ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Ο Χαρταετός: Μια ελάχιστα γνωστή ταινία από τον Λιβάνο - The Kite: A little known film from Lebanon


Όνομα: Ο χαρταετός
Έτος: 2003
Χώρα: Λίβανος
Είδος: Δράμα
Σκηνοθέτης: Ράντα Σαχάλ Σαμπάγκ
Διάρκεια: 01:15:33
Γλώσσα: Αραβικά με εξωτερικούς αγγλικούς υπότιτλους

Η ταινία '' Ο Χαρταετός" είναι βραβευμένη με το βραβείο Αργυρό Λιοντάρι του 2003 στο Φεστιβάλ Βενετίας και απέσπασε πολλά βραβεία κύρους και της διεθνούς αναγνώρισης. Πήρε το βραβείο Grand Special Jury, το Βραβείο Κινηματογράφου για την Ειρήνη, και το βραβείο Laterna Magica. Η σκηνοθέτης της ταινίας, Ράντα Σαχάλ Σαμπάγκ, πέθανε από καρκίνο στην ηλικία των 54 το 2008.

Σύνοψη:

"Ο χαρταετός" είναι μια ελάχιστα γνωστή ταινία από τον Λίβανο που συμφύρει μια τεταμένη πολιτική κατάσταση, τον σαρκασμό και αληθοφανής χαρακτήρες γύρω από μια νεαρή κοπέλα που σύντομα πρόκειται να παντρευτεί. Η Λάμια, είναι μια νεαρή Δρούζα που ζει σε ένα χωριό στον νότιο Λίβανο δίπλα στα σύνορα με το Ισραήλ. Έχει δοθεί σε γάμο με τον ξάδελφο της που ζει στην άλλη πλευρά των συνόρων. Καθώς η Λάμια διασχίζει τα συρματοπλέγματα και περνά στην άλλη πλευρά, περνά επίσης από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή, μια ζωή βίαιη όπως αυτή στις δύο χώρες, και τα συμβάντα που πρόκειται να ακολουθήσουν.

Title : The Kite (Le Cerf-Volant)
Year : 2003
Country : Lebanon
Genre: Drama
Director: Randa Chahal Sabag
Duration: 01:15:33
Language: Arabic with external English Subtitles

"The kite" received the Silver Lion award at the 2003 Venice Film Festival and won several prestigious prizes and international acclaim; the Grand Special Jury Prize, the Cinema for Peace Award and the Laterna Magica Prize. The director of the film, Randa Chahal Sabbag died from cancer at the age of 54 in 2008 .

Synopsis:

"The Kite" is a little known Lebanese film that jumbles a tense political situation, sarcasm and believable characters around a young girl who is soon about to be married off. Lamia, is a Druze girl who lives in a southern Lebanese village on the border with Israel. She is given in marriage to her cousin on the other side of the border. As Lamia crosses the barbed wire she also passes from childhood into adulthood, as brutal as these countries and the events that are to follow.


Συνδέσεις Λήψης - Download Links

Megaupload:

http://www.megaupload.com/?d=HSLZ17EC
Rapidshare:

Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Η Χρυσή Εποχή του Λιβανέζικου Θεάτρου - The Golden Period of Lebanese Theater

O Λιβάνιος Μαρούν ελ -Νάκας (1817-55) ήταν ένας θεατρικός συγγραφέας μεγαλοφυΐα που δεν μελετήθηκε επαρκώς, αλλά και που ούτε εκτιμήθηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του. Όταν οι μελετητές της αραβικής πολιτιστικής αναγέννησης απέτυχαν να τον αναγνωρίσουν , ο ελ- Νάκας είχε ξεχαστεί, ακόμη και αν το έργο του ήταν στενά συνδεδεμένο με τις ιδέες της αναγέννησης. Ειδικότερα, το έργο του "Ο φιλάργυρος" (1848) ήταν ένα μεγάλο μουσικό κομμάτι που προέκυψε από την εξοικείωση του με το έργο «Ο φιλάργυρος" (1668) του Μολιέρο.
Στο "Ο φιλάργυρος," ο ελ- Νάκας χρησιμοποίησε 90 πολύ δημοφιλείς μουσικούς ρυθμούς από τον Λίβανο και τη γύρω περιοχή. Ο ευρείς αναλφαβητισμός κατά την περίοδο εκείνη έκανε το θέατρο να είναι κάτι το ξένο για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, αλλά ο ιδιοφυΐας ελ- Νάκας συνδύασε εξοικειωμένη προς τον λαό μουσική με το θέατρο, δημιουργώντας ένα μουσικό πείραμα το όποιο προσέλκυσε το αναλφάβητο ακροατήριο. Ο ελ- Νάκας επέστησε πάνω σε ιταλικές, γαλλικές και λιβανέζικες παραδόσεις της εποχής, ανοίγοντας το δρόμο για μια αραβική πολιτιστική αναγέννηση.
Πώς μάθαμε για τα επιτεύγματα του ελ- Νάκας μετά από έναν αιώνα και μισό - ή για άλλους πρωτοπόρους στην ιστορία του Αραβικού θεάτρου; Βρήκαμε τις απαντήσεις στο βιβλίο της Χαλίντα Σαΐντ "Al-Harakat al-Masrahiyya fi Lubnan, Tajarab wa Afaq, 1960-1975" (Το Κίνημα Αραβικού Θεάτρου στο Λίβανο, Πειράματα και Ορίζοντες , 1960-1975), που δημοσιεύθηκε στη Βηρυτό από την Επιτροπή Θεάτρου του Διεθνούς Φεστιβάλ Μπαάλμπεκ, 1999, 718 σ.
Η συμβολή της Σαΐντ, γράφει ο Ναμπίλ ελ- Χάφαρ στην εφημερίδα "Al Wasat" με έδρα το Λονδίνο, "συνδυάζει την επιστημονική μεθοδολογία με τον τομέα της έρευνας." Η μέθοδος έρευνας της Σαΐντ δεν είναι το μοναδικό χαρακτηριστικό αυτού του βιβλίου: Το να αντιμετωπίζει την έλλειψη τεκμηρίωσης κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου του Λιβανέζικου θέατρο είναι ένα εξίσου θαυμαστό επίτευγμα. "Παρόλο που οι επικριτές συμφωνούν σχετικά με τον κεντρικό ρόλο που έπαιξε η Βηρυτός τη δεκαετία του 1960 ως το κέντρο ποικίλων θεατρικών πειραματισμών, ιδίως στην εδραίωση της πειραματικής ταυτότητας του σύγχρονου αραβικού θεάτρου, αυτό το κίνημα δεν συνοδεύεται από κριτική ικανή να μελετά το φαινόμενο και ν' αναλύει τις αλλαγές που είχε φέρει", γράφει ο Αμπτού Γιάζεν στην εφημερίδα "Al Hayat". Η κίνηση, συνεχίζει ο Γιάζεν, δεν είχε ακαδημαϊκούς επικριτές για να εφαρμόζουν επιστημονική και μεθοδολογική κριτική. Αντί για αυτό, το έργο της κριτικής αφέθηκε στους δημοσιογράφους που πρόσφεραν γρήγορη κάλυψη και όχι ανάλυση.
Όταν η συγγραφέας ανέλαβε να γράψει αυτό το βιβλίο, για λογαριασμό του Αραβικού Θεάτρου, οι υπαλλήλοι της είχαν θέσει τον όρο να μην υπερβεί τις 250 σελίδες, ένας όρος που αποσύρθηκε αφού βρήκαν στο βιβλίο ένα πολύτιμο και απαραίτητο σύστημα αναφοράς. Οι περισσότεροι κριτικοί και ειδικοί συμφωνούν ότι αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά - και ίσως το πιο σημαντικό - βιβλίο αναφοράς για το θεατρικό κίνημα στον Λίβανο. Για να συγκεντρώσει αυτό το ογκώδες έργο (718 σελίδες), η Σαΐντ έκανε μεγάλες προσπάθειες για την τεκμηρίωση της ιστορίας ενός κινήματος που επηρέασε τόσο το θέατρο όσο και την πολιτική του Λιβάνου κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης περιόδου στην ιστορία της χώρας. Η Σαΐντ πήρε συνέντευξη από 58 συγγραφείς και θεατρικούς ειδικούς, συγκεντρώνοντας 280 ώρες από μαγνητοσκοπημένες συνεντεύξεις.
Αυτές οι έρευνες, που πήραν πέντε χρόνια για να γίνουν, ήταν καινοτόμες και σύγχρονες καθώς και επίπονες. Το βιβλίο της Σαΐντ γεννήθηκε από πολλές πηγές. Πρώτα από όλα αναζήτησε πληροφορίες για συγγραφείς και έψαξε για ημιτελή ή πλήρη κείμενα των εργασιών τους. Στη συνέχεια διατύπωσε ερωτήσεις για τις συνεντεύξεις της, αφού έκανε πρώτα μια προσεκτική ανάγνωση των κειμένων. Ο Γιάζεν εξηγεί ότι η έρευνα για τα κείμενα αυτά ήταν ένα σημαντικό και δύσκολο βήμα, επειδή οι περισσότεροι συγγραφείς του Λιβάνου άφησαν τα έργα τους ως απλές παραστάσεις, και σίγουρα δεν κατέγραψαν τα πειράματα ή τις ιδέες που αγκάλιασαν και κήρυξαν ως πρωτοπόροι που ήταν. Παρά τον εκτενή χρόνο και την προσπάθεια που δαπανήθηκε, η μόνη λύπη της Σαΐντ για αυτό το έργο φαίνεται να είναι οι χαμένες ευκαιρίες για να πάρει κάποια συνέντευξη από συγγραφείς που έχουν εγκαταλείψει τον Λίβανο ή δεν ήταν σε θέση να τους συναντήσει λόγω ασθένειας.
Εάν οι συνεντεύξεις με θεατρικούς συγγραφείς, σκηνοθέτες, και άλλους συγγραφείς ήταν η πρώτη της πηγή, η δεύτερη της πηγή ήταν η δική της εμπειρία. Η Σαΐντ ήταν ενεργό μέλος της πολιτιστικής σκηνής του Λιβάνου, και αυτό την έφερε να γνωρίζει και ξέρει και για τους συγγραφείς και για τα έργα που είχαν ανεβάσει στο Λίβανο από τα τέλη της δεκαετίας του 1950.
Η τρίτη της πηγή συνίσταται από δημοσιογραφικό ιστορικό, συμπεριλαμβανομένων διαφόρων δημοσιευμάτων- ειδήσεις, σχόλια, συνεντεύξεις στα αραβικά, γαλλικά, αρμενικά, και στα αγγλικά. Δημοσιεύσεις καθώς και διαλέξεις και αναγνώσεις από πολιτιστικές ομάδες. Η συγγραφέας εξηγεί ότι το θέατρο ήταν ενεργό σε τέσσερις γλώσσες: αραβικά, αγγλικά, γαλλικά και αρμενικά. Η Σαΐντ ελπίζει να προσθέσει οποιαδήποτε σημαντικά στοιχεία που θα μπορούσαν να έχουν χαθεί σε μια δεύτερη έκδοση.
Τα βιβλία αποτελούν την τέταρτη της πηγή, είτε είναι για το αραβικό θέατρο σε γενικές γραμμές, ή το τοπικό θέατρο, το πολιτικό θέατρο, ή το θέατρο του παραλόγου. Μια άλλη πηγή είναι τα έργα τα ίδια, τα περισσότερα από τα οποία παραμένουν ανέκδοτα. Έτσι η Σαΐντ τα έχει συνοπτίσει. Τέλος, η έρευνα της περιελάμβανε μια τεράστια ποσότητα από αλληλογραφίες.
Η έρευνα της Σαΐντ την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι οι λιβανική θεατρική κίνηση πήρε το ανάστημα της μέσα από ιδέες και δεν προερχόταν από παραδοσιακές λαϊκές παραδόσεις, όπως ήταν η περίπτωση στην Ευρώπη. Ήταν μια αστική παραγωγή που επέφεραν ορισμένες καλλιτεχνικές οικογένειες οι οποίες είχαν ως ασχολία τη σύνταξη και τη μετάφραση έργων. Το λιβανέζικο θέατρο ωρίμασε μετά το 1965, επωφελούμενο από τη δημοκρατική ατμόσφαιρα που υπήρχε την εποχή εκείνη, κάτι που του έδωσε τη δυνατότητα να διαφοροποιηθεί και να αναπτυχθεί. Σύμφωνα με τον Γιάζεν, η Σαΐντ προσδιορίζει δύο υψηλά σημεία μεταξύ δύο βασικές κινήσεις: η πρώτη έχει την ετικέτα "αναγέννηση", μια περίοδος η οποία ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 1920, και η δεύτερη την ετικέτα του "μοντερνισμού." Το θέατρο ήταν το επίκεντρο της κυκλοφορίας ιδεών.
Όταν ο Χούντα Ιμπραχίμ, από το περιοδικό "Nazwa'' το οποίο έχει την έδρα του στο Ομάν, ρώτησε την συγγραφέα για την διακοπή μεταξύ του τελευταίου μέρους της εποχής της αναγέννησης μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, η Σαΐντ δήλωσε: "Η υποχώρηση του ονείρου της αναγέννησης συνοδεύεται από μια υποχώρηση των ιστορικών έργων ιδιαίτερα, και με το θέατρο να χάνει τον εκπαιδευτικό του ρόλο. Το γράψιμο για το θέατρο, που την εποχή εκείνη ήταν στενά συνδεδεμένο με τη λογοτεχνία, δεν μπορούσε να αντισταθεί στο κύμα ρεαλισμού. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε τον ρόλο των πολιτικών και οικονομικών παραγόντων, ιδίως κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο και η μετά. Κατά την περίοδο αυτή, η τέχνη του κινηματογράφου κυριαρχούσε στην οπτική, θεαματική, και ψυχαγωγική σκηνή, και υποστηριζόταν από οικονομικούς πόρους οι οποίοι υπερνικούσαν το θέατρο. Το θέατρο δεν επρόκειτο να επιστρέψει στην κορυφή της απόδοσης του, έως ότου ανακαλύψει και πάλι το λόγο ύπαρξης του και να αγκαλιάσει τις κοινωνικές και πολιτιστικές ανησυχίες μέσα στα πλαίσια της κίνησης του αραβικού μοντερνισμού. "
Παρά την έμφαση της στην χρυσή εποχή του λιβανέζικου θεάτρου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, η συντάκτης δεν ξέχασε να παραθέσει στοιχεία για τις αρχές του, ειδικά τις πρωτοποριακές προσπάθειες ανθρώπων όπως τον Μαρούν ελ-Νάκας, τη μετανάστευση καλλιτεχνών για την Αίγυπτο, την επίπτωση της Επιτροπής του Φεστιβάλ Μπαάλμπεκ, και της Ομάδας του λιβανέζικου θέατρο που ιδρύθηκε από την Αντίν Μουλτάγκα και άλλων πρωτοποριακών καλλιτεχνών.
Το θέμα του θεατρικού κειμένου λαμβάνει μεγάλης προσοχής από τη συγγραφέα, αφού το κείμενο δεν είναι ένα πρόβλημα που περιορίζεται στον Λίβανο αλλά και στον υπόλοιπο αραβικό κόσμο, και από όλο τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Παρά τη συμμετοχή νεωτεριστών στη θεατρική σκηνή όπως τον Άδωνη, τον Όσνι- ελ Χατζ, τον Ισάμ Μαχφούζ και άλλων, υπάρχει μια συνεχιζόμενη εξάρτηση από τη μετάφραση ή το "Λιβανεζοποιήμενο" κείμενο.
Η Σαΐντ ορίζει το 1965 ως την ποιο ανοδική καμπή της πορείας του λιβανέζικου θεάτρου, όταν ο Λίβανος είδε ν' ανοίγουν τρία θέατρα στη χώρα: το Θέατρο του Ελ Ασραφίε, το Θέατρο της Βηρυτού και το Εθνικό Θέατρο. Αυτά τα νέα θεατρικά σχήματα συνέπεσαν με ένα νέο νόμο όπου αποφασίστηκε η ίδρυση μιας Σχολής Καλών Τεχνών με εξειδίκευση στο θέατρο.
Ο Γιάζεν περιγράφει το βιβλίο ως το πρώτο εγκυκλοπαιδικό σύστημα που καλύπτει ένα κενό που άφησε η κληρονομιά της θεατρικής κριτικής. Στηριζόμενη πάνω στη διορατική της όραση, την εκπαίδευση, και τη μεθοδολογία, καθώς και την πολύχρονη εμπειρία της στον τομέα της λογοτεχνικής κριτικής, η συγγραφέας συνοψίζει μια κρίσιμη εποχή για την ιστορία του Λιβανέζικου θέατρο. Η Σαΐντ περιόρισε τον εαυτό της στο να βάλει ένα θεμέλιο λίθο, διατηρώντας μια απόσταση από το Θέατρο του Πολέμου, αφήνοντας ευκαιρίες για άλλους κριτικούς και ακαδημαϊκούς να αναλάβουν την αποστολή από αυτό που εκείνη άρχισε.

Του Μαχμούντ Σαΐντ
μετάφραση Noctoc

Lebanese Maroun al-Nakash (1817-55) was a genius playwright who was neither studied nor adequately appreciated during his lifetime. When the scholars of the Arab cultural renaissance failed to recognize him, al-Nakash was forgotten even though his work was intimately linked to the ideas of the renaissance. In particular, his play "The Miser" (1848) was a great musical piece that showed his familiarity with Moliére's "The Miser" (1668).
In "The Miser," al-Nakash used 90 popular musical rhythms from Lebanon and its surrounding region. The widespread illiteracy at the time made theater alien to the general population, but al-Nakash's genius was to combine familiar music with theater, forming a musical experiment that appealed to illiterate audiences. Al-Nakash drew on Italian, French and Lebanese traditions at the time, paving the way for an Arab cultural renaissance.
How did we learn about al-Nakash's achievements after a century and a half -- or about other pioneers in the history of Arab theater? We find the answers in Khalida Said's "Al-Harakat al-Masrahiyya fi Lubnan, Tajarab wa Afaq, 1960-1975" (The Arab Theater Movement in Lebanon, Experiments and Horizons,1960-1975), published in Beirut by the Theater Committee of Baalbek International Festivals, 1999, 718pp.
Said's contribution, writes Nabil al-Haffar in the London-based
newspaper "Al Wasat", "combines scientific methodology with field research." Said's research method is not the only defining characteristic of this book: addressing the lack of documentation during critical period of Lebanese theater is an equally admirable accomplishment. While critics concur on the central role Beirut played in the 1960s as a home of diverse theatrical experimentation, especially in consolidating the experimental identity of the modern Arab theater, this movement was not accompanied by criticism capable of studying the phenomenon and analyzing the changes it brought about, writes Abdu Wazzen in "Al Hayat" newspaper. The movement, Wazzen continues, lacked academic critics applying scientific and methodological criticism; instead the task of criticism was left to journalists who offered quick coverage rather than analysis.
When the author was commissioned to write this book by the officials in the Arab Theater, they set a condition that it should not exceed 250 pages, a condition they withdrew after they found the book a valuable and indispensable reference system. Most critics and specialists agree that this is one of the most important --and perhaps the most important -- reference book on the Lebanese theater movement. To compile this voluminous work (718 pages), Said went to great lengths to document the history of a movement that affected both the theater and the politics of Lebanon during a critical period of the country's history. Said interviewed 58 playwrights and theater specialists, amassing 280 hours of interviews on audiocassette.
Her research, which consumed five years, was innovative and modern as well as toilsome; Said'sbook was born out of many sources. First she searched for information about playwrights and looked for full or partial texts of their work. Then she formulated interview questions after a close reading of the texts. Wazzen explains that the search for these texts was an essential and difficult step, for most Lebanese playwrights left their works as mere performances, and they certainly did not record their experiments or the ideas they embraced and preached as pioneers. Despite the extensive time and effort spent on this project, Said's only regret seems to be missed opportunities to interview some playwrights who have left Lebanon or were unable to meet with her due to illness.
If interviews with playwrights, directors, and authors were the first source, the second was a her own experience. Said was an active part of the Lebanese cultural scene, making her familiar with and knowledgeable about both playwrights and works staged in Lebanon since the late 1950s.
Her third source consists of journalistic accounts, including different articles; news items; commentaries; interviews in Arabic, French, Armenian, and English; publications; as well as lectures, readings, and panels. The author explains that the theater was active in four languages: Arabic, English, French and Armenian. Said hopes to add any important evidence she might have missed to a second edition.
Books comprise her fourth source, whether they are about the Arab theater in general, local theater, political theater, or the theater of the absurd. Another source are the plays themselves, most of which remain unpublished; thus Said has summarized them. Finally, her research included a huge quantity of correspondence.
Said's research led her to conclude that the Lebanese theatrical movement grew out of ideas and did not emerge out of traditional popular customs as was the case in Europe. It was an urban production brought about by certain artistic families involved in writing and translation. The Lebanese theater matured after 1965, benefiting from the democratic atmosphere that existed at the time which enabled it to diversify and develop. According to Wazzen, she identifies two high points among two broad movements: the first has been labeled "renaissance," a period that started in late 19th century and continued until the 1920s, and he second "modernism." The theater was at the heart of the movement of ideas.
When Huda Ibrahim of the Oman-based Nazwa magazine asked the author about the discontinuity between the latter part of the renaissance and the late 1950s, Said said: "The retreat of the renaissance dream was accompanied by a retreat in the historical plays in particular, with the theater losing its educational discourse. Writing for theater, which was closely associated with literature at the time, could not stand up to the wave of realism. We also must not forget the role of political and economic factors, especially WW II and its aftermath. During that period, the art of cinema dominated the visual, fictional, and entertainment scene, supported by economic resources that overpowered theater. Theater would not return to the peak of its energy until it rediscovered its discourse and again met its social and cultural function in accord with the movement of Arab modernism."
Despite her focus on the golden era of the Lebanese theater during the 1960s, the author did not forget the elements of the beginning, especially the pioneering efforts of people like Maroun al-Nakash, the immigration of artists for Egypt, the impact of Baalbek's Festivals Committee, and the Group of Lebanese Theater founded by Antoine Multaqa and other pioneering artists.
The question of the theatrical text receives considerable attention from the author, for the text is not a problem confined to Lebanon but to the rest of the Arab world and the entire developing world. Despite the participation of the modernist figures in theatrical composition like Adonis, Onsi Al-Haj, Issam Mahfouz and others, there has been a continuing reliance on the translated or the "Lebanized" text.
Said defines 1965 as a turning point in the course of the Lebanese theater, when Lebanon witnessed the opening of three theaters: the theater of Al Ashrafiyyeh, Beirut Theater, and the National Theater. These openings coincided with a new law which decreed the establishment of a School of Fine Arts with a specialized theater division.
Wazzen describes the book as the first encyclopedic system which fills a vacuum left by a legacy of theatrical criticism. Relying on her insightful vision, education, and methodology, and her long experience in the field of literary criticism, the author sums up a crucial era of the history of Lebanese theater. Said confined herself to the task of laying a foundation, keeping a distance from the War Theater, leaving opportunities for other critics and scholars to take on the mission of continuing what she began.

By Mahmoud Saeed

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Οι Δυτικοί και η πτώση της Κωνσταντινούπολης - The Westerners and the Fall of Constantinople

Οι Δυτικοί το ένιωσαν πολύ νωρίς. Το βυζάντιο ήταν κάτι διαφορετικό από τη Δύση. Κι όσο περισσότερο οι Δυτικοί απομακρύνονταν από το Βυζάντιο, τόσο πιο πολύ τους φάνταζε αλλιώτικο, όσπου στο τέλος τους έγινε απόλυτα ξένο. Η αποξένωση αυτή κατέληξε σε μια δυσπιστία ανάμεσα σε Δυτικοίς και Ανατολικούς, δυσπιστία που άγγιζε το μίσος. Ίσως έτσι εξηγείται ότι την ώρα της τελικής πτώσης, οι Δυτικοί παρακολουθούσαν με πλήρη σχεδόν αδιαφορία ή με χαιρεκακία την πτώση της ανατολικής αυτοκρατορίας.
Η Πόλις Εάλω... 556 χρόνια μετά, η ιστορία και η πτώση της συνεχίζουν να μας συγκινούν. 556 χρόνια πριν η Δύση ίσως θα μπορούσε να παρατείνει τη διάρκεια της ζωής της Βασιλεύουσας. Η ρήξη των σχέσεων ανατολικού και δυτικού κόσμου ήταν ικανή να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο στην οριστική πτώση του βυζαντίου στα χέρια των Οθωμανών το 1453.


Από το περιοδικό "Καθ' Οδόν".

The Westerners felt it from a very early time. Byzantium was something different from the West. And as Westerners removed themselves more and more from Byzantium, the more strange it seemed until in the end it became totally foreign to them. This alienation led to a distrust between Easterner and Western, a mistrust which touched hatred. Perhaps this can explain the fact that during time of the Fall of Constantinople, the West watched with almost complete indifference or even malice the fall of the Eastern Empire.
The City has Fallen ... 556 years later, its history and its downfall continue to move us. 556 years before, the West could have possibly extended the life of the City.It is possible that the rupture of relations between the Eastern and Western world played a leading role in the final fall of Byzantium in the hands of the Ottomans in 1453.

From the magazine "Kath' Odon (On the Way)".

Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Το Έθνος των Ρωμιών - The Nation of the Greeks



Από μαγνητοφωνημένη ομιλία του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού Κ. Αθανασίου. Κύπρος.
Είναι γεγονός ότι καυχόμαστε για την ελληνική μας καταγωγή και τη σχέση μας με τον Χριστό και το Ευαγγέλιο, όχι αδίκως βέβαια, παρόλο που καμιά φορά είμαστε λόγο υπερβολικοί, όμως η ιστορία δικαιώνει το ελληνικό έθνος.
Πάρα πολλοί λαοί άκουσαν το λόγο του Ευαγγελίου, πάρα πολλοί λαοί δέχθηκαν τις επισκέψεις των Αποστόλων, προς στιγμήν έγιναν χριστιανοί, αλλά στο πέρασμα των αιώνων είτε χάθηκαν γιατί υποδουλώθηκαν από άλλους λαούς, είτε άλλαξαν θρησκεία εξ ' ολοκλήρου, είτε προσχώρησαν σε αιρέσεις και άλλες κακοδοξίες οι οποίες νόθευσαν την Αλήθεια του Ευαγγελίου. Η ελληνική φυλή, το ελληνικό γένος, οι Έλληνες, παρά τις πολλές δυσκολίες που είχαν, κράτησαν το Ευαγγέλιο, κράτησαν την πίστη στην Εκκλησία, στην Ορθοδοξία. Και όχι μόνο δεν την έχασαν αλλά κατά την διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έδωσαν το Ευαγγέλιο και σε άλλους λαούς (π.χ. Ρώσους, Βούλγαρους, Ρουμάνους, Σέρβους, Γεωργιανούς), σε όλη την ανατολική Ευρώπη. Οι βυζαντινοί Ρωμιοί πρόγονοι μας επέμεναν, παρόλο που η Δύση αντιδρούσε σε αυτό, ότι οι νέοι ορθόδοξοι λαοί έπρεπε να λατρεύουν τον Θεό στη γλώσσα τους. Γι' αυτό και οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος που μετέφεραν στους Σλάβους το Ευαγγέλιο έφτιαξαν αλφάβητο, ώστε να μπορούν οι άνθρωποι να έχουν δική τους γραπτή γλώσσα. Ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε το Ευαγγέλιο από τους Έλληνες ως μέσο κατάκτησης των άλλων λαών. Αντίθετα, ήταν μια προσφορά σ΄αυτούς του φωτός του Ευαγγελίου, επ' ελευθερία, ποτέ με τη βία. Δεν έχουμε φαινόμενα στην ορθόδοξη Εκκλησία επιβολής της Ορθοδοξίας σε άλλους λαούς με τη βία.
Το ερώτημα είναι, εμείς οι χριστιανοί ορθόδοξοι, πως μπορούμε να ταυτίσουμε την αγάπη προς την πατρίδα μας σε συνδυασμό με την ορθόδοξη πίστη μας;
Ως Έλληνες και ως ορθόδοξοι, καυχόμαστε ότι μέχρι σήμερα βαστάζουμε την ορθόδοξη πίστη μας απαρασάλευτη και απαραχάρακτη και μαζί με αυτήν έχουμε την ευλογία να βαστάζουμε τον Σταυρό, τον ευλογημένο Σταυρό της ελληνικής φυλής μέσα στον κόσμο, που κουβαλεί όλην αυτή την ένδοξη μας ιστορία. Το ελληνικό γένος, έχοντας πανάρχαιες ρίζες μέσα στην ιστορία, έφτασε σε τόσο υψηλά επίπεδα φιλοσοφικών πτήσεων και αποκαλύψεων ώστε να θεωρείται πρόδρομος του χριστιανισμού.
Νομίζω ότι το να είναι κανείς Έλληνας, το να είναι κανείς Ρωμιός, δεν είναι υπερηφάνεια αλλά είναι Σταυρός και μόνο σαν Σταυρό και σαν διακόνημα μπορούμε να το κρατήσουμε σήμερα. Είμαστε Έλληνες, έχουμε μια ιστορία, όπως ο κάθε λαός και αναγνωρίζουμε σε κάθε άνθρωπο αυτό το δικαίωμα να καυχάται για την ιστορία του, για τους προγόνους του. Καυχόμαστε σαν Έλληνες όχι γιατί λατρεύαμε τους ψεύτικους θεούς του Ολύμπου, αλλά καυχόμαστε γιατί είμαστε ένας λαός με φιλοσοφικές αναζητήσεις, καυχόμαστε γιατί είμαστε ένας λαός που γέννησε τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία.
Οι εθνικές γιορτές είναι βέβαια γιορτές μυήσεως στο νόημα, αλλά είναι και κρίση της ίδιας της ζωής μας. Και πρέπει να υφιστάμεθα αυτή την κρίση γιατί διαφορετικά θα μας κρίνει η ιστορία ως ανθρώπους που δεν διδαχθήκαμε ποτέ από την ίδια την ιστορία και την πορεία μας.
Η ιστορία οφείλει να μας διδάξει και εμείς αν είμαστε άξιοι των προγόνων μας, πραγματικά παιδιά τους, τότε πρέπει να μάθουμε να διδασκόμαστε, γιατί έχουμε τη βαρύτατη αυτή κληρονομιά να είμαστε Έλληνες. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε μια ιστορία ένδοξη σε πολέμους και αγώνες.Οι Έλληνες κρατούσαν τη σημαία τους για να δείξουν ότι αγωνίζονται όπως έλεγαν " υπέρ βωμών και εστιών", να να δείξουν ότι αγωνίζονται για συγκεκριμένα ιδανικά, ήσαν ιδεολόγοι, δεν ήσαν πολεμιστές με την πραγματική σημασία της λέξεως, αλλά γίνονταν πολεμιστές όταν η ανάγκη τους καλούσε και ήταν πράγματι αυτή η ανάγκη αδήριτη, για να φυλάξουν την πίστη τους και την πατρίδα τους.
Σήμερα αδελφοί μου καλούμαστε να κρατήσουμε αυτή την πατρίδα μέσα στα περιθώρια που οι ήρωες μας την παρέδωσαν και όπως αυτοί βάδισαν τον δρόμο τους με σύνεση πολλή, με σοφία πολλή, με υπομονή πολλή.
Οι ήρωες μας ήταν παιδιά, ήταν άνθρωποι της Κύπρου που βγήκαν μέσα από το καλύτερο λίκνο, το λίκνο της Εκκλησίας και πραγματικά στέκει κανείς μπροστά τους με μεγάλο θαυμασμό και μεγάλη συγκίνηση, γιατί διαβάζει κανείς για τη ζωή τους, διαβάζει κανείς τις επιστολές τους, διαβάζει αυτά τα οποία έγραψαν και όχι απλώς συγκινείται συναισθηματικά αλλά τα κείμενα αυτών των ανθρώπων, αυτές οι επιστολές των ηρώων του 55- 59 ( Ε.Ο.Κ.Α ) μας θυμίζουν συναξάρια, μας θυμίζουν λόγια νεομαρτύρων, μας θυμίζουν τις επιστολές των μαρτύρων της πίστεως, τις επιστολές και τα γραπτά των νεομαρτύρων της τουρκικής κατοχής στον ελληνικό χώρο. Δεν διαφέρει καθόλου το ήθος τους από το ήθος των μαρτύρων της πίστεως και των μαρτύρων της πατρίδος. Διαβάζει κανείς τις επιστολές εκείνες και βλέπει που έστελναν αυτοί οι άνθρωποι και βλέπει τι ήθελαν σε αυτό τον τόπο. Δεν βλέπεις ίχνος μισαλλοδοξίας, δεν βλέπεις ίχνος τρομοκρατίας, κι ας τους κατηγορούσαν τότε ότι ήταν τρομοκράτες. Διαβάζει κανείς τις επιστολές τους και βλέπει ένα ιλαρό φως, το φως της πίστεως το οποίο τους οδηγούσε στην αγάπη της πατρίδας τους, τους οδηγούσε στην αγάπη της ελευθερίας, αλλά δεν τους οδηγούσε ποτέ στο μίσος ακόμα και αυτών που τους είχαν κατακτήσει. Και αν χρειάστηκε να κάνουν πόλεμο και να κάνουν επανάσταση, αυτό ήταν γιατί με τα δεδομένα της εποχής και της ώρας εκείνης ήταν μια ανάγκη και δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά.
Μέσα στις επιστολές των μαρτύρων και των ηρώων βλέπει κανείς τον Θεό, την αγάπη του Χριστού να βασιλεύει που τους έδωσε τη δυνατότητα να νικήσουν τον θάνατο, να υπερβούν τον θάνατο, που αισθάνονταν την ψυχή τους να φτερουγίζει γύρω από τον θρόνο του Θεού, τι άλλο είναι παρά τα ίδια βιώματα των μαρτύρων της πίστεως; Δεν είναι αυτά οι επισκέψεις της χάριτος του Θεού οι οποίες παρηγορούσαν τις ψυχές των ανθρώπων που βρισκόντουσαν μόνο λίγο προ του θανάτου; Ταυτόχρονα, βλέπει κανείς την αγάπη τους προς την Ελλάδα. Την Ελλάδα όχι ως γεωγραφικό χώρο μόνο, αλλά την Ελλάδα ως την κοιτίδα του πολιτισμού, τη μητέρα της φιλοσοφίας, τη μητέρα της Ρωμιοσύνης.
Οφείλουμε λοιπόν να μαθαίνουμε μέσα από την ιστορία μας, να διδασκόμαστε. Οφείλουμε να οδηγηθούμε μπροστά στα διάφορα γεγονότα της ιστορίας μας και να κρίνουμε τον εαυτό μας, σιωπώντας και περιορίζοντας τα λόγια μας και την εξωστρέφεια μας και να αφήσουμε να μας δείξουν όλοι αυτοί οι μάρτυρες της πατρίδας το δικό τους φρόνημα και να μας μιλήσουν για την παράδοση μας, να μας δείξουν από ποιο δέντρο καταγόμαστε κι ακόμα, να έχουμε το θάρρος να δούμε που είμαστε εμείς σήμερα.
Πρέπει να έχουμε το θάρρος να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και να πούμε τη μεγάλη αλήθεια, ότι αυτός ο τόπος ( η Κύπρος) , εάν θέλει να ζήσει, πρέπει να γίνει ελληνικός τόπος κατά κυριολεξία. Ο άνθρωπος πρέπει να τύχει παιδείας, παιδείας φιλοσοφικής, παιδείας πνευματικής, παιδείας ρωμαίικης, με ρωμιοσύνη που σημαίνει ότι θα απολαύσει όλη την ιστορία της παραδόσεως μας. Ούτε αρχαιολάτρες είμαστε, αλλά ούτε και βυζαντινόπληκτοι είμαστε. Ξέρουμε ότι ο τόπος ζύμωσε την αρχαία φιλοσοφία και παράδοση με την Ορθοδοξία. Και ορθόδοξος σημαίνει ελεύθερος. Ορθόδοξος και Ρωμιός σημαίνει άνθρωπος χωρίς παρωπίδες, σημαίνει άνθρωπος ο οποίος αγαπά τον άλλο και δεν φοβάται τον άλλο άνθρωπο, γιατί έχει αρχοντιά, γιατί δεν είναι κομπλεξικός, γιατί δεν αισθάνεται μειονεκτικά μπροστά σε κανένα, γιατί είναι περήφανος γι' αυτό που είναι και αυτή η περηφάνια δεν είναι αλαζονεία αλλά είναι το " γνώθι σ΄αυτόν '' των αρχαίων Ελλήνων, είναι αυτή η γνώση της βαρύτατης κληρονομιάς την οποία κουβαλούμε πάνω μας. Αυτή η ρωμαίικη υπερηφάνεια μπορεί να υπηρετήσει και όχι να υπηρείται, μπορεί να σταθεί και να αγκαλιάσει τον κόσμο όλο και να γίνει διάκονος της ανθρωπότητας.
Εμείς σαν Ρωμιοί πάντοτε είχαμε τη μεγάλη υπομονή η οποία ήταν γέννημα της πίστεως. Και ο πιστός άνθρωπος βλέπει πίσω από τα φαινόμενα, πέραν των φαινομενικών πραγμάτων. Δεν μας ενδιαφέρει εμάς αν μας μισούν ή όχι οι Τούρκοι. Μας ενδιαφέρει τι θα πει ο Θεός στο τέλος. Δεν θα γίνει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από όσα ο Θεός θα επιτρέψει. πρέπει να μάθουμε να έχουμε τελείαν εμπιστοσύνη στον Θεό. Εάν ελπίζεις στον θεό και πιστεύεις ότι ο Θεός είναι ο Πατέρας σου, τότε λοιπόν γιατί φοβάσαι;
Ας ανοίξουμε τον δρόμο στην αληθινή παιδεία, να φτιάξουμε πρώτα ανθρώπους ελεύθερους, και αν φτιάξεις ανθρώπους ελεύθερους, τότε θα αποκτήσεις και πατρίδα ελεύθερη. Αν έχεις ανθρώπους δούλους, τότε και η ελεύθερη πατρίδα θα γίνει δούλη. Ο ελεύθερος άνθρωπος είναι αυτός που ελευθερώνει πρώτα τον εαυτό του και ύστερα ελευθερώνει και γεωγραφικά τον τόπο του. Αν ενδιατρίψουμε στην ιστορία μας, αν ασκήσουμε καλόβουλη και θετική κριτική στις παρελθούσες πράξεις και ενέργειές μας, αν είμαστε έντιμοι, ανυστερόβουλοι και ειλικρινείς, τότε θα ανακαλύψουμε ότι αυτός ο τόπος γεννά ήρωες, αυτός ο τόπος γεννά μάρτυρες, αυτός ο τόπος γεννά ηγέτες, όπως τους ηγέτες οι οποίοι σήκωσαν τον τόπο αυτό και έδωσαν την ανάσταση στην πατρίδα μας και στη φυλή μας. Αυτό είναι το μήνυμα της Ρωμιοσύνης, του πόνου και της αγάπης για την πατρίδα.
Ν.Π. - Δ.Κ.

Από το περιοδικό " καθ' οδόν " της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού. Κύπρος.
Μεταφέρθηκε στον κυβερνοχώρο από Noctoc


From a recorded speech by the Bishop of Limassol Athanasios.Cyprus.
It is a fact that we are proud about our Greek origin and our relationship with Christ and with the Gospel, not wrongly of course, although sometimes we tend to exaggerate, but history justifies the Greek nation.
Many nations have heard the word of the Gospel, many nations were visited by the Apostles and for a time they became Christians, but over the centuries they were lost either because they were subjugated by other nations, or because they changed their religion entirely, or because they joined other sects and misbeliefs which distorted the truth of the Gospel. The Greek nation, the Greek race, the Greeks, despite the many difficulties they had faced, kept the Bible, kept their faith in the Church, in Orthodoxy. And not only they did not loose it, but during the time of the Byzantine Empire they also gave the Gospel to other nations (e.g, Russians, Bulgarians, Romanians, Serbs, Georgians), throughout Eastern Europe. Our Byzantine Greek ancestors insisted, although the West reacted against this, that nations new to the Orthodox faith should worship God in their own language. That is the reason why the Saints Cyril and Methodius who took the Gospel to the Slavs, created an alphabet for them, in order to make it possible for the Slavic people to have their own written language, to be able to become educated, to grow culturally as a people with their own identity, and worship God in their own language. The Gospel was never used by the Greeks as a means of conquest of other peoples. Instead, it was an offer of Gospel light, offered as a choice, and never by force. In the Orthodox Church we do not have the phenomenon of imposing Orthodoxy by force on other nations.
The question is, we Orthodox Christians, how can we identify the love for our country in conjunction with our orthodox faith?
As Greeks and as Orthodox Christians, we are proud that until the present times we hold the Orthodox faith unchanged and unreformed, and with it, we have the blessing to carry the Cross, the Holy Cross of the Greek race in the world, which it carries our glorious history. The Greek race, having very ancient roots in history, reached such high levels of philosophical depth and revelations that it has become to be considered as the precursor of Christianity.
I think that being Greek is not pride but a Cross , and only as a Cross and as a service to mankind we can keep ourselves today. We are Greeks and we have a history, like every nation and all peoples in the world, and we recognize the right for every person on earth to feel proud of his history, and his ancestors. We are proud as Greeks not because we worshiped the false gods of Olympus, but we are proud because we are a people with philosophical quests, we are proud because we are a nation that gave birth to democracy, to philosophy.
National celebrations are of course celebrations of initiation in meaning, but they are also a way to judge our own life. And we must be able to accept this judgement because otherwise history will judge us as a people who have never learned from this same history and our course in it.
History must teach us, and we, if we are worthy of our ancestors, if we are their true children, then we must be willing to learn, because we have the heavy heritage of being Greek. This means that we have a glorious history in war and in struggles. The Greeks held their flag to show that they were fighting as they were saying "for the faith and the homeland", to show that they were fighting for certain ideals, they were ideologists, they were not warriors in the real sense of the word, but became warriors when necessity called upon them, and when it was actually a vital need, in order to keep their faith and their homeland.
Today my brothers and sisters we have to keep this country within the margins that our heroes had delivered it to us , and within the same direction, with much care, with much wisdom, and with much patience.
Our heroes were kids, they were people of Cyprus who came from the best cradle, the cradle of the Church and one truly stands in front of them with great admiration and great emotion, because when one reads about their lives, reads their letters, reads what they wrote, not only is he moved emotionally, but the writings of these people, these letters of the heroes of 55 - 59 (E.O.K.A) remind us of the writings of the lives of the saints, they remind us of sayings told by New Martyrs, they remind us of letters from the Martyrs of our faith, letters and writings of the New Martyrs of the Turkish occupation in Greek lands. The ethos of these heroes of our homeland is not different in any way from the ethos of the Martyrs of our faith. One reads these letters and one can see where these people stood and what they wanted in this place. We cannot see even a trace of intolerance, we do not see any trace of terrorism, even if they were accused of being terrorists. One reads their letters and one can see a cheerful light, the light of faith which led them to love their country, which lead them to the love of liberty, but it never lead them to hate, even for those who conquered them. And even if they had to make war and to make a revolution, this came about because the circumstances of those years and that time made it necessary and they could not do otherwise.
Through the letters of the martyrs and heroes, one can see God, the love of Christ to reign, which gave them the ability to defeat death, to transcend death, to feel their soul hovering around the throne of God, what else is it other than the same experiences as those of the Martyrs of the faith? Aren't these the visits of the grace of God which comforted the souls of people who were only one step away from their death? At the same time, one can see their love for Greece. Greece not only as a geographical area, but Greece as a cradle of civilization, the mother of philosophy, the mother of Greekness.
We must therefore be able from our history to learn. We must go at the forefront of various events in our history and judge ourselves, in silence and by limiting our words and our actions and allow all these Martyrs of our homeland to show us their convictions, to speak to us about our traditions, to show us from which family tree we are still decedent from, and even come to have the courage to see what we are today.
We must have the courage to discover ourselves and to say the great truth, that this place (Cyprus), if it wants to survive, it must be a Greek place in actuality. Man should be educated, have a philosophical education, intellectual education, Greek education, a person must have a Greekness which must mean that he will enjoy all this history of our tradition. We are neither lovers of antiquity, nor are we Byzantium obsessed. We know that this land is a place of fermentation between our ancient culture and tradition with Orthodoxy. And Orthodoxy means to be free. Orthodox and Greek means that a person must be without blinkers, it means that he is a person who loves other people, and does not fear other humans, because this is noble, because he is not inhibited, because he does not feel disadvantaged in any way, and is proud of what he is, not out of arrogance, but because he "knows who he is'' as the ancient Greeks would say, it is this knowledge of our heavy heritage which we must carry on.This Greek pride can serve and not be served, it can stand up and embrace the whole world and become a service to humanity.
We, as Greeks always had great patience which derived from our faith. And the faithful person sees over the phenomena, beyond the apparent facts. We are not interested if we are hated by the Turks or not. What we are interested in, is what God will say in the end. Nothing more and nothing less will happen than what God will allow. We must learn to have perfect trust in God. If you hope in God and believe that God is your Father, then why have any fears?
Let us pave the way to true education, to first create free people, and if people are made to be free, then we will also have a free homeland. If our society creates people who are treated as slaves, then our country will also be enslaved. A free person is he who first frees himself and then once he is free, he will also free the geographical territories of his homeland. If we look back in our history, if we get to know our traditions, if we exercise and exert positive criticism on our past history and our deeds, if we are honest, sincere and without ulterior motives, we will discover that this land creates heroes, this land creates Martyrs, this land creates leaders, like the leaders who raised their homeland up and brought resurrection in our country and our race. This is the message of Greekness, pain and love for the homeland.
N.P. - D.K

From the magazine "en route" of the Holy Bishopric of Limassol. Cyprus.
Translated from Greek and put on the Internet by Noctoc

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Μια ημερίδα για την Αραβική Λογοτεχνία του 20ού αιώνα

Η Κοσμητεία της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Το Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών
Η Ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Σπουδών Μέσης Ανατολής
οργανώνουν ημερίδα αφιερωμένη στον
ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς, το Ρίτσο της Παλαιστίνης
με θέμα:
Η ΑΡΑΒΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 25 Μαΐου, ημέρα Δευτέρα και ώρα 6.30 μμ
στο Μεγάλο Αμφιθέατρο (AULA) της Φιλοσοφικής Σχολής
(Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου)
σύμφωνα με το πρόγραμμα που ακολουθεί:

18.30΄ Χαιρετισμοί

Α. ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ


Γιάχια Χάκι (1905-1990), η τέχνη της πατριδογνωσίας

Ομιλητής: Δρ Τάρεκ Ραντουάν, καθηγητής Πανεπιστημίου αλ-Άζχαρ, Μορφωτικός Ακόλουθος της Πρεσβείας της Αιγύπτου και Διευθυντής του Μορφωτικού Κέντρου της Πρεσβείας της Αιγύπτου στην Αθήνα

Η λογοτεχνία, γέφυρα στο χρόνο: Γκαμάλ αλ-Γιτάνι (γεν 1945)


Ομιλήτρια: κα Ελένη Καπετανάκη, φιλόλογος-μεταφράστρια

Β. ΠΟΙΗΣΗ

Ο ποιητής Νουάιμα (1889-1998) και η αναζήτηση του είναι

Ομιλητής: κ. Ρόνι Μπου Σαμπά, φιλόλογος-μεταφραστής

Μαχμούντ Νταρουίς (1941-2008): «Ας έρθει ειρήνη στο φάντασμά μου»

Ομιλήτρια: κα Αγγελική Σιγούρου, ποιήτρια-μεταφράστρια
Απαγγελία: κα Φαντίλα Μονζέρ, κ. Χρήστος Κωτσιακόπουλος

Γ. ΘΕΑΤΡΟ

Η πρωτοπορία στο αραβικό θέατρο: Ταουφίκ αλ-Χακίμ (1899-1987)

Ομιλήτρια: κα Ελένη Κονδύλη Μπασούκου, Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών, Πρόεδρος της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Σπουδών Μέσης Ανατολής

Ταουφίκ αλ-Χακίμ επί σκηνής.

Συρραφή κειμένων και σκηνοθετική επιμέλεια: κα Καίτη Μανωλιδάκη
Μετάφραση από τα αραβικά: κ. Παναγιώτης Καρματζός

Το Τραγούδι του Θανάτου
Μαμπρούκα: Μαίρη Κιντώνη
Αζάκερ: Ελένη Βουτυρά
Ελουάν: Αλέξανδρος Μαχαιράς

Ε, συ που σκαρφαλώνεις στο δέντρο
Αστυνομικός: Φώτης Αρμένης
Υπηρέτρια: Καίτη Μανωλιδάκη
Η σύζυγος: Ελένη Βουτυρά
Ο σύζυγος: Νίκος Κεφαλάς
Δερβίσης: Φώτης Αρμένης

Κρουστά, ούτι, φλογέρα, τραγούδι: Νικήτας Βοστάνης

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης και οι Ρωμιοί - The Fall of Constantinople and its effect on the Greeks

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα, συνταρακτικότερα και συνάμα ένα από τα τραγικότερα ιστορικά γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας. Η Άλωση της Πόλης σήμανε και την πτώση της μεγάλης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι Ρωμιοί έχαναν τη θεοφρούρητη πόλη και έσβηνε αυτό που για αιώνες έλαμπε στο στερέωμα της οικουμένης, η κοιτίδα των πολιτισμών και της Χριστιανοσύνης, αλλά και η ένοχη Δύση συνειδητοποιούσε τις καταλυτικές συνέπειες της πτώσης μιας πόλης, της Κωνσταντινούπολης, που δεν ήταν μια συνηθισμένη πόλη αλλά η πόλη των πόλεων, αυτή που η ισχυρή παρουσία της αποτελούσε τροχοπέδη και αντιστάθμισμα, φραγμό και σύνορο στην αυξανόμενη δύναμη που ερχόταν από την Ανατολή, αυτή των Οθωμανών-Τούρκων.
"Είναι σαφές" έγραφε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος στο Μωάμεθ τον Β' "ότι επιθυμείς τον πόλεμο περισσότερο από την ειρήνη. Επειδή δεν μπορώ να σε ικανοποιήσω, ούτε με τις ειλικρινείς μου διαμαρτυρίες, ούτε με την ετοιμότητα να ορκισθώ συμμαχία μαζί σου, έτσι ας γίνει σύμφωνα με την επιθυμία σου. Στρέφομαι αυτή τη στιγμή και ατενίζω μόνο τον Θεό. Αν είναι θέλημα Του η πόλη αυτή να γίνει δική σου, ποιος μπορεί να εναντιωθεί σ' αυτό; Θα ήμουν βέβαια πολύ ευτυχής αν σου ενέπνεε την επιθυμία για ειρήνη. Παρ΄όλα αυτά σε αποδεσμεύω από όλους τους όρκους και τις συνθήκες και γι αυτό κλείνοντας τις πύλες της πρωτεύουσας μου, θα υπερασπιστώ τον λαό μου μέχρι τελευταίας ρανίδας του αίματος μου".
Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης όμως, η Δύση έδειξε εκδικητική αδιαφορία, πλην ορισμένων φωτεινών εξαιρέσεων, με αποτέλεσμα οι λιγοστοί υπερασπιστές της να επιδείξουν απαράμιλλο ηρωισμό με κύριο πρωταγωνιστή τον δοξασμένο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.
"Θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη.Θλίψις απαραμύθητος έπεσε τοις Ρωμαίοις! Εχάσασιν το σπίτι τους, την πόλιν την αγίαν, το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχή τους".

Από το περιοδικό " Καθ΄Οδόν" της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, Κύπρος.

The Fall of Constantinople in 1453 was one of the most important and most stirring and at the same time one of of the most tragic historical events of world history. The Fall of Constantinople also marked the fall of the great Byzantine Empire. The Greeks were loosing the God-guarded city and this light that was shining to all the world, this cradle of civilization and of Christianity, was coming to an end.Even the guilty West was coming to realize the catalyst effect of the falling of the city of Constantinople, which was not an ordinary city, but it was the city of all cities, a city who's strong presence was a hindrance and a halt, a boundary and a barrier to the increasing pressure of a power which came from the East, that of the Ottoman-Turks.
"It is clear," wrote Emperor Constantine Paleologos to Mohammed B ' "that you want war more than peace. Because I can not satisfy you, and neither can my sincere intentions of taking an oath of alliance with you, so may things be according to your desire. I turn this time and I just stare at God. If it is His wish that this city become yours, who can oppose this? I would certainly be very grateful if He passed to you the desire for peace. However, despite all these, I free you from all oaths and treaties, and by closing the gates of my capital, I will defend my people until the last drop of my blood. " During the duration of the siege of the city, however, the West showed a vindictive indifference, with the exception of some notable deeds, and the end result was the defenders demonstrating unparalleled heroism with the main protagonist being the glorious Emperor Constantine Palaiologos. "Lamentations, and cries, pain and screams and sadness. Unsurmountable sadness fell on the Greeks! They lost their home, their holy city, their courage and pride and their stamina ."

From the magazine "Kath' Odon (On the Way)" of the Holy Bishopric of Limassol, Cyprus.
Translated from Greek by Noctoc

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Ταουφίκ αλ- Χακίμ: Ο πατέρας του Αιγυπτιακού θεάτρου - Tawfiq Al-Hakim: The father of Egyptian theater

Η Αίγυπτος και ο Αραβικός Κόσμος εορτάζουν την 110η επέτειο από τη γέννηση του Ταουφίκ αλ- Χακίμ. Αυτό το γεγονός συμπίπτει με τη δημοσίευση μερικών από τα διηγήματα του σε αγγλική μετάφραση. Πίσω, στις αρχές της δεκαετίας του 1940, μετέφρασα μία από τις ιστορίες του Ταουφίκ αλ- Χακίμ που εμφανίστηκε στο "The Bulletin", ένα μηνιαίο περιοδικό που δημοσίευε το Γραφείο Παιδείας της Αιγύπτου και του οποίου ήμουν συντάκτης. Ο αραβικός τίτλος της ιστορίας ήταν El-Tagen Wessel, και διαπιστώνοντας ότι η κυριολεκτική του μετάφραση δεν θα σήμαινε τίποτα στον Άγγλο αναγνώστη, του έδωσα τον τίτλο "Pot Luck".
Μετά την εξαιρετική μετάφραση του "Maze of Justice" (Λαβύρινθος της Δικαιοσύνης) από τον Abba Eban, ο οποίος ήταν τότε ακόμη Βρετανός υπήκοος, το "Pot Luck" ήταν ίσως η πρώτη αγγλική μετάφραση ενός από τα έργα του Ταουφίκ αλ- Χακίμ . Ο αλ- Χακίμ είχε ήδη μεταφραστεί στα γαλλικά, αλλά τα περισσότερα από αυτά τα έργα που μεταφράστηκαν ήταν είτε θεατρικά έργα ή μυθιστορήματα.
Μια συλλογή από μεταφρασμένα διηγήματα αυτού του μεγάλου συγγραφέα είναι πράγματι ένα ευπρόσδεκτο γεγονός. Δεν πρόκειται να συζητήσω σε βάθος την ποιότητα της μετάφρασης. Το μέτρο της επιτυχίας της μετάφρασης, δεν είναι μικρότερης σημασίας από της δημιουργικής προσπάθειας του πρωτότυπο, αφού το κείμενο πρέπει να είναι ευανάγνωστο σε μια συγκεκριμένη γλώσσα. Και πρέπει να πω ότι απόλαυσα την ανάγνωση αυτής της συλλογής με τη δική της αξία, ξεχνώντας συνεχώς ότι είναι μετάφραση από Αραβικά κείμενα.
Όπως ο Hutchins αναφέρει στην εξαιρετική εισαγωγή του για τη συλλογή, ο Ταουφίκ αλ- Χακίμ ενθυμείται για "το ρόλο του στη δημιουργία μίας βιώσιμης θεατρικής παράδοσης στην αραβική λογοτεχνία". Τα μυθιστορήματα του, ειδικά το "Return of the Spirit'' ( Επιστροφή του Πνεύματος) και το "Maze of Justice" (Λαβύρινθος της Δικαιοσύνης) , είναι ορόσημα για την αραβική λογοτεχνία του εικοστού αιώνα, και η ανάγνωση τους είναι ακόμη ευχάριστη." Θα προχωρήσω ακόμα περισσότερο να πω ότι η "Επιστροφή του Πνεύματος" ήταν ο πρόδρομος της "Τριλογίας" του Ναγκίμπ Μαχφούζ, ενώ το "Λαβύρινθος της Δικαιοσύνης" ήταν η πηγή έμπνευσης για αναρίθμητους Αιγύπτιους συγγραφείς που προσπάθησαν να φέρουν κοινωνικά ζητήματα στην επιφάνεια, μέσα από μυθιστορήματα τους.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο αλ- Χακίμ ήταν άρχων του γραπτού λόγου. Ως μανιώδεις αναγνώστης της ξένης λογοτεχνίας και φιλοσοφίας, συνδυάζει στο στυλ του την πολυμάθεια της Δύσης με την ευχέρεια των Αραβικών. Παρόλο που ασχολείται με κοσμικά καθημερινά θέματα, ωστόσο, αντανακλά μια κάποια αρχοντιά στο στυλ του, που θυμίζει τα γραπτά του Yeats, Synge ή της Lady Gregory.
Ο μεταφραστής πέτυχε πραγματικά να επιλέξει αντιπροσωπευτικά δείγματα από τα διηγήματα του Ταουφίκ αλ- Χακίμ , τα οποία ασχολούνται με διάφορα θέματα. Το να γράψει μια σύντομη ιστορία, είναι μια σκληρή δοκιμασία για την ικανότητα ενός συγγραφέα. Όλες αυτές οι ιστορίες του είναι ευδιάκριτες και χιουμοριστικές, δεν έχει σημασία πόσο μακροσκελές είναι γιατί δεν είναι ποτέ βαρετές. Επιπλέον, η αριστοτεχνική δραματική έννοια του Ταουφίκ αλ- Χακίμ, γίνεται πολύ σαφές στο διάλογο.
Ο αλ- Χακίμ, όπως λέει ο Hutchins στην εισαγωγή του, "δεν είχε ως ελατήριον την προσωπική του φιλοδοξία σε ότι αφορούσε την τέχνη, αλλά την αίσθηση του καθήκοντος του ως καλλιτέχνη". Με τα ίδια τα λόγια του αλ- Χακίμ: "Όλες οι υψηλότερες μορφές της ανθρώπινης ζωής βασίζονται πάνω σε πνευματικές αρχές, τις οποίες εμείς ονομάζουμε ελευθερία, σκέψη, δικαιοσύνη, αλήθεια, και ομορφιά."
Ο Ταουφίκ αλ- Χακίμ ήταν, με τον δικό του τρόπο, ένας επαναστάτης. Υπήρξε επίσης ένας μεγάλος καινοτόμος. Όταν αγκάλιασε τον γραπτό λόγο για το θέατρο, πίστευε, και σωστά έκανε, ότι ήταν καινοτόμος. Το θέατρο ως μορφή τέχνης ήταν κάτι το καινούριο στην Αίγυπτο. Γράφει σχετικά για αυτό: "Κάθε σύγχρονος θεατρικός συγγραφέας, που ανήκει σε μια ευρωπαϊκή κουλτούρα έχει τα πόδια του στερεωμένα πάνω σε δύο χιλιάδες χρόνια εμπειρίας ... που μεταφέρθηκε από τη μια γενιά στην άλλη. Ενσωμάτωσαν όλα τα είδη δημιουργικότητας και όλες τις τάσεις, προσπαθώντας να επιλύσουν καλλιτεχνικά , γλωσσικά και λογοτεχνικά προβλήματα. Αλλά στη χώρα μας, στη γλώσσα μας και την λογοτεχνία μας υπάρχει περιορισμένη και συντετριμμένη εμπειρία στο θέατρο. Η αραβική λογοτεχνία έχει μόνο τα τελευταία χρόνια αναγνωρίσει το θέατρο ως λογοτεχνική μορφή. " Διαβάζοντας τα έργα του Ταουφίκ αλ- Χακίμ, συμπεριλαμβανομένων και των διηγημάτων του, μπορεί κανείς να εντοπίσει μια αντανάκλαση της συχνά εκφραζόμενης γνώμης, ότι δια μέσου όλης της ιστορία τους, οι Αιγύπτιοι ήταν απορροφημένοι με την ανάσταση. Αυτό είναι περισσότερο εμφανή σε θεατρικά του έργα όπως το "Isis" (Ίσις), "Sheherezade" (Σεχερεζατέ) και "Άνθρωποι του Σπηλαίου" καθώς και στο μυθιστόρημα "Επιστροφή του Πνεύματος".
Βρίσκω ενδιαφέρουσα την αντιπαραβολή του μεταφραστή που κάνει στην εισαγωγή του μεταξύ του αλ- Χακίμ και της Βιρτζίνια Γουλφ. Και οι δύο, γράφει ο Hutchins, βρήκαν το μυθιστόρημα υπερβολικά εξαρτώμενο από μια ενδεχομένως κουραστική μορφή ανάλυσης και σκέψης από ό, τι άλλες μορφές τέχνης".
Και πάλι, σε όλα τα έργα του αλ- Χακίμ, μπορεί κανείς να αντιληφθεί την ανταγωνιστική του θέση έναντι του κράτους. Αν και, ή ίσως επειδή εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος σε διάφορους τομείς, επέκρινε αυτό που αποκάλεσε "την κρατική παρέμβαση στον τομέα των τεχνών".
Διαβάζοντας αυτή τη θαυμάσια μετάφραση, κάποιος έχει την αίσθηση ότι ο Ταουφίκ αλ- Χακίμ έγραψε τα διηγήματα ως ένα είδος αναψυχής ανάμεσα στα μυθιστορήματα του και θεατρικά του έργα. Τα διηγήματα αυτά δεν ακολουθούν τους κανόνες του είδους.
Κυμαίνονται από ελαφριές ιστορίες μέχρι ποιο περίπλοκα θέματα που ο Hutchins αποκαλεί "δραματικά δοκίμια", και όλα αντανακλούν ένα ευχάριστο συνδυασμό πραγματικότητας και φαντασίας. Στην όμορφη, μακροσκελή ιστορία "Βάρκες στον Ήλιο", που βασίζεται σε ένα Φαραωνικό θρύλο σχετικά για την αγάπη ενός βαρκάρη για τη βασίλισσα, ο αλ- Χακίμ υπογραμμίζει αυτές τις αρχές. Τελειώνει την ιστορία με το ακόλουθο κείμενο: "Έτσι τελειώνει αυτή η ιστορία που δεν έχει καταγράψει η ιστορία ποτέ για μας, δεδομένου ότι σπάνια χρησιμοποιεί τα γράμματα της και τις πέτρινες επιγραφές της για τίποτα άλλο εκτός από ειδήσεις για τους βασιλίδες. Ο θάνατος των δύο αυτών Μαρτύρων από τις βάρκες του ήλιου δεν σκαλίστηκε σε πέτρα, αλλά από τους σπόρους που διέφυγαν και βλάστησαν επί αιώνες και γενιές, η ανάπτυξή τους καταγράφτηκε με αίμα. Καλλιεργήθηκαν και μεγάλωσαν στο εξωτερικό, και αυτά τα φυτά έχουν αποδώσει τους καρπούς τους με τη μορφή των ατόμων που ζητούν την ελευθερία σκέψης και της ελευθερίας του ανθρώπου. "
Σαφώς ο αλ- Χακίμ ήταν ένα από αυτά τα άτομα.

Mursi Saad El-Din
Mετάφραση Noctoc

Egypt and the Arab World are celebrating the 110th anniversary of the birth of Tawfiq Al-Hakim. Coinciding with this is the publication of an English translation of some of his short stories. Back in the early 1940s, I translated one of Tawfiq Al-Hakim's stories which appeared in The Bulletin, a monthly magazine published by the Egyptian Education Bureau and of which I was editor. The Arabic title of the story was El-Tagen Wessel and, finding that the literal translation would convey nothing to the English reader, I gave it the title "Pot Luck".
After the excellent translation of "Maze of Justice" by Abba Eban who was then still a British subject, "Pot Luck" was probably the first English translation of a work by Tawfiq Al-Hakim. Al-Hakim had already been translated into French, but most of the translated work were either plays or novels.
A collection of translated short stories by this great writer is a welcome thing indeed. I do not intend to discuss at length the quality of the translation. The measure of the success of a translation, not less of a creative effort than the writing of the original, is its readability in the rendered language. And I must say that I enjoyed reading this collection on its own merit, forgetting all the time that it is a translation of Arabic texts.
As Hutchins mentions in his excellent introduction to the collection, Tawfiq Al-Hakim is remembered for "his role in creating a viable theatre tradition in Arabic literature". His novels, "especially 'Return of the Spirit' and 'Maze of Justice', are landmarks of twentieth century Arabic literature and still enjoyable reading." I would go even further to say that "Return of the Spirit" was the forerunner of Naguib Mahfouz's "Trilogy", while "Maze of Justice" was the source of inspiration for countless Egyptian writers who attempted, in fiction, to address social issues.
There is no doubt that Al-Hakim was a master of the written word. Being an avid reader of foreign literature and philosophy, he combines in his style the erudition of the West with the fluency of Arabic. Although dealing with mundane day-to-day issues, he, nonetheless, reflects a certain nobility of style reminiscent of the writings of Yeats, Synge or Lady Gregory.
The translator has succeeded in selecting truly representative samples of Al-Hakim's short stories, dealing with a variety of subjects. A short story is a tough test of a writer's ability. All these stories are distinctively humorous and, no matter how long, never boring. Al-Hakim's masterful dramatic sense, moreover, comes across clearly in the dialogue.
Al-Hakim, as Hutchins says in his introduction, "was not motivated by merely personal ambition when it came to art, but by a sense of his duty as an artist". In Al-Hakim's own words: "All higher forms of human life rest on spiritual principles, which we label freedom, thought, justice, truth and beauty."
Tawfiq Al-Hakim was, in his own way, a revolutionary. He was also a great innovator. When he embraced writing for the theatre he believed, and correctly so, that he was an innovator. The theatre as an art form was new to Egypt. He writes about this: "Any contemporary playwright, belonging to a European culture has his feet strongly settled on two thousand years of experience... carried over from one generation to another. They embodied all kinds of creativities and tendencies, trying to solve artistic, linguistic and literary problems. But in our country, our language and our literature have a limited and contrite experience in theatre. Arabic literature has only in recent years recognised theatre as a literary form."
Going through Al-Hakim's works, including his short stories, one can detect a reflection of his often expressed opinion that all through their history Egyptians were preoccupied with resurrection. This is most apparent in plays like "Isis", "Sheherezade" and "People of the Cave" as well as in his novel "Return of the Spirit".
I find interesting the comparison the translator makes in his introduction between Al-Hakim and Virginia Woolf. They both, Hutchins writes, "found the novel overly dependent on a potentially tedious form of analysis and thought in less concentration than other forms of art".
Again, in all Al-Hakim's works one can perceive his antagonistic stand vis-a-vis the state. Although, or possibly because he worked as a civil servant in different areas, he criticised what he called "state interference in the field of the arts".
Going through these excellent translations, one gets the feeling that Tawfiq Al-Hakim wrote the short stories as a kind of recreation between novels and plays. His short stories do not necessarily follow the rules of the genre. They vary from vignettes to what Hutchins calls "dramatised essays", and all reflect a happy combination of reality and imagination.
In his beautiful, longish story "Boats of the Sun", based on a Pharaonic legend about the love of a boat builder for the queen, Al-Hakim underlines these principles. He ends the story with the following: "Thus ends the story which history has not recorded for us, since it rarely uses its letters and stone inscriptions for anything but news of kings. The death of these two martyrs of the sun boats were not carved in stone, but seeds from these vents germinated over centuries and generations, their growth recorded in blood. Grown tall abroad, these plants have yielded fruit in the form of individuals who seek freedom for thought and freedom for people."
Certainly Al-Hakim was one of those individuals.
Mursi Saad El-Din

Ντοκιμαντέρ από το Ιράν : Four Wives - One Man : Documentary from Iran

Τίτλος: Τέσσερις Γυναίκες - Ένας Άνδρας
Χώρα: Ιράν / Σουηδία
Γλώσσα: Περσικά με αγγλικούς υπότιτλους
Σκηνοθέτης: Ναχίντ Πέρσον
Έτος: 2008
Διάρκεια: 76 λεπτά
Είδος ταινίας: Ντοκιμαντέρ

Σύνοψις

Από την Ναχίντ Πέρσον , την σκηνοθέτη της βραβευμένης ταινίας "Πορνεία πίσω από το πέπλο", έχουμε τώρα ένα οικείο πορτρέτο μιας πολυγαμικής οικογένειας σε ένα χωριό της ιρανικής υπαίθρου. Η Πέρσον αποκαλύπτει τις λεπτομέρειες των σχέσεων μεταξύ των τεσσάρων γυναικών, τον σύζυγό τους, την εκπληκτικά αθυρόστομη πεθερά τους και τα πολλά παιδιά τους. Μερικές φορές χιουμοριστική και συχνά σπαρακτική, αυτή η ταινία παρακολουθεί την καθημερινή ζωή των γυναικών των οποίων η κατάσταση τις έχει μετατρέψει σε πικρούς αντιπάλους από την μια και συνωμότες εναντίον του καταχρηστικού τους άνδρα από την άλλη. Η κάμερα της Πέρσον αιχμαλωτίζει όμορφα και χωρίς να ενοχλεί το φάσμα της οικογένειας και τις αλληλεπιδράσεις της - από τις ειρηνικές, ποιμενική σκηνές σ' ένα οικογενειακό πικνίκ, στο προσωρινό χάος που προκλήθηκε λόγο μιας σπασμένης βρύσης της κουζίνας, μέχρι μια φευγαλαία, ψιθυριστή συνομιλία μεταξύ δύο από τις συζύγους σχετικά με τον πιο πρόσφατο ξυλοδαρμό που έτυχαν από τον άνδρα τους. Η γυναικεία εργασία - πλάσιμο και ψήσιμο του ψωμιού, η ύφανση των χαλιών, το άρμεγμα και η βοσκή των προβάτων - παρέχουν το υπόβαθρο για τις ειλικρινείς τους συνομιλίες. Με την αποφυγή του εντυπωσιασμού και της συναισθηματικότητας, αυτή η ταινία παρέχει μοναδικές γνώσεις σχετικά με την πρακτική της πολυγαμίας και τις συνέπειές της πάνω στις εμπλεκόμενες γυναίκες.

Title : Four Wives - One Man
Country : Iran / Sweden
Language : Persian with English subtitles
Director : Nahid Persson

Year: 2008
Time : 76 minites
Film Type: Documentary

Synopsis

From Nahid Persson, the filmmaker of the award-winning Prostitution Behind the Veil, comes an intimate portrait of a polygamist family in a rural Iranian village. Persson reveals the intricacies of the relationships between the four wives, their husband, their astoundingly free-spoken mother-in-law and their numerous children. Sometimes humorous and often heartbreaking, this film follows the daily lives of the wives whose situation has turned them into both bitter rivals and co-conspirators against their abusive husband.Persson's camera unobtrusively and beautifully captures the range of the family's interactions - from peaceful, pastoral scenes of a family picnic, to the temporary chaos caused by a broken faucet in the kitchen, to a furtive, whispered conversation between two wives about the latest beating. The women's work - making bread, weaving carpets, milking and herding the sheep - provide the background to their frank conversations. Avoiding sensationalism and sentimentality, this film provides unique insights into the practice of polygamy and its effect on the women involved.

Συνδέσεις λήψης - Download Links


Δεν χρειάζεται κωδικός πρόσβασης- No Password

Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

Σαντέγκ Χενταγιάτ: Ο μεγαλύτερος συγγραφέας του Ιράν - Sadegh Hedayat: Iran's greatest writer

Ο Σαντέγκ Χενταγιάτ (1903 - 51) είναι ο μεγαλύτερος συγγραφέας μυθιστορημάτων και διηγημάτων του σύγχρονου Ιράν. Ο Χενταγιάτ έζησε μια πολύ τραγική ζωή την οποία έληξε ο ίδιος μέσω εισπνοής αερίου και είναι θαμμένος στο Νεκροταφείο Père Lachaise στο Παρίσι. Γεννημένος από αριστοκρατική οικογένεια, υψηλής λογοτεχνικής φήμης, ο Χενταγιάτ πήγε στη Γαλλία στα τέλη του 1920 και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα δαπάνης στην ασύνδετη μελέτη της οδοντιατρικής και του Πολιτικού Μηχανικού, ξεκίνησε τις λογοτεχνικές του μελέτες. Πριν από τη Γαλλία όμως, είχε ήδη γράψει δύο βιβλία, ένα για τον Ομάρ Χαγιάμ και ένα άλλο για την χορτοφαγία και τον βασανισμό των ζώων. Στη Γαλλία, έγραψε το Fava 'ed e-Giahkhari (Τα Πλεονεκτήματα της Χορτοφαγίας) και ένα σύντομο έργο με τον τίτλο Afsaneh e-Afarinesh (Ο Μύθος της Δημιουργίας). Πνευματικά, αυτά τα πρώιμα έργα του φαίνονται μάλλον παιδαριώδης, αλλά μέσα από αυτά, κάποιος μπορεί να παρατηρήσει τις ξεχωριστές αρετές οι οποίες στη συνέχεια θα γίνουν το χαρακτηριστικό της πρόζας του συγγραφέα. Οι προτάσεις είναι σύντομες, υπάρχουν μόνο λίγες άγνωστες λέξεις-και αυτές πηγάζουν πιο πολύ από τα Μέσα Περσικά (Κοινή) -και υπάρχει μια αναζωογονητική αποφυγή του στολίσματος της ρητορικής με διάφορους τρόπους, ειδικά την αποφυγή στην τοποθέτηση πολλών συνωνύμων, το ένα πίσω από το άλλο.
Η επιστροφή του Χενταγιάτ στο Ιράν συνήθως λαμβάνεται ως η έναρξη της δημιουργικής του περιόδου (1930-7). Χωρίς να τον ενδιαφέρει για να βρει δουλειά, και χωρίς να μπορεί να την κρατήσει αν την έβρισκε, αφιέρωσε το χρόνο του κατά αυτή την περίοδο για τη σύνθεση μιας σειράς βιβλίων που αποτελούν την καλύτερη καλλιτεχνική του δημιουργία. Αν και ήδη όλο και πιο πολύ παρασύρεται προς το όπιο και το αλκοόλ, το αποτέλεσμα του εθισμού του δεν είχε ακόμη αρχίσει να επηρεάζει σοβαρά τη δουλειά του. Επίσης, ο δια βίου αγώνας του Χενταγιάτ με την κατάθλιψη και την απελπισία, την νοσηρή φαντασία του, τα Οιδιπόδεια συμπλέγματα του, τα αισθήματα ενοχής που τον βασανίζουν, και η ενασχόληση του με την αυτοκτονία-όλα αυτά συνδυάζονται επιτυχημένα για να του δημιουργήσουν ένα πλασματικό κόσμο γεμάτο από τρόμο, φαντασία, μοναξιά, ασαφής πόθους, φόβο, και που καταλαμβάνεται από τα πιο παράξενα όνειρα. Διαβάζοντας αυτά τα βιβλία του, κάποιος δεν μπορεί παρά μόνο να αντιληφθεί τη μεγάλη επιρροή που συγγραφείς όπως τον Φρόιντ, τον Κάφκα, τον Ντοστογιέφσκι, και τον Πόε είχαν πάνω στον Χενταγιάτ , αλλά και την ασυνήθιστη έκταση με την οποία κατάφερε να συνδυάσει ότι είχε σταχυολογήσει από τη Δύση, με ότι θεωρούσε ως αξία για την Ανατολή. Αυτό είναι αλήθεια ακόμη και για το στυλ στην πεζογραφία του, η οποία έχει την απλοϊκή και εικονική ποιότητα ορισμένων Ευρωπαίων συγγραφέων, ενώ ταυτόχρονα είναι αληθινή στην προφορική γλώσσα του λαού και εμπλουτισμένη με εκφράσεις που προέρχονται από ένα πλούσιο απόθεμα από αποξεχασμένες παλιές λέξεις και των τοπικών διαλέκτων. Μεταξύ των καλύτερων βιβλίων του Χενταγιάτ κατά την περίοδο αυτή, είναι δύο συλλογές από μικρές ιστορίες, το Zendeh Begur (Θαμμένος Ζωντανός) , (1930), και το Seh Ghatreh khun, (Τρεις Σταγόνες Αίμα), (1932), η σατιρική νουβέλα, Alavieh Khanom ( Κυρία Αλαβίε), (1933) , και το καλύτερο και πιο γνωστό έργο του, το σύντομο μυθιστόρημα Buf-e Kur (Η Τυφλή Γλαύκα), (1937). Το μυθιστόρημα " Η Τυφλή Γλαύκα" έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά έργα στην περσική γλώσσα. Στην περίοδο αυτή ανήκουν επίσης τα δύο ιστορικά έργα, Mazyar, και Parvin Dokhtar e-Sassani ( Η κόρη του Παρβίν Σασσάν).
Ο Χενταγιάτ πέρασε τα τέσσερα χρόνια μεταξύ του 1937 και του 1941 στην Ινδία, ως επί το πλείστον διαμένοντας στη Βομβάη και μελετώντας τα Μπαχλαβί Περσικά με τη βοήθεια ορισμένων λογίων Παρσών εκεί. Η διαμονή του στην Ινδία παρήγαγε το Gujasteh Abalis, το Karnameh Ardeshir e-Babakan, και τέσσερα άλλα βιβλία.Όλα αυτά τα βιβλία αφορούν τις Μπαχλαβί Σπουδές.
Λίγο μετά την παραίτηση του Σάχη Ρέζα, ο Χενταγιάτ επέστρεψε στο Ιράν και ξανάρχισε τις λογοτεχνικές του δραστηριότητες. Στην περίοδο αυτή ανήκουν τα βιβλία του με τις εξαίρετες ιστορίες, όπως το Sag-e Velghard, (Αδέσποτο Σκυλί), (1942) , και το Haji Agha ( Χατζή Αγάς) , (1945).
Ο Χενταγιάτ δεν ήταν κομμουνιστής αλλά είχε μια σειρά από φίλους στις τάξεις του κομμουνισμού οι οποίοι προσπάθησαν να πάρουν την υποστήριξη του σε διάφορα αριστερά αιτήματα. Ωστόσο, φαίνεται ότι ο Χενταγιάτ ήταν διαχρονικά αλλεργικός σε κάθε είδους οργανωμένης δραστηριότητας. Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής του συμπάθειας, την οποία παρεμπιπτόντως έκανε με μισή καρδιά, ήταν η σύνταξη μιας σειράς από άρθρα και μικρές στήλες των οποίων η λογοτεχνική τους αξία είναι άνευ αντικειμένου. Ένα άλλο αποτέλεσμα, ίσως λόγο αυτές τις συμπάθειες, ήταν η αξιοσημείωτη επιδείνωση του στυλ του. Η γραφή του με το στυλ του δημοσιογράφου και μια τάση του για επανάληψη καταστρέφουν το έργο του τα τελευταία χρόνια.
Το 1947, η κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος μαριονέτα στο Αζερμπαϊτζάν, και λίγο μετά από αυτό, το κλείσιμο του Κομμουνιστικού Κόμματος Tudeh στην Τεχεράνη, προκάλεσε σημαντική δυσφορία ανάμεσα στους αριστερούς διανοουμένους, μεταξύ των οποίων ήταν και πολλοί φίλοι και θαυμαστές του Χενταγιάτ. Είναι πιθανό ότι αυτά τα γεγονότα είχαν επιδράσει και στην επιδείνωση της συναισθηματικής κατάστασης του Χενταγιάτ . Αυτό που είναι σαφές σε κάθε περίπτωση, είναι ότι ο Χενταγιάτ είχε βυθιστεί βαθιά στο βούρκο της απελπισίας, το αλκοόλ, και το όπιο, ακόμη και πριν από το 1947. Εκτός από το Tup-e Morvary ( Το Μαργαριταρένιο Κανόνι), (1947), και το Peyam-e Kafka (Το Μήνυμα του Κάφκα), (1948), τα τελευταία χρόνια του Χενταγιάτ ήταν σχετικά άγονα. Το 1951, ο Χενταγιάτ έφυγε για το Παρίσι. Λίγο καιρό αργότερα, βρέθηκε νεκρός στο δωμάτιο του στο Παρίσι. Είχε αυτοκτoνήσει αφήνοντας τη βαλβίδα του αερίου ανοικτή - κάτι πολύ Καφκατικό, και μια κίνηση, όπως αυτή από ενός κατατρεγμένου χαρακτήρα από τα δικά του έργα.
Σήμερα, το καλλιτεχνικό έργο του Χενταγιάτ τυγχάνει έντονης επίθεσης στην Ευρώπη από τους ισλαμιστές, και πολλά από τα μυθιστορήματα του ( κυρίως το Χατζή Αγάς) δεν είναι πλέον διαθέσιμα σε ορισμένα γαλλικά βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες. Τα μυθιστορήματα "Η Τυφλή Γλαύκα" και " Χατζή Αγάς" είχαν απαγορευτεί από την 18η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Τεχεράνης το 2005. Το μυθιστόρημα " Η Τυφλή Γλαύκα" περιέχει πολλές Βουδιστικές και Ινδουιστικές αναφορές. Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος" Χατζή Αγάς" διερευνούν την έλλειψη αξιοκρατίας στο Ιράν. Τον Νοεμβρίου του 2006, η αναδημοσίευση των έργων του Χενταγιάτ χωρίς λογοκρισία απαγορεύτηκε στο Ιράν, μέσα στο πλαίσιο μιας σαρωτικής δίωξης κατά του τύπου.
Στην Ελλάδα, ο Σαντέγκ Χενταγιάτ παραμένει άγνωστος αφού φαίνεται ότι μόνο ένα από τα έργα του έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά ( το Χατζή Αγάς από τις εκδόσεις Καστανιώτη) ενώ το αριστούργημα του " Η Τυφλή Γλαύκα " και η υπόλοιπη εξαίρετη λογοτεχνία του παραμένει αμετάφραστη και απρόσβατη στον μέσο Έλληνα αναγνώστη.


Πληροφορίες για αυτή την ανάρτιση είχαν ληφθεί από το βιβλίο "Η Ιστορία της Περσικής Λογοτεχνίας" του Manoochehr Aryanpur, και τοποθετήθηκε στο διαδίκτυο από noctoc.

Sadegh Hedayat ( 1903 - 51 ) is modern Iran's greatest writer of novels and short stories. Sadegh Hedayat lived a very stragic life which he ended by gassing himself and is buried in the Père Lachaise Cemetery in Paris. Born into an aristocratic family of high literary reputation, Hedayat went to France in the late 1920's and after spending some time in a desultory study of dentistry and engineering, he began his literary studies. Before going to France, he had already written two books, one on Omar Khayyam, and another on vegetarianism and cruelty to animals. In France, he wrote Fava'ed-e Giahkari (The Advantages of Vegetarianism) and a short play entitled Afsaneh-e Afarinesh, (The Fable of Creation) . Intellectually, these early works appear rather puerile, but in them one obseves the distictive virtues which were later to become the hallmarks of his prose. Sentences are short, there are few unfamiliar words- and these are mostly from Middle Persian- and there is a refreshing avoidence of ornate rhetorical devices, especially the stringing together of synonyms.
Hedayat's return to Iran is usually taken as the start of his creative period ( 1930-7 ) . Not interested in, nor capable of holding a job, he devoted his time to the composition of a number of books which form his very best. Through already drifting evermore toward opium and alcohol, the results of his addictions had not yet begun to seriously interferewith his work. Also, Hedayat's lifelong struggle with depression and dispair, his morbid imagination, his Oedipal tendencies, his tormenting feelings of guilt, and his preoccupation with suicide- all these combined felicitously to create fictive worlds of horror, phantasy, loneliness, vague longings, fear, and the most outlandish of dreams. Reading through these books, one realizes not only the great influence that such writers as Freud, kafka, Dostoyevski, and Poe had over Hedayat, but also the unusual extent to which he succeded to combine what he had gleaned from the West with what he considered of value in the East. This is even true of his prose style which has the simplicity snd imagistic quality of some European writers while at the same time it is true to the spoken language of the peopleand embellished with expressions culled from the rich store of half-forgotten old worlds and local dialects. Among Hedayat's best books in this period are two short story collections, Zendeh Begur, (Buried Alive) ,( 1930) , and Seh Ghatreh Khun, (Three Drops of Blood) , (1932) , the satirical novelet, Alavieh khanom, (Madame Alaviyeh) , (1933) , and his greatest and most enduring work, the short novel Buf-e Kur, (The Blind Owl) , (1937) .The Blind Owl has been called as being one of the most important literary works in the Persian language. To this period also belong the two historical plays, Mazyar and Parvin Dokhtar-e Sassani, (Parvin, Sassan's Daughter) .

Hedayat spend the four years between 1937 and 1941 in India, mostly residing in Bombay and studying Pahlavi Persian with the help of some Parsee scholars there. His sojourn in india produced Gujasteh Alabis, Karnameh Ardeshir-e Babakan, and four other books. All these books are related to Pahlavi Studies.
Soon after the abdication of Reza Shah, Hedayat returned to Iran and resumed his literary activities. To this period belong such outstanding stories as Sag-e Velghard, (The Stray Dog) , (1942 ) and Haji Agha, (1945).
Hedayat was not a communist but he had a number of friends in their ranks who tried to get his support for various leftist causes. However, it appears that Hedayat was temperamentally averse to any kind of orginized activity. The results of his half-hearted political sympathies were a number of articles and smaller pieces of writing whose literary value is nugatory. Another result, perhaps because of these sympathies, was the noticeable deterioration of his style. Joyrnalese, and a tendency for rambling mar the work of his last few years.
In 1947, the collapse of the puppet communist regime in Azerbaijan, and shortly there after, the closing of the communist Tudeh Party in Teheran, caused considerable discomfiture for leftist intellectuals amongst whom were many of Hedayat's friends and admirers. It is likely that these events had an influence in deteriorating Hedayat's emotional state. What is clear in any case is that Hedayat had sunk deep in the mire of despair, alcohol, and opium, even before 1947. Except for the works, Tup-e Morvary , (The Pearl Cannon) , (1947) , and Peyam-e Kafka, (The Message of Kafka), (1948), Hedayat's last few years were relatively barren ones. In 1951, Hedayat left for Paris. A short time later he was found dead in his Paris room. He had commited suicide by leaving the gas valve open- very kafkaesque, very much like a character out of his own haunting works.
Today, his work is coming under increasing attack in Europe from political Islamists, and many of his novels (Haji Agha in particular) are no longer stocked in some French bookshops and libraries. The novels, The Blind Owl, and Haji Agha, were banned from the 18th Tehran International Book Fair in 2005. The Blind Owl contains a great deal of Buddhist and Hindu imagery. In Haji Agha his characters explore the lack of meritocracy in Iran.In November 2006, republication of Hedayat's work in uncensored form was banned in Iran, as part of a sweeping purge of the government against the mass media.
In Greece, Sadegh Hedayat remains unknown since it appears that only one of his works have been translated into Greek (Haji Agha by Kastaniotis Publishers) and his masterpiece, The Blind Owl, as well as the rest of his extra-ordinary literature remain untranslated and therefore inaccesssible to the ordinary Greek reader.

Information for this post was taken from the book " A History of Persian Literature" by Manoochehr Aryanpur, and was put on the internet by noctoc.

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Η τέχνη του Ιρανού ζωγράφου Χοσρόου Χασανζαντέ - The art of Iranian painter Khosrow Hassanzadeh

Ο Χοσρόου Χασανζαντέ (γ. 1963), είναι ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους ζωγράφους του Ιράν και ένας από τους λίγους Ιρανούς καλλιτέχνες που είχαν επιτυχία στη Δύση παρά το γεγονός ότι ο Χασανζαντέ έχει σκόπιμα επιλέξει να ζει και να εργάζεται στο Ιράν. Οι πίνακές του επικεντρώνονται στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα του, και συνδέονται στενά με τη δική του προσωπική εμπειρία και όραμα.
Ο πρώην πωλητής φρούτων και εθελοντής στρατιώτης, Χοσρόου Χασανζαντέ, είναι μία ασυνήθιστη φιγούρα μέσα στην ελίτ καλλιτεχνική σκηνή της Τεχεράνης. Αντιμετωπίζοντας ποικίλα θέματα όπως τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, δολοφονημένες πόρνες, γυναίκες με τζαντόρ και Ιρανούς παλαιστές, η πολυεπίπεδη, ανθρωπιστική τέχνη του Χασανζαντέ βάζει τον άνθρωπο ως επίκεντρο της και εξετάζει την σκληρή πολιτική πραγματικότητα.
Η ιρανική προέλευση του Χοσρόου Χασανζαντέ είναι η κύρια του πηγή έμπνευσης. Η τέχνη του επικεντρώνεται σε γεγονότα που συνδέονται με τον πολιτισμό και την πρόσφατη ιστορία του Ιράν. Ο Χασανζαντέ δεν αποφεύγει να καταπιαστεί με ευαίσθητα θέματα στην τέχνη του. Διάφορα θέματα που βρίσκονται μέσα στην ζωγραφική του περιλαμβάνουν το πρόσφατο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και την συνοδευτική εικόνα του Ιράν από την προοπτική της Δύσης. Η ζωγραφική και χαρακτική του Χοσρόου προσφέρει ένα οπτικό σχόλιο, το οποίο είναι προσωπικό και πολιτικό, μέσα από την ιρανική κοινωνία. Η τέχνη του Χοσρόου Χασανζαντέ περιέχει πολλές αναφορές στον οπτικό θρησκευτικό πολιτισμό του Ιράν και στις οπτικές εικόνες της κρατικής προπαγάνδας. Ο Χοσρόου δουλεύει κυρίως με τη φωτογραφία, την κολάζ ζωγραφική και την ενημέρωση, συχνά στρώνοντας σύγχρονες εικόνες και φωτογραφίες, με στοιχεία που προέρχονται από Περσικά χειρόγραφα και Φαρσί καλλιγραφία. Με τη χρήση αυτού του συνδυασμού των γραφικών τεχνικών, ζωγραφική και φωτογραφία, ο Χασανζαντέ δημιουργεί ένα οπτικό ιδίωμα, σχεδόν σαν pop-art, με το οποίο τονίζει το όραμά του. Η ιδιότυπη και κριτική ανάλυση στη ζωγραφική του, τον έχει κάνει όχι και πολύ αγαπητό από το ιρανικό καθεστώς. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι η τέχνη του εκτίθεται κυρίως εκτός Ιράν, παρά την έμφαση της στην σύγχρονη ιρανική κοινωνία, την χρήζει ενδιαφέρουσα, αν και έχει μία κάπως ανήσυχη σχέση με τον κόσμο της τέχνης των Δυτικών χωρών.

Khosrow Hassanzadeh (b. 1963) is one of Iran's leading contemporary artists and is one of the few Iranian artists that are successful in the West despite the fact that Hassanzadeh has deliberately chosen to live and work in Iran. His paintings focus on political and social developments in his country, and tie in intimately with his own personal experiences and vision.
A former fruit seller and volunteer soldier, Khosrow Hassanzadeh cuts an unusual figure in Tehran's elite art scene. Treating subjects as diverse as the Iran-Iraq war, murdered prostitutes, women in chadors and Iranian wrestlers, Hassanzadeh's multi-layered, humanist works place individuals at the centre of things and examine harsh political realities.
His Iranian background is his principal inspiration: in his work he concentrates on events linked to the culture and recent history of Iran. Hassanzadeh does not avoid sensitive subjects in his art. Additional themes that are found in his paintings include the recent war against terrorism and the accompanying image of Iran from a Western perspective. Khosrow’s paintings and screen prints offer a visual commentary, at once personal and political, from inside Iranian society.
Khosrow Hassanzadeh’s work contains many references to Iran’s visual religious culture and the visual imagery of state propaganda. He works primarily with photography, collage, painting and mixed media, often layering contemporary images and photographs with figures drawn from Persian illuminated manuscripts and Farsi calligraphy. By using this mix of graphic techniques, painting and Photoshop, Hassanzadeh creates a visual idiom, almost like pop-art, with which he emphasises his vision. His idiosyncratic and critical analyses have made him little-loved by the Iranian regime. On the other hand, the fact that his work is mainly exhibited outside Iran despite its focus on contemporary Iranian society makes for an intriguing, though slightly uneasy relationship with the Western art world.

Much of the information for this post has been taken from here .
Πολλές από τις πληροφορίες για αυτή την ανάρτιση έχουν ληφθεί από εδώ .