ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο χωριό Φύτη - The church of Saint Demetrios in the village of Phyti

Στην κεντρική πλατεία του χωριού Φύτη στην Πάφο βρίσκεται κτισμένη η εκκλησία που είναι αφιερωμένη στην μνήμη του Αγίου Δημητρίου και είναι κτίσμα του 19 ου αιώνα. Στην βόρεια είσοδο του ναού πάνω σε πέτρα αναγράφεται η χρονολογία 1857. Επίσης στα παράθυρα είναι γραμμένη η χρονολογία 1864.

Το κωδωνοστάσιο του ναού, είναι διπλάσιο σε ύψος από την εκκλησία με δύο καμπάνες, είναι πετρόκτιστο με καλοδουλεμένες πέτρες. Το κτίσμα του κωδωνοστασίου είναι νεότερο και διαφορετικό από την εκκλησία, όπου οι πέτρες κτίζονταν όπως ήταν στην φυσική τους κατάσταση.

Στο εσωτερικό η εκκλησία είναι πάρα πολύ ωραία. Το εικονοστάσιο έγινε το 1857, είναι σκαλιστό και το κοσμούν εικόνες του 1800-1900 μ.Χ. Η πρόσοψη του γυναικωνίτη που έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο φέρει τοιχογραφίες με τους 12 αποστόλους που έγιναν την τελευταία δεκαετία. Άξιο λόγου είναι η «Αποκαθήλωση» του Χριστού, αρκετά παλιό έργο χρυσοκέντητο και μεταξωτό.

Ο Ναός του Αγίου Δημητρίου στη Φύτη πανηγυρίζει στις 26η Οκτωβρίου.

In the square of the village of Phyti in Paphos there is the church dedicated to the memory of Saint Demetrios and which was build the 19th century. In the northern entrance of the church, there is a stone bearing the date 1857. Also on the windows the date 1864 is written.

The belfry of the church, is double in height from the church, it has two bells, and is made from well carved stones. The building of the bell tower is newer and different from the church, where the stones were built as they were in their natural state.

In the interior the church is very nice. The iconostasis was made in 1857, is carved and decorated with pictures of 1800-1900 AD. The face of women's section which was built at a later date has paintings of the 12 apostles made in the last decade. Worth mentioning is the "pieta" of Christ, which is very old work made from embroidered silk.

The church of Saint Demetrios in Phyti celebrates on October 26.

Πηγή Εδώ

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Μια βέρα για την Ελλάδα - A wedding ring for Greece

Η Κύπρος βρισκόταν από αρχαιοτάτων χρόνων πάντοτε δίπλα από την Ελλάδα, στέλνοντας χρήματα, υλικό και εθελοντές όποτε οι Έλληνες βρίσκονταν σε δεινή θέση. Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, μαζεύτηκε ποσό £350.000 από χρυσαφικά που έδιναν οι Κύπριες. Έξω από τις εκκλησίες είχαν στρωθεί σεντόνια όπου οι γυναίκες τοποθετούσαν τα χρυσά κοσμήματα τους για τη δοκιμαζόμενη από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο Ελλάδα. Χρυσές λίρες που είχαν στο λαιμό, σκουλαρίκια και βραχιόλια όλα εδίδοντο απλόχερα. Οι παντρεμένες γυναίκες κατέθεταν και τη χρυσή βέρα τους, και τους επαραχωρείτο χάλκινη βέρα, για να δείχνουν ότι είναι παντρεμένες. Επίσης έγινε μια ασυνήθιστη αποστολή ειδών: μέσα σε κιβώτα μαζεύτηκαν προίκες κοριτσιών, σεντόνια, μαξιλάρια με θαυμάσιες δανδέλες, ιχράμια, κουβέρτες, πυτζάμες, κάλτσες, πλεχτά και άλλα, ραντισμένα με ροδοπέταλα και φύλλα άλλων λουλουδιών. Στη Πάφο 14 χιλιάδες βέρες δωρήθηκαν στο ελληνικό προξενείο. Σε πολλά χωριά οι εκκλησίες έδωσαν τα ιερά τους σκεύη. Στα Kούκλια, τα Εξαπτέρυγα τους, με την δήλωση του Ιερέα ότι "όταν η πατρίδα κινδυνεύει δεν χρειαζόμαστε Εξαπτέρυγα, μπορούμε και χωρίς αυτά να κάνουμε Λειτουργία''. Στη Καλλέπια έδωσαν τα ασημένια καντήλια τους, στη Τάλα το Ιερό τους δισκοπότηρο κ.λ.π. Αν και η Πάφος ήταν πάντα η πιό φτωχή επαρχία της Κύπρου, εντούτοις £50,000 εισπράχτηκαν για τον Αγώνα, £8,000 για τον ελληνικό ερυθρό σταυρό, £5,000 για την ελληνική αεροπορία, και £6,000 για μια καινούρια "ΕΛΛΗ''. Η επαρχία της Κυρήνειας από μόνη της με έρανο μάζεψε χρήματα με τα οποία αγοράστηκε πολεμικό αεροπλάνο για την Ελλάδα που ονομάστικε "ΚΥΡΗΝΕΙΑ". Αν και δεν τους επέτρεπαν οι Άγγλοι να καταταγούν στον ελληνικό στρατό, υπολογίζεται ότι 4.000 Κύπριοι πήραν μέρος στην ελληνοϊταλική σύρραξη υπερασπίζοντας την Ελλάδα. Άλλες 30.000 Κυπρίων πολέμησαν σε διάφορα άλλα μέτωπα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτή είναι η κορωνίδα της κυπριακής ψυχής.

From ancient times, Cyprus has always stood next to Greece, by sending money, material goods and volunteers whenever the Greeks found themselves in bad situations. During the Greek-Italian War of 1940, the amount of £350.000 pounds was collected after Cypriot women donated their gold jewelry. Sheets were laid outside the churches where the women placed their golden jewels to been send to Greece which was in great need because of the Second World War. They donated gold coins that they used to hung around their neck, earrings and bracelets,were all given away generously. Married women gave away their gold wedding rings, and cooper ones were given to them in exchange, in order that they could still show that they were married. They also made a very unusual collection in material goods: they collected in big boxes the dowries of girls, sheets, cushions with beautiful lace work, winter sheets, blankets, pajamas, socks, woollies and other materials, scattered with rose petals and leafs from other flowers. In the province of Paphos 14 thousand wedding rings were given to the Greek consulate. In a lot of villages, the churches gave way their holy church articles. In the village of Kouklia they gave away their golden cherubs (exapteriga) with the statement of the priest that "when the motherland is in danger we do not need cherubs, we can also make the liturgy without them''. In the village of Kallepia, they gave away the silver votive lamps (kandilia) of their church, in the village of Tala their Holy Communion Cup e.c.t. Even though Paphos has always been the poorest province of Cyprus, nevertheless £50,000 pounds were collected for the Greek cause, £8, 000 for Greek Red Cross, £5, 000 for the Greek Aviation, and £6, 000 for a new ship to be called "ELLI'' after the one that was sunk by the Italians. The province of Kyrenia alone collected enough money with which a new war plane was bought for Greece which was named "KYRENIA". Even though the British did not allow Cypriot men to enlist in the Greek Army, it is estimated that 4.000 Cypriots took part in the Greek-Italian war defending Greece. Another 30.000 thousand Cypriots fought in various other forefronts during the Second World War. This is the greatness of the Cypriot soul.

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Η Αγία Γολινδούχ η Περσίδα που μετονομάσθηκε Μαρία - The Persian Saint Golinduc who was renamed Maria

 Η Αγία Γολινδούχ έζησε στην Περσία τα χρόνια που βασίλευε εκεί ο Χοσρόης (590-628), και στην Κωνσταντινούπολη ο Μαυρίκιος, (582-602). 'Ηταν γυναίκα Περσίδα, ειδωλολάτρης, πλην όμως με καλή ψυχή και διάθεση. Επεδίωκε να κάμνει πάντα το καλό και τιμούσε το Θεό στη ζωή της. Ο άντρας της όμως ήταν μάγος και δεισιδαίμων.
Κάποτε η Γολινδούχ ήρθε σε έκσταση και είδε τον παράδεισο, ένα φωτινό τόπο, όπου βρίσκονταν πολλοί λαμπροφορεμένοι και χαρούμενοι άνθρωποι. Χάρηκε και με λαχτάρα πήγε να μπει μέσα σ΄εκείνο τον ευχάριστο τόπο. Την εμπόδισε όμως ένας άγγελος λέγοντας της : «εδώ είναι οι μάρτυρες του Χριστού». Κι' αμέσως χάθηκε η οπτασία, αφήνοντας τη Γολινδούχ λυπημένη. Όταν συνήλθε πήγε και βρήκε τους χριστιανούς στην πόλη της. «Θέλω να γίνω μάρτυρας του Χριστού», τους είπε. Την δέχτηκαν, την κατήχησαν και την βάπτισαν, δίνοντας της το όνομα Μαρία. Και ήταν η χαρά της μεγάλη!
Όταν όμως έμαθε όλ' αυτά ο άντρας της, την κατήγγειλε στον βασιλιά κι αυτός την καταδίκασε και την εξόρισε σ΄ένα φρούριο, που τό' λεγαν «της Λήθης».
Σ΄αυτό το κάστρο έμεινε 18 χρόνια η Μαρία ζώντας με ταλαιπωρίες και στερήσεις, έχοντας όμως στην καρδιά της χαρά και ειρήνη χάτη στην πίστη της στο Θεό. Κάθε τόσο οι άνθρωποι του βασιλιά προσπαθούσαν να την πείσουν ν' αρνηθεί το Χριστό.
Στο τέλος την έρριξαν σ' ένα λάκκο, όπου υπήρχε ένα μεγάλο και δηλητηριώδες φίδι και άλλα ερπετά και ζώα. Την άφησαν εκεί μέσα τέσσερις μήνες και κανένα ζώο δεν την πείραξε.
Μάλιστα το φοβερό για τους άλλους φίδι τόσο εξημερώθηκε από την παρουσία της Μαρίας, ώστε ήθελε ν΄ακουμπά επάνω της, για να κοιμηθεί.
Παραξενεμένοι, οι ειδωλολάτρες την έβλεπαν που παρά τις κακουχίες ήταν καλά μα δεν πίστευαν πως ο Θεός της έδινε δύναμη και την διαφύλαττε αβλαβή. Νόμιζαν πως ήταν μάγισσα. Γι' αυτό και μετά από πολλά βάσανα που της έκαναν διέταξε ο βασιλιάς ν΄αποκεφαλιστεί.
Την σημάδεψαν στο λαιμό και την οδήγησαν στο δήμιο. Στο δρόμο άγγελος Κυρίου την έκαμε αόρατη προς στιγμή και την έβγαλε έξω από την πόλη.
'Οταν το κατάλαβε αυτό η Μαρία, στεναχωρέθηκε, γιατί ήθελε να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Τότε ο 'Αγγελος της είπε : «μη λυπάσαι, τόσα που έπαθες, μαρτύρησες». Τότε αυτ'η, αφού δόξασε το Θεό, θέλησε να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους.
Εκεί περνούσε τον καιρό της προσευχόμενη στους ναούς, διδάσκοντας και στηρίζοντας τους πιστού και κατηχώντας τους άπιστους στην πίστη. Γι' αυτό πολλοί την αγάπησαν και την είχαν σα μητέρα τους. Μάλιστα ο Πατριάρχης την παρακάλεσε να πάει στην Κωνσταντινούπολη να ευχηθεί και στους χριστιανούς βασιλείς. Αυτή του απάντησε πως δεν προλαβαίνει. Και πράγματι, σε λίγο, ενώ βρισκόταν στον ναό του Αγιού Σεργίου στη πόλη Αντιόχεια της Μυγδονίας (Nisibis, σημερινή Nusaybin στην Τουρκία), γονάτισε, προσευχήθηκε για όλο τον κόσμο και παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού. Εμείς στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία τη θυμόμαστε κάθε χρόνο στις 13 Ιουλίου ενώ στις Σλαβικές Ορθόδοξες Εκκλησίες στις 12 Ιουλίου.

Από το βιβλίο «ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ» του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα.

 Saint Golinduc (Golindoux) lived in Persia during the reign of Chosroes II, King of Persia (590-628), and of Maurice, Emperor of New Rome (582-602). She was a Persian pagan woman, who had a good soul and intentions. She always sought to do good and she praised God in her life. Her husband, however, was a magician and superstitious.
Once Golinduc came into a trance and saw heaven, a bright place with many happy people dressed in shining clothes. She felt happy and with longing tried to get into that pleasant place. She was prevented by an Angel telling her: "The witnesses of Christ stay here". And immediately his vision was lost, leaving Golinduc feeling sad. When she brought herself under control, she went and found the Christians in the city. "I want to be a witness of Christ," she told them. They received her, gave her catechism and baptized her giving her the name Maria. And her joy was great!
But when her husband learned all about these things, he complained to the king and the King ordered that she be banished into a fortress, which was called "Oblivion."
Maria stayed for 18 years in this fortress living with suffering and deprivation, but having in her heart joy and peace due to her faith in God. Every now and then, people of the king tried to persuade her to deny Christ.
In the end she was thrown into a pit, where there was a large and poisonous snake and other reptiles and animals. She was left there for four months but none of the animals ever bothered her. Indeed the terrifying, for others, snake, became so accustomed by Maria's presence that it liked to lie to sleep by her side.
The pagans saw all these and felt puzzled because despite the hardships, Maria was in a good state, but they could not believe that it was God who gave her the strength and safeguard her. They thought that she was a witch. For this reason, after putting her through many hardships, the king ordered that she be beheaded.
She was marked at the neck and was led to the executioner. On the way an angel of the Lord made her invisible for a moment and took her out of the city.
When Saint Maria understood what happened she felt sad because she wanted to became a witness for Christ. Then the angle said to her: "do not feel sad, after going through so much, you are a martyr." Then, after she glorify God, Maria wanted to go for a pilgrimage to the Holy Land. There, she spent her time praying in the churches, teaching and supporting the faithful, and giving catechism to the pagans. For this reason she was loved by many people who had her as their mother. Indeed, the Patriarch asked her to go to Constantinople to pray for the Christian kings. She replied that she did not have enough time left to do that. True enough, in a short time after saying that, while she was in the church of Saint Sergius in the city of Antioch Migdonia (Nisibis, today known as Nusaybin in Turkey), she knelt, prayed for the world and delivered her soul to the hands of God. We in the Greek Orthodox Church remember her every year on July 13 while in the Slavic Orthodox Churches on 12 July.

From the book "FOR THE LOVE OF CHRIST" by Charalambos Epaminondas.
Translated from Greek by Noctoc

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Ο θησαυρός του παπά - Κωνσταντή: Μια αληθινή ιστορία από το χωριό Έμπα της Πάφου-The treasure of the priest Κonstantis: A true story from Emba, Paphos




Η Μαριάννα, η περβολάρισσα είναι τώρα γερόντισσα πια ενενήντα σχεδόν ετών. Τον περισσότερο χρόνο της ημέρας τον περνά στο μικρό της σπίτι ενασχολουμένη με διάφορα οικιακά ή ξαπλωμένη συλλογίζεται τα περασμένα. Κι όταν έλθει ξένος και μάλιστα είναι φιλομαθής έχει πολλές ιστορίες παλαιές να του λέγει. Marianna, the farmer is now an old woman of almost ninety years. She passes most of her time in her small house doing various domestic chores or lying down on her bed thinking about the past. And when a guest comes and especially if this guest likes to learn, she has many stories of the old days to tell.



Κάποτε, πάνω - κάτω, στα 1880 στο χωριό Έμπα ήσαν τρεις παπάδες. Οι δύο εκ των τριών ήσαν αδέλφια, ο παπά- Γιάννης και ο παπά- Κωνσταντής. Φαίνεται ότι τρεις παπάδες για ένα χωριό με μία εκκλησία ήσαν πολλοί. Ο ένας επερίσσευε και αυτός ήταν ο παπά- Κωνσταντής καθότι νεότερος. Αγαπούσε την παπαδική, αλλά δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να έλθει σε σύγκρουση με τους άλλους παπάδες και κυρίως με τον μεγαλύτερο αδελφό του. Από καιρό είχεν αποφασίσει να μετοικήσει γι΄αυτό και εξέλαβε ως θεόσταλτο δώρο την ακοή πως θέλουσι παπά σ΄ένα χωριό της ορεινής Πάφου, τον Στατό. Κι ο Στατός ευρίσκετο αρκετά μακριά από την Έμπα. Ήταν λοιπόν από τα πολύ δύσκολα να πηγαινοέρχεται μιαν απόσταση των τριάντα και πλέον μιλίων (50 χιλιόμετρα) αν και την εποχή εκείνη δεν ήταν παντελώς ασυνήθιστο. Ο παπά- Κωνσταντής όμως και η παπαδιά του ενόμιζαν χρυσή ευκαιρία την μετοίκηση έχοντας κρυφή την ελπίδα να μεταλλάξει κι η τύχη των. Διότι μαζί με τις άλλες δυσκολίες είχαν και τούτο το πρόβλημα - τα παιδιά που εγεννούσαν απέθνησκαν πρόωρα.
Αποχαιρέτησε λοιπόν , το λευιτικό ζεύγος, μιαν καλή πρωία συγγενείς και συγχωριανούς, οι οποίοι ομοθυμαδόν τους εξεπροβόδισαν ίσα μ΄ένα μίλι δρόμο. Απ΄εκεί συνέχισαν πεζοπορούντες με το υποζύγιό τους και τα λίγα υπάρχοντα τους επ' αυτού κι από τη χαμηλή Πάφο έφτασαν στην ορεινή, μετά μιας ημέρας δρόμο.
Once, more or less around 1880 in the village of Emba there were three priests. Two of the three were brothers, the priest Yiannis and the priest Konstantis. It seems that three priests in a village with only one church were too many. One of them was an extra and this extra priest was Konstantis as he was the younger of the three. He loved being a priest but he did not want in any way to get in conflict with the other priests and especially with his elder brother. From a long time now, he had decided to move away and for this reason, when he heard that they wanted a priest at the village of Statos in mountainous Paphos, he saw this development as a providential gift. And Statos was at some distance from Emba. It was therefore very difficult to come and go a distance of thirty miles (50 kilometers) while at that time it was not totally unusual. The priest Konstantis and his wife, however, saw this moving away as a golden opportunity and a hidden hope that their fate in life would change. Because along with their other problems, they also had this problem - all the children that they brought to this life died. Early one morning, the relatives and fellow villagers , said goodbye to the levite couple and walked with them for about a mile outside the village. They went on their way on foot, since they had packed their few possessions on a donkey, and started leaving the plains of Paphos for the mountainous area.




Η εκκλησία των Αγίων Ζηνόβιου και Ζηνοβίας στο χωριό Στατός

Παρελήφθηκαν από τους Στατιώτες και φιλοξενήθηκαν ως έπρεπε. Τους έδωσαν και σπίτι να μένουν. Σύντομα οικειώθησαν με το νέο τους χωριό. Αγαπήθησαν κι αγάπησαν. Και με τους ανθρώπους καλά και με τους αγίους καλύτερα, δηλαδή τον Ζηνόβιο και τη Ζηνοβία που τιμά το χωριό. Και τα χρόνια κυλούσαν ειρηνικά, πλην όμως, αν και άλλαξαν τόπο και χωριό, κι απέκτησαν κτήματα και κτηνά και σπίτια και χρυσά, η τύχη των δεν άλλαξε, παιδιά δεν απέκτησαν.Κατ΄εκείνο τον καιρό ακούστηκε πως απέθαναν σύγκοντα κι ο πατέρας κι η μητέρα μιας οικογένειας στο χωριό Μεσόγη, διένειμαν οι συγγενείς τα ορφανά ώδε κακείσε. Τότε μήνυσε κι ο παπά - Κωνσταντής και του έφεραν ένα παιδί αρσενικό και το υιοθέτησε. Επέρασέν το από μανίκι του ράσου του, εδιάβασέν του και την σχετική ευχή περί υιοθεσίας και τον εκράτησε στο σπίτι του. Η παπαδιά τον εμεγάλωνε ως δικόν της κι ο παπάς τον εσπούδαζε στα γράμματα και τα λοιπά εκκλησιαστικά πράγματα.Τα χρόνια επέρασαν, ο υιοθετημένος ενηλικιώθη, ενυμφεύθη, ετεκνοποίησε. Παρέλαβε και ανέλαβε τα υπάρχοντα του παπά όλα, κινιτά και ακίνητα κτηνά και κτήματα, τα σπίτια και τα χρήματα. Ο παπάς κι η παπαδιά εγέρασαν, εκληροδότησαν πάντα όσα είχαν μαζί και τις ελπίδες των για ειρηνική γηροκομία στον θετό υιό τους. Μάταια όμως, διότι ο μοναχογιός απεδείχθη ανεπρόκοπος και αχάριστος.Μόλις και μετά βίας ανέχθηκε την παπαδιά, η οποία αφού έμεινε στο κρεβάτι για λίγο καιρό απέθανε. Αμέσως μετά την κηδεία της, κι ενώ ο παπάς ευρίσκετο σε ανημπόρια και θλίψη, ο θετός υιός τον ανέβασε σ΄ένα γέρικο γαϊδούρι και τον απέπεμψε έξω του χωριού.

They were received by the villagers of Statos and were given the hospitality that a levite couple deserved. They also gave them a house to stay in. They soon became accustomed with their new village. They loved and were loved. With the people everything went well and with the Saints Zinovios and Zenobia who are honoured in the village , even better. And the years passed peacefully, but even if they changed place and village, and acquired land and cattle and houses and gold, their fate did not change- they could not have children.
Around that time it was heard that the father and mother of a family in the village of Mesogi had both dyed within a few days difference between them and their relatives distributed the orphans that they left behind, here and there. That's when the priest Konstantis had send a message to them and adopted a male child. He passed the child from the sleeve of his robe, read the relative prayer for adoption and kept him in his house. His wife brought him up as if he was her own flesh and blood and the priest tought him letters and other things of the church.
The years went by, the adopted son reached adulthood, he married, had children. He managed to receive and take all the belongings of the priest, movable and unmovable property, livestock and land, houses and money. The priest and his wife had grown old and passed over everything they had along with the hope for being peacefully taken care of in their old age by their adoptive son. In vain, because the son had proved to be unworthy and ungrateful. He barely tolerated the priest's wife, who died after staying in bed sick for only a short time. Immediately after the funeral, and while the priest was in indisposition and grief, his adoptive son put him on an old donkey and expelled the priest out of the village.


Μόνος, γέρος, ασθενής και τελείως ακτήμων ευρέθηκε ο παπά- Κωσταντής καβάλα στο γέρικο ζώο να οδεύει το δρόμο της επιστροφής από την ορεινή Πάφο στη χαμηλή. Κατάκοπος αυτός και το ζώο έφτασε στο πρώτο του χωριό, στη γενέτειρά του Έμπα, μνημονεύοντας τον λόγον «γυμνός εξήλθον... γυμνός και απελεύσομαι (Ιώβ α΄ 21)!!» κι ευχαριστώντας την Χρυσελεούσα της Έμπας τέλος πάντων και ένεκεν πάντων.
Οι Εμπάτες που είδαν τον γέρο παπά έσπευσαν να τον βοηθήσουν, να τον κατεβάσουν από το ζώο, εκαπαλιάζοντο να τον φιλοξενήσουν, μα ουδείς τον εγνώρισε. Αυτός τους εζήτησε και τον επήραν στο σπίτι της Ελένης του παπά - Γιάννη, της αδελφότεκνής του. Αυτή τον εδέχθηκε με συγκίνηση και με κλάματα και τον εκράτησε στο σπίτι της.Πολλά λόγια δεν εχρειάζοντο, κατάλαβαν όλοι στο σπίτι της Ελένης τι έγινε. Έδωσαν φαΐ και πιοτό στον γέροντα και ρούχα καθαρά και κλίνη να κοιμάται. Για την περιουσία του δεν είπαν τίποτε, για χρήματα δεν μίλησαν καθόλου, μόνο που πρόσεξαν όλοι πως ο παπά - Κωνσταντής κρατούσε σφικτά στον κόρφο του ένα κουτί. Κι όταν επλάγιασε το τοποθέτησε δίπλα στο προσκέφαλο του. Τον έβλεπαν να το προσέχει, να το προσκυνεί που και που και να μην απομακρύνεται από αυτό. Άλλωστε, η ηλικία του πια δεν του επέτρεπε ν΄απομακρυνθεί πολύ από το κρεβάτι.Ήταν πια πολύ κουρασμένος κι από τις ταλαιπωρίες αποκαμωμένος. Έτσι τον ενθυμάται η κόρη της Ελένης, η Μαριάννα, που ήταν, λέγει, παρούσα όταν ο παπάς κάλεσε τη μητέρα της, την αδελφότεκνή του, λίγες μέρες πριν πεθάνει και της παρέδωσε το κουτί. Στο κουτί αυτό φυλαγόταν όλος ο θησαυρός του παπά, ότι του απέμεινε από την παρελθούσα ζωή του, ότι δεν του πήραν, ότι ήταν αχρείαστο στους κοσμικούς ανθρώπους. Της το παρέδωσε ψάλλοντας με αδύνατη, πλην μελωδική φωνή : «ως στύλος ακλόνητος της Εκκλησίας Χριστού και λύχνος αείφωτος της οικουμένης, σοφέ, εδείχθης Χαράλαμπε...» Διότι, ακριβώς αυτός ήτο ο κρυφός θησαυρός του ψυχορραγούντος παπά, μικρή εικόνα και τεμάχιο του ιερού λειψάνου του Αγίου ιερομάρτυρος Χαραλάμπους.Μετά από λίγες ημέρες ο παπά - Κωνσταντής εκοιμήθη εν ειρήνη. Έφεραν τότε τους παπάδες του χωριού να τον μιζαρώσουν, μα δεν εύρισκαν φελόνι να του φορέσουν όπως πρέπει στους ιερείς. Ο μακαρίτης δεν είχε άλλο ιερατικό ένδυμα πλην ενός τετριμμένου αντεριού. Έμεινε τότε ο παπά- Ευαγόρας να του διαβάζει το ψαλτήρι κι ο παπά- Γεώργιος επήγε στη Μητρόπολη κι είπεν του Δεσπότη, το και το. Έδωκεν του ο Δεσπότης - ήταν τότε ο κυρ Ιάκωβος ο Αντζουλάτος - ένα φελόνι και το έφερε και το εφόρεσε στον κεκοιμησμένο. 'Υστερα ήλθε κι ο ίδιος ο Δεσπότης και τον εκήδευσαν. Έτσι περιήλθε ο πολύτιμος θησαυρός στα χέρια της Ελένης, η οποία τον εφύλαξε καλά μέσα σ΄ένα εντοιχισμένο ερμαράκι στο σπίτι της. Συχνά - πυκνά άνοιγε το ερμαράκι κι εθυμίαζε το ιερό λείψανο κι όταν είχε θλίψεις εκεί μπροστά στο ερμάρι εστέκετο και προσεύχετο. Κι όταν κι αυτής ήλθε η σειρά της να φύγει από τα παρόντα, παρέδωσε το ιερό κουτί στην κόρη της, την Μαριάννα. Κι αυτή συνέχισε να το φυλάγει στο ίδιο ερμαράκι.Μια φορά, ένα απόγευμα, δύο από τις κόρες της Μαριάννας, η Ναυσικά και η Ευαγγελία, ενώ έπαιζαν στο σπίτι μόνες των - ήσαν οκτώ, δέκα χρονών - ήλθαν σε καυγά κι εβλαστήμησαν. Τότε, μόλις ξεστόμισε τη βλαστημιά - το θυμάται σήμερα η Ναυσικά σα να έγινε τώρα- ακούστηκε κρότος δυνατός κι αυτομάτως άνοιξε η θύρα του ερμαριού. Το σιδεράκι που την έκλεινε, έφυγε και πετάχτηκε μέχρι την εξώπορτα, η ξύλινη θύρα κτύπησε στον τοίχο και το κουτί με το ιερό λείψανο έπεσε έξω, χαμαί.Έντρομες οι κορούδες άρχισαν να κλαίουν κι έφυγαν έξω, όπου βρήκαν την μάνα τους και της απήγγειλαν το γεγονός. Σίγουρα οι μικρές υπήρξαν μάρτυρες του ορατού μέρους αοράτου συγκρούσεως των ακαθάρτων πνευμάτων και της ιεράς παρουσίας του ιερομάτυρος και διώκτη τούτων.Πέρασαν χρόνια και χρόνια, οι μικρές αδελφές ενηλικιώθηκαν και δεν εβλαστήμησαν έκτοτε, η μητέρα των η Μαριάννα εγέρασε. Στο μεταξύ ανηγέρθη ναός του Αγίου Χαραλάμπους έξω του χωριού. Εκεί ανέκαθεν ευρίσκετο μια μεγάλη πέτρα που ήταν η Αγία Τράπεζα, ως λέγουν οι παλαιοί, το μοναδικό απομεινάρι του αρχαίου ναού. Έκτισαν λοιπόν εκεί ένα μικρό αρχικά παρεκκλήσι και ύστερα προσέθεσαν άλλα δυο κλίτη και αξωνάρθηκα. Έκτισαν μάλιστα και αρχονταρίκι πλησίον, ώστε να λαμβάνουν οι εκκλησιαζόμενοι ένα κέρασμα μετά το πέρας των ακολουθιών. Με ευχαρίστηση παρακολουθούσε την ανέγερση και εξωραϊσμό του παρεκκλησίου η γερόντισσα Μαριάννα. Τελευταίως εσκέπτετο «το σπίτι του Αγίου είναι εκεί και είναι ωραίον κι εγώ τον έχω μέσα στο ερμάρι, στο φτωχό μου το σπίτι...».Εκάλεσε λοιπόν μια μέρα τον τωρινό ιερέα της Έμπας, τον παπά - Μάριο, στο σπίτι της και του παρέδωσε το Άγιο λείψανο. Αυτός το παρέλαβε ιεροπρεπώς και σιγοψάλλοντας το τρισάγιο και το Απολυτίκιο του Αγίου Χαραλάμπους, το μετέφερε στην εκκλησία, όπου το ετοποθέτησε σε αργυρή λειψανοθήκη επί της Αγίας Τραπέζης.Η δε γερόντισσα Μαριάννα παραμένει έγκλειστη στο σπιτάκι της. Οσάκις την επισκεφθεί κανείς ανακάθεται απί της μονής οκλαδόν και διηγείται αυτήν, μα και πολλές άλλες ιστορίες σ΄όσους έχουν αυτιά που ακούουν.

Του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα.

Το κείμενο αυτό γράφτηκε το 1999. Λίγους μήνες μετά την ιστόρησή του, η γερόντισσα Μαριάννα εκοιμήθη εν ειρήνη. Αιωνία της η μνήμη και να είναι ελαφρύ το χώμα που την σκεπάζει.

Priest Konstantis found himself alone, old, weak and in total poverty, riding an old donkey and heading back from mountainous Paphos to its plains. Both he and the donkey feeling exhausted, reached his first village, his birthplace of Emba, while remembering the words "Naked I came from my mother's womb, and naked I shall return there (Job 21),!! "and thanked the Virgin Mary Chryseleousa of Emba for everything anyways.
The villagers of Emba, upon seeing the old priest, rushed to help him, to take him down from the donkey, fighting as to who would have the honour of giving him hospitality, however nobody recognized who he was. He requested from them to be taken to Eleni's house, the daughter of the priest Yiannis, his neice. She received him feeling greatly moved and crying and took him into her home.
It was not necessary for too many words to be said. In Eleni's house they all knew what had happened. They gave water and food to the old priest and clean clothes and a bed to sleep. They did not say anything about his property and did not speak at all about what happened to his money, but enstead they stood watching the priest Konstantis as he held tightly a box in his bosom. And when he went to sleep, he placed it next to his headrest. They saw him taking care so as nothing would happen to it, they saw him kissing it sometimes, and never going too far away from it. In any case, his age no longer allowed him to move far from the bed.He was too tired and overtaken from all the suffering he went through. This is how, Eleni's daughter Marianna remembers him, who was present, as she says, when the priest called her mother, his neice, a few days before he died and handed her the box. In this box was stored all the treasures of the priest, that which remained from his past life, that which was not taken away from him because it was unnecessary to secular people. He delivered it to her chanting with a weak, but melodious voice: "As pillar unshaken of Christ's Holy Church and lamp ever-burning to all the world, you emerged, O wise Charalambos ..." Because, the hidden treasure of the heart broken priest was just that- a small icon and a piece of the sacred relics of Saint Hieromartyr Charalambos. A few days after that, the priest Konstantis passed away in peace. The priests of the village were then brought to dress him up, but they could not find a feloni (part of an Orthodox priest's clothes) to dress him with, as it is costumary to put on priests. The deceased had nothing else other than a worn out priestly garment. The priest Evagoras stayed to read the Psalter and the priest Yeorgios went to the Bishopric of Paphos and told the Bishop about what happened. The Bishop - then it was Iakovos Antzoulatos - gave him a feloni and he brought it and put it on the deceased. Later the Bishop himself came also and they burried him.



This is how the precious treasure came into the hands of Eleni, who put it in a build in cupboard where it was very safe. Now and then, she would open the cupboard and put inscence smoke on the holy relics, and when she had sorrows, it was there, in front of the cupboard that she stood and prayed. And when her turn to go came, she gave the sacred box to her daughter, Marianna. And she continued to kept in the same cupboard.Once, during an afternoon, two of Marianna's daughters, Nausika and Evangelia, while playing at home alone - they were eight, ten years old - got in a fight and they cursed. Then, just as she cursed - Nausika remembers it as if it happened today- a strong sound was heard and automatically the door of the cupboard opened up. The brace which closed the cupboard, jumped out and fell as far as the front door, the wooden door hit itself on the wall and the box with the holy relic fell out, on the floor. Terrified, the girls started to cry and run outside, where they found their mother and told her about what happened. Certainly they were young witnesses to the visible part of the invisible collision of foul spirits and the holy presence of the Hieromartyr and their persecutor. Years and years passed by, the young sisters come of age and they never cursed ever since, their mother Marianna grow old. Meanwhile a church dedicated to Saint Charalambos was build outside the village. At that location there was always a large stone that used to be the altar, as the elders say, and the only remnant of the ancient church. So there, the villagers first built a small chapel, and later they added two more aisles and an outer narthex. They even built an archontariki close by so that the faithful would receive a treat at the end of the church services. Old Marianna was watching the construction and embellishment of the chapel of Saint Charalambos with great happiness. Latetly she started thinking "the house of the Saint is there, and is nice, and I have him in the cupboard, in my poor house ...". So one day she called the current priest of Emba, priest Marios, to her home and handed him the Holy relic. He received it with great devotion and transferred it to the church while chanting the trisagio and the Apolytikion of Saint Charalambos. It was put in a silver reliquary on the altar. As for old Marianna, she remains incarcerated in the house due to her age. And when some one visits her, she sits squatting on her bed and tells this story, but also many other stories to those who have ears to listen.

By Charalambos Epaminondas.

This text was written in 1999. A few months after telling this story, old Marianna passed away in peace. May she always be remembered and that the soil that covers her be light.



Translated from Greek by Noctoc
Η εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους στο χωριό Έμπα

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Ο Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής - Saint Luke the Evangelist

Ο Άγιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς πατρίδα είχε την Αντιόχεια της Συρίας. Εκεί γεννήθηκε από οικογένεια ευγενών και πήρε την πρώτη μόρφωση και εκπαίδευση. Ήταν ικανός σε κάθε τέχνη και επιστήμη. 'Οταν μεγάλωσε ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ελλάδα και την Αίγυπτο. Σπόυδασε τα Ελληνικά Γράμματα, Γραμματική, Ρητορική, Φιλοσοφία και Ιατρική. Μάλιστα ειδικεύτηκε και εξασκούσε την Ιατρική ώστε όλοι τον γνώριζαν με τ ΄όνομα «Λουκάς, ο Ιατρός».
Ενώ ο Λουκάς βρισκόταν στην Θήβα της Βοιωτίας εξασκώντας την Ιατρική συνάντησε τον Απόστολο Παύλο και τον ακολούθησε στις περιοδείες του.
Ο Απόστολος των Εθνών τον αγαπούσε πάρα πολύ. Στην «Προς Κολοσσαείς επιστολή» του γράφει : «ασπάζεται ημάς Λουκάς, ο Ιατρός, ο αγαπητός ».
Μαζί περιήλθαν όλη σχεδόν τη Ρωμαϊκή επικράτεια κηρύττοντας σ΄όλο τον κόσμο το Ευαγγέλιο. 'Ολα όσα πέρασαν σ' αυτές τις περιοδείες περιγράφει με κάθε λεπτομέρια ο Απόστολος Λουκάς στο βιβλίο του «Οι πράξεις των αποστόλων». Αυτό το βιβλίο είναι το δεύτερο που έγραψε. Το πρώτο είναι το Ευαγγέλιο. Και τα δύο τα έγραψε κατά προτροπή κάποιου ηγεμόνα Θεόφιλου.
Το Ευαγγέλιο του Αποστόλου Λουκά χαρακτηρίζεται από το λογοτεχνικό ύφος και τη λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων. Περιγράφει με γλαφυρότητα και παραστατικότητα τη Γέννηση του Χριστού, ώστε κάνει τον αναγνώστη να αισθάνεται ότι βρίσκεται εκεί στη φάτνη και βλέπει τα δρώμενα. Διασώζει περισσότερα θαύματα και παραβολές του Χριστού απ΄ότι οι άλλοι Ευαγγελιστές. Ακόμα κατέγραψε σημαντικές διηγήσεις που δεν υπάρχουν στα άλλα Ευαγγέλια, όπως είναι ο Ευαγγελισμός. και η Σύλληψη του Προδρόμου.
Μαζί με όλα τ' άλλα χαρίσματα κατείχε και την τέχνη της ζωγραφικής. Αυτός ιστόρησε εικόνες του Χριστού και της Θεοτόκου Μαρίας.
Μετά τη σύλληψη του Αποστόλου Παύλου πήγε στη Θήβα της Βοιωτίας και ανέλαβε ως Επίσκοπος την ποιμαντική διακινία της πόλεως. Με τα χαρίσματα που διέθετε και με τη Χάρη του Θεού υπηρέτησε την Εκκλησία του Χριστού και πλήρης ημερών κοιμήθηκε ειρηνικά. Τιμούμε τη μνήμη του στις 18 Οκτωβρίου.

Από το βιβλίο «ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ» του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα.

Η πρώτη και η τρίτη φωτογραφία είναι από τον Ναό του Αγίου Λουκά στο χωριό Κούκλια της Πάφου. Η μεσαία φωτογραφία είναι από τον Ναό Παναγίας Ιαματικής του χωριού Αρακαπάς της Λεμεσού. Ανήκει στον 16 ο αιώνα.

Saint Apostle and Evangelist Luke was born in the city of Antioch in Syria. He was born of a noble family and got his first education and training in that city. He was capable of learning every art and science. When he grew up he completed his studies in Greece and Egypt. He studied the Greek Letters, Grammar, Rhetoric, Philosophy and Medicine. In fact, he exercised and specialized in Medicine and for this reason everybody knew him with the name "Luke the Physician.
While Luke was in Thebes in Boeotia practicing medicine he met Apostle Paul and followed him on his tours. The Apostle of the Gentiles loved him very much. In his "Epistles to the Colossians" he writes: "Luke the beloved physician and Demas greet you." Together, they toured almost all the Roman territories all over the world preaching the Gospel. Apostle Luke describes everything they went through during these tours in detail in his book "The Acts of the Apostles". This is the second book he wrote. The first is the Gospel. He wrote both books at the instigation of a ruler named Theophilus. The Gospel of the Apostle Luke is characterized by its literary style and its detailed description of events. It describes with representational eloquence the Birth of Christ, and makes the reader feel that he/she is right there in the manger and watches what is happening. He included more miracles and parables of Christ than the other Evangelists. He even wrote down significant stories which are not found in the other Gospels, such as the Annunciation of the Virgin Mary and the arrest of John the Baptist.Along with all the other talents, he also possessed the art of painting. It was he who first painted icons of Christ and the Virgin Mary. Following the arrest of the Apostle Paul, he went to Thebes in Boeotia and took over as Bishop and became pastor of that city. With the talents and the grace of God which he had, he served the Church of Christ until he peacefully died. We honour his memory on the 18th of October.

From the book "FOR THE LOVE OF CHRIST" by Charalambos Epaminondas.

The first and third photo is from the Church of Saint Luke in the village Kouklia in Paphos. The middle photo is from the Church of Panagia Iamatiki of Arakapas village in Limassol. It belongs to the 16th century.

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Η Ιερά Μονή Παναγίας της Τρικουκκιάς - The Monastery of Panagia Trikoukkia

Η Ιερά Μονή Παναγίας της Τρικουκκιάς βρίσκεται 2 χιλιόμετρα από το χωριό Πρόδρομος προς τις Πλάτρες σε ένα εκληκτικό φυσικό περιβάλλον με εξαιρετική Θέα.
Το όνομα λέγεται ότι προέρχεται από τις τρικουκκιές (μοσφιλιές που έχουν τρία κουκούτσια). Άλλη εκδοχή αποδίδει το όνομα στο δέντρο Κοκκονιά, σύμφωνα με την οποία, κατά αναλογία ονομάστηκε και το κοντινό Μοναστήρι του Κύκκου. Κατά μια άλλη άποψη, ονομάστηκε έτσι, επειδή κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας το μοναστήρι είχε το δικαίωμα να παίρνει, από τη δεκάτη των εισοδημάτων των μετοχιών του και του τσιφλικιού των Κουκλιών της Πάφου, το ένα τρίτο, το λεγόμενο αντικούτσιν η τρικούτσιν.
Η ιστορία του, όπως συμβαίνει με πολλά Μοναστήρια του τόπου μας, δεν μας είναι γνωστή, παρόλο που οι περισσότεροι ιστορικοί τοποθετούν την ίδρυσή του στα βυζαντινά χρόνια. Ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς αφήνει να εννοηθεί ότι είναι αρχαιότερο από εκείνο της Παναγίας του Κύκκου. Πάντως , το Μοναστήρι γνώρισε μέρες δόξας κυρίως κατά τα χρόνια της Φραγκοκρατίας, ενώ η Παναγία του Μοναστηριού, η Τρικουκκιώτισσα, θεωρούνταν θαυματουργή, η δε εικονογράφησή της αποδίδεται (όπως και πολλές άλλες) στον Απόστολο Λουκά. Η εικόνα αυτή της Παναγίας της Τρικουκκιώτισσας σήμερα είναι άγνωστο που βρίσκεται. Η φήμη του Μοναστηριού και της εικόνας του, άρχισε να περιορίζεται στην Τουρκοκρατία, όταν αυξήθηκε η φήμη της Παναγίας του Κύκκου. Πάντως, και οι Τούρκοι σεβάστηκαν το Μοναστήρι και δεν το κατέστρεψαν, ακριβώς εξαιτίας της μεγάλης του φήμης. Το 1761 το Μοναστήρι ανακαινίσθηκε και εξακολουθούσε να λειτουργεί μέχρι τα τέλη του 18 ου αιώνα, οπότε και διαλύθηκε. Την περίοδο της Αγγλοκρατίας νοικιάστηκε στην αποικιακή κυβέρνηση που το μετέτρεψε σε φυτώριο. Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 90, το Μοναστήρι, επαναλειτούργησε ως γυναικείο κάτω από την στοργική επίβλεψη της Γερόντισσας Χριστονύμφης.
Η σημερινή γυναικεία Αδελφότητα αγωνίζεται να ακολουθήσει πιστά την ιερή παράδοση του Ορθόδοξου μοναχισμού και να υπηρετήσει αθόρυβα την Εκκλησία, με την άσκηση και τη λειτουργική της ζωή.


Η Παναγία της Τρικουκκιάς, γιορτάζεται πανηγυρικά στην περιοχή, την Τρίτη της Διακαινησίμου καθώς επίσης και στις 15 Αυγούστου, με λιτάνευση της άγιας εικόνας της Παναγίας.

The Monastery of Panagia Trikoukkia is located 2 kilometers from the village of Prodromos on the way towards the resort village of Platres, in a beautiful natural environment and excellent views.
The name is said to come from trikoukkies or mosfilies (a local wild tree which bears fruit having three pips). Another version attributes the name to the tree Kokkonia, according to which, by analogy the nearby Monastery of Kykkos is also called after. In another view, the Monastery is so named because during the Ottoman Rule the monastery was entitled to take, one tenth of the income shares of the Kouklia Estate in Paphos, and this share was called antikoutsin or trikoutsin.
Its history, like many of the monasteries of Cyprus, is not known, although most historians place its foundation to Byzantine times. The Cypriot medieval chronicler Leontios Machairas suggests that it is older than that of the Virgin of Kykkos. However, the Monastery has seen days of glory especially under Frankish Rule, and the Virgin of the Monastery, Panagia Trikoukkiotissa, is considered to be miraculous, and her icon attributed (like many others) to the Apostle Luke. This icon of the Virgin Mary Trikoukkiotissa is currently not known where it is. The reputation of the Monastery and its icon, began to loss ground, when the reputation of the Virgin of Kykkos increased. In any case, even the Turks respected the Monastery and did not destroy it, just because of its great reputation.
In 1761 the monastery was restored and continued to operate until the late 18th century when it was dissolved. During British Rule it was rented to the colonial government which converted it into a nursery. At the end of the decade of the 90's, the Monastery operated once again, but this time as a women's monastery under guidance of Gerontissa Christonymphi.
Today the Monastery strives to follow strictly the sacred tradition of Orthodox monasticism and to serve the Church quietly, with asceticism and Orthodox way of life.

The Virgin of Trikoukkia, is celebrated in the region during Easter Tuesday and also on August 15 th, with the procession of the sacred icon of the Virgin Mary.

Πηγή:"Μοναστήρια της Κύπρου" του Γιωργίου Β. Γεωργίου και εδώ

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Ο πετεινός τζ' η όρνιθα πάσιν στον Άϊν Τάφον : Ένα παλαιό κυπριακό παραμύθι

Ο πετεινός τζ' η όρνιθα εθελήσασιν να πάσιν στον Άϊν Τάφον. Λοιπόν εμονοβουλιάσασιν τζι εσάστισαν να πάσιν πέρα. Τον πετεινόν ελέαν τον γούμενον τζιαί την όρνιθαν γουμένισσαν. Εσάστισαν τζι εβκέησαν να πάσιν. Σαν επηαίννασιν ηύρασιν την αυτοτζηνάρα τζιαί εσσαιρετίσαν την.
- Ώρα καλή σου αυτοτζηνάρα. Είπαν της.
- Καλός τον πετεινόν! Είπεν τζείνη. Αν θέλει ο Θεός που πάτε ;
- Εν να πάμεν πέρα, εν να πάμεν στον Άϊν Τάφον. Λέει ο πετεινός.
- Τζιαί πως έτυχε να πάτε πέρα ; Είπεν τους η αυτοτζηνάρα.
Τότες λαλεί της ο Πετεινός :
- Εξέβηκα πα΄στην κοπριάν να ΄βρω κουτζίν σιτάριν τζιαί κουτζίν κριθάριν να φάω τζι ηύρα έναν χαρτίν τζιαί γράφει ότι πρέπει να πάω στον Άϊν Τάφον.
- Παρατήρα να δούμεν αν είμαι τζι εγιώ μέσα. Λαλεί του η αυτοτζηνάρα.
Τότες ο πετεινός εστάθην τζι εδκαίβασέν της το χαρτίν.


Ο πετεινός ο γούμενος

η όρνιθα γουμένισσα
αυτοτζηνάρα πλουμιστή

-Είσαι μέσα. Λαλεί της ο πετεινός.

- Εν να πάω τζι εγιώ κάλο. Λαλεί η αυτοτζηνάρα.
Ε ! Ελαμνίσαν τζι επααίνναν. Σαν επααίνναν ηύραν την πέρτικαν.
- Ώρα καλή σου πέρτικα !
- Καλός στον πετεινόν. Είπεν η πέρτικα. Με το καλόν που πάτε ;
- Εξέβηκα πα΄στην κοπριάν να ΄βρω κουτζίν σιτάριν τζιαί κουτζίν κριθάριν να φάω τζι ηύρα έναν χαρτίν τζιαί γράφει ότι πρέπει να πάω στον Άϊν Τάφον.
- Παρατήρα αν είμαι τζι εγιώ μέσα. Λαλεί του η πέρτικα.
Τότες ο πετεινός εστάθην τζι εδκαίβασέν :


Ο πετεινός ο γούμενος
η όρνιθα η γουμένισσα
αυτοτζηνάρα πλουμιστή
πέρτικα κακκαριστή

Γράφει να πάης τζι εσού. Λαλεί της.

Ε ! Ελαμνίσαν τζι επααίννασιν. Επήασιν κάμποσον τόπον τζι ηύραν έναν τσούρουλλον.
- Ώρα καλή σου τσούρουλλε.
- Καλός τον πετεινόν. Με το καλόν πού πάτε ;
- Εξέβηκα πα΄στην κοπριάν να ΄βρω κουτζίν σιτάριν τζιαί κουτζίν κριθάριν να φάω τζι ηύρα έναν χαρτίν τζιαί γράφει ότι πρέπει να πάω στον Άϊν Τάφον.
- Παρατήρα αν είμαι τζι εγιώ μέσα. Λαλεί ο τσούρουλλος.
Ο πετεινός εστάθην τζι εδκαίβασεν :


Ο πετεινός ο γούμενος
η όρνιθα η γουμένισσα
αυτοτζηνάρα πλουμιστή
πέρτικα κακκαριστή
τσούρουλλος πιδκιαβλιστός


- Γράφει να πάης πέρα. Λαλεί ο πετεινός.
Ε ! Ελαμνίσαν. Επήαν κάμποσον δρόμον, τζιαί σαν επααίννασιν, ηύραν έναν αλουπόν.
- Ώρα καλή σου αλουπέ.
- Καλός τους. Λαλεί τους ο αλουπός. Με το καλον που πάτε ;
- Εξέβηκα πα΄στην κοπριάν να ΄βρω κουτζίν σιτάριν τζιαί κουτζίν κριθάριν να φάω τζι ηύρα έναν χαρτίν τζιαί γράφει ότι πρέπει να πάω στον Άϊν Τάφον.
- Παρατήρα αν είμαι τζι εγιώ μέσα. Λαλεί ο αλουπός.
Ο πετεινός εστάθην τζι εδκαίβασεν :


Ο πετεινός ο γούμενος

η όρνιθα η γουμένισσα
αυτοτζηνάρα πλουμιστή
πέρτικα κακκαριστή
τσούρουλλος πιδκιαβλιστός
αλουπός παουριστός

Γράφει να πάης τζι εσού στον Άϊν Τάφον. Λαλεί του ο πετεινός.
Ε ! Ελαμνίσαν. Σαν επααίννασιν ηύραν έναν γάαρον.
- Ώρα καλή σου, γάαρε.
- Καλός τον πετεινόν. Με το καλόν πού πάτε ;
Ο πετεινός λαλεί του.
- Εξέβηκα πα΄στην κοπριάν να ΄βρω κουτζίν σιτάριν τζιαί κουτζίν κριθάριν να φάω τζι ηύρα έναν χαρτίν τζιαί γράφει ότι πρέπει να πάω στον Άϊν Τάφον.
- Παρατήρα να δούμεν αν είμαι τζι εγιώ μέσα. Λαλεί του ο γάαρος.
Ο πετεινός εστάθην τζι εδκαίβασεν :


Ο πετεινός ο γούμενος

η όρνιθα η γουμένισσα
αυτοτζηνάρα πλουμιστή
πέρτικα κακκαριστή
τσούρουλλος πιδκιαβλιστός
αλουπός παουριστός
γάουρος αγκανιστός

- Γράφει να πάεις τζι εσού στον Άϊν Τάφον.
-Ταμάμ ! Λαλεί τους ο γάαρος. Άτε να πάμεν.
Ε ! Ελαμνίσαν τζι επααίννασιν. Επκιάσαν τζι εκαβαλλιτζέψαν του γάαρου. Ο αλουπός εκαβαλλίτζεψεν τέλεια 'πο πίσω. Σαν επααίννασιν είπεν ο αλουπός :
- Εεε ! Θώρε τον τζαιρόν! Έσσιει νερά!!
Το λοιπόν, ο αλουπός που κάθετουν που πίσω, εκατούρησεν πάνω στην νουρά του. Άρκεψεν τζιαί έσειε την νουράν του τζι εππέφταν τα ψιάδκια πάνω τους, τζιαί οι άλλοι ενομήσαν ότι έβρεσσιεν. Τότες επολοήθην ο τσούρουλλος τζιαί λαλεί τους :
- Εμέναν κανεί με τζι ένας βώλος για να γλυτώσω που τα νερά.
- Τζι εμέναν, λαλεί ο γάαρος, κανεί με έναν δεντρόν.
Επετάκτην τζι η αυτοτζηνάρα τζιαί είπεν :
- Τζι εμέναν κανεί με μια σσιοινιά να χωστώ που κάτω.
- Επολοήθην ο αλουπός τζιαί λαλεί τους :
- Είντα να πάτε ποτζεί τζιαί δα ;
- Εγιώ έχω τόπον δικόν μου, έναν σπήλιον που μας χωρεί ούλους.
- Άτε, είπασιν ούλλοι, άτε να πάμεν κάλο.
Επήασιν τζι εμπέησαν μέσα εις έναν σπήλιον. Άψαν λαμπρόν τζεί μέσα τζιαί εκάτσαν κάμποσην ώρα. Ο αλουπός εβκέην έξω, τζιαί ύστερα που κάμποσην ώρα εξέβην τζι ο πετεινός να παρατηρήσει γιατί άρκησεν ο αλουπός να στραφεί πίσω στον σπήλιον. Ο αλουπός ήτουν χωσμένος, τζιαί όσον τζιαί είδεν τον πετεινόν να φκαίνει έξω, άρπαξεν τον τζι έφαν τον.
Τότες η όρνιθα είπεν :
- Ο αλουπός τζ' ο πετεινός αρκήσασιν. Εν να πάω να δω που ένει.
-Εξέβηκεν η όρνιθα π' όξω. Έφαν την τζιαί τζείνην ο αλουπός. Ύστερα εβκέην η πέρτικα. Λοιπόν, έφαν την τζιαί τζείνην. Έμεινεν ο τσούρουλλος με τον γάαρον με' στον σπήλιον. Λαλεί του γάαρου ο τσούρουλλος :
- Τούτοι ούλλοι επήασιν τζιαί εμείνασιν τζεί ; Εν να πάω έξω να δω είντα που εγίνισαν.
Άμα εξέβηκεν έξω τζιαί εν είδεν κανέναν, ο τσούρουλλος εκατάλαβεν ότι ο αλουπός έφαν τους ούλους. Εν επρόλαβεν να φύει, τζι ο αλουπός εβούττησεν πάνω του να τον φάη. Ο Τρούρουλλος λαλεί του :
- Είντα να με φάης εμέναν έναν μιτσίν πουλλίν τζιαί να ξημαρίσεις τζιαί το στόμαν σου; Άφησμε να πάω πάνω ψηλά- ψηλά τζι άννοιξε το στόμαν σου να σσίσσω εφτής να πάω μέσα, μήτε να με μασήσης, μήτε να ξημαρίσης.
Λοιπόν, ο αλουπός εδέχτην τζι ο τσούρουλλος εξέβηκεν ψηλά- ψηλά. Ο αλουπός άννοιξεν το στόμα του για να μπη το πουλλίν μέσα, αλλά ο τσούρουλλος εγέλασεν του, τζι αντίς ν' αφήκη τον αλουπόν να τον φάη, ετσιλλάρωσεν του μέσα στο στόμα τζι έφυεν.
- Ο γάαρος έμεινεν μανιχός του με' στον σπήλιον τζί εκαρτέραν τους άλλους να στραφούν πίσω. Άμα τζι επέρασεν η ώρα τζιαί είδεν ότι εν έρκετουν κανένας, εβκέην έξω να παρατηρήση που επήασιν τζι εχάθησαν ούλλοι. Άμα τζι εξέβηκεν έξω τζιαί είδεν τον ο τσούρουλλος, επέτασεν τζιαί είπεν του ότι ο αλουπός έφαν τους ούλλους τους αλλους. Ράστιν τζείνην την ώρα, ο γαάρος είδεν τον αλουπόν να δειά πάνω του τζιαί να μάσσιεται να τον πνίξη.
Λοιπόν, λαλεί του αλουπού :
- Εμέναν είντα να με πνίξης ; Έλα να κάμωμεν μιαν συφφωνίαν.
- Είντα ' πο ΄νι η συφφωνία σου ; Λαλεί του ο αλουπός.
Έχω έναν γράμμαν στο πισινό, δεξιό μου πόϊν. Αν μπορείσης να το δκαιβάσης, να με πνίξης, αν δεν μπορείσης να το δκαιβάσης, να μ΄αφήκης. Καλόν, λαλεί του ο αλουπός. Ο γάαρος εψήλωσεν το πόϊν του τζι ο αλουπός επήεν να δκαιβάση το γράμμαν. Άμα τζιαί ο αλουπός επήεν κοντά, ο γάαρος έδωκεν του μιαν κλωτσιάν μέσ΄την φωτάδα (μέτωπο) τζι εσκότωσεν τον αλουπόν. Ύστερα έσσισεν του την τζοιλιάν του, τζι έφκαλεν τους ούλους έξω. Ήρτεν τζιαί ο τσούρουλλος τζι εκαβαλλιτζέψαν ούλλοι πάνω του τζι ελαμνίσαν για τον Άϊν Τάφον.

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Ο Άγιος Γελάσιος ο μίμος - Saint Gelasius the comedian

Ο Γελάσιος (είναι γνωστός και ως Γεννάσιος) ήταν και στ΄όνομα και στη ζωή του γελάσιος. Προκαλούσε σε όλους το γέλιο και την ευθυμία με τα καμώματά του. Ήταν μίμος, δηλαδή κωμικός ηθοποιός. Μια φορά, ενώ ήταν καιρός διωγμού, είπαν στο Γελάσιο να περιπαίξει τους χριστιανούς, κάνοντας πως είναι κατηχούμενος. Αυτός έβαλε άσπρα ρούχα, μπήκε σε μια κολυμβήθρα κι έκαμνε πως βαπτίζεται. Και γελούσαν οι παρευρισκόμενοι ειδωλολάτρες.
Ενώ έριχνε νερά πάνω του έλεγε : «Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού Γελάσιος εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, Αμήν». Μόλις όμως το είπε τρεις φορές σοβαρεύτηκε απότομα.
«Τώρα είμαι Χριστιανός» ! είπε. Ένοιωσε τη χάρη του Θεού πάνω του εκείνη τη στιγμή. Ήταν φαίνεται η καρδιά του αθώα και δεκτική της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.
Και υποστήριξε την εμπειρία του αυτή μέχρι το τέλος. Γιατί μόλις είδαν οι άρχοντες πως σοβαρεύτηκε ξαφνικά και ομολογούσε πίστη στον Ιησού Χριστό, παραξενεύτηκαν. Στη συνέχεια Θύμωσαν, γιατί ενώ περίπαιζαν βρέθηκαν να περιπαίζονται. Κι ο Γελάσιος ενώ πριν περίπαιζε το βάπτισμα των Χριστιανών, τώρα περίπαιζε την πλάνη των εθνικών. Τόσο μάλιστα οργίστηκαν , που τον αποκεφάλισαν πάραυτα. Έτσι ο πρώην μίμος και γελωτοποιός Γελάσιος έγινε μάρτυρας του Χριστού και Άγιος της Εκκλησίας.
Τιμάται η μνήμη του στις 27 Φεβρουαρίου.

Από το βιβλίο "ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ" του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα

Gelasius (also known as Genesius) was in name and in life gelasius. Gelasius which in Greek means someone who makes others laugh made everybody laugh and cheer up with his doings. He was a mime, in other words a comedian .
Once, while it was the time of the persecution of the Christians, Gelasius was asked to mock the Christians, acting as if he was one himself. He put on white clothes, and went to a baptismal font and started actings as if he was getting baptized. The idolaters bystanders started laughing. While throwing water on himself, he started saying: "The servent of God Gelasius is getting baptized in the name of the Father and the Son and the Holy Spirit, Amen". However, as soon as he finished saying this three times, he became abruptly serious.
"Now I am a Christian!" he said. He felt the grace of God in him right at that time. It seems that his heart was innocent and accepting to the grace of the Holy Spirit.
And he supported this experience of his until the end. Because as soon as the nobles saw that he suddenly became serious and confessed his faith in Jesus Christ, they became surprised. However, they soon became angry because while they were mocking, they found themselves to be mocked instead. And while Gelasius was before mocking the baptism of the Christians, he was now mocking the error of the gentiles. The nobles were so angered by this that they decapitated him immediately. So Galasius, the former mime and clown, became a witness of Christ and a Saint of the Church.
The Orthodox Church honours his memory on February the 27th.

From the book "FOR THE LOVE OF CHRIST" by Charalambos Epaminondas.

Translated from Greek by Noctoc

Ο Όσιος Θεράπων, ο παρά το Κοιλάνιν ασκήσας - Saint Therapon, the ascetic who lived near the village of Kilani

Σύμφωνα με τον χρονογράφο Λεόντιο Μαχαιρά, ο Όσιος Θεράπων ήταν ένας από τους "300 πρόσφυγες" της Παλαιστίνης που βρήκαν καταφύγιο στην Κύπρο, και ο οποίος ασκήτευσε κοντά στο κεφαλοχώρι Κοιλάνι της επαρχίας Λεμεσού.
Νότια του Κοιλανίου ευρίσκεται το χωριό Άγιος Θεράπων το οποίο οπωσδήποτε πήρε το όνομα του Αγίου αυτού. Φαίνεται ότι ο Όσιος Θεράπων ασκήτευσε κάπου εκεί κοντά στο χωριό αυτό, δηλαδή νότια του Κοιλανίου και βόρεια του χωριού Άγιος Θεράπων, όχι πολύ μακρυά από τον ποταμό Κρυόν.
Σύμφωνα με διήγηση ευσεβούς γέροντος κατοίκου του χωριού Άγιος Θεράπων, ο τοπικός αυτός Άγιος φάνηκε κάποτε στον ύπνο κάποιας γυναίκας, η οποία είχε την περιέργεια για πολύ καιρό, τάχα που να ασκήτευσε ο Όσιος αυτός που τιμάται στο χωριό της. Και αφού της εμφανίσθηκε, της είπε ότι ασκήτευσε εκεί στα βόρεια του χωριού σε κάποια τοποθεσία στην οποία, υπήρχε λίγο νερό που έσταζε από πετρώματα σαν σταλακτίτες. 'Οταν ξύπνησε η γυναίκα αυτή πήγε στην περιοχή που της έδειξε ο Άγιος και βρήκε το μέρος το οποίο έσταζε το νερό, Και αφού το καθάρισε με συγγενικά της πρόσωπα, έκαναν στον τόπο μια λεκάνη πάνω στις πέτρες και γέμιζε νερό. Έτσι οι κάτοικοι του χωριού χάρηκαν αρκετά για την ανεύρεση του αγιάσματος του Οσίου Θεράποντος. Απογοητεύθηκαν όμως σύντομα διότι μετά από μερικούς μήνες το λίγο εκείνο νερό, στέρευσε. Άγνωστος ο λόγος και μυστήριο καλύπτει την στέρευση του ανακαλυφθέντος αγιάσματος.
Κατά τον ίδιο ευσεβή κάτοικο του χωριού, πριν μερικά χρόνια πήρανε μερικοί χριστιανοί κάποια γυναίκα παράλυτη για να προσκυνήσει εκεί στην εκκλησία του, διότι την είχε οραματίσει ο Άγιος να πάει στο χωριό του Αγίου Θεράποντα και θα την έκανε καλά. Αφού προσκύνησαν ανεχώρησαν και μετά από αρκετές μέρες, η γυναίκα αυτή ξαναπήγε πάλι στον Άγιο Θεράποντα και μόλις προσκύνησε άρχισε να κλαίει και να ευχαριστεί τον Άγιο. Την πλησίασε ο προειρηθείς κάτοικος και της είπε : " Γιατί κλαίεις κοκόνα μου; " Η δε γυναίκα του απαντά : "Κλαίω από χαρά και συγκίνηση που με εθεράπευσεν ο Άγιος Θεράπων. Είμαι η γυναίκα η παράλυτος που είχα έρθει πριν λίγες μέρες και προσκύνησα. Και φεύγοντας με γιάτρεψε και τώρα βλέπεις κι εσύ, είμαι μι χαρά. Έτσι ήρθα να δοξάσω τον Θεό και να ευχαριστήσω τον Άγιο Θεράπωντα για την γιατρειά μου, για να μην φανώ αχάριστη.
Το παράδοξο για τον Όσιο Θεράποντα που ασκήτευσε σε αυτά τα μέρη είναι ότι παρουσιάζεται στις εικόνες του, στην εκκλησία του χωριού σαν επίσκοπος και ιερομάρτυρας, και όχι σαν όσιος. Πιθανόν να είναι λάθος των αγιογράφων που σύγχυσαν τον Θεράποντα του Κοιλανίου με τον Θεράποντα τον επίσκοπο κάποιας παράλιας πόλης της Κύπρου, (πιθανόν της Λάρνακας), ο οποίος και μαρτύρησε σφαγείς από τους Σαρακηνούς τον έβδομον αιώνα. Ή και λάθος από άγνοια των παλαιών κατοίκων του χωριού για τον Άγιον τους, ο οποίος ήταν τοπικός ασκητής.
Πιθανόν αυτός ο Όσιος Θεράπων που ασκήτευσε κοντά στο χωρίο Κοιλάνι να ήταν επίσκοπος πριν έρθει στην Κύπρο. Διότι σύμφωνα με τον Μαχαιρά οι "300 πρόσφυγες" που ήρθαν από την Παλαιστίνη στην Κύπρο ήταν "αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι, ιερείς και λαϊκοί).

Ο Άγιος Θεράπων του ομώνυμου χωριού κοντά στο Κοιλάνι γιορτάζεται στις 26 Μαΐου καθώς και στις 14 Οκτωβρίου.

According to the Cypriot chronicler Leontios Machairas, Saint Therapon was one of the "300 refugees" from Palestine who found refuge in Cyprus and who lived as an ascetic near the village of Kilani in the district of Limassol.
The village of Agios Therapon (Saint Therapon) is located south of Kilani and it is certain that it got its name from this Saint. It seems that Saint Therapon lived as an ascetic somewhere near this village, in other words, south of Kilani and north of the village of Agios Therapon, not too far from the river Kryon.
According to a pious elder who is a resident of the village of Agios Therapon, this local saint once appeared in the dream of a woman who for a long time supposedly had the curiosity as to where the Saint who is honoured in her village actually stayed. And when he appeared, he told her that he lived in a cave north of the village in a location where there was some water dripping from a rock that seemed like stalactites. When the woman woke up woke up, she went to the area showed to her by the Saint and found the place which was dripping water, and after cleaning it with relatives, they made a small water reservoir on the stones which was filled with water. So the villagers were much pleased to find the Holy Water of Saint Therapon.But soon they were disappointed because after a few months the little water that was dripping, dryed out. The reason behind this is unknown and it is a mystery as to why the discovered Holy Water dryed out. According to the same pious inhabitant of the village, a few years ago some Christians took a paralyzed woman to the village in order to kiss the icon of Saint Therapon and worship at his church, because he had appeared in her sleep and told her to go to his village, Agios Therapon, and he would make her well. After kissing the icon of the saint she departed but came back to the church of Saint Therapon again after several days, and as soon as she kissed his icon, she started to cry and thank the Saint. This same pious man approached the woman and asked her: "Why are you crying my dear lady?" And the woman replied: " I am crying of joy and I am deeply moved because Saint Therapon made me well. I am the paralyzed woman who had come a few days ago to venerate the Saint. As I was leaving, he heal me as you can see, I am now just fine. So I came to glorify God and to thank Saint Therapon for curing me, notn wanting to be ungrateful. The paradox about the Blessed Saint Therapon who lived as an ascetic in this area is that on his icons, in the church of the village, he is presented as a Bishop and Martyr, and not as just a Blessed Saint. Perhaps it is a mistake made by artists of religious paintings who confused this Saint Therapon of Kilani with a Bishop of the same name who lived in a seaside town in Cyprus (probably Larnaca), and who was tortured and slaughtered by the Saracens in the seventh century. Or the mistake was made due to the ignorance of the bygone inhabitants of the village about the origin of their saint, who was a local hermit. Perhaps this Saint Therapon who lived as an ascetic near the vicinity of Kilani was a Bishop before coming to Cyprus. Because according to Machairas, the "300 refugees" who came from Palestine to Cyprus were "Archbishops, Bishops, priests and laity).

Saint Therapon of the village of the same name (Agios Therapon) near Kilani is celebrated by the Orthodox church on the 26th of May and on the 14th of October.


Πηγή:" Άγιοι Ασκητές και σπήλαια της Κύπρου" του Βλάσιου Μοναχού

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Ο Άγιος Ευφρόσυνος ο μάγειρας - Saint Euphrosynos the cook

 Ο Άγιος Ευφρόσυνος γεννήθηκε από αγροίκους γονείς και μεγάλωσε χωρίς καμιά μόρφωση, χωρίς καμιά εκπαίδευση. Όταν ενηλικιώθηκε, θέλησε να γίνει μοναχός. Πήγε λοιπόν σ΄ένα μοναστήρι κι υποτάχθηκε. Επειδή δε γνώριζε τίποτα να κάνει , έκανε τις πιο ευτελείς δουλειές της μονής. Μάλιστα έγινε μάγειρας. Έτσι πάντα ήταν λερωμένος από τις στάχτες και τα λάδια του μαγειρέματος, καπνισμένος από τη φωτιά και όλος ασουλούπωτος. 'Ολοι οι άλλοι μοναχοί τον υποτιμούσαν, μάλιστα μερικοί τον κτυπούσαν κιόλας. Αυτός τίποτα δεν έβαλλε υπόψιν του, έκανε πως δεν καταλάβαινε και δεχόταν τα πειράγματα και την άσχημη συμπεριφορά των άλλων με ήσυχο λογισμό, χωρίς ταραχή, μη δίνοντας καθόλου σημασία σ΄αυτά. Ήταν η σκέψη του και η καρδιά του όλη απασχολημένη με το Θεό και τους Αγίους κι ήταν δοσμένος κι ενθουσιασμένος μ΄αυτή την εσωτερική σχέση. Η κακομεταχείρηση των άλλων δεν τον εμπόδιζε καθόλου στην εσωτερική εργασία. Γι' αυτό και τους συγχωρούσε.
Σ΄εκείνο το κοινόβιο ήταν κι ένας ευλαβής παπάς, που στην προσευχή του ζητούσε απ΄το Θεό να του δείξει τ΄αγαθά που ετοίμασε γι' αυτούς, που τον αγαπούν. Μια νύκτα λοιπόν, αφού τον πήρε ο ύπνος, βρέθηκε σ΄έναν όμορφο τόπο. Ήταν ένα ολόδροσο περιβόλι. Έμεινε να θαυμάζει τα ποικίλα δέντρα, τα εύοσμα λουλούδια και τα τρεχάμενα νερά. Κι ενώ σκεφτόταν τίνος άραγε να είναι αυτό το ωραίο περιβόλι, βλέπει έκπληκτος το μάγειρα της μονής, τον Ευφρόσυνο, να χαίρεται την υπερκόσμια ομορφιά. Τον πλησιάζει και ζητά να μάθει :
- Έυφρόσυνε, πως βρέθηκες εδώ και τίνος είναι αυτός ο κήπος ;
- Αυτός ο κήπος, ανάντησε ο μάγειρας, είναι γι΄αυτούς, που αγαπούν το Θεό.
- Και συ τι κάνεις εδώ μέσα, ξαναρωτά ο ιερέας.
- Με τη χάρη του Θεού εδώ μένω, πάτερ μου, πάντοτε και φύλακας είμαι του κήπου, απάντησε ο Ευφρόσυνος.
- Τότε δώσε μου κάτι απ΄όλα αυτά τα αγαθά.
- Πάρε ότι θέλεις.
- Θα ήθελα αυτά τα μήλα, και του 'δειξε ένα κλαδί με τρία μεγάλα μήλα. Ο Ευφρόσυνος τα έκοψε και του τα 'δωσε.
Εκείνη την ώρα ακούστηκε το σήμαντρο να κτυπά για την ακολουθία του όρθρου. Πετάχτηκε πάνω ο παπάς κι ενώ σκεφτόταν το παράξενο όνειρο, παρατηρά! Στον κόρφο του ήταν εκείνα τα τρία μήλα κι ευώδιαζαν όλο το κελλί.
Σηκώθηκε, ευχαρίστησε το Θεό κι έτρεξε στην εκκλησία. Βρήκε το μάγειρα στο στασίδι του, τον πήρε παράμερα και του λέγει :
- Στ΄όνομα του Ιησού Χριστού, που ήσουν εψές όλη τη νύχτα ;
- Εκεί ήμουν, πατερ, εκεί που με βρήκες.
- Και τι μου έδωσες ;
- Αυτό που ζήτησες, ένα κλαδί με τρία μήλα.
Τότε ο παπάς του 'βαλε μετάνοια, τον ασπάστηκε και πήγε στη θέση του. Μετά την απόλυση της κολουθίας πήγε κι έφερε τα μήλα, κάλεσε όλους τους μοναχούς και τους διηγήθηκε την εμπειρία του. Θαύμασαν και δόξασαν το Θεό. Όσοι ήταν άρρωστοι, έφαγαν από κείνα τα μήλα και θεραπεύτηκαν.
Ο Ευφρόσυνος όμως θέλοντας ν΄αποφύγει τη δόξα των ανθρώπων διέφυγε από παραπλήσια πόρτα την ώρα που όλοι πρόσεχαν τη διήγηση. Απομακρύνθηκε από το μοναστήρι και δε φάνηκε ποτέ πια. Τον θυμόμαστε στην Εκκλησία κάθε χρόνο στις 11 Σεπτεμβρίου.

Από το βιβλίο του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Saint Euphrosynos was born of peasant parents and grew up without any education, without any training. When he came of age, he wanted to become a monk. So he went to a monastery and gave his monastic vows. Since he did not know any work to do, he was made to do the most vile work in all the monastery. Indeed he became a cook. So he was always dirty from the ashes and cooking oil, he was smoky from the fire and he was always untidy. All the other monks made fun of him, they underestimated him, and some even beat him up sometimes. However, he did not keep all this mistreatment in mind, he pretended as he did not understand anything and accepted the teasing and the bad behavior of the others with a peaceful mind, without disturbance, not giving any attention to all these. His thought and his heart was fully occupied with God and the Saints and was completely given and too thrilled with this internal relationship. The ill treatment of the others did not prevent him in any way from growing spiritually. For this reason, he always forgive them.
In that monastic commune there was a pious priest, who in prayer was asking God to show him the goods He had prepared for those who love Him. So one night, after he fell asleep, he found himself in a beautiful place. A very pleasant orchard. He stood there admiring the variety of trees, the fragrant flowers and the running water. And while he was thinking about as to whom this beautiful garden belonged to, he saw in great surprise the cook of the monastery, Euphrosynos, standing in the middle of the trees and enjoying the beauty of the heavens. The priest approached him and asked to find out:
- Euphrosynos, how did you find yourself here and to who does this garden belong to?
- This garden, the cook answered, is for those who love God.
- And what are you doing here, the priest asked again.
- By the grace of God I am always here, father, I guard the garden, said Euphrosynos.
- Then give me something from all these goods.
- Take anything you want.
- I would like these apples, and the priest showed a large branch with three apples. Euphrosynos cut the branch with the three apples and gave it to the priest.
At the time he heard the beating of the symantron for Matins. The priest jumped up and while he was thinking about his strange dream, what does he see! He saw those three apples in his bosom, and giving out their scent throughout his cell.
He got up, thanked God and ran to the church. He found the cook in the stall, took him aside and said to him:
- In the name of Jesus Christ, where were you all of last night?
- I was there, Father, there, where you found me.
- And what did you give me?
- I gave you what you asked for , a branch with three apples.
Then the priest made repentance to him, embraced him and went to his stall. After the dismissal of the Matins the priest went and brought the apples, invited all the monks and told them about his experience. In turned the monks admired and glorified God. Those who were sick, ate from those apples and found their health.
However, Euphrosynos wanting to avoid the glory of people fled from the side door while everybody was listening to the story. He went way from the monastery and did not appear ever again. We remember him in the Orthodox Church each year on the 11th of September.

From the book FOR THE LOVE OF CHRIST by Charalambos Epaminondas.

Translated from Greek by Noctoc

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Ο Άγιος Επίκτητος ο Θαυματουργός - Saint Epiktetos the miracle maker

Θείαν άσκησιν, στερρώς ανύσας, ευηρέστησας, Χριστώ οσίως, Θεοφόρε παμμάκαρ Επίκτητε. και δοξασθείς τη του Πνεύματος χάριτι, ημάς λύτρωσε κινδύνων και θλίψεων. Πάτερ όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Απολυτίκιο Αγίου Επίκτητου



Ο Όσιος Επίκτητος μνημονεύεται από τον χρονογράφο της Κύπρου Λεόντιο Μαχαιρά ως ένας εκ των «Τριακοσίων» χριστιανών Αλαμάνων αγίων που ήρθαν από την Παλαιστίνη κι έζησαν στο νησί μας το 638 μ.Χ. Αφού βρήκε έναν ήσυχο τόπο, όπου υπήρχε λίγο νερό, έσκαψε στο μέρος εκείνο και κατασκεύασε σπηλιά, σαν κατακόμβη και ασκήτευσε εκεί. Το νερό αυτό που έτρεχε από τον βράχο, μετά την κοίμησι του χρησιμοποιόταν από τους πιστούς ως αγίασμα. Στη σπηλιά οδηγεί πέτρινη κυκλική σκάλα. Σώζεται στη σπηλιά και μια πέτρα σαν ανθρώπινο κεφάλι που χρησιμοποιούσε ο Όσιος για προσκέφαλο του κατα΄την παράδοση των της περιοχής.
Στο μέρος αυτό, που, ασκήτευσε και ετελείωσε τη ζωή του ο Όσιος, που ευρίσκεται κοντά στο χωριό Καζάφανι της Κυρηνείας, κτίστηκε μετά εκκλησία πάνω από την σπηλιά στο όνομα του Αγίου και συν τω χρόνω μαζεύτηκε κόσμος και κτίσθηκε το ομώνυμο χωριό Άγιος Επίκτητος. Ο 'Οσιος είναι και θαυματουργός διότι έκαμε διάφορα θαύματα και παλαιά, αλλά και στον αιώνα μας. Στη σπηλιά πιστεύεται ότι σώζεται και ο τάφος του Αγίου.
Ο Άγιος Επίκτητος, το χωριό όπου έζησε ο Άγιος, είναι σήμερα ένα από τα χωριά της Κύπρου που τα πατούν οι Τούρκοι κατακτητές. Η δε εκκλησία του Αγίου Επίκτητου που βλέπετε πιο κάτω έχει μετατραπεί σε τζαμί.

Ο 'Οσιος Επίκτητος πέθανε στις 12 Οκτωβίου μέρα κατά την οποίαν εορτάζεται η μνήμη του από την Κυπριακή Εκκλησία.

Saint Epiktetos is mentioned by the Cypriot chronicler Leontios Machaira as being one of the "three hundred" Alaman Christian saints who came from Palestine in 638 AD and lived on the island of Cyprus. After having found a quiet place where there was some water, he dug and built a cave, a catacomb, and became an ascetic there. After his death, the water that ran from the rock was used by the believers as holy water. A stone spiral staircase leads to the cave. Preserved in the cave is a stone in the shape of a human head believed by the local people as being the pillow of the Saint.
In this place, where the Saint lived as an ascetic and where he had completed his life, which is situated near the village of Kazafani in the district of Kyrenia, a church was built to his name above the cave at a later date, and over time, people gathered there and built the village of Saint Epiktetos. The Saint is also miraculous because he did various miracles during the past, but also in this century. It is believed that in the cave survives the tomb of the Saint.
Saint Epiktetos, the village where the saint lived, is today one of the villages of Cyprus which is under Turkish occupation. The church of the Saint, which you see below, has been converted into a mosque.

Saint Epiktetos died on October 12, and it is on this date that his memory is celebrated by the Church of Cyprus.