετησίως. Με αυτές τις αξιολογήσεις με φόρους για κάθε μέλος της συμμαχίας, η Αθήνα μπήκε στο δρόμο για να γίνει αυτοκρατορία.

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ο αρχικός σκοπός της δημιουργίας της Συμμαχίας της Δήλου ήταν για την προστασία και την απελευθέρωση την Ελλήνων της Ανατολής από την Περσική κυριαρχία. Η εισφορά χρημάτων έπρεπε να καλύψει τα έξοδα για τις εκστρατείες και την κατασκευή νέων πλοίων. Αν και ορισμένα από αυτά τα χρήματα θα πρέπει να είχαν διατεθεί για τους σκοπούς αυτούς, το μεγαλύτερο μέρος τους πήγε στο θησαυροφυλάκιο.

Ο Αθηναϊκός στόλος αυξήθηκε και διατηρήθηκε σε καλή κατάσταση από τη συνεισφορά των πλοίων από τα νησιά της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου, και πιθανώς και της Θάσου, τα οποία ήταν όλα πλούσια σε ξυλεία. Ήταν η αύξηση αυτή των πλοίων του στόλου της που επέτρεψε στην Αθήνα να διεξάγει εκστρατείες κατά της Περσίας, οι οποίες κατάληξαν στη κατάληψη της πόλης Χιόνα-ένα πολύ σημαντικό προπύργιο των Περσών, κάτι το οποίο με τη σειρά, βοήθησε στην απελευθέρωση των πόλεων της Μικράς Ασίας στις περιοχές της Καρίας και της Λυδίας από τον Περσικό ζυγό.Οι πόλεις από αυτές τις περιοχές αναγκάστηκαν και εντάχθηκαν στην Ομοσπονδία.


Μετά από αυτή την επιτυχία κάτω από την ηγεσία του Κίμωνα, οι Αθηναίοι κέρδισαν μια μάχη στον Ευρυμέδων Ποταμό, η οποία απάλλαξε την Ελλάδα από όλους τους κινδύνους από πλευράς της Περσικής αυτοκρατορίας.

Ο σκοπός της Αθηναϊκής εκστρατείας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου ήταν για να ανοίξει μια εμπορική οδό μεταξύ αυτής της περιοχής και της Αθήνας, έτσι ώστε τα περιπόθητα σιτηρά να μπορούν να φθάσουν στο λιμάνι του Πειραιά. Οι μετέπειτα εκστρατείες της Αθήνας για την απελευθέρωση των Ελληνικών πόλεων του νησιού της Κύπρου και για να βοηθήσει την Αίγυπτο να αποτινάξει τον Περσικό ζυγό, είχαν γίνει με αυτή την πρόθεση.

Οι Σύμμαχοι της Αθήνας εν τω μεταξύ, ήταν όλο και ποιο απρόθυμοι για να συνεχίσουν την ενεργή εκστρατεία στο εξωτερικό, δεδομένου ότι η απειλή από την Περσία είχε περάσει. Πολλά μέλη άρχισαν να επαναστατούν με πρώτα τα νησιά της Νάξου και της Θάσου.Και τα δύο νησιά τιμωρήθηκαν από την Αθήνα. Η Αθηναϊκή ιμπεριαλιστική πολιτική "το δίκαιο είναι με το μέρος του δυνατού" εφαρμόστηκε πολύ καλά κατά τις 469-65 π.Χ. εξεγέρσεις και με παρόμοιες προσεγγίσεις που είχαν ληφθεί με άλλες εξεγέρσεις που δεν ήταν λίγες σε αριθμό.

Μετά την υποταγή των επαναστατημένων κρατών, η αυτονομία τους αφαιρείτο τελείως και έπερναν ως αντικατάσταση ένα Σύνταγμα που έχει συσταθεί από την Αθήνα. Πολλές φορές Αθηναϊκές φρουρές και αξιωματούχοι έμεναν πίσω, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω προβλήματα.

Έως τα μέσα του 5 ου αιώνα π.Χ., η μετατροπή της Συμμαχίας σε μια αυτοκρατορία ήταν καλά προηγμένη.Μια περαιτέρω ανάπτυξη του Αθηναϊκού ιμπεριαλισμού ήταν η μεταφορά του θησαυροφυλακίου από τη Δήλο στην Αθήνα. Το κίνητρο πίσω από αυτή τη μεταφορά ήταν για να καταστήσει το ταμείο του Συνδέσμου πιο προσιτό προς στην Αθήνα, έτσι ώστε να μπορεί να το χρησιμοποιεί για δικούς της σκοπούς.


Κάτω από την ηγεσία του Περικλή, ο οποίος ήταν ένας ισχυρός ηγέτης, η Αθήνα κατόρθωσε να γίνει η ενδοξότερη πόλη της Ελλάδας και του τότε γνωστού κόσμου. Χρησιμοποιώντας τα κεφάλαια του Συνδέσμου, τους φόρους υποτέλειας των υποταγμένων κρατών, και τα χρήματα που συσσωρεύθηκαν από τον πρωτοφανή τους πλούτο, οι Αθηναίοι οικοδόμησαν μεγαλοπρεπή μνημεία για την πόλη τους, όπως τον Παρθενώνα, που θαυμάζεται ακόμη και μέχρι σήμερα.

Το μεγαλείο της Αθήνας του 5 ου αιώνα π.Χ., δεν ήταν μόνο η αρχιτεκτονική της-αυτή ήταν μόνον ένα στοιχείο αυτού του μεγαλείου. Ολόκληρη η πόλη αντηχούσε από ζωή, καθώς χιλιάδες αλλοδαποί χύθηκαν μέσα στα τείχη της εκμεταλλευόμενοι μια καλή οικονομία και την ασφάλεια που παρείχε. Οι ιδικοί και οι τεχνίτες, οι έμποροι λιανικής πώλησης και άλλοι αλλοδαποί επιχειρηματίες, δεν θα μπορούσαν, ωστόσο, να έρχονται στην Αθήνα, αν δεν ήταν θαλάσσια δύναμη λόγο της κυριαρχίας του Αθηναϊκού ναυτικού στόλου.

Αφού ήταν η Κυρία της θάλασσας, η Αθήνα εξανάγκαζε όλα τα εμπορικά πλοία στο Αιγαίο να σταματούν στο λιμάνι του Πειραιά, όπου εμπορεύματα από όλο τον κόσμο θα μπορούσαν να εμπορεύονται ή να μεταφέρονται για επανεξαγωγή αφού πρώτα πλήρωναν τους δασμούς που τους επιβάλλονταν. Με αυτό το τρόπο, η Αθήνα εξασφάλιζε μια σταθερή προμήθεια τροφίμων που πληρούσε τις απαιτήσεις του αυξανόμενου πληθυσμού της πόλης, και δημιουργούσε θέσεις εργασίας για το ειδικευμένο και ανειδίκευτο εργατικό της δυναμικό. Πάνω από όλα, έδωσε τη δυνατότητα στην πόλη για να γίνει ένα εμπορικό κέντρο, κάτι που τόνωνε την οικονομική ανάπτυξη και που δημιουργούσε ένα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο.

Εν τω μεταξύ, η αντίπαλος της Αθήνας, η Σπάρτη, άρχισε να ανησυχεί βλέποντας την αυξανόμενη κυριαρχία και ευημερία της πόλης. Η Σπάρτη και οι Σύμμαχοι της στον αντίστοιχο Πελοποννησιακό Σύνδεσμο φοβήθηκαν τη ναυτική αυτοκρατορία της Αθήνας και την ταχεία επέκταση του εμπορίου της, επειδή ανταγωνιζόταν με το δικό τους. Οι Σπαρτιάτες που ήταν από Δωρική φυλή προσπάθησαν να συμπεριλάβουν και άλλες Δωρικές πόλεις- κράτη στον Πελοποννησιακό Σύνδεσμο, ώστε να βελτιωθεί η θέση της έναντι της αντιπάλου της, της Ιωνικής Αθήνας.

Οι Πελοποννήσιοι είχαν ήδη προσπαθήσει να έλθουν σε βοήθεια προς τους αδελφούς τους Δωριείς στη Βόρεια Ελλάδα κατά την εισβολή τους στη περιοχή το 457 π.Χ., και έστησαν τη Θήβα ως ένα ισχυρό κράτος, ώστε να μπορεί να ελέγχει την Αθήνα. Όμως, αυτή η κίνηση αποδείχθηκε ότι ήταν σε ένα μεγάλο βαθμό, μια αποτυχία, δεδομένου ότι η επιχείρηση αυτή οδήγησε σε μία επίθεση κατά της Αθήνας από την Σπάρτη και τους Συμμάχους της, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη πολλών Δωρικών πόλεων από την Αθήνα.


Το αποτέλεσμα ήταν να καταστεί η Αθήνα, όχι μόνο να αποτελείται μια ναυτιλιακή δύναμη, αλλά επίσης και ως μία ηπειρωτική δύναμη. Οι Σπαρτιάτες δεν είχαν πολλή διάθεση να διεξάγουν μάχες έξω από την Πελοπόννησο, και μετά από μερικές μάχες ήττας με την Αθήνα, αποφάσισαν να έρθουν σε συμφωνία με τους Αθηναίους και συμφώνησαν σε μια ειρήνη τριάντα ετών μεταξύ τους. Στη συμφωνία, και τα δύο μέρη συμφώνησαν να μην δεχτούν συμμάχους από την αντίστιξη συμμαχία του ενός από του άλλου, και τα ουδέτερα κράτη θα μπορούσαν να ενταχθούν σε όποια συμμαχία επέλεγαν.

Τα αισθήματα μίσους μεταξύ του Πελοποννησιακού Συνδέσμου και της Αθήνας και τους Συμμάχους της, αυξανόταν σταθερά και η "Τριακονταετή" συμφωνία ειρήνης μεταξύ τους, δεν άφησε το μυαλό της Σπάρτης να αναπαυθεί. Ο φόβος ότι η Αθήνα θα προσπαθήσει να επεκτείνει την αυτοκρατορία της σε ολόκληρη την Ελλάδα ήταν πάντα παρών, και η αυξανόμενη δύναμη και ο πλούτος της Αθήνας, θορύβησε τους Πελοποννησίους. Όλοι είχαν την αίσθηση ότι η τελική μάχη δεν θα πάρει πολύ να έρθει.

Η ειρήνη του Καλλία το 449 π.Χ., μεταξύ της Περσίας και της Αθήνας, έδωσε τη δυνατότητα στην Αθήνα να στρέψει την προσοχή της από την Ανατολική Μεσόγειο, και να επικεντρωθεί στη διατήρηση και την επέκταση της αυτοκρατορίας της. Με την ειρήνη του Καλλία, ο αρχικός σκοπός του Συνδέσμου της Δήλου δεν ήταν πλέον σε εφαρμογή και πολλοί από τους Συμμάχους της Αθήνας ήθελαν να αποχωρήσουν από τον Σύνδεσμο, αλλά η Αθήνα είχε ήδη αναπτύξει ένα σταθερό έλεγχο πάνω τους, και ήταν σε θέση να διατηρήσει την αυτοκρατορία της συμπαγή. Η εξέγερση της Σάμου το 440 π.Χ., και η συνακόλουθη πολιορκία της και το γκρέμισμα της, ήταν ένα μάθημα που έπρεπε να διδαχτεί σε άλλους Συμμάχους.

Με τον ισχυρό της στόλο που είχε αυστηρό έλεγχο πάνω από την κυριαρχία της στο Αιγαίο Πέλαγος, η Αθήνα έστεψε τις φιλοδοξίες της για την επέκταση της προς τα δυτικά. Αφού η Κύπρος και η Ανατολική Μεσόγειος είχαν χαθεί στους Πέρσες, οι Αθηναίοι χρειάζονταν να ανοίξουν μια νέα δίοδο έτσι ώστε να μπορούν να αναπτύξουν το εμπόριο σιτηρών και άλλων αγαθών. Όμως, αυτή η επέκταση της Αθήνας δυτικά, ήρθε σε άμεση σύγκρουση με την Κόρινθο-μια Δωρική πόλη της Πελοποννήσου, της οποίας η ευημερία εξαρτώταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις εμπορικές της σχέσεις με τη Σικελία και την Ιταλία. Οι Αθηναίοι είχαν μπει σε εμπορικές συναλλαγές με τους Έλληνες της Σικελίας και της Ιταλίας εις βάρος της Κορίνθου, και οι Κορίνθιοι είχαν εξοργιστεί με αυτή την Αθηναϊκή παρέμβαση.

Η Κόρινθος που ήταν ηγετικό μέλος του Πελοποννησιακού Συνδέσμου και είχε λάβει μέρος στην υπογραφή της "Τριακονταετής" συμφωνίας ειρήνης με την Αθήνα, έψαχνε να βρει μια δικαιολογία για να διασπάσει την ειρήνη και να έρθει σε πόλεμο με την Αθήνα, προκειμένου να προασπίσει τα εμπορικά της συμφέροντα. Οι Κορίνθιοι είχαν κατά αυτό το διάστημα εμπλακεί σε μια διαμάχη με τη δική τους αποικία, την Κέρκυρα, το νησιωτικό κράτος του Ιονίου Πελάγους, και ήταν από αυτή τη διαμάχη που η Κόρινθος βρήκε τη δικαιολογία για να έρθει σε ανοιχτή σύρραξη με την Αθήνα.

Η Κέρκυρα και η Κόρινθος είχαν τις διαφορές τους για πολλά χρόνια. Η Κέρκυρα, η οποία είχε γίνει ένα από τα πλουσιότερα Ελληνικά κράτη εκείνης της εποχής, είχε από καιρό σταμάτησε να καταβάλει κάθε τιμητική σχέση προς την ιδρυτική της μητέρα- την πόλη της Κορίνθου. Οι Κορίνθιοι μισούσαν τους Κερκυραίους για τον πλούτο τους, και ένιωθαν ότι παραμελούσαν τη μητρική τους πόλη, την Κόρινθο.Το 435 π.Χ., οι Κορίνθιοι αποφάσισαν να κάνουν μια εκστρατεία κατά της Κέρκυρας, προκειμένου να διδάξουν στην αποικία τους ένα μάθημα σεβασμού. Τα δύο κράτη ήρθαν σε πολεμική διένεξη σε μια ναυμαχία στο Ιόνιο Πέλαγος στην οποία ο νικητής ήταν η Κέρκυρα.

Η Κόρινθος ξεκίνησε την προετοιμασία για μεγαλύτερη προσπάθεια ενάντια στην ισχυρή και μισητή της αποικία. Οι εργασίες για την προετοιμασία φόβισαν την Κέρκυρα, αφού η Κόρινθος είχε τον Πελοποννησιακό Σύνδεσμο για να την ενισχύσει, η Κέρκυρα δεν είχε συμμάχους. Οι Κερκυραίοι έστειλαν αποστολή στην Αθήνα και ζήτησαν από τους Αθηναίους να τους αποδεχτούν στον δικό τους Σύνδεσμο. Οι Αθηναίοι είχαν πολλά να ωφεληθούν με την Κέρκυρα στην κυριότητα τους, διότι αυτό το νησί- κράτος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως προπύργιο για την επέκταση τους στη Σικελία και την Ιταλία. Έτσι, η Αθήνα έβαλε την Κέρκυρα στη συμμαχία της, και έστειλε πλοία στη Κέρκυρα για να την βοηθήσει κατά της Κορίνθου.

Όταν οι Κορίνθιοι έπλευσαν κατά της Κέρκυρας, οι Αθηναίοι ενώθηκαν με τους Κερκυραίους σε ναυτική μάχη, και έσωσαν την πόλη-κράτος από το να την καταλάβει η Κόρινθος. Οι Κορίνθιοι επέστρεψαν στην πόλη τους, αλλά πριν το κάνουν αυτό, έστειλαν επίσημη διαμαρτυρία προς τους Αθηναίους για την παραβίαση της "Τριακονταετής" εκεχειρίας. Η δικαιολογία για την κήρυξη πολέμου κατά της Αθήνας είχε επιτέλους βρεθεί.

Το 431 π.Χ., μετά από πολλές μακρές συζητήσεις στη Σπαρτιατική Συνέλευση, η Κόρινθος και άλλες παράκτιες πόλεις της Πελοποννήσου, έπεισαν τη Σπάρτη και την πλειοψηφία των μελών του Πελοποννησιακού Συνδέσμου να κηρύξουν πόλεμο εναντίον της Αθήνας. Το κύριο επιχείρημα που τόνισαν η Κόρινθος και άλλες παράκτιες πόλεις για να πείσουν τα κράτη του εσωτερικού- συμπεριλαμβανομένης και της Σπάρτης-ήταν ότι τα κράτη αυτά εξαρτιόνταν από τα παράκτια κράτη για τις εισαγωγές που χρειάζονταν από το εξωτερικό, εκτός της Πελοποννήσου, και για να βρουν αγορές στις εξαγωγές τους. Εάν η Αθήνα αφηνόταν να κυριαρχήσει τους εμπορικούς άξονες, η Πελοπόννησος θα έμενε αποκομμένη από την εμπορική αγορά και οι ελλείψεις τροφίμων και άλλων αγαθών θα επακολουθούσαν. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα έπρεπε να αποφευχθεί, και ο μόνος τρόπος ήταν να κηρύξουν πόλεμο κατά της Αθήνας.

Ο πόλεμος που ξέσπασε μεταξύ της Πελοποννησιακής Ομοσπονδίας και της Αθήνας και των Συμμάχων της, ήταν να γίνει ευρύτερα γνωστός ως ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, και ήταν να διαρκέσει για περίπου σαράντα χρόνια. Ήταν ένας εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Ελλήνων της Δωρικής φυλής κατά των Ελλήνων της Ιωνικής φυλής, και και αντίστροφα. Ελληνικά κράτη να μάχονται ενάντια σε άλλα Ελληνικά κράτη.Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, από το 431 π.Χ. μεχρι το 404 π.Χ., ο Ελληνικός Κόσμος είδε την αυτοκαταστροφή του και μαζί και τον πλούτο και το μεγαλείο του να ξεθωριάζει. Οι Έλληνες κατέστρεψαν ο ένας τον άλλο, και την ίδια στιγμή, κατέστρεψαν και τον ίδιο τους τον εαυτό.

Η Αθήνα δεν είχε μόνο να πολεμήσει τους εχθρούς της, τους Δωριείς, είχε επίσης να πολεμήσει ενάντια στους δικούς της συμμάχους που εξεγείρονταν.Αυτές οι εξεγέρσεις αντιμετωπίστηκαν με ένα πολύ σκληρό τρόπο, με τις μεγαλύτερες φρικαλεότητες να γίνονται κατά τους νησιώτες της Μήλου, όπου όλοι οι ενήλικοι άνδρες καταδικάστηκαν σε θάνατο, και οι γυναίκες και τα παιδιά σκλαβώθηκαν.

Με τη συνέχιση του πολέμου κατά της Σπάρτης και των Συμμάχων της, η Αθήνα βρέθηκε σε όλο και περισσότερο δύσκολη θέση στο να κρατήσει τους Συμμάχους της κάτω από την έλεγχο της, και άρχισε να χάνει τον ένα μετά τον άλλο. Ο λόγος που η Αθήνα έχασε την δύναμη της να ελέγχει τους συμμάχους της συνδέεται με την απώλεια ισχύος του Αθηναϊκού στόλου.Μετά την καταστροφική ήττα της Αθήνας στην εκστρατεία της Σικελίας, η Αθήνα είχε χάσει ένα μεγάλο αριθμό τριήρεις στους Συρακούσιους Δωριείς μαζί με χιλιάδες πολεμιστές. Η κατάσταση για την Αθήνα ήταν απελπιστικά κακή και το κλείσιμο των μεταλλείων στο Λαύριο το 413 π.Χ., άφησε την πόλη χωρίς έσοδα από αυτή τη προμήθεια.

Η απώλεια πολλών Συμμάχων της Αθήνας, σήμανε την κατάρρευση της Αθηναϊκής αυτοκρατορίας, και μετά την στρατιωτική συνθήκη της Σπάρτης με την Περσία, η επιβίωση της ίδιας της πόλης της Αθήνας ήταν αμφισβητήσιμη.

Οι Πέρσες βοήθησαν οικονομικά τους Σπαρτιάτες και έχτισαν ένα μεγάλο στόλο ο οποίος εξέπλευσε για να συναντήσει τους Αθηναίους σε μάχη. Οι Πελοποννήσιοι συνάντησαν τους Αθηναίους στους Αιγός Ποταμούς, που ήταν μια κακή θέση, διότι ήταν μια ανοιχτή θάλασσα, χωρίς λιμάνι. Μετά από λίγες ημέρες αναμονής, η Πελοποννησιακή μοίρα βρήκε τον Αθηναϊκό στόλο ανυπεράσπιστο και του έκανε κατάληψη.Με τη κατάληψη του Αθηναϊκού στόλου στους Αιγός Ποταμούς από τους Πελοποννησίους, η Αθηναϊκή αυτοκρατορία μεταφέρθηκε σε αυτούς. Η πόλη των Αθηνών αποκλείστηκε, οι άνθρωποι που ζούσαν σε αυτήν λιμοκτονούσαν, μέχρι που δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να παραδοθούν.

Μετά την παράδοση της Αθήνας το 404 π.Χ., μια συνέλευση από Πελοποννησιακούς Συμμάχους οργανώθηκε για να αποφασίσουν τι θα κάνουν με τον συλληφθέντα εχθρό. Η γενική αίσθηση ήταν ότι δεν θα έπρεπε να του δείξουν έλεος.Οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι κατά τη συνέλευση ήθελαν να δουν την Αθήνα να καταστραφεί τελείως και το σύνολο του λαού της να πωληθεί στη σκλαβιά. Όμως, η Σπάρτη με αποφασιστικότητα απέρριψε την βάρβαρη πρόταση της Ομοσπονδίας, διότι η Αθήνα ήταν μια Ελληνική πόλη που είχε κάνει πολλές ευγενείς υπηρεσίες προς στην Ελλάδα κατά τους Πέρσες εισβολείς. Έτσι, η Αθήνα σώθηκε.

Η έρευνα και γραφή για αυτό το κοίμενο έγινε από NOCTOC

The capture of Sestos in 478 B.C. saw the end of the Persian wars against mainland Greece and thus the Hellenes could once again breathe the air of freedom. However, the capture of Sestos not only brought an end to Persia's advance into Europe, it also closed the chapter of Sparta's leadership over all the Hellenes which marked a new dawn over the history of Greece.

The emergence of Athens as the new dominant power over Hellas was a consequence of Sparta's inability to adapt to new conditions due to its tradition of conservatism and isolation. Athens on the other hand, was a state of vitalism since its democratic institutions gave the Athenian people an incentive to grow economically and this induced the expansion of the city's influence beyond the Sphere of Attica. The ability of Athens to be far-sighted made the city realize that its geographical location which was in poor land could only produce a meager subsistence and a low standard of living. The leaders of Athens such as Solon, knew very well that their city could only survive and grow through becoming a sea-power which could enable it to trade for wheat and other commodities.

Control of the sea for commercial trade wasn't the only purpose behind the emergence of Athens as a sea power.Being a city in the plains of Attica, Athens had no natural protection against invaders and therefore the only solution for its defense was the building of a powerful navy. This strategy was to prove itself correct in the consequent years when it was put into practice during the new Persian invasions where not only Athens, but the whole of Greece was saved mainly because of the Athenian navy.

The recognition of the Athenian supremacy over Sparta was undisputed among the newly-freed city states of the Aegean and the Asia Minor coast. This was even more re-enforced after the Spartans decided to retreat to the Peloponnese instead of helping the Athenians to free the Eastern Greeks of Asia Minor who had revolted against Persian rule over them. The battle of Sestos and the Athenian capture of the city gave Athens the official recognition as deliverers of the Eastern Greeks from the Persian yoke.

In the name of freedom and the protection from the barbarians, Athens undertook the responsibility of being ηγεμών or leader of the rescued cities. In the winter of 478-7 B.C., the voluntary confederacy of Delos was formed and the treasury of the league was established on the sacred island of Delos hence its from this island that the league took its name.

The league included the Ionian and Aeolian cities of Asia Minor, the islands adjacent to its coast from Lesbos to Rhodes, a large number of towns on the Propontis (Pontus) and some in Thrace, most of the Cyclades islands and all of Evboea except Carystus.

By declaring itself as the originator of the Ionian cities and therefore of all Greeks of the Ionian stock, Athens farther reinforced her claim as ηγεμών (leader) of the Confederacy, and took the liberty of setting down the tribute that each state had to pay. Some states had to provide ships and some money. The ships where incorporated into the Athenian navy and the number of ships that each city state had to contribute was changed annually.With these assessments of the φόρος or tribute on each member of the league, Athens was well on its way to becoming an empire.

As it was stated before, the original purpose of the Delos confederacy was to protect and free Eastern Greeks from Persian domination. The tribute money was supposed to cover campaigns and the building of new ships. Even though some of the money must have been spent for these purposes, most of it went into the reserve.

The Athenian fleet was increased and kept in good condition from the contributions of ships from the islands of Lesbos, Chios, Samos, and probably Thasos, which were all rich in timber. It was this increase in its fleet that enabled Athens to wage campaigns against Persia which resulted in the capture of Eion-a most important stronghold of the Persians-which in tern helped to deliver the Asia Minor cities of the areas of Caria and Lycia from Persian rule. The cities from these districts were constrained and joined the confederacy.

Following up this success under the leaderships of Cimon, the Athenians won a battle in Eurymedon which freed Greece from all dangers on the side of the Persian Empire.

The purpose of the Athenian expedition in the eastern Mediterranean was to open up a trading route between that area and Athens so that badly needed wheat could reach the port of Piraeus. The later expeditions to free the Greek cities of the island of Cyprus and to help Egypt throw off the Persian yoke, where done with this intension.

Athens' allies in the meantime were increasingly reluctant to continue active campaigning abroad since the threat from Persia had gone. Many states started revolting with the islands of Naxos and Thasos first.Both islands were capitulated by Athens. The Athenian imperialist "might is right"policy was demonstrated very well in those 469-65 B.C. revolts and similar approaches were taken with other revolts which weren't few in number.

Upon the subjection of the revolting states, their autonomy was completely taken away and a constitution set up by Athens replaced it. Many times Athenian garrisons and civil officers were left behind in order to prevent farther troubles.

By the middle of the 5th century B.C., the turning of the alliance into an empire was well advanced. A further advance in Athenian imperialism was when the treasury was moved from Delos to Athens. The motive behind the transfer was to make league funds more accessible to Athens so that it could be used for its own purposes.

Under the leadership of Pericles, who was a strong statesman, Athens rose to become the greatest city state of Greece and of the then known world. Using the funds of the league, tribute payments from subjugated states, and money accumulated by their newly found wealth, the Athenians build majestic monuments for their city such as the Parthenon which are still marveled at to this day.

The greatness of 5th century B.C. Athens wasn't just its architecture-that was only one element of it.The whole city was bursting with life as thousands of aliens poured into its walls taking advantage of a good economy and the safety that it offered. The husbandmen and craftsmen, the retail dealers and the foreign traders however could have not been lured into Athens if it wasn't for its sea-power and the supremacy of the Athenian navy.

Being the mistress of the sea, Athens forced all trading ships in the Aegean to stop at the port of Piraeus were goods from all over the world could be traded or transshipped for re-export after duties were put on them. By doing this, Athens assured a constant food-supply which met the demands of the city's growing population and created jobs for its skilled and unskilled labor force. Above all it enabled the city to become a trading center which stimulated economic growth and a higher standard of living.

In the meantime, Athen's rival, Sparta, was getting restless upon seeing the increasing dominance and prosperity of the city. Sparta and its allies in the Peloponnesian league feared the naval empire of Athens and its rapidly extending trade because it competed with them. The Spartans who where of Dorian stock tried to include other Dorian city states in the Peloponnesian league in order to better its position against her Ionian rival, Athens.

The Peloponnesians had already tried to come to the aid of their Dorian brothers in Northern Greece by invading the region in 457 B.C. and setting up Thebes as a powerful state in order to hold Athens in check. However,this proved to be a failure to a great extent since this operation led to an assault on Athens by the Spartans and their allies which resulted in Athens capturing many Dorian cities.

The outcome was to make Athens not only a maritime power but also a continental one as well. The Spartans were not too keen in fighting battles outside the Peloponnese and after a few more loosing confrontations with Athens, they decided to come to terms with the Athenians and agreed to a thirty years' peace. In the agreement both parties agreed not to admit an ally of the other into its alliance, and neutral states could join whichever alliance they chose.

The feelings of hatred between the Peloponnesian league and Athens and its allies was steadily growing and the "Thirty Years' Peace" agreement between them did not put Spartan's mind to rest. The fear that Athens would try to extend its empire over the whole of Greece, was always constant and the increasing power and wealth of Athens, alarmed the Peloponnesians. Everybody felt that a final struggle would not take long to come.

The peace of Callias in 449 B.C. between Persia and Athens, had enabled Athens to divert its attention from the Eastern Mediterranean, and concentrate on maintaining and expanding its empire.With the peace of Callias, the original purpose of the Delian league was not longer in
effect, many of the allies wanted to secede from the league but Athens had already developed a firm control over them and it was able to hold its empire together. The revolt of Samos in 440 B.C. and its consequent siege and reduction was a lesson to be taught to other allies.

With its powerful fleet having firm control over its Aegean domination, Athens turned its ambitions of expansion westward.Since Cyprus and the Eastern Mediterranean was lost to the Persians, the Athenians needed to open up a new route so that they could develop trade for wheat and other commodities. However this westward expansion of Athens came into direct conflict with Corinth-a Dorian city of the Peloponnese whose wealth depended almost entirely on its trade with Sicily and Italy. The Athenians were entering into trade with the Greeks of Sicily and Italy at the expense of Corinth and the Corinthians were outraged at this Athenian intervention.

Corinth who was a leading member of the Peloponnesian league and had taken part in signing the "Thirty Years' Peace' agreement with Athens, was looking for an excuse to break the peace and enter into war with Athens in order to defend its trading interests. The Corinthians were at this time involved in a quarrel with their own colony of Kerkyra, the island state in the Ionian sea, and it was from this quarrel that Corinth found the excuse to come to open arms with Athens.

Kerkyra and Corinth had their differences for many years. Kerkyra, which had become one of the richest Greek city states of the day, had long stopped paying any honorary respect to its founder and mother city-Corinth. The Corinthians hated the Kerkyraeans for their wealth and felt that they neglected their mother city. In 435 B.C., the Corinthians decided to make an expedition against kerkyra in order to teach their colony a lesson of respect. The two states fought a naval battle in the Ionian sea in which kerkyra was the victor.

Corinth began to prepare for a greater effort against its powerful and detested colony. The work for preparation frightened Kerkyra, for while Corinth had the Peloponnesian league at her back, Kerkyra had no allies. The Kerkyraeans sent an embassy to Athens and asked the Athenians to accept them in their league. The Athenians had much to benefit with Kerkyra in their domain, because this island state could be used as a stronghold for their expansion to Sicily and Italy. Athens thus received Kerkyra into its alliance and sent ships to kerkyra in order to assist the state against Corinth.

When the Corinthians sailed against Kerkyra, the Athenians joined the Kerkyraeans in the sea battle and saved the city-state from being taken over by Corinth. The Corinthians returned back to their city, but before doing that, they sent a formal protest to the Athenians for braking the 'Thirty Years' truce. The excuse for declaring war on Athens was at last found.

In 431 B.C., after many strong debates at the Spartan assembly, Corinth and other coastal towns of the Peloponnese, convinced Sparta and the majority of the members of the Peloponnesian league to declare war against Athens. The main argument emphasized by Corinth and other coastal towns to convince the states of the interior-Sparta included-was that these states depended on the coastal states for the imports they needed from the outside of the Peloponnese and to market their exports. If Athens was left to dominate their trading routes, the Peloponnese would be cut off from the trading market and shortages of food and other commodities would occur. Such an outcome had to be stopped and the only way was to go to war against Athens.

The war that broke out between the Peloponnesian confederacy and Athens and her allies was to become widely known as the Peloponnesian War and it was to last for almost forty years. It was a civil war between Greeks of Dorian stock against Greeks of Ιοnian stock, and viceversa. Greek states fighting other Greek states.During the course of the Peloponnesian war, from 431 B.C. to 404 B.C., the Hellenic world saw itself being destroyed and its wealth and majesty fading away. The Greeks destroyed each other and at the same time destroyed themselves.

Athens not only had to fight against its Dorian enemies, it had to also fight against its own allies who revolted. These revolts were dealt with a very harsh manner, with the biggest atrocities committed on the islanders of Melos where all the adult males were sentenced to death, and the women and children were enslaved.

With the continuation of war against Sparta and its allies, Athens found it increasingly difficult to keep its allies under control and started losing them one by one. The reason that Athens lost the power of to control its allies is related to the loss of power of the Athenian fleet. After the catastrophic defeat of Athens in its Sicilian expedition, Athens had lost a large number of triremes to the Dorian Syracusians along with thousands of warriors. The state of affairs for Athens was hopelessly bad and the closing of the Lavrion mines in 413 B.C. left the city without a revenue supply.

The loss of many allies of Athens marked the downfall of the Athenian empire and after Sparta's military treaty with Persia, the survival of the city of Athens itself was in question.

The Persians financially helped the Spartans built a large fleet and it sailed off to meet the Athenians in a battle. The Peloponnesians met the Athenians at Aegospotami which was a bad position because it was an open beach without harbor. After a few days waiting, the Peloponnesian squadron found the Athenian fleet defenseless and captured it. With the capture of the Athenian fleet at Aegospotami by the Peloponnesians, the Athenian empire was transferred over to them. The city of Athens was blockaded and the people in it starved until they had no choice but to surrender.

Upon the surrender of Athens in 404 B.C., an assembly of the Peloponnesian allies was organized in order to decide what to do with their captured enemy. The general feeling was that no mercy should be shown. Most of the attendants at the assembly wanted to see Athens utterly destroyed and the whole people sold into slavery. However Sparta resolutely rejected the barbarous proposal of the confederacy because Athens was a Greek city which had done many noble services to Greece against the Persian invaders. Thus Athens was saved.

This post was researched and written by Noctoc



Παραπομπές-References

David Black
The Athenian Navy and Allied Naval contributions in the Pentecontaetia
1969, vol10, no3, pages 179-216

Alfred E. Zimmern
The Greek Commonwealth
Oxford:Clarendon press,1915

J.B.Bury and Russell Meiggs
A History of Greece
Hong kong:Mac Millan education Ltd,1987

John Warry
Warfare in the Classical World
New York:Salamander books Ltd,1980

Russell Meiggs
The Athenian Empire
Oxford:Clarendon press,1972


Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Ορφισμός: Ο πρόδρομος του Χριστιανισμού - Orphism: The forerunner of Christianity

Όπως και τις περισσότερες μυστηριακές θρησκείες στην αρχαία Ελλάδα, έτσι και ο Ορφισμός δημιουργήθηκε για να καλύψει ένα κενό το οποίο έλειπε από την παραδοσιακή ελληνική θρησκεία. Αυτό το χάσμα ήταν η έλλειψη μιας μετά θάνατον ζωής και η σχεδόν απόλυτη απουσία πνευματισμού που προσφερόταν από την καθιερωμένη θρησκεία.
Φυσικά δεν ήταν όλοι οι Έλληνες που ανησυχούσαν για την επίτευξη μιας μετά θάνατο ζωής-είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι δεν έμπαιναν στο κόπο να ανησυχήσουν το μυαλό τους με αυτό το θέμα-αλλά για εκείνους που έμπαιναν, νέες θρησκείες όπως ο Ορφισμός ήταν μια απάντηση στις πνευματικές τους ανάγκες .
Ο Ορφισμός ξεκίνησε ως θρησκευτικό κίνημα κατά τα μέσα του 6 ου π.Χ. αιώνα και παρόλο που δεν είναι γνωστό, από που αρχικά σχηματίστηκε, η Αττική έγινε το πιο ενεργό του κέντρο, και αργότερα εξαπλώθηκε και στους Έλληνες της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας. Η θρησκεία πήρε την ονομασία Ορφισμός διότι οι οπαδοί της πίστευαν ότι ιδρύθηκε από τον Ορφέα, ο οποίος ήταν Θρακιώτης ποιητής και ιερέας, και που ο οποίος ίδρυσε και τις διονυσιακές τελετές. Η ίδρυση του Ορφισμού βασίζεται πάνω σε τρία θεσμικά όργανα: στην λατρεία του Διονύσου, τα μυστήρια που σχετίζονται με τους θεούς του κάτω κόσμου, και τους περιηγητές προφήτες.Όμως ο Διόνυσος , ο κάτω κόσμος, και η τέχνη του προφήτη και του εξαγνιστή, απέκτησαν όλα μια νέα σημασία, και οι ορφικοί δασκάλοι εκπόνησαν μια δική τους θεολογία.
Θα ήταν ίσως ήδη από τον 8 ο αιώνα π.Χ. που η λατρεία του Διόνυσου είχε εισαχθεί στην Ελλάδα μαζί με τα όργια, τους άγριους χορούς, και την φρενήρεις έκσταση, που συνδέονται με αυτή τη λατρεία. Όμως, αυτός ο ελληνοποιημένος θεός που έγινε δεκτός στην κοινωνία των Ελλήνων θεών του Ολύμπου, εισήχθηκε εκ νέου από τον Ορφισμό με μια τελείως διαφορετική προσέγγιση. Ο Διόνυσος επανεντάχθηκε ως ο υιός του Δία και της Περσεφόνης, και δεν ήταν πλέον ο θεός του κρασιού και της μεθυστικής έκστασης, αλλά ένας θεός που συνδέεται στενά με τον κάτω κόσμο. Ο Διόνυσος δεν παρουσιάζεται μόνο ως μια μεγάλη θεότητα της κόσμου των νεκρών, αλλά συνδέεται επίσης με την ανάσταση και μετενσάρκωση. Οι Ορφιστές πίστευαν ότι, ενώ ακόμα ήταν παιδί, ο Διόνυσος είχε σκοτωθεί από τους Τιτάνες, αν και πήρε τη μορφή ενός ταύρου, προκειμένου να τους ξεφύγει. Η Αθηνά ωστόσο φύλαξε την καρδιά του και την έδωσε στον Δία που την κατάπιε, και στη συνέχεια επανέφερε τον Διόνυσο.Για αυτή τους πράξη, ο Δίας, με μεγάλη οργή έπληξε τους Τιτάνες με κεραυνό και έτσι η φυλή των ανθρώπων εγέρθηκε από τις στάχτες τους.
Το κίνητρο αυτού του μύθου ήταν να αφυπνίσει στην ανθρώπινη ψυχή τη συνείδηση για τη θεϊκή καταγωγή του και να τη βοηθήσει στον δρόμο προς τη θεϊκή ύπαρξη. Για να αποδράσει από τη φυλακή του σώματος, για να απελευθερωθεί από τα Τιτανικά στοιχεία, οι κυρώσεις και οι εξαγνισμοί ήταν κάτι το αναγκαίο, και η ψυχή έπρεπε να περάσει μέσα από ένα κύκλο από μετεμψυχώσεις. Στα διαστήματα μεταξύ των εν λόγω μετεμψυχώσεων, που επανεμφανίζονταν σε τακτό χρονικό διάστημα, η ψυχή ιονιζόταν στο βασίλειο του Άδη. Για να την επίτευξη της τελικής λύτρωσης, ο άνθρωπος έπρεπε να ζει σύμφωνα με ασκητικούς κανόνες που έθετε ο Ορφισμός, και έπρεπε να μυηθεί στα μυστήρια του Διόνυσου. Η κάθαρσης της ψυχής και τους σώματος, ήταν συνεπώς, η μεγαλύτερη ανησυχία ενός ορφικού πιστού, και τα δόγματα που είχαν συσταθεί από τους προφήτες, ήταν ο οδηγός του για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Οι προφήτες, συνεπώς, ήταν ένα κεντρικό μέρος της θρησκείας, διότι όπως και οι Πατέρες της Χριστιανικής Εκκλησίας, δημιούργησαν ένα ευαγγέλιο σωτηρίας, και ταξίδεψαν πολύ μακρυά για να το εξαπλώσουν. Τα ιερά βιβλία που δημιούργησαν ήταν γραμμένα σε ποιήματα, και είχαν ως σκοπό να αντικαταστήσουν τη θεογονία του Ησίοδου. Αυτά τα ποιήματα διεκδικούσαν την αποκάλυψη, και επιζώντα θραύσματα έχουν βρεθεί σε τάφους κοντά στο χέρι του νεκρού, που λειτουργούσαν ως φυλακτά για τη σωτηρία της ψυχής του.
Λόγω του δόγματος της σωτηρίας, το ορφικό ευαγγέλιο, και του Ορφισμού στο σύνολό του, αυτό το κίνημα είναι πρωτοποριακό στην ιστορία της ελληνικής θρησκείας. Αμέσως επιβλήθηκε ως μία νέα δύναμη πάνω σε ένα λαό του οποίου η θρησκεία δεν διεκδικούσε καμιά αποκάλυψη, που δεν κατείχε ιερά βιβλία, και που ήταν περισσότερο απορροφημένη με τις ανάγκες αυτού του κόσμου παρά του άλλου. Κατά δεύτερο λόγο, ο Ορφισμός έγινε μια νέα δύναμη, γιατί οι άνθρωποι αναζητούσαν τη σωτηρία που έβρισκαν κοντά του, μια φιλοσοφική θεωρία που ασχολήθηκε με το θάνατο και τη μετά θάνατο ζωή με ένα πολύ συμπαγή και προηγμένο τρόπο.
Το σώμα θεωρείται ως κακό όπως και στη βουδιστική φιλοσοφία και η ψυχή υποφέρει από τη φυλάκιση της μέσα του. Για τον οπαδό του Ορφισμού, αυτή η ζωή πάνω στη γη, δεν ήταν παρά μόνο άλλος ένας κύκλος ζωής, και όπως προαναφέρθηκε, ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί η μόλυνση του σώματος, ήταν η άσκηση ενός ακραίου εξαγνισμού. Η αποχή από τρόφιμα ζωικής προέλευσης ήταν αναγκαία για έναν Ορφιστή οπαδό διότι συμπίπτει με την αιματοχυσία, και κάθε μορφή αιματοχυσίας, είτε πρόκειται για τη θανάτωση ζώων ή ανθρώπου, εθεωρείτο ως αμάρτημα και κάτι το ακάθαρτο. Το σώμα ήταν ο οίκος της φυλακής της ψυχής, και η κράτηση της μέσα του ήταν μια ποινή για αμαρτίες που είχαν γίνει σε ορισμένες πρώην ζωές.Ήταν, επομένως, η ευθύνη του κάθε ανθρώπου να προετοιμαστεί για την ελευθερία της ψυχής του με τη βοήθεια του εξαγνισμού. Αυτή η πίστη μας φέρνει στο δόγμα του καθαρτηρίου που είναι ένα κεντρικό θέμα στα ορφικά βιβλία, και που δεν βρέθεται σε οποιαδήποτε άλλη θρησκεία της Μεσογείου της εποχής εκείνης, εκτός από τον Ορφισμό. Οι Ορφιστές πίστευαν ότι οι ψυχές των ανθρώπων που δεν μετανοούσαν τις αμαρτίες τους σε αυτόν τον κύκλο της ζωής τους, αναχωρούσαν στο καθαρτήριο , και θα μπορούσαν να απαλλαγούν από αυτή τη ποινή, μόνο από τελετουργίες που εκτελούνταν από τους ζωντανούς. Αυτή η ιδέα υιοθετήθηκε μετά από την Χριστιανική Εκκλησία, και έγινε ένα κύριο δόγμα εντός του καθολικισμού.

Η ιδέα της κάθαρσης τότε, περιήλθε μέσα στους ορφικούς κύκλους για να πάρει τα ηθικά και πνευματικά χρώματα που απαιτούσαν υψηλές ηθικές απαιτήσεις. Η ηθική δεοντολογία απαιτούσε από τον ορφικό πιστό να αποφύγει τη σεξουαλική πρόσμιξη, τον θάνατο, ή τη τροφή ζωικής προέλευσης, καθώς και για ορισμένες γυναίκες, ακόμη και τη γέννηση παιδιών. Οι ορφικοί θεωρητές στάθηκαν σχεδόν μόνοι μέσα στον Ελληνικό Κόσμο διαμαρτυρόμενοι ενάντια στην αυτοκτονία. Και η θεωρία τους σχετικά με την ψυχή, τους υποχρέωνε σε αυτή τη διαμαρτυρία, δεδομένου ότι το σώμα ήταν η φυλακή της ψυχής και ο τόπος μετάνοιας της, και ο άνθρωπος που προσπαθούσε να διαφύγει πριν τον απελευθερώσει ο Θεός, ήταν ένας φυγόδικος κρατούμενος.
Το ορφικό κίνημα, το οποίο σχηματίστηκε ως διονυσιακή αδελφότητα παρέλειψε να εξαπλωθεί και να γίνει κυρίαρχη θρησκεία, όχι μόνο επειδή ο μέσος Έλληνας δεν ασχολήθηκε με τα προβλήματα της μετά θάνατο ζωής, αλλά κυρίως επειδή δεν προσέλκυσε την ελίτ τάξη μεταξύ της ελληνικής κοινωνίας. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως τον Πεισίστρατο, τον Πυθαγόρα, και τον Πλούταρχο, ο Ορφισμός δεν μπόρεσε να επηρεάσει τα κυρίαρχα μέλη της ελληνικής κοινωνίας. Αυτό μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι σε αυτό το χρονικό διάστημα, η φιλοσοφική σκέψη που εξηγούσε την ύπαρξη του ανθρώπου και του σύμπαντος με βάση τη λογική και όχι τα υπερφυσικά, έγινε κυρίαρχη, και η ίδρυση αυτών των φιλοσοφικών ιδεών δυσφήμισε το ορφικό κίνημα. Ως αποτέλεσμα, όχι μόνο το κίνημα απέτυχε να εξαπλωθεί, αλλά τα μέλη του κατά τη διάρκεια του χρόνου, μειώθηκαν σταδιακά μέχρι τη τελική του εξαφάνιση.
Ωστόσο, ο Ορφισμός δεν εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει πίσω του την επιρροή του πάνω στη Δυτική σκέψη. Ο Ορφισμός μας εξοικείωσε για να μπορέσουμε να συλλάβουμε τη κατανόηση του θεϊκού στοιχείου που υπάρχει μέσα την ανθρώπινη ψυχή, και την αίσθηση της συγγένειας ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό. Έκανε έντονα αισθητή την αντιπαλότητα μεταξύ της σάρκας και του πνεύματος, και κήρυξε τη μετά θάνατο σωτηρία, κρατώντας την ψυχή μας καθαρή από την αμαρτία. Μεταξύ πολλών άλλων, οι ιδέες αυτές βοήθησαν να ανοίξουν το δρόμο για την ευκολότερη εξάπλωση του χριστιανισμού, και την άνθηση του στο δυτικό κόσμο.

Η έρευνα και η γραφή αυτού του κειμένου είχε γίνει από noctoc

Like most of the mystery religions in ancient Greece, Orphism came into existence in order to fill a gap which was missing in traditional Greek religion. This gap was the absence of an after life and the almost total luck of spiritualism offered by the established religion.
Of course not all Greeks were concerned about attaining an existence after death- as a matter of fact most of them didn't trouble their minds in the matter- but for those who did, new religions such as Orphism were an answer to their spiritual needs.
Orphism began as a religious movement during the middle of the 6th century B.C. and even though it is not known where it originally took shape, Attica became its most active center, and later on it was spread to the Greeks of Southern Italy, and Sicily. This religion was called Orphic because it was believed that it was founded by Orpheus who was a Thracian poet and priest, who also founded the Bacchic rights. Its foundation can be described as been based on three institutions: the worship of Dionysus, the mysteries connected with the gods of the underworld, and the traveling prophets. However Dionysus, the underworld, and the art of the seer and purifier, all acquired a new significance, and the Orphic teachers elaborated a theology of their own.
It was perhaps as early as the 8th century B.C. that the worship of Dionysus was introduced into Greece along with the orgies, the wild dances, and frenzied ecstasy which are associated with it.But this Hellenized god who was admitted into the society of the Greek gods of Olympus, was reintroduced by the Orphics in a totally different manner. Reintroduced as the son of Zeus and Persephone, Dionysus was no longer the god of wine and intoxicated ecstasy, but a god closely connected with the underworld. Dionysus was not only presented as a great deity of the land of the dead, but he was also associated with resurrection and reincarnation. The Orphics believed that while still a boy, Dionysus was killed by the Titans even though he took the shape of a bull in order to escape from them. Athena however saved his heart and gave it to Zeus who swallowed it and afterwards Dionysus brought forth again. For their act, Zeus with great anger struck the Titans with lightning, and the race of humans sprung from the ashes.
The motive of the myth was to awaken in the human soul a consciousness of its divine origin and help it on its way to the divine state. To escape from the prison of the body, to become free from the Titanic elements, penalties and purifications were necessary, and the soul had to pass through a cycle of incarnations.In the intervals between these incarnations, which recurred at fixed times, the soul existed in the kingdom of Hades. To attain a final deliverance, a person had to live ascetically according to rules which Orphism prescribed and had to be initiated into the mysteries of Dionysus. Purification of the body and soul was therefore the ultimate preoccupation of the Orphic believer, and the doctrines set up by the prophets were his or her guide in reaching this goal. The prophets therefore were a central part of the religion because like the Fathers of the Christian Church, they created a gospel of salvation, and traveled far to spread it.The sacred books which they created were published in poems, and were intended to supersede the theogony of Hesiod. These poems claimed the authority of revelation and surviving fragments have been found in tombs near the hand of the dead, serving as amulets for the saving of their soul.
Because of its doctrine of salvation, the Orphic gospel, and Orphism as a whole, this movement is an epoch-making event in the history of Greek religion. At once it asserted itself as a new force among a people whose religion claimed no revelation, possessed no sacred books, and was more preoccupied with the needs of this world than of the next. Secondly, Orphism became a new force because people seeking salvation, found in it, a philosophic theory which dealt with death and the afterlife in a very concrete and advanced manner.
The body was regarded as evil as in the Buddhist philosophy and that the soul suffered from its imprisonment within it. For the Orphic believer, this life on earth was only but another cycle of lives and as mentioned before, the only way to avoid the contamination of the body, was to practice extreme purity. The abstinence from animal food was a must among the Orphics because it dealt with bloodshed and any form of bloodshed, be it the killing of animals or man, was considered sinful and not pure. The body was the prison-house of the soul and its confinement in it was a penalty for sins done in some former life. It was therefore the responsibility of each individual to prepare for the soul's freedom by means of purification. This belief brings us to the doctrine of purgatory which is a central theme in the Orphic books and it was not found in any other Mediterranean religion of the time, except Orphism. The Orphics believed that the souls of individuals who did not repent their sins in this life cycle, departed to purgatory, and could only be released from penance by rituals performed by the living. This idea was later adapted by the Christian Church, and became a prominent doctrine within Catholicism
.
The idea of purity then, came to assume in Orphic circles the ethical and spiritual colours which required high moral demand. The ethics of the Orphic believer required him or her to avoid sexual impurity, death, animal food, and for some women even child birth. The Orphic theorists stood almost alone in the Greek World in protesting against suicide. And their theory concerning the soul compelled them to this protest since the body was the prison of the soul and its place of penance, and the person who tried to escape before God released him was a fugitive prisoner.
The Orphic movement which was formed as a Dionysian brotherhood failed to spread and become a predominant religion, not only because the average Greek did not concern himself with the problems of the afterlife, but mainly because it did not attract the elite class among Greek society. With few exceptions such as Pisistratus, Pythagoras, and Plutarch, Orphism failed to make its mark on the dominant members of Greek society. This can be attributed to the fact that at this period of time, philosophical thoughts which explained the existence of man and the universe on the basis of reason rather than the supernatural, became predominant and the establishment of philosophical ideas discredited the Orphic movement. As a result, not only did the movement failed to spread, but its own members decreased gradually over the years to their ultimate disappearance.
However, Orphism did not disappear without leaving behind it, its influence on the western mind. Orphism familiarized us with the conception of the divine element in the human soul and the sense of kinship between man and God. It strongly marked the antagonism between the flesh and the spirit, and it preached salvation in the afterlife by keeping the soul pure from sin. Among others, these ideas helped to pave the way for the easier spread of Christianity and to flourish in the western world.

This post was researched and written by noctoc

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

Μάγοι και γιατροσόφια στη παραδοσιακή Κύπρο - Witch doctors and medicines in traditional Cyprus

Η ύπαρξη της ταλαιπωρίας που προκαλείται από τις ασθένειες, έχει κάνει τον άνθρωπο, κατά ολόκληρη την ιστορία του πάνω στη γη, να ασχολείται με την αναζήτηση μιας ικανοποιητικής θεραπείας. Κατά την απουσία των σύγχρονων επιστημονικών μεθόδων, ο άνθρωπος είχε κάνει ότι μπορούσε για να βρει την πηγή αυτού του μεγάλου εχθρού του. Μην μπορώντας να εξηγήσει την αιτία και τη φύση αυτών των ασθενειών, που προκαλούν τόσα δεινά, ο άνθρωπος κατέληξε να πιστεύει ότι πρέπει αυτές οι ασθένειες να ήταν έργο από κακές εξουσίες, που βρέθηκαν στη φύση, οι οποίες έπρεπε να αποκατασταθούν από καλές. Για να ξεπεράσουν και να ελέγξουν αυτούς τους εχθρούς του κακού, οι άνθρωποι ζητούσαν την βοήθεια από κάποιος στην κοινότητα τους, που λόγω των γνώσεων τους, την ηλικία, την εμφάνιση, ή τη θέση τους στη κοινωνία, ήταν αξιόπιστοι ανάμεσα στους συμπολίτες τους ότι μπορούσαν να διώξουν αυτά τα κακά στοιχεία, με τις μεθόδους και τις τεχνικές που εφάρμοζαν .
Κατά το παρελθόν, όταν υπήρχε έλλειψη σύγχρονων επιστημονικών ιατρικών μεθόδων, υπήρχαν τέτοιοι άνδρες ή γυναίκες που έκαναν το έργο της ιατρικής, και που μάλιστα ήταν και πιο αξιόπιστοι και από τους απόφοιτους από σύγχρονα εκπαιδευτήρια ιατρικής. Σε σχεδόν κάθε χωριό της Κύπρου, υπήρχαν αυτά τα άτομα που θεωρούνταν ειδικοί σε αυτό το επάγγελμα. Τα περισσότερα από αυτά τα άτομα ήταν άνδρες, αλλά μερικές φορές ήταν επίσης και γυναίκες. Αφού πίστευαν ότι οι πιο πολλές αρρώστιες είχαν προκληθεί από κακά πνεύματα, το θεωρούσαν απαραίτητο να γητεύουν τη φύση ως αντίδοτο.
Εάν κάποιος άνθρωπος είχε κάποια σωματική πάθηση, πήγαινε στον μάγο του χωριού του.Αν κάποιος άνθρωπος έπασχε από κάποια φοβία, ή αν είχε χλωμή χροιά και φαινόταν αδύναμος, πίστευαν ότι είχε τα κακά πνεύματα του φόβου μέσα του, και εάν δεν συμβουλεύονταν από τον μάγο, πίστευαν ότι θα αρρωστούσαν σοβαρά. Η μέθοδος που χρησιμοποιείτο για την αφαίρεση αυτής της κατάρας έχει ως εξής: Μια γυναίκα πήγαινε σε επτά διαφορετικά σπίτια και έπαιρνε μερικά φρύγανα από την αυλή του κάθε ένα από αυτά τα σπίτια, χωρίς να την προσέξει κανείς, και τα έπαιρνε στο σπίτι του μάγου, ο οποίος τα ανελάμβανε και τα άναβε για να καούν. Πάνω από τη φωτιά, έβαζε ένα επίπεδο σάτζι (μεταλλικό επίπεδο πάνω στην πυροστιά που συνήθως πάνω στο οποίο ψήνουν διάφορα είδη πίτες), και στη συνέχεια κρατώντας μία λεκάνη γεμάτη νερό και λίγο κασσίτερο (καλάϊν), έπαιρνε τον παθόντα από το χέρι, και τον οδηγούσε γύρω από την φωτιά. Καθώς έκανε τον γύρω της φωτιάς με τον ασθενή, ο μάγος ψιθύριζε ορισμένα μαγικά ιερά λόγια. Αφού είχαν κάνει τον γύρω της φωτιάς επτά φορές, ο ασθενής έπρεπε να πηδήξει πάνω από τη φωτιά και το σάτζι τρεις φορές. Στη συνέχεια ο μάγος έβαζε το κασσίτερο μέσα στο σάτζι, το οποίο έλιωνε και σχημάτιζε διαφορετικό σχήμα, και αυτό το σχήμα πίστευαν ότι αποτελούσε το αντικείμενο που είχε προκαλέσει το φόβο στον ασθενή. Αφού εμφανίζονταν αυτό το σχήμα, ο μάγος το έπαιρνε και το έριχνε μέσα στο νερό της λεκάνης που κρατούσε, και στη συνέχεια ζητούσε από τον ασθενή να τρέξει προς την πόρτα του σπιτιού. Ο ασθενής έτρεχε προς την πόρτα και με αυτό το τρόπο πίστευαν ότι το κακό πνεύμα του φόβου έφευγε από τον παθόντα. Του έβγαζαν τον φον όπως έλεγαν.
Εάν υπήρχε η υπόνοια ότι κάποιο θηλυκό σκυλί, ή γυναίκα είχε δρασκελίσει πάνω από κάποιο παιδί, η μητέρα έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια για να πάρει το παιδί στον μάγο του χωριού , έτσι ώστε αυτός να λυτρώσει το παιδί από τα κακά πνεύματα. Η τεχνική για αυτό το πρόβλημα είχε ως εξής: Έβαζε ένα ταψί με νερό πάνω στη φωτιά για να ζεστάνει μέχρι να γίνει χλιαρό, και ξέντυνε το παιδί. Μετά έβαζε το κρανίο ενός σκύλου κάτω από ένα κόσκινο και κρατούσε το παιδί με το κεφάλι προς κάτω, πάνω από το κόσκινο. Ο μάγος ψιθύριζε μερικά λόγια που μόνο αυτός μπορούσε να ακούσει, και παράλληλα με αυτό, έβαζε νερό πάνω στο γυμνό παιδί. Αφού του έβαζε επτά κούπες γεμάτες νερό, έβαζε το παιδί να σταθεί και πάλι τα πόδια του, και έτσι το κακό πνεύμα πιστεύετο ότι ξεπλένονταν από το παιδί.
Για την αντιμετώπιση των πονοκεφάλων, έπαιρναν ένα φλιτζάνι ξίδι στο σπίτι του μάγου του χωριού λίγο πριν από τη δύση του ήλιου. Ο μάγος έπρεπε να λάβει το φλιτζάνι με το ξίδι έξω από το σπίτι του, και αφού έλεγε μερικά λόγια, φυσούσε τρεις φορές μέσα στο κύπελλο, έκανε το σημείο του Σταυρού, και έλεγε τα εξής: "Στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, όπως ο ήλιος τρέχει στη μάνα του, έτσι να τρέξει και το κακό μακριά από αυτόν τον άνθρωπο ". Στην Κύπρο τα παλιά τα χρόνια, πίστευαν ότι ο ήλιος πήγαινε στη μάνα του το βράδυ, για να ξεκουραστεί. Μετά έπαιρνε το ξίδι και έβαζε μέσα σε αυτό ένα κομμάτι ύφασμα με το οποίο άλειφε το κεφάλι του ασθενή.
Εάν κάποιο παιδί είχε την ιλαρά, έπαιρναν στον μάγο ένα κλαδί βαλανιδιάς και ένα κόκκινο νήμα όσο το σώμα του παιδιού. Ο μάγος τύλιγε το κόκκινο νήμα γύρω από το κλαδί και έλεγε: "Κόβω ένα καβάτζι (λεύκα), κόβω ένα δρυ (βαλανιδιά) στο όνομα του - όποιος ήταν ο ασθενής-και όσο γρήγορα ο ήλιος και τα αστέρια περιστρέφονται, όσο γρήγορα τρέχει ο Ιορδάνης Ποταμός, τόσο γρήγορα να περάσει το κακό από αυτό το παιδί". Ορισμένα από τα μεγαλύτερα ξύλα από το κλαδί τα έβαζε στη φωτιά στο τζάκι, ενώ τα υπόλοιπα τα έκαιγε, και αφού έπαιρνε τις στάχτες και τις περνούσε από ένα κόσκινο, τις έβαζε πάνω στο κορμί του παιδιού που νοσούσε.
Εάν κάποιος άνθρωπος υπέφερε από ίκτερο, έπρεπε να θεραπεύεται με τον ακόλουθο τρόπο. Ο μάγος πήγαινε στους κάμπους και ξερίζωνε ένα φυτό που ονομάζεται "μανδραγόρας" (mandragors vernalis) με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή, έτσι ώστε όλες οι ρίζες του να παραμένουν στο φυτό, διότι πίστευαν ότι ακόμη και αν ένα μόνο μέρος της ρίζας έμενε στο έδαφος, η θεραπεία θα αποτύγχανε. Όμως, πριν να ξεριζώσει το φυτό, έκανε τρεις δοκιμές, και κάθε φορά έλεγε: " Στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, όπως ξεριζώνετε αυτός ο μανδραγόρας, έτσι και το κακό πνεύμα να ξεριζωθεί από αυτό τον άρρωστο. Μετά την πραγματοποίηση των δοκιμών, ξερίζωνε το φυτό με τη μέγιστη προσοχή, και αν ξεριζώνονταν με τον ποθητό τρόπο, έπαιρνε το φυτό στο σπίτι του ασθενούς, όπου ακόμη μια πρόσθετη τελετουργία λάμβανε χώρα. Τύλιγε ένα νήμα από μετάξι στο μήκος του ασθενούς γύρω από μερικά φύλλα του φυτού και στη συνέχεια τοποθετούσε το φυτό μέσα σε μια κατσαρόλα όπου είχαν τεθεί ούρα του ασθενούς, αφού είχαν συγκεντρωθεί πρώτα μέσα σε μια περίοδο από σαράντα μέρες. Μετά έκοβε τρεις βλαστούς από αυτό το φυτό και τους έβαζε μέσα σε καλό κρασί ψιθυρίζοντας μερικά λόγια τρεις φορές. Κατόπιν, αυτό το "γητεμένο φάρμακο" αφηνόταν εκτεθειμένο στα αστέρια, και ο ασθενής έπαιρνε τρεις σταγόνες κάθε πρωί και έτριβε με το ίδιο υγρό και το σώμα του. Αυτό το τρίψιμο έπρεπε να γίνει από τα πόδια προς το κεφάλι, έτσι ώστε τα κακά πνεύματα να περάσουν προς τα πάνω.
Όταν ένα άτομο είχε δυσκαμψία στους μυείς ή νευρικό κλονισμό, ένας από τους συγγενείς του ασθενή πήγαινε σε κάποιο μάγο ο οποίος ήταν φημισμένος. Αυτός ο μάγος είχε ένα βιβλίο και όταν διάβαζε από αυτό το βιβλίο, πιστεύετο ότι οι διάβολοι εμφανίζονταν κάτω από τις οδηγίες του. Όταν ο συγγενείς του έλεγε το όνομά του ασθενή, ο μάγος διάβαζε το βιβλίο του και στη συνέχεια έγραφε κάτι σε ένα μικρό κομμάτι χαρτιού, το οποίο δίπλωνε διαγώνια. Όριζε τότε ότι ο ασθενής θα πρέπει να το έχει πάνω του μέχρι να γίνει καλά. Αυτή η μέθοδος θεραπείας ονομαζόταν " έκαμεν του τα χαρτιά του".

Η έρευνα αυτή έγινε από τον Δρ. Δημήτρη Στυλιανού, MA, BD

The existence of suffering caused by disease has kept man, throughout his history on earth, occupied in search for a satisfactory remedy. In the absence of modern scientific methods, man has done his best to find the origin of this great enemy of his. Unable to explain the cause and nature of pain-inflicting disease, man came to believe that it must be the work of evil powers, found in nature, which had to be overcome by good ones. In order to control these evil adversaries, he sought the help of some-one in the community who because of his knowledge, age, appearance, or position among his fellow men, was trusted with the warding off of these evil elements, and his devised techniques to dispel them.
During the past, where there was an absence of modern scientific medical methods, there were to be found such men or women who did the work of the medical men or women, and who were trusted more than the graduates of modern medical institutions. In almost every village in Cyprus, there were to be found such persons who were considered experts in their field.Most of the time such persons were men but sometimes they were also women. As most disease were believed to be caused by evil spirits, it was considered essential that the antidote be of a charm-like nature.
If a person had any physical ailment he or she went either to the Saints or the village quack doctor. If a person was suffering from any fears or had a pale complexion and seemed weak, he or she was believed to have the spirits of fear in him or her, and unless he or she consulted the quack doctor, it was believed that he or she would have become seriously ill. The method employed to remove this curse is as follows: A woman would go to seven different homes and get some brushwood from the yard of each of these homes, without being noticed, and would bring it to the house of the quack doctor, who would take it and put it on fire to burn. On top of the fire, he would place a flat tin, and then holding a pan full of water and some lead, he would go around the fire with the patient. While going around the fire with the patient, the quack doctor would murmur certain magic holy words. After they had gone around seven times, the patient was made to jump over the fire and the tin three times. Then the lead was placed on the tin, and as it formed in a different shape, this shape was supposed to represent the object which had caused the fear in the patient. As soon as this shape appeared, the quack doctor would throw it in the water of the pan which he had been carrying, and ask the patient to run towards the door of his house. The patient would rush to the door and the evil spirit of fear was then believed to leave him, and the patient was relieved.
If a child was suspected of having been walked over by a female dog, or a woman, the mother would make everything possible effort to take the child to the village quack doctor so that he would free the child from the evil spirits. The technique for this trouble was as follows: A pan of water was put on the fire to heat, and as soon as the water was lukewarm, the child was undressed. Then the skull of a dog was placed under a sieve and the child was held head downward above the sieve. The quack doctor would whisper a few words which were audible only to himself, and while doing this, he would pour water on the naked child.After had poured seven cupfuls, the child was set on his or her feet again, and the evil spirit was thought to have been washed away.
For the treatment of headaches, a cup of vinegar was taken to the village quack doctor's house just before sunset. The quack doctor had to receive the cup with the vinegar outside his house, and after he would say a few words, he would blow on the cup three times, make the sign of the Cross, and say the following:"In the name of the Father, the Son, and the Holy Spirit, as the sun goes to his mother, may the evil run away from this man or woman". In Cyprus of old times, it was believed that the sun goes to his mother at night, with whom it rests. The vinegar was then taken to the patient, who would soak a piece of cloth in it, and then apply it to his or her aching head.
If a child had the measles, a twig of an oak tree and a red thread as long as the child's body was taken to the quack doctor. The quack doctor would wrap the red thread on the twig and say: "I chop a plane-tree, I chop an oak tree in the name of - whoever the patient was- and as fast as the sun and the stars revolve, as fast as the Jordan River flows, may the evil pass from this child". Some of the the larger wood was placed above a fire-place, the rest was burned, and the ashes, after they were passed through a sieve, were place on the diseased child.
If a person suffered from jaundice, he or she was supposed to be cured in the following manner. The quack doctor would go out into the fields and uproot a plant called " mandragora" (mandragors vernalis ) with the greatest care, so that all the roots would remain on the plant, because it was believed that even if a single part of the root was left in the ground, the cure would have failed. However, before plucking the plant, he would make three trials, each time saying: " In the name of the Father, the Son, and the Holy Spirit, as I uproot you, so may the evil spirit be drawn out of the sufferer. After making the trails, he would pull the plant with the utmost care, and if it was uprooted satisfactorily, he would take it to the home of the patient, where an additional ritual was performed. A silk thread the length of the patient was wrapped around a branch of the plant and then place it in a pan in which the urine of the patient was put, after being collected over a period of forty days. Then he would break off three shoots from this plant and place them in good wine and murmur ritualistic words three times. Afterward this "charmed medicine" was exposed to the stars, and the patient would take three drops every morning and also rub himself or herself with the same liquid. This rubbing was to be done from feet to head so that the evil spirits would pass upwards.
When a person had stiff muscles or a nervous breakdown, one of the relatives of the sufferer was sent to a quack doctor who was famous. This man had a book and when he read from this book, the devils were supposed to appear and be under his command. When he was told the patients name, he would read his book and then write on a small piece of paper, which he would fold diagonally. He would then prescribe that the patient should carry on this paper on his or her person, until the patient was cured.This method of cure was called "making him/her papers".

This research was done by Dr. Demetrios Stylianou, M.A., B.D.


Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Η Φιλοξενία του Χατζηπέτρου: Η αληθινά κυπριακή φιλοξενία

Η συγγραφέας, Magda Ohnefalsch-Richter, πήγε στην Κύπρο υπό την ιδιότητα της επίσημης φωτογράφου και σχεδιάστριας των ανασκαφών του συζύγου της, Max Ohnefalsch-Richter. Κατά την παραμονή της στην Κύπρο (1894-1912) κατέγραψε και φωτογράφισε τα ήθη και τα έθιμα του νησιού, τις ασχολίες των κατοίκων και τη λαϊκή τέχνη της Κύπρου και έγραψε το βιβλίο Ελληνικά Ήθη και Έθιμα στην Κύπρο που τυπώθηκε το 1913. Ανάμεσα στα πολλά άλλα γραφεί και για τη πατροπαράδοτη κυπριακή φιλοξενία που βρήκε στο σπίτι του Χατζηπέτρου. Η εισαγωγή της για τη κυπριακή φιλοξενία είναι δυστυχώς τόσο αληθινή σήμερα όσο ήταν πριν 97 χρόνια που είχε γράψει το βιβλίο της.Ας διαβάσουμε όμως τι έχει να πει:

Τώρα θα πρέπει όμως να κτυπήσουμε τις καμπάνες των επαίνων για τη φιλοξενία, τη μεγάλη αυτή αρετή των Ελλήνων του νησιού, που έχει υμνηθεί από όλους τους προηγούμενους ταξιδιώτες. Δυστυχώς όμως θα κτυπήσουμε συγχρόνως και πένθιμες καμπάνες, γιατί αυτό το έθιμο που προέρχεται από την αρχαιότητα, εξαφανίζεται μέρα με τη μέρα. Στους δρόμους και σε όλους σχεδόν τους χώρους που επισκέπτονται οι τουρίστες η φιλοξενία έχει εξαφανιστεί, για να παραχωρήσει τη θέση της σε μια άγρια εκμετάλλευση των ξένων, όπως συμβαίνει και αλλού στην Ανατολή. Η φιλοξενία με την καθαρή έννοια της λέξης, υπάρχει ακόμη εδώ κι εκεί, σε απομακρυσμένα σημεία και συναντάται ιδιαίτερα στα βουνά.
Θα ήθελα να διηγηθώ εδώ τις ταξιδιωτικές μου εντυπώσεις πριν από δεκαοκτώ χρόνια (1894), όταν η φιλοξενία ήταν κοινή ιδιοκτησία όλων των Κυπρίων.
Βρισκόμαστε στην πεδιάδα της Μεσαορίας, κατά τη διάρκεια του χειμώνα, στην εποχή των βροχών. Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Θέλουμε να ερευνήσουμε το χώρο στον οποίο τυχαία οι χωρικοί σκάβοντας για να φυτέψουν τα δέντρα τους πριν λίγες μέρες, συνάντησαν τα απομεινάρια ενός αρχαίου πέτρινου μνημείου. Για να συντηρήσουμε το χώρο, - αυτό γίνεται κανονικά όταν πρόκειται για σημαντική ανακάλυψη που έχει επιστημονική σημασία- αλλά και για να κρατήσουμε τις ανασκαφές μυστικές και να μην εκτεθούμε κι εμείς, δεν θέλαμε μάρτυρες. Για το λόγο αυτό αφήσαμε όλους τους δικούς μας ανθρώπους που είχαμε για όλες τις δουλειές, αμαξάδες, ιπποκόμους, και υπηρέτες, στο προσωρινό μας σπίτι. Εμείς δηλαδή ο άντρας μου και εγώ, ιππεύσαμε μόνοι μας και γρήγορα στο χωματόδρομο μέσα στην κοίτη του Πεδιαίου Ποταμού.
Η νύκτα έπεσε απότομα κι εμείς χάσαμε τον δρόμο, όταν ξαφνικά τα μπροστινά πόδια των αλόγων μας βρέθηκαν σε ένα βρεγμένο και φυτεμένο χώμα που υποχωρούσε. Τα έξυπνα ζώα χλιμίντριζαν και δεν προχωρούσαν. Ακόμα λίγα βήματα και θα είχαμε βυθιστεί στο έλος. Εκεί ακολουθήσαμε μιαν άλλη κατεύθυνση και τελικά βρεθήκαμε περιτριγυρισμένοι από νερόλακκους και αμήχανοι συγκρατήσαμε τα άλογα μας. Ένας κρύος άνεμος έφερε στα πρόσωπα μας μια παγωμένη βροχή και τα παγωμένα πόδια μας άντεχαν με κόπο μέσα στους σιδερένιους αναβολείς. Θα πρέπει να ήταν από τις πιο παγωμένες νύκτες του χειμώνα στο νησί και μικροί και λεπτοί κρύσταλλοι άρχισαν να δημιουργούνται πάνω στις λακκούβες με το νερό.
Εκεί κοντά ακούσαμε το κουδούνισμα ενός κοπαδιού που απομακρυνόταν μέσα στη νύκτα του χειμώνα. Στο κάλεσμα του συζύγου μου, έτρεξε αμέσως κοντά μας ένας από τους βοσκούς και μας οδήγησε, ενώ ο ίδιος ήταν μέχρι τα γόνατα μέσα στο νερό, στο διπλανό χωριό μέσα στη κοίτη του Πεδιαίου Ποταμού, που έμοιαζε με πλατιά θάλασσα. Μας μίλησε για τον Χατζηπέτρο, τον πιο πλούσιο γεωργό που έκτισε ένα ανώγιον, ένα όροφο πάνω από τα κατώγια, δηλαδή τα ισόγεια δωμάτια και μας οδήγησε μέχρι την πόρτα της αυλής και κτύπησε μέχρι που κάποιος άνοιξε.Όταν θελήσαμε να δώσουμε ένα φιλοδώρημα στον βοσκό, αυτός αρνήθηκε την προσφορά μας και εξαφανίστηκε γρήγορα, πριν προλάβουμε να τον αναγκάσουμε να το πάρει. Είμαστε ακόμη έφιπποι, όταν ξεπρόβαλε από το βαθύ του ύπνο στο ξεπόρτι του, ο γεωργός κρατώντας ένα φανάρι για να φέγγει.
- Καλησπέρα και ώρα καλή, πως είσαι Χατζηπέτρο;
Τον ρώτησε ο σύζυγος μου.
- Πολύ καλά κύριε μου, αλλά πως είσαι εσύ και η κυρία σου; Ασφαλώς θα έχετε παγώσει. Καλωσορίσατε. Δεν θα κατεβείτε;
Και ανοίγοντας τις δύο καγκελόπορτες της αυλής είπε δυνατά:
- Το σπίτι μου είναι και δικό σας σπίτι.
Ενώ ο άντρας μου κατέβαινε από το άλογο, αυτός με βοήθησε να κατέβω από την αγγλική γυναικεία σέλλα του δικού μου αλόγου. Μετά τράβηξε και τα δύο άλογα προς τον στάβλο, κατέβασε τις σέλλες και τους έδωσε τροφή στις φάτνες. Η αγρότισσα που στο μεταξύ ξύπνησε, μας οδήγησε στο μεγάλο και μοναδικό δωμάτιο που ήταν συγχρόνως και υπνοδωμάτιο. Όλοι όσοι κοιμόντουσαν πήδηξαν πάνω, συγύρισαν τα κρεβάτια, που ήταν κάτω στο πάτωμα, πάνω στα δύο μοναδικά κρεβάτια που ήταν εκεί. Τότε προσέξαμε ότι οι άνθρωποι κοιμόντουσαν με τα κανονικά ρούχα τους, και δεν φορούσαν νηκτικά, μια συνήθεια πολύ διαδεδομένη ανάμεσα σε αγρότες.
Κόρες και γιοι, όλοι έπρεπε να βοηθήσουν για να μας εξυπηρετήσουν. Σε λίγο φούντωσε μια φωτιά στη "νεστιά" τη μεγάλη εστία για να στεγνώσουν τα βρεγμένα ρούχα μας και τα παπούτσια μας παρόλο που φορούσαμε αδιάβροχα. Κυκλοφορούσαμε στο μεταξύ με τις δερμάτινες παντούφλες μας με το ανατολίτικο τους κόψιμο, που ήταν τοποθετημένες στις θήκες της σέλλας μας και δεμένες πάνω στην ανδρική αγγλική σέλλα. Από ευτυχή συγκυρία υπήρχε κι ένα υπόλειμμα ζεστού και αχνιστού τουρκικού καφέ. Αστραπιαία φτάνει κοντά μας η μυρωδιά από μια μικρή κούπα με ένα εξαίσιο υγρό, που μας προσφέρεται μετά από το γλυκό του κουταλιού, το νερό, και το κονιάκ. Κατόπιν, τρώμε τα δύο τελευταία παξιμάδια του σπιτιού.
- Φάγαμε το βράδυ το τελευταίο ψωμί και σήμερα, όταν θα ξημερώσει θα φουρνίσουμε. Μας έλειψε το σιταρένιο αλεύρι.Αλλά κριθάρι έχουμε ακόμη. Απολογήθηκε η αγρότισσα, και λέει στη μεγάλη της κόρη:
- Κόρη μου γρήγορα άλεσε λίγο κριθάρι στο χερομύλι για να ψήσουμε ψωμιά.Και εσύ, είπε στον γιο της, τρέξε να ξυπνήσεις τον ιερέα για να σου δώσει μια κολοκύθα γεμάτη από το καλύτερο του κρασί, δύο-τρία λουκάνικα, και λίγη γλυκιά αναρή, γιατί έχει περισσότερα πρόβατα από μας. Αντροπή μας και κατύχη μας που μας λείπουν όλα.
Και μετά, λέγοντας σε μένα:
- Συγχώρα με κοκόνα, αλλά μη φοβάσαι. Κάτι θα βρεθεί. Πόσο πρέπει να πεινάς, μάνα μου!
Το μικρότερο κοριτσάκι, που ήταν οκτώ χρονών, φέρνει το αναμμένο καπνιστήρι.
- Ο καπνός της ελιάς είναι καλός για να διώξει το κακό μάτι, επίτρεψε μου να ετοιμάσω το φαγητό και να συγυρίσω το τραπέζι και τα κρεβάτια. Είμαι εντελώς βέβαιη ότι κουράστηκες πάρα πολύ ψυχή μου! Και με αυτά, αρχίζει η γυναίκα να ζυμώνει τα ψωμιά μαζί με την κόρη της.
Ο σπιτονοικοκύρης προσφέρει στον σύζυγο μου ένα πακέτο με τσιγάρα.
- Κάπνισε κύριε, για να περάσει η ώρα. Θα πρέπει να κοιμηθείτε εδώ κάτω, γιατί το ανώγι είναι γεμάτο από κρεμμύδια και σκόρδα. Θα περάσουμε μαζί τη νύκτα. Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;
Όταν τα άκουσα αυτά, ξαφνιάστηκα και αυτός συνέχισε λέγοντας:
- Καταλαβαίνω από τα μάτια της κυρίας σου, ότι είναι συνηθισμένη να κοιμάται μόνη της. Δεν πειράζει. Καλύτερα, θα σας αφήσουμε μόνους σας. Εμείς θα βρούμε ένα άλλο τόπο, στους γείτονες μας.
Η αγρότισσα έβγαλε από το μεγάλο σεντούκι, που ήταν φτιαγμένο από καρυδιά και μοσχοβολούσε από ανθούς πορτοκαλιάς, το καλύτερο τραπεζομάντηλο και τα καλύτερα μαντήλια για πετσέτες. Σε αυτά τα χειροποίητα τραπεζομάντηλα εναλλάσσονταν άσπρες βαμβακερές και κίτρινες μεταξωτές ρίγες. Μια πολύχρωμη υφαντή κόγχη τελείωνε το τραπεζομάντηλο, και πάνω της ήταν ραμμένες γυάλινες χάντρες από τις οποίες κρέμονταν πολύχρωμες βαμβακερές φούντες. Ενώ η κόρη ετοίμαζε το φαγητό, η αγρότισσα ετοίμαζε τα κρεβάτια. Αυτά δεν είναι παρά απλές ξύλινες σανίδες που ονομάζονται "τάβλες", καλυμμένες από ένα αχυρένιο στρώμα. Πάνω από αυτές τοποθετούνται στρώματα γεμάτα από μαλλί προβάτων και καλύπτονται από άσπρα και μπλε καρώ υφάσματα. Εκεί πάνω απλώνονται τα καλά σεντόνια.Αυτά όπως και τα μαξιλάρια της κεφαλής, είναι καμωμένα από καθαρό άσπρο βαμβάκι, με κόγχες και προσθήκες από άσπρη χωριάτικη δαντέλλα διακοσμημένη με γυάλινες χάντρες. Για σκεπάσματα χρησιμοποιούν παρόμοια ρούχα και για τους ξένους χρησιμοποιούν ειδικά αποθηκευμένα, καθαρά, και αχρησιμοποίητα παπλώματα.
Ο γεωργός έκανε νόημα:
- Αν θέλετε μπορούμε να φάμε.
Μας ραντίζουν τα χέρια με νερό και καθόμαστε. Μόνο ο γεωργός μας κάνει παρέα στο τραπέζι.Η οικογένεια σερβίρει.
Το ξύλινο τραπέζι που χρησιμοποιείται, ακουμπά πάνω στον κύριο τοίχο του σπιτιού, από τον οποίο κρέμονται από πάνω μέχρι κάτω και με μια συγκεκριμένη γεωμετρική διάταξη, όλων των ειδών τα αντικείμενα: χειροποίητες αχυρένιες κοτσίδες, ευρωπαϊκά φλυτζάνια και μπουκάλες, εικόνες αγίων, λιθογραφίες της ελληνικής βασιλικής οικογένειας, όπως και της βασίλισσας Βικτωρίας. Ακόμη και η φωτογραφία των τριών γερμανών αυτοκρατόρων είναι παρούσα. Τα έβλεπα όλα αυτά κατάπληκτη, ώσπου μας είπαν ότι η λιθογραφία αγοράστηκε πριν από χρόνια από ένα ξένο γυρολόγο.
Πρώτα μας ζέστανε ο τραχανάς, μια ζεστή σούπα. Αποτελείται από γάλα συντηρημένο και σπασμένο σιτάρι, που η αγρότισσα φυλάει, μέσα στο οποίο ρίχνει κομμάτια από χαλλούμι, ένα είδος τυριού. Ο τραχανάς παράγεται σε μεγάλα κομμάτια που έχουν το μέγεθος ενός χεριού και αλατίζεται. Τρώμε τη ξυνή σούπα και τα ζεστά ψωμάκια.
Υπέροχη γεύση, όπως είχε το επόμενο κύριο φαγητό, τα λουκάνικα από χοιρινό κρέας που ήταν τηγανισμένα μαζί με αυγά στο ελαιόλαδο και το λίπος του χοίρου. Μαζί με αυτά τηγανίζουν σε φέτες και κομμάτια από χαλλούμι, που τηγανισμένο έχει πολύ καλύτερη γεύση. Ακολουθεί ένα γλυκό τυρί, η αναρή, την οποία ραντίζουν με μοσχομυρισμένο και αρωματικό μέλι της μέλισσας. Πορτοκάλια, αμύγδαλα, καρύδια, σταφίδες και δύο ρόδια που κατέβασαν ειδικά από τη σοφίτα, κλείνουν το βραδυνό μας γεύμα γύρω στις 3 ς το πρωί.
- Ενώ τρώγαμε τη σούπα, ο σπιτονοικοκύρης πήρε στα χέρια του το μαναδικό ποτήρι και σύμφωνα με το έθιμο ήπιε πρώτος και μας καλωσόρισε ακόμη μια φορά λέγοντας:
- Καλωσορίσατε!
Αναποδογύρισε το ποτήρι αφήνοντας να πέσει και η τελευταία σταγόνα και αφού το ξαναγέμισε, το έδωσε στον άντρα μου, ο οποίος αμέσως επανέλαβε:
- Καλός σας ήβραμεν
Σηκωνόμαστε και ακριβώς όπως και πριν από το γεύμα, μας έδωσαν πετσέτες, σαπούνια και μας ράντισαν τα χέρια με νερό, κρατώντας από κάτω την λεκάνη.
Στο μεταξύ, οι εξυπηρετικοί μας φίλοι σήκωσαν τα κρεβάτια, απομάκρυναν τα σκεπάσματα, και όλη η οικογένεια πήγε να κοιμηθεί στους γείτονες ή στα διπλανά δωμάτια. Ο σπιτονοικοκύρης έφυγε τελευταίος και μας έδειξε πως να κλείσουμε το σύρτη της πόρτας.
- Καλή νύκτα, καλό ύπνο, μας είπε κι έφυγε.
Το πρωί δεν μπορούσαμε να εγκαταλείψουμε το σπίτι πριν από την προετοιμασία ενός υπέροχου φαγητού από το οποίο δεν έλειπε ούτε η κοτόσουπα, ούτε η σούβλα, ούτε οι πατάτες, ούτε το κολοκάσι. Και ο Χατζηπέτρος μας είπε πριν την αναχώρηση μας με ένα εντελώς ομηρικό ύφος:
- Σας ζητώ μια χάρη. Να μας χαρίσετε το όνομα σας, για να σας γνωρίσουμε.
Ανταποκριθήκαμε με χαρά στο αίτημα του και καλέσαμε τους φιλόξενους ανθρώπους να μας επισκεφτούν, όταν θα ζούσαμε στη Λευκωσία. Όλες οι προσπάθειες να αφήσουμε ένα χρηματικό ποσό για δώρο απέτυχαν. Και ενώ προσπαθούσα να βάλω μισή λίρα στο χέρι μιας από τις κόρες του, την άρπαξε και την έφερε πίσω ο Χατζηπέτρος λέγοντας με αγανάκτηση:
- Είμαι φιλόξενος, ποτέ ξενοδόχος.
Για το δρόμο, μας έδωσαν ακόμη μια ανθοδέσμη από αγριολούλουδα, βασιλικό μέσα σε μια γλάστρα, και λίγα φρούτα. Και ενώ είμαστε πάνω στα άλογα μας, μας έσφιξαν ακόμη μια φορά το χέρι και μας ευχήθηκαν:
- Καλό κατευόδιο, καλό ταξίδι, είπε ο Χατζηπέτρος.
- Εις πολλά τα έτη, ήταν η δική μας τελευταία ανταπόκριση.
Μετά, τραβήξαμε κατά το χωριό, ανεβαίνοντας προς μια εύφορη και υγρή από βροχές τοποθεσία, που έλαμπε από το φωτεινό ήλιο της ημέρας.

Από το βιβλίο της Magda Ohnefalsch-Richter Ελληνικά Ήθη και Έθιμα στην Κύπρο

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

Ο καλόψυχος χαρτοπαίχτης: Κυπριακό Διήγημα

Εξέβηκεν ο Ιησούς Χριστός με τους μαθητές του να γυρίσει τα χωριά, να δει τι γένεται. Ήρθεν από την άκραν ενός χωριού προς τα πάνω. Ένα από τα σπίτια ήταν ανοικτό. Τους Λέγει:
-Δεν έχετε λίγο τόπο να μείνουμε κι εμείς εδώ;
-Δεν έχουμε, απάντησαν αυτοί.
Πήγαν εις άλλο σπίτι.
-Δεν έχουμε, δεν έχουμε, μέχρι που τελείωσαν τα σπίτια του χωριού.
Εις την τελειωμή του χωριού, είχε το μικρό σπιτάκι του ένας άνθρωπος. Τούτος ο άνθρωπος ήταν χαρτοπαίχτης. Πριν λίγο καιρό είχε παίξει το περβόλι του στα χαρτιά και επήραν του το. Μετά έπαιξε τη φρακτή του την άλλη, επήραν του την και εκείνη. Στο τέλος έπαιξε και το σπίτι του, αλλά επήραν του το και το σπίτι. Πήγε τότε ο φτωχός στην άκραν του χωριού, όπου ήταν μια πλατεία που δεν την όριζε κανένας. Έκαμε μια μικρή δόμη όπως- όπως και περνούσε με τη γυναίκα του και τα δυό του μωρά.
Ότε κι εξέβη ο Ιησούς Χριστός και έκαμε προς τα πάνω, και ρωτούσε, αλλά η απάντηση εις το ένα σπίτι ήταν "δεν έχουμε" και στο άλλο σπίτι "δεν έχουμε", έφθασε στη τελειωμή του χωριού μόνος του αφού οι μαθητές του έκοψαν πίσω. Ηύρεν εκείνον τον φτωχό τον χαρτοπαίκτη και τον ρωτά.
-Δεν έχεις λίγο τόπο να μείνουμε και εμείς;
-Ε, εκεί που θα μείνουμε εμείς, να μείνεις και εσύ.
Κι ενέβη έσσω ο Ιησούς Χριστός. Λέγει τότε η γυναίκα του αντρός της:
-Δεν έχουμε τίποτε. 'Εβαλα κάτι κρομμύδια οφτά και πατάτες... Τι θα του βάλουμε να φάει;
Ιτσά, εκείνη τη ώρα αναφανίσκουν από τον πόρον της αυλής του σπιτιού, ένας, αλλόνας, αλλόνας... δώδεκα μαθητές. Με τον Ιησού Χριστό δεκατρείς.
Τι θα κάμουμε τώρα; Λαλεί του η γυναίκα.
-Τι θα κάμουμε τώρα; Ούσσου, φρίσσε, μην πεις τίποτα.
Σιώπησε η γυναίκα. Ύστερα παραμέρισαν εκεί και εδώ, και άπλωσε ένα ψαθί χαμαί και έβαλε πάνω ένα τραπεζομάντιλο. Σκόρπισε κατόπι πάνω, εκείνα τα κρομμύδια και τις πατάτες και τα ψωμιά.
- Ε, λέγει η γυναίκα, θα χορτάσουν; Δεν έχουμε τίποτα άλλο. Τι να κάμω;
Έκατσαν, ο Ιησούς Χριστός και οι μαθητές του και έτρωγαν. Μήτε τα κρομμύδια έλειψαν, μήτε οι πατάτες, μήτε τα ψωμιά έλειψαν. Έφαγαν, έφαγαν κι έμειναν και κάμποσα κομμάτια περισσεύματα. Ευλόγησεν τα ο Ιησούς Χριστός. Μπορούν να λείψουν;
Μόλις έφαγαν, σηκώθηκαν.
-Ε, που θα ξαπλώσουν τώρα; Λαλεί του η γυναίκα.
Να τους απλώσουμε κάμποσα ρούχα χαμαί στο ψαθί κι ο Δάσκαλος τους να κοιμηθεί μέσα στη μονή μας. Εμείς να βγούμε έξω. Είναι καλοκαίρι, λαλεί της, θα βρούμε να κουλουρωθούμε πούποτε.
Βολεύτηκαν έτσι. Κοιμήθηκαν άλλοι εκεί, άλλοι εδώ, πέρασε η νύκτα. Με το χάραμαν του ήλιου, εσηκώθησαν. Πρίν να ξεβεί της πόρτας για να φύγουν, ο Ιησούς Χριστός λαλεί του ανθρώπου:
-Τι καλό θέλεις να σου κάμω;
-Και τι σας έκαμα εγώ;
-Που μας φιλοξένησες.
-Μα...
-Όχι, και τούτο που μας έκεμες καλόν ένι. Ειπέ μου τι θέλεις.
-Περνά σου να με κάμεις να κερδίζω στα χαρτιά;
-Για όνομα του Θεού! Ειπέ μου άλλο πράγμα να σου κάμω να σάσεις τα παιδιά σου...
Όχι, λαλεί του, είχα δύο φρακτές, επήραν μου τες, είχα ένα σπίτι, επήραν μου το και εκείνο. Τώρα τους έχω άχτι να τα πάρω πίσω.
-Ε, πήγαινε παίξε και θα κερδίσεις, είπεν του, κι αποχαιρετίστηκαν.
Στο μεταξύ, έκεμε κανένα μήνα που δεν πήγε στον καφενέ. Μόλις έφυγε ο Ιησούς Χριστός, μάνι-μάνι πήγε βουρητός.
Ω! Μα που ήσουν τόσο καιρό; Του είπαν οι συγχωριανοί του μόλις τον είδαν. Έλα να παίξουμε χαρτιά.
-Να παίξουμε, απαντά εκείνος.
Έβαλαν από μια λίρα πάνω. Παίζουν, κέρδισε. Βάλλουν από δύο, κέρδισε. Βάλλουν τρεις, κέρδισε. Βάλλουν παραπάνω, κέρδισε πάλι.
-Όχι λαλεί τους. Τους παράδες αφήστε τους. Να βάλουμε το περβόλι μου. Αν με κερδίσετε να σας δώσω τούτα που κέρδισα.
Βάλλουν το περβόλι, το κέρδισε. Βάλλουν και το άλλο, το κέρδισε και εκείνο.
-Να βάλουμε το σπίτι.
Έβαλαν και το σπίτι, κέρδισε και το σπίτι. Πήγε τότε στη γυναίκα του και λαλεί της.
-Να σηκωθούμε, να πάρουμε τα πράγματα στο σπίτι μας, γιατί παίξαμε χαρτιά και κέρδισα πίσω όλη τη περιουσία μας.
Έτσι, πήγαν έσσω τους. Πέρασε ο καιρός, μεγάλωσαν τα παιδιά τους, γέρασαν αυτός κι η γυναίκα του. Μιαν ημέρα κάλεσε τα παιδιά του.
-Όταν πεθάνω λαλεί τους, να μου βάλετε μια τράπουλα χαρτιά μέσα στον κόρφο.
-Να σου βάλουμε πατέρα.
Ε, μετά από κάμποσο καιρό, πέθανε. Έφεραν μια τράπουλα χαρτιά και του τα έβαλαν μέσα στον κόρφο. Σαν πήγε εις τον Αφέντη μου το Θεό εκεί πάνω, ήρθαν κοντά του οι Σατανάδες.
-Έλα ώδε, θα σε πάρουμε στη κόλαση.Θα σε πάρουμε στη κόλαση.
-Θα με πάρετε στη κόλαση; Να παίξουμε χαρτιά, κι αν με κερδίσετε να με πάρετε.
-Ού! Εμείς τα δείξαμε τα χαρτιά... είναι δική μας ευρετή αυτά τα χαρτιά που έχεις πάνω σου.
Κάθονται παίζουν, κέρδισε. Ξαναπαίζουν, κέρδισε πάλι.
-Ο κύρης μου είναι μέσα στην κόλαση;
-Ναι είπαν αυτοί.
-Βγάλτε τον και φέρτε τον εδώ.
Εφέραν τον.
-Η μάνα μου είναι μέσα στην Κόλαση;
-Είναι μέσα.
-Ε, να παίξουμε ξανά.
Παίζουν ξανά, κέρδισε. Έβγαλαν και τη μάνα του. Ξαναπαίζουν, κέρδισε πάλι.
-Ο παππούς μου είναι μέσα;
Είναι μέσα.
-Ο άλλος ο παππούς μου είναι και αυτός μέσα;
-Ναι είναι και αυτός.
-Φέρτε τους έξω.
Έτσι, έναν- έναν έβγαλε δώδεκα νομάτους. Στο μεταξύ ήρθεν ο Άγγελος να τον πάρει στην Παράδεισο. Ακολουθούν πίσω του και οι άλλοι.
-Τούτοι ούλοι ίντα λογούνται; Ρωτά τον ο Άγγελος
-Ε, τούτος είναι ο παππούς μου, τούτη η μαμμού μου, τούτος είναι ο κύρης μου, τούτη είναι η μάνα μου... Είναι ούλοι δικοί μου.
-Μα, μόνον εσένα πρόσταξε ο Ιησούς Χριστός να πάρουμε. Τούτη η σουρμαγιά ούλη...;
Μα είναι δικοί μου. Πού ένι ο Ιησούς Χριστός;
-Ένι δαμαί.
-Φωνάξετε του να έρθει.
Όταν ήρθε ο Ιησούς Χριστός και τον είδε, λαλεί του.
- Μα εσύ είσαι ο Ιησούς Χριστός! Δεν είσαι αυτός που ήρθες έσσω μας!
-Είμαι, του λέγει ο Ιησούς Χριστός.
-Ιησού Χριστέ μου, λαλεί του ο άνθρωπος, μα όταν ήρθες έσσω μας, ήσουν μόνος σου. Ύστερα που ήρθαν και οι άλλοι οι δικοί σου, σου είπα να βγεις έξω;Τούτος είναι ο κύρης μου, η μάνα μου, ο αδελφός μου, ο νουνός μου, ο τάδε, η δείνα... τους έβγαλα από την κόλαση.
-Ο Ιησούς Χριστός τον κοίταξε, χαμογέλασε και του είπε.
-Κέρδισες τη βασιλεία του θεού γιατί είσαι καλόψυχος και ας είσαι και χαρτοπαίχτης.
Έτσι αυτός ο άνθρωπος τους πήρε ούλους μέσα στη Παράδεισο. Είδες τι κάμνει η καλοσύνη! Ένα χωριό δεν τον έβαλε μέσα στο σπίτι τους τον Ιησού Χριστό, εκείνος ο φτωχός έβαλεν τον κι φιλοξένησεν τον. Είδες;

Κυπριακό Διήγημα
Καταγράφηκε από τον Χαράλαμπο Επαμεινώνδα