ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Το Κοιμητήριο της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξανδρείας - The Cemetery of the Greek Community of Alexandria

Το ελληνικό νεκροταφείο με τα εκπληκτικά γλυπτά του, αλλά και τα κτήρια της Ελληνικής Κοινότητας δείχνουν την ισχύ και το πολιτιστικό επίπεδο που είχαν οι Έλληνες που ζούσαν στην Αλεξάνδρεια παλαιότερα. Η ιστορία της ελληνικής μετανάστευσης είναι γραμμένη στο κοιμητήριο της κοινότητας των Ελλήνων Ορθοδόξων. Εδώ βρίσκεται το πραγματικό ληξιαρχείο της Ελληνικής Κοινότητας, εδώ συμπυκνώνεται, μέσα σε λίγα στρέμματα, η ιστορία της ελληνικής Αλεξάνδρειας. Εδώ βρίσκεται και η τελευταία κατοικία του μεγάλου μας ποιητή Κωνσταντίνου. Π. Καβάφη.

The Greek cemetery with the amazing sculptures, like the other buildings of the Greek Community, shows the power and culture that the Greeks who lived before in Alexandria had . The history of Greek immigration is written in the cemetery of the Greek Orthodox community. Here is the actual registry of the Greek Community, here, concentrated in a few acres, is the history of Greek Alexandria. Here also lies the final resting place of our great poet Constantine P. Cavafy.

Ο Ελληνικός Ναυτικός Όμιλος Αλεξανδρείας - The Greek Νautical Club of Alexandria

Ο Ελληνικός Ναυτικός Όμιλος Αλεξανδρείας είχε χιλιάδες μέλη κατά την ακμή της κοινότικας. Ωστόσο, λίγα ήταν τα μέλη που είχαν όποια δήποτε σχέση με θαλαμηγούς ή την ιστιοπλοΐα , καθώς ο όμιλος λειτούργησε κυρίως ως τόπος κοινωνικής συγκέντρωσης για τα πλούσια μέλη της ελληνικής κοινότητας της πόλης. Οι κύριες δραστηριότητες ήταν τσάι και κοκτέιλ, για να δουν και να τους δουν, και ακόμη και ως τόπος επιλογής των μελλοντικών συζύγων για τα παιδιά τους. Ήταν μια κλειστή λέσχη και για το λόγο αυτό, όσοι δεν ήταν ντυμένοι σωστά, δεν γινόντουσαν δεκτοί εντός των εγκαταστάσεών της και τους ζητούσαν να φύγουν. Ο όμιλος λειτουργεί ακόμα και σήμερα, έστω και αν η Ελληνική Κοινότητα της Αλεξάνδρειας έχει πλέον συρρικνωθεί από 150.000 σε λιγότερο από χίλιους και έχει περίπου 300 μέλη.

The Greek Yacht Club of Alexandria had thousands of members during the Community's heyday. However few members had any connection with yachting as the club functioned mainly as a place of social gathering for the rich members of the Greek community of the city. The principal activities were tea and cocktails, to see and been seen, and even a place of selecting future spouses for ones children. It was an exclusive club and for this reason, those who were not properly dressed, were not accepted within its premises and were asked to leave. The Club still functions today even if the Greek Community in Alexandria has now dwindled from 150,000 to less than a thousand and it has about 300 members.

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Η Ιερά Πατριαρχική Μονή Οσίου Σάββα Αλεξανδρείας - The Monastery of Saint Savvas the Sanctified in Alexandria

Η Ιερά Πατριαρχική Μονή Οσίου Σάββα Αλεξανδρείας και συγκεκριμένα το Καθολικό της, πριν γίνει χώρος εκκλησιαστικός, ήταν ναός αφιερωμένος στον θεό Μίθρα ή σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες στον θεό Απόλλωνα. Καθιερώθηκε ως χριστιανικός ναός, αφιερωμένος στους Αγίους Αποστόλους ή στον Απόστολο και Ευαγγελιστή Μάρκο περί τα έτη 318-320, όταν στην Αίγυπτο με αυτοκρατορική άδεια του Μ. Κωνσταντίνου ιδρύθηκαν 40 χριστιανικοί ναοί.
Περί το έτος 536, μετά την απόσχιση των Αιγυπτίων χριστιανών (κοπτών) από την Αλεξανδρινή Εκκλησία και τη δημιουργία της Κοπτικής Εκκλησίας, η Μονή αποτέλεσε την έδρα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.
Στα μέσα του 7ου αιώνα, η Μονή καταστράφηκε από σεισμό και με τη χορηγία πλούσιου Αλεξανδρινού χριστιανού ανοικοδομήθηκε με το όνομα Σάββας προς τιμήν του οσίου Σάββα, ο οποίος έζησε στην Αλεξάνδρεια πριν μεταβεί στα Ιεροσόλυμα.
Κατά την αραβική κατάκτηση της Αιγύπτου, η Μονή πυρπολήθηκε και ανακαινίσθηκε περί το 889 επί Πατριάρχου Αλεξανδρείας Μιχαήλ με τη μεσολάβηση του αυτοκράτορα Λέοντα Δ΄ του Σοφού προς τον χαλίφη Ελ Μουτάμεζ. Ανακαινίσθηκε εκ νέου από τον άγιο Πατριάρχη Ιωακείμ τον Πάνυ (1487-1567). Επίσης, μετά την πυρπόληση του έτους 1652 και την απώλεια όλων των μοναχών που ενταφιάσθηκαν στα ερείπιά της, η Μονή ανοικοδομήθηκε εκ νέου το 1676 από τον Πατριάρχη Παΐσιο (1657-1677).
Κατά τη γαλλική κατοχή, ο Ναπολέων εξέδωσε διαταγή κατεδαφίσεως της Μονής λόγω στρατιωτικών προτεραιοτήτων – διαταγή η οποία ανεκλήθη μετά από επίμονη αντίσταση και ενέργειες του πατριάρχου Παρθενίου Β΄ Παγκώστα (1788-1805).
Η Μονή ανακαινίσθηκε και πάλι το έτος 1875 από τον πατριάρχη Σωφρόνιο Δ΄ (1870-1899) με τη γενναία χορηγία του εθνικού ευεργέτου Γεωργίου Αβέρωφ. Μικρές ανακαινίσεις έγιναν επί πατριαρχών Φωτίου (1900-1925) και Χριστοφόρου Β΄ (1939-1967). Ο κίνδυνος κατάρρευσης του συγκροτήματος οδήγησε τον πατριάρχη Νικόλαο ΣΤ΄ (1968-1986) στην απόφαση της κατεδάφισής του, πλην του ναού, και στην ανέγερση της Μονής εκ νέου. Τελευταία ανακαίνιση πραγματοποιήθηκε από τον μακαριστό Πατριάρχη Πέτρο Ζ΄ (1997-2004) κατά τα πρώτα έτη της πατριαρχίας του.
Κατά την ιστορική της διαδρομή, η Μονή εκτός από Πατριαρχική Καθέδρα διετέλεσε και κοιμητήριο πατριαρχών, κληρικών, μοναχών, ορθοδόξων και αλλοδαπών χριστιανών, πτωχοκομείο, νοσοκομείο, υγειονομείο, σχολείο, λοιμοκαθαρτήριο, ξενώνας και άσυλο.
Σήμερα, στην Ιερά Πατριαρχική Μονή, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος Β΄, συνεχίζοντας την παράδοση του προκατόχου του Μελετίου Πήγα (1590-1601), του ιδρυτή του πρώτου, μετά την αραβική κατάκτηση, χριστιανικού εκπαιδευτηρίου της Αλεξανδρείας στους χώρους του μοναστηριού, επανίδρυσε και λειτουργεί την Πατριαρχική Σχολή Αλεξανδρείας “Αθανάσιος ο Μέγας”, που αποτελεί εκπαιδευτικό ίδρυμα τριετούς φοίτησης, γεωπονικής, νοσηλευτικής και θεολογικής κατευθύνσεως, αναγνωρισμένο από το αιγυπτιακό και το ελληνικό κράτος, στο οποίο φοιτούν αφρικανοί νέοι, προκειμένου να στελεχώσουν το Παλαίφατο Πατριαρχείο στις χώρες καταγωγής τους.


The Monastery of Saint Savvas the Sanctified in Alexandria and specifically the central church, before it became a Christian house of prayer, was dedicated to the god Mithra or, according to other witness, to the god Apollo. It was established as a Christian church, dedicated to the Holy Apostles or to the Apostle and Evangelist Mark around 318-320, when 40 Christian churches were established in Egypt by Imperial permission of Constantine the Great. During the next few years cells began being built and the settlement of monks around the church began too. Following the break away of the Christians of Egypt (copts) from the Alexandrian Church and the creation of the Coptic Church, the Monastery became the Seat of the Orthodox Patriarch of Alexandria (circa 536).
Around the mid 7th century, the Monastery was destroyed by an earthquake and was rebuilt by sponsorship from a wealthy Alexandrian Christian named Savvas in honour of St Savva. The late Archbishop of Athens and university lecturer Chrysostomos Papadopoulos mentions that the monastery was dedicated to St Savvas the Sanctified (+532) because the saint lived in Alexandria before he requested the quiet of the monastery he established in Jerusalem.
During the Arab occupation of Egypt, the monastery was set alight and was renovated around 889 at the time of Patriarch Michael of Alexandria by the intercession of Emperor Leon IV the Wise to Khalif el Moutamez. It was renovated from scratch by Patriarch Ioakeim Panis (1487-1567). The monastery was rebuilt (1676) by Patriarch Paisios (1657-1677) following a fire in 1652 and the loss of all the monks who were buried under its ruins.
During the French occupation, Napoleon ordered its destruction because of military priority which was then recalled following strong resistance by Patriarch Parthenios II Pancosta (1788-1805).
The monastery was also renovated in 1875 by Patriarch Sophronios IV (1870-1899) through generous sponsorship by the national benefactor George Averof. Limited renovations were made by Patriarchs Fotios (1900-1925) and Christoforos II (1939-1967). The risk of collapse led Patriarch Nicholas VI (1968-1986) to the decision to demolish the building, except from the church and the building of a new monastery. The last renovations were done by the late Patriarch Petros VII (1997-2004) during the first years of his tenure as Patriarch.
During its historic course, the monastery, apart from the Patriarchal Seat was also a cemetery for Patriarchs, clergy, monks, Orthodox and other Christians, a home for the poor, a hospital, clinic, school, quarantine center, hostel and refuge.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο Ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου - The church of the Annunciation of the Virgin Mary in Alexandria, Egypt

Η συνεχής αύξηση του ελληνικού στοιχείου στη χώρα του Νείλου επέβαλε την οικοδόμηση μεγαλοπρεπούς Ναού για τις λατρευτικές τους ανάγκες, αλλά και σαν χώρου - κέντρου συνάντησής τους. Ο Πατριάρχης Ιερόθεος, μορφή δυναμική στην ιστορία του νεότερου ελληνισμού του 19ου αι., με την προτροπή εγκρίτων Ελλήνων της Αλεξανδρείας αποφασίζει ν΄αναλάβει το έργο κατασκευής Ναού αφιερομένου στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Έτσι, στήθηκε στην Αλεξάνδρεια ακόμη ένα μνημείο, που μαρτυρεί τους κόπους των ενθικών και ευσεβών δωρητών της Αλεξάνδρειας. Έστησαν, λοιπόν, μνημείο ανάλογο με την ιστορία και τον πολιτισμό του Έλληνα μετανάστη. Με υπερηφάνεια σεμνύνεται ο σημερινός Έλληνας προστά στο σθένος και το μεγαλείο των προγόνων του, που του άφησαν αυτή τη βαριά κληρονομιά. Από τότε ο περικαλλέστατος Ναός του Ευαγγελισμού είναι το καύχημα των Ελλήνων της Αιγύπτου.

The constant increase of the Greek ethnic element in the land of the Nile called for the building of a church of some grandeur to meet their religious needs, but also to serve as a meeting- place. Patriarch Ierotheos, a dynamic figure in the Greek world of the 19th century, prompted by distinguished Greeks of Alexandria, decided to undertake the task of the construction of a church dedicated to the Annunciation of the Blessed Virgin Mary. Thus, Alexandria acquired yet another monument witnessing to the labours of the patriotic and devout benefactors, who set up a monument worthy of the history and culture of the Greek immigrants. The Greeks of today look with pride upon the determination and greatness of their ancestors who have left them such a glorious heritage. From that time on, the church of the Annunciation of the Theotokos has been the chief pride of the Greeks of Egypt.

Το Μουσείο Καβάφη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου - The Cavafy Museum in Alexandria, Egypt

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε το 1863 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.
Το διαμέρισμα όπου έζησε τα τελευταία 35 χρόνια της ζωής του στην οδό Lepsius (που τώρα έχει πάρει το όνομα Charm el Sheik από την περιοχή στην είσοδο του κόλπου Aquaba) έχει μετατραπεί σε μουσείο σχετικά με την ζωή και το έργο του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή.


Μετά τον θάνατο του Καβάφη το 1933, το διαμέρισμά του μετατράπηκε σε φθηνό πανδοχείο. Ενα υποτυπώδες μουσείο δημιουργήθηκε αργότερα στον πάνω όροφο του Ελληνικού Γενικού Προξενείου στην Ελληνική Συνοικία του Chatby στην Αλεξάνδρεια. Αν και τα έπιπλα του ποιητή πουλήθηκαν από τους κληρονόμους του, η βιβλιοθήκη του διασώθηκε από τον εξέχοντα Καβαφολόγο καθηγητή Γεώργιο Σαββίδη.

Η Διεθνής Επιτροπή Καβάφη ενοικίασε το διαμέρισμα του ποιητή το 1991 και το Μουσείο Καβάφη άνοιξε για το κοινό στις 16 Νοεμβρίου 1992. Με την βοήθεια των φίλων του, το διαμέρισμα πήρε κάποια από την "ατμόσφαιρα" της ζωής του - με την βοήθεια φωτογραφιών ανακατασκευάστηκαν τα έπιπλα και ο χώρος. Το Μουσείο Καβάφη περιέχει μεγάλο φάσμα βιβλιογραφικού υλικού, μεταφράσεις της ποίησης του Καβάφη σε 20 γλώσσες από 40 συγγραφείς, και τα περισσότερα από τα 3000 άρθρα και εργασίες που γράφτηκαν για την ποίησή του. Επίσης γίνεται αναφορά στις σημαντικές προσωπικότητες που επηρρεάστηκαν από τον Ποιητή - μία αίθουσα είναι αφιερωμένη στον συγγραφέα Στρατή Τσίρκα.

Ο ποιητής έζησε σε μία περιοχή στριμωγμένη ανάμεσα στην κακόφημη συνοικία Attarin και στο πολυάσχολο εμπορικό κέντρο μιας πόλης που αναγνωρίζεται σαν σταυροδρόμι πολιτισμών - αυτό που ο Καβάφης είχε ονομάσει "πρωτεύουσα αναμνήσεων". Το σπίτι του Καβάφη βρισκόταν ανάμεσα στο Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο, το Ελληνικό Νοσοκομείο, και τους οίκους ανοχής της πόλης, που ο ποιητής χαρακτήριζε σαν "ο Ναός της Ψυχής", "ο Ναός του Σώματος" και "ο Ναός της Σαρκός". Το τελευταίο σπίτι του Καβάφη, που και πριν την μετατροπή του σε μουσείο αποτελούσε προσκύνημα, είναι ένας σημαντικός σταθμός για κάθε έναν που επισκέπτεται την Αλεξάνδρεια.

Το Μουσείο Καβάφη λειτουργεί κάτω από την αιγίδα του Πολιτιστικού Τμήματος της Ελληνικής Πρεσβείας στο Κάϊρο και είναι ανοικτό Τρ. - Κυρ 10.00 με 15.00, Πέμ. & Κυρ. 10.00 με 17.00
Για περισσότερες πληροφορίες τηλ.: + + 203 4825205-4821598

Constantine Cavafy was born in 1863, in Alexandria, Egypt, where he lived most of his life.
The apartment where he spent his last 35 years, in Lepsius Street - now renamed "Charm El Sheik" after the site at the entrance of the Bay of Aquaba, has been made over into a museum honoring the life and works of the great Alexandrian poet.

After Cavafy's death in 1933, his apartment was turned into a cheap hostel. A museum of sorts was later created on the upper floor of the Greek Consulate General within the Hellenic Quarter of Chatby, Alexandria. Although the poet's furniture had all been sold by his heirs, his library was saved by the eminent Cavafologist Prof. George Savidis.

The Cavafy International Committee leased the poet's apartment in 1991 and the Cavafy Museum opened to the public on November 16th 1992. With the help of Cavafy's friends, the apartment has been given some of the "atmosphere" of his life - photographs were used to help in the reconstruction of the furniture and the general surroundings.

The Cavafy Museum contains a wide range of bibliographical material, translations of Cavafy's poetry in 20 languages by 40 different scholars, and most of the 3,000 articles and works written about his poetry.
Tribute is also paid to the important personalities influenced by the Poet - a room in the house is dedicated to the author Stratis Tsirkas.
The Alexandria of Cavafy's time was very different to the city we know today -a city we see depicted in his works, but also in those of E.M. Forster, Lawrence Durell , and Stratis Tsirkas.

The poet lived in an area sandwiched between the red-light Attarin neighborhood and the bustling commercial center of a city recognized as the crossroads of civilization - what Cavafy himself called the "capital of memories". Cavafy's home was situated between the Greek Orthodox Patriarchate, the Greek Hospital and the bordellos of the City, characterized by the poet as "The Temple of the Soul" , "the Temple of the Body" and "the Temple of the Flesh".

A place of pilgrimage even before its transformation into a museum, Cavafy's last home is considered a "must" for all visitors to Alexandria.

The Cavafy Museum is run under the auspices of the Cultural Section of the Greek Embassy in Cairo and is open Tues -Sun 10.00 - 15.00, Thurs & Sun 10.00 - 17.00
For further information tel: ++ 203 4825205-4821598

Πηγή : Εδώ

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Bye Bye Dubai

Στο πάρκινγκ του αεροδρομίου, ήδη εδώ και αρκετό καιρό μαζεύουν σκόνη πολλά αυτοκίνητα εξαιρετικής πολυτέλειας.
Η άμμος, που έχει καλύψει τα παρμπρίζ, είναι κολλημένη και δημιουργεί μια ξερή λάσπη που δύσκολα θα φύγει.
Σε αρκετά αυτοκίνητα, τα ελαστικά έχουν αρχίζει να ρυτιδιάζουν και να σκάνε καθώς ο συνδυασμός των υψηλών ημερήσιων θερμοκρασιών με των ψυχρών νυχτερινών και τις απίστευτες υγρασίες, δίνουν στη φθορά μεγάλη ταχύτητα.
Οι λεηλασίες δειλές ακόμα, αλλά έχουν ξεκινήσει. Βλέπεις αυτοκίνητα με σπασμένα τζάμια και μέσα τους τις θέσεις των στερεοφωνικών και των τηλεοράσεων ξεκοιλιασμένες.
Κάποια, έχουν μεταβληθεί σε πρόχειρα καταλύματα απολυμένων εργατών που απλήρωτοι εδώ και μήνες διώχθηκαν κακήν κακώς χωρίς καν το εισιτήριο της επιστροφής στην Ινδία και το Πακιστάν.
Πλάνητες, ανέστιοι, πένητες. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της βάναυσα σκληρής δουλειάς για χρόνια στο ερμαφρόδιτο οικοδόμημα της Ανατολής, στο βωμό της έπαρσης χιλιάδων ατσαλάκωτων με τα χαμόγελα τύπου Colgate.
Τα αυτοκίνητα πάντως δεν ήταν άδεια. Βρήκαν, εκτός από πρόχειρο κατάλυμα, και πολλά ρούχα, τσάντες, φωτογραφικές μηχανές. Μόνο που πια, δεν υπάρχει σχεδόν κανείς να αγοράσει έστω σε τιμή ευκαιρίας.
Πάντως, τα παρατημένα πολυτελή αυτοκίνητα, αποδείχθηκαν πολύ καλύτερος χώρος διαμονής από τους τρισάθλιους χώρους φιλοξενίας που το Εμιράτο είχε προβλέψει για τους εργάτες.
Ήταν πριν από ένα δυο χρόνια, καθώς είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι με τη μούρλα που έπαθαν διάφοροι για το Dubai, και, δεν ξέρω πως, αλλά μπήκα στο Google γράφοντας στην αναζήτηση τη φράση "Dubai Labour" .
Ήθελα να δω ποιοι είναι αυτοί που οικοδομούν το "θαύμα της Ανατολής". Είχε τόσο πολύ πήξει το κεφάλι μου από τους ενθουσιασμένους που έβλεπαν στην περιοχή το "μέλλον", που αναρωτήθηκα κάποια στιγμή αν πράγματι, το "θαύμα" αγγίζει αναλογικά όλους.
Παρακολουθούσα για καιρό ανθρώπους που μιλούσαν για τη Νέα Υόρκη της Ανατολής, για το αριστούργημα του μέλλοντος, για τον τόπο που όλα είναι "τέλεια" κλπ.
Είχα αρχίσει να γεμίζω με τεράστιες επιφυλάξεις καθώς έβλεπα στην τηλεόραση τα τερατώδη κτήρια, τις απίστευτες παρεμβάσεις στη φύση με τη δημιουργία τεχνητών νησιών, είχα αρχίσει να νιώθω κάπου μέσα μου πως δεν μπορεί, όλο αυτό το "πράγμα" κάποια στιγμή θα στομώσει, θα φτάσει σε αδιέξοδο, θα καταρρεύσει γιατί, είναι αν μη τι άλλο βιασμός παρά φύση. Και μάλιστα, κατ' εξακολούθηση.
Η χυδαιότερη έκφραση θαρρώ του Καπιταλισμού βρήκε την ιδανική της έκφραση στο "θαύμα του Dubai".
Ανεξέλεγκτη μεσαιωνική εκμετάλλευση ανθρώπων, ανεξέλεγκτες παρεμβάσεις στη φύση, αρχιτεκτονικά τερατουργήματα που εισβάλλουν με θράσος στον ουρανό για να επιδείξουν την μηχανική επικυριαρχία, τεχνητά νησιά, τεχνητά ποτάμια, τεχνητές πίστες χιονιού για σκι, τεχνητές παραλίες, και εν τέλει τεχνητοί άνθρωποι που είδαν όλα αυτά σαν πρόταση και μοντέλο για το μέλλον του κόσμου.
Dubai, ο ορισμός του υπερθετικού:
Το πολυτελέστερο ξενοδοχείο του πλανήτη ( Burj Al Arab) Το ψηλότερο κτήριο του πλανήτη (Burj Dubai)
Και, κάπου 250.000 εργάτες που δούλευαν στις κατασκευές για λιγότερο από 10 δολάρια την ημέρα.
Ο επισκέπτης βέβαια, ποτέ δεν έρχονταν σε επαφή με τους εργάτες. Καλά κρυμμένοι σε φρουρούμενα και περιφραγμένα παραπήγματα που φέρνουν στο νου στρατόπεδα συγκέντρωσης, στοιβαγμένοι κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον χωρίς στοιχειώδεις χώρους υγιεινής και εστίασης, μεταφερόντουσαν στις οικοδομές με ειδικά λεωφορεία και με αυτά επέστρεφαν. Οποιαδήποτε επαφή με τουρίστες, ήταν απαγορευμένη διά ροπάλου.
Είναι εξαιρετικά χαρακτηριστική η απέραντη μυστικότητα με την οποία για χρόνια τυλίχθηκε αυτή η πλευρά του οικονομικού "θαύματος". Και είναι ακόμα πιο χαρακτηριστική η ευκολία που οι δυτικοί επισκέπτες ή και μόνιμα εγκατεστημένοι εκεί ως στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων έθαβαν στα τρίσβαθα του μυαλού τους μια πραγματικότητα που τους χαλούσε την εικόνα του ιδανικού κόσμου.
Δεκάδες διαφημιστικά φυλλάδια και σποτάκια που προβάλλονταν αποκλειστικά σε χώρες όπως το Πακιστάν καλούσαν τις πανστρατιές των έτσι και αλλιώς εξαθλιωμένων του 3ου κόσμου να έρθουν στη γη της επαγγελίας και να πάρουν γερά μεροκάματα. Χιλιάδες ήταν αυτοί που ανταποκρίθηκαν. Κάτω από τη μύτη μας, μπροστά στο αλλήθωρο βλέμμα μας, περνούσαν ολάκερα καραβάνια σκλάβων που έφθαναν εκεί και έβλεπαν σε λίγες ώρες τις υποσχέσεις των ατζέντηδων φτηνής εργασίας να γίνονται σκόνη.
Η εικόνα, είναι πια σουρεαλιστική. Οι βίλες των πραγματικά πλουσίων και διάσημων παραμένουν. Μόνο που μοιάζουν πια σαν φωτάκια που αναβοσβήνουν σε ένα καμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τεράστια ημιτελή οικοδομήματα παρατημένα, πάμπολλα κλειστά μαγαζιά, άδεια εμπορικά κέντρα και οι μηχανές του τεχνητού χιονιού άνεργες, κινδυνεύουν να σκουριάσουν.
Οι παρατημένες Ferrari στο αεροδρόμιο, τα άδεια καζίνο, αρκετά μεσαία στελέχη που εγκατέλειψαν τις ευρωπαϊκές πατρίδες τους ελπίζοντας σε γρήγορη ανέλιξη και πλουτισμό και που τώρα βρέθηκαν χωρίς δουλειά, είναι τα φαντάσματα, ο αντίλαλος του πιο προκλητικού πάρτι που στήθηκε εδώ και δεκαετίες.
Ένα πάρτι που τέλειωσε όπως του έπρεπε, προσθέτοντας όμως ακόμα μεγαλύτερη απόγνωση σε αυτούς που τώρα ψάχνουν να βρουν πως θα επιστρέψουν σε κάποιο Μπανγκλαντές, σε κάποιο Πακιστάν...
Και καθώς αυτοί προσπαθούν πρόσκαιρα να βολευτούν σε κάποιο Cayenne, ο Εμίρης του Dubai (που πάντως δεν πρόκειται να γίνει κακομοίρης) ψάχνει να δει πώς θα καλύψει τη μαύρη τρύπα των 90 περίπου δισεκατομμυρίων δολαρίων.Είτε τα καταφέρει πάντως είτε όχι, τα πολυώροφα φαντάσματα των μισοτελειωμένων σύγχρονων πύργων μάλλον δεν έχουν καμία ελπίδα να ολοκληρωθούν και κάποια στιγμή είτε θα διαλυθούν στα εξ ων συνετέθησαν είτε θα γίνουν "πάσης φύσεως υλικά προς πώληση".
Δεν θα κρύψω τα αισθήματά μου. Κάθε φορά που βλέπω την αλαζονεία να συντρίβεται, χαίρομαι. Μόνο που πάντα αυτή η χαρά είναι φορτωμένη και φιλτραρισμένη με μια πικρή γεύση. Γιατί, οι αλαζόνες κατά το μάλλον ή το ήττον θα βρουν τρόπο να συνεχίσουν. Ενώ αυτοί που θα έχουν συντριβεί από το οικοδόμημα της αλαζονείας τους χάνονται στο πιο πυκνό σκοτάδι.
Δεν ξέρω, από χτες στο μυαλό τριγυρνά εκείνο το παλιό τραγουδάκι: "Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, ο βοριάς θα στα κάνει συντρίμμια κομμάτια"...
Και το Dubai έχει πολλή άμμο. Πάρα πολλή άμμο.

Του Γιώργου Πήττα
http://www.politispittas.blogspot.com/
Κωδικός άρθρου: 911973
ΠΟΛΙΤΗΣ - 28/11/2009, Σελίδα: 13

Μany extremely expensive luxury cars are in the airport parking lot, collecting dust for some time now.
The sand has covered their windshields, and has created a kind of glued and dried mud which is hard to remove.
In many cars, the tires are starting to wrinkle and explode because of the combination of high daily temperatures with cold nights and the incredible humidity, which give quickly to wear.
Looting is still timid, but it has started. You see cars with broken windows and inside them, the place where the stereo and television used to be is now empty.
Some cars have been turned into makeshift shelters for jobless workers who after been left unpaid for months, were fired overnight from their jobs without even having money for a return ticket to India and Pakistan.
Vagabonds, homeless, poverty- stricken. This is the result of brutally hard work for years in the hermaphrodite structure of the East in the name of arrogance for thousands of white collar workers with their unwrinkled clothes and Colgate type smiles.
The cars however were not empty. In addition to finding temporary shelter, the foreign workers have filled them with many clothes, handbags, cameras. Only now, there is hardly anyone to buy them even at a bargain price.
However, the abandoned luxury cars have proved to be much of a better place to stay then the
wretched sleeping camps which the Emirate had provided for the workers.

It was about a couple of years ago, that I had begun to chafe at the madness that several people had for Dubai, and I do not know why, but I got into Google and searched by typing the phrase "Dubai Labour".
I wanted to see who are those who are building the "miracle of the East". My mind was so full from all those enthusiastics who saw the "future" coming from this reagon, that at some point I wondered if indeed, the "miracle" proportionaly touches everybody.
For some time, I observed people who were talking about the New York of the East, the masterpiece of the future for the area, where everything is "perfect", etc.
I started to be filled with great doubts as I watch on TV the monstrous buildings, the incredible intervention in nature by creating artificial islands, I started to feel somewhere inside me that this whole "thing" cannot do otherwise but at some point come to a halt, reach a stalemate, and collapse because it is, if anything, unnatural rape. And repeated unnatural rape at that.
I think that the most vulgar form of Capitalism found its ideal expression in the "miracle of Dubai".
Uncontrolled medieval exploitation of people, uncontrolled intervention in nature, architectural monstrosities that invade the sky with audacity in order to show the domination of engineering, artificial islands, artificial rivers, artificial snow for skiers, artificial beaches, and ultimately artificial people who saw all this as a proposal and a model for the future of the world.
Dubai, the definition of superlatives:
The most luxurious hotel in the world (Burj Al Arab) The tallest building in the world (Burj Dubai)
And, somewhere there, 250,000 workers who worked in construction for less than $10 a day. The visitor surely of course never came into contact with the workers. They were well hidden in secure and fenced huts that bring the concentration camps to mind. They were literally piled one above the other without basic sanitation facilities and places to eat. They were transported to the buildings with special buses and were returned back with these same buses. Any contact with tourists was forbidden by the means of being beaten up .
The vast secrecy which for years has engulfed the financial side of the "miracle" is very typical. And what it is even more typical is the ease with which the western visitors or permanent resident who live there as executives of large companies buried deeply in their minds a reality that spoils the image of the ideal world.
Dozens of leaflets, and advertizing spots that were shown to countries such as Pakistan called on the the armies of impoverished 3rd world people to come to the promised land and make big wages. Thousands were those who responded. Under our nose, in front of our squint eyes, hordes of slave caravans passed and arrived there, and saw in a few hours, the promises of the agents of cheap labor, turn into dust.
The image of Dubai is now surreal. The villas of the fifthly rich and famous are still there. Only now, they look like flashing lights burned on a Christmas tree. Huge unfinished buildings left abandoned , many closed shops, empty shopping centers, and the machines of artificial snow are left unused, maybe to rust.
The abandoned Ferrari cars at the airport, the empty casinos, many middle managers who left their European homelands hoping for rapid advancement and wealth, are and now found with out a job, all these are the ghosts, the echoes of the most provocative party that was set up for decades.
A party that has ended as it deserves to end, but adding at the same time even more frustration to those who now seek to find a way to return to a Bangladesh, or to a Pakistan ...
And as they try to find temporary accommodation in a Cayenne, the Emir of Dubai (who however is not going to be left miserable) is looking to see how he can fill the black hole of about 90 billion dollars.
Whether he can manage it or not, however, the high-rise, half- finished, modern towers that look like ghosts seem not to have any chance to be completed and eventually will either dissolve by being left in the hands of nature, or either become "everykind of material for sale".
I will not hide my feelings. Every time I see arrogance crashing, I feel happy. The only thing is that this happiness is always filled and filtered with a bitter taste. Because, the arrogant more or less will find a way to continue to be arrogent, while those who have been shattered by the edifice of their arrogance will be lost to the most dense darkness.
I don't know why but ever since yesterday, this old song has stayed in my mind : "It is bad to build palaces in the sand, the north wind will turn them into pieces of debris" ...
And Dubai has a lot of sand. Too much sand.

By George Pittas
http://www.politispittas.blogspot.com/
Article Code: 911973 CITIZEN - 28/11/2009, Page: 13

Translated from Greek by Noctoc

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

O Ελληνισμός της Αλεξανδρείας

Οι Έλληνες, οίτινες και κατά τους μυθικούς ακόμη χρόνους επεσκέπτοντο την Αίγυπτον, μόλις κατά τον στ' αιώνα π.Χ. ήτοι επί της Δυναστείας του Ψαμμιτύχου, ήρχισαν να εγκαθίστατναι κάπως μονιμώτερον εις την Νειλόρρητον χώραν.
Τότε όμως ο Μέγας Αλέξανδρος, κατακτήσας την Αίγυπτον έκτισε την Αλεξάνδρειαν, δια του αρχιτέκτονος Δεινοκράτους κατά τω 332 π.Χ. τότε το ρεύμα της ελληνικής μεταναστεύσεως άρχισε να εξογκούται.
Πρακτικοί και δραστήριοι Έλληνες απεδήμησαν εις Αλεξάνδρειαν και εδημιούργησαν ένα νέον ελληνικόν κόσμον, κόσμον πνευματικόν και πολιτικόν.
Και κατέστησαν την Αλεξάνδρειαν, κέντρον και δεσμόν Ανατολής και Δύσεως. Και εστίαν της ελληνικής τέχνης και επιστήμης.
Δια της μετακλήσεως, υπό Πτολεμαίων, των σοφών και λογίων της Ελλάδος, επετεύχθη η επίδοσις εις τα ελληνικά γράμματα. Ιδρύθησαν Ακαδημίαι, Βιβλιοθήκαι. Ανηγέρθησαν Μουσεία, Ναοί, Ιπποδρόμια, Θέατρα, Γυμνάσια, Στάδια. Ίδρυσαν τον μεγαλοπρεπεή ναόν "Σαράπιον" όστις υπήρξεν η κρηπίς της συγχωνεύσεως Ελλήνων και Αιγυπτίων και ένθα από κοινού ελατρεύετο ο Έλλην Ζεύς με τον Αιγύπτιον Σάραπιν.
Και οι Έλληνες με τα επιστημονικά, με τα θρησκευτικά ιδρύματα, με την Πλατωνικήν Σχολήν, με την Θεολογικήν και με πλείστα άλλα, κατέστησαν την Αλεξάνδρειαν εστίαν και κέντρον πάσης γνώσεως και επιστήμης.
Και ο Ελληνισμός ως άλλος φάρος τηλαυγής, επί χίλια έτη εσκόρπιζε το φως του λαμπρού του έργου, ακούραστος και πραγωγός μεγάλων Ελλήνων.
Την ελληνικήν όμως λαμπρότητα, διεδέχθη μια περίοδος, εις την αχλύν της οποίας το ελληνικόν περίλαμπρον οικοδόμημα, τελείως εξαφανίζεται.
Και η περίοδος αυτή άρχεται, από της κατακτήσεως της Αλεξάνδρειας υπό των Αράβων.
Ο στρατηγός Άμρ, όταν αντελήφθη ότι η Αλεξάνδρεια ήτο εμπεποτισμένη με τα νάματα του ελληνικού πολιτισμού και ότι ήτο δύσκολον να καταστήση αυτήν εστίαν του Ισλαμισμού, επεδίωξε και επέτυχε την τελείαν εξόντωσιν του Ελληνισμού της Αλεξάνδρειας.
Και ούτω, όταν ο Βοναπάρτης εγένετο κύριος της Αιγύπτου,το Πατριαρχείον Αλεξανδρείας, το οποίον άλλοτε δια την λαμπρότητα του συνεμερίσθη τον τίτλον του Πάπα, δεν είχε πλέον παρά ολίγας εκατοντάδας ορθοδόξων!
Αφότου όμως ο Μεχμέτ Αλής, συναθροίσας κατά Μάρτιον του 1811, όλους του Μαμελούκους εις την Ακρόπολιν του Καΐρου, κατέσφαξεν αυτούς, οι Έλληνες ήρχισαν και πάλιν να ανακτούν έδαφος εις Αλεξάνδρειαν.
Από τότε και πάλιν νέον ρεύμα ελληνικόν αρχίζει να χύνεται προς τα παρθένα εδάφη της Αιγύπτου.
Αφού ίδρυσαν το πρώτον και δια πάντα έλληνα απαραίτητον Σχολείον και Νοσοκομείον - Ναού υπάρχοντος του Αγίου Σάββα - έσπευσαν να συμπήζουν και την πρώτην εν Αλεξάνδρεια Ελληνικήν Κοινότητα. Της οποίας τα μεν υγιά θεμέλια είχε σφυρηλατήσει η φιλοπατρία και φιλοδωρία του Τοσίτσα, έχουν δε επιστεγάσει τα φίλαλα και ευγενή αισθήματα των Αβέρωφ, Μπενάκη, Σαλβάγου, Ζεβουδάκη και άλλων.
Από τότε η ελληνική γλώσσα, ήρχισε και πλαιν ν΄αντηχή εις τας όχθας του Νείλου.
Και ο ελληνισμός της Αλεξάνδρειας, μολονότι κατά την αλματικήν εξέλιξιν αυτού, εύρεν αντιπάλους τας άλλας προπαγανδιστικάς εταιρείας, αίτινες και άφθονα διέθετον τα ηθικά και υλικά κεφάλαια, εντούτις με την διακρίνουσαν αυτόν χαλύβδινον ζωτικότητα την αδαμαντίνην θέλησιν και εργατικότητα, κατώρθωσε να εξέλθη νικητής από τον απηνή τούτον ανταγωνισμόν και να επιβληθή, ως εξέχουσα και επιβάλλουσα παροικία της Αλεξανδρείας.
Ο σημερινός λοιπόν ελληνισμός της Αλεξανδρείας, όστις αποτελεί ένα από τους εύχυμους κλάδους της πολυκλάδου ενθικής δρυός, δεν είνε παρά γέννημα και θρέμμα του τελευταίου αιώνος.
Πεπροικισμένος με ευφυΐαν με φιλεργίαν, με δραστηριότητα. Με μόρφωσιν πρακτικήν και επιστημονικήν. Και εν γένει περιβεβλημένος με την προοδευτικήν, την δημιουργικήν και εκπολιτιστικήν πανοπλίαν, κατώρθωσε δι' εντατικής εργασίας και με ακαταπόνητον δραστηριότητα να αναπλάση και να διοργανώση, να δημιουργήση και να αναπτύξη όλους τους πλουτοπαραγωγικούς κλάδους της χώρας και να αποβή ο κυριώτερος συντελεστής και πρώτος παράγων της οικονομικής και εκπολιτιστικής αναπτύξεως και προόδου αυτής. Και ο πρώτος εργάτης του πολιτισμού και του μεγαλείου της.
Επιδοθείς κατ΄αρχήν στο εμπόριον, δεν εβράδυνε να γίνη γαιοκτήμων και να επιδοθή εις την καλλιέργειαν και ανάπτυξιν όλων των γεωργικών και βιομηχανικών κλάδων. Και να δώση τη επί τα πρόσω ώθησιν προς πλουτισμόν αυτού και της χώρας.
Ασχοληθείςμε την καλλιέργειαν του Βάμβακος, κατώρθωσε να επιτύχη την βελτίωσιν της ποιότητος και την αλματικήν αύξησιν της ποσότητος της παραγωγής του χρυσοφύρου τούτου μαστού της Νειλορρήτου χώρας.
Αι κάλισται σημεριναί ποιότητες Βάμβακος αι οποίαι, όχι μόνον έχουν καταστή περιζήτητοι ανά την Ευρώπην, αλλά και επλούτισαν την Αίγυπτον, είναι η τελειοποίησις της ελληνικής επιστήμης και εργασίας.
Αι ποιότητες, Σακκελαρίδη, Παραχειμώνα, Καρτάλη, Ιωάνοβιτς, κ.λ.π. είναι προϊόντα της ελληνικής γεωπονικής φιλοπονίας.
Τα σκήπτρα του εμπορίου του προϊόντος τούτου και αυτά εις χείρας ελληνικάς ευρίσκονται. Οι μεγάλοι εμπορικοί Οίκοι Βάμβακος, Χωρέμη και Μπενάκη, Κ. Σαλβάργου και Σίας, Ροδοκανάκη, Μ. Καζούλη, Κανισκέρη, Στράφτη και τώσων άλλων, με άπειρα υποκαταστήματα εις το εσωτερικόν, μαρτυρούν περί της αλήθειας ταύτης.
Η εις την Βιομηχανίαν επίδοσις παρουσιάζει τα αυτά λαμπρά αποτελέσματα.
Η Βιομηχανία των Σιγαρέττων ήτις οφείλει την γέννησιν της εις έλληνας καπνεμπόρους, εις αυτούς οφείλει και την τελειοποίησίν της και την ανά την Ευρώπην, Αμερικήν, και Ινδίας εξαγωγικήν ανάπτυξίν της.
Πλείστα είνε τα βιομηχανικά εργοστάσια του είδους τούτου εν Αλεξάνδρεια, ασχολούντα χιλιάδας εργατών.
Λίαν αυχαρίστως και με υπερηφάνειαν σήμειούμεν τα εργοστάσια, Αδελφών Παπαθεολόγου, Λιβανού, Κουταρέλλη, Κασίμη, Νικολαΐδη, Μηλιώτη, Καραβοπούλου, Ελευθερίου και χιλιάδας όλαι δευτέρας και τρίτης τάξεως.
Η Οινοπνευματοποιΐα, με τα αχανή Εργοστάσια Βολανάκη, Κότσικα, Ζώτου, Κασιμάτη, Κοτσιομύτη, Ρέκα κ.λ.π.
Η Βυρσοδεψία, της οποίας τα σκήπτρα κατέχουν τα εργοστάσια Τσαλίκη, Μαυρέλη, Μπόλλα, Στρατήρα, Κοράκη κ.λ.π.
Η Σαπωνοποιΐα με τα λαμπρά εργοστάσια της Caif El - Zayat Cotton & Cie του κ. Βακολοπούλου, τα σαπωνοποιΐα, Ξανθοπούλου, Ζήση, κλπ.
Η Χαρτοποιΐα με το μοναδικόν εργοστάσιον Αδελφών Λαγουδάκη.
Η Τυπολιθογραφία με τα εργοστάσια Κασσιμάτη και Ιωνά, Βαλινάκη, και Γλου, Αναστασιάδου, Μπαβέα, Φακού κλ.
Η Αλλαντοποιΐα με τα ηλεκροκίνητα εργοστάσια Σ. Μανουσάκη και Παπαγιαννάκη.
Το εξαγωγικόν και εισαγωγικόν εμπόριον, η Φαρμακεμπορία, η Ζαχαροπλαστική, και χιλιάδες Ελληνικών Μπαρ, Φαρμακείων, Κεφενείων, Παντοπωλείων, όλα αυτά προσδίδουν εις την Αλεξάνδρειαν μιαν Ελληνικήν όψιν και παρουσιάζουν τον οικονομικόν οργανισμόν και την ηθικήν και υλικήν δύναμιν του ελληνισμού της Αλεξανδρείας.

Αλλ' η εξέλιξις του ελληνισμού της Αλεξανδρείας εις τον οικονομικόν κλάδον δεν αφήκε τούτον απαθή ούτε υστερούντα εις εθνικήν και φιλανθρωπικήν δράσιν.Εις όλας τα εθνικάς ανάγκας εκ των πρώτων έσπευσεν αρωγός και πάντοτε εφάνη πρόθυμος να συμβάλη εις επούλωσιν των πληγών της πατρίδος.Προσφέρων μετ΄ ενθουσιασμού και αυταπαρνήσεως τας υλικάς και ηθικάς και εις αίμα θυσίας όσαι τω εζητήθησαν.Γνήσια τέκνα της Ελληνικής φυλής, ήτις μόμη από όλας τας άλλας έχει να επιδείξη ότι πάντα, όσα κέκτηται αγαθά ως έθνος ως Κοινωνία, ως πολιτεία, όλα τα σεμνώματα, και αγλαΐσματα, τα μαρτυρούντα την ευγένειαν της Ελληνικής φυλής, είναι έργα της βαθείας φιλανθρώπου ψυχικής διαθέσεως του έλληνος, του οποίου την καρδίαν πληροί πάντοτε το πμεύμα της Ελληνικής και Χριστιανικής αγάπης, ουδέν άλλο ωνειρεύθησαν, ουδέν επόθησαν, ουδέν άλλο ιδεώδες είχον, όταν η τύχη ευνοϊκώς τους εμειδίασε, παρά πως να προσέλθουν αρωγοί εις τους πάσχοντας, πως να συντελέσουν εις την ηθικήν ή διανοητικήν αναμόρφωσιν και τελείωσιν των ομοφύλων των και πως να γίνουν Ευεργέται της πατρίδος των και του έθνους ολοκλήρου.Αισθανόμενοι βαθέως, ως τον κυριώτατον του ανθρώπου σκοπόν, το του Μενάνδρου "τού΄εστί το ζην το μη υπέρ εαυτού μόνον αλλ΄υπέρ των άλλων ζην" εσκόρπισαν άφθονον το χρυσίον εις έργα φιλανθρωπίας, τα οποία λαμπρύνουν την Αλεξάνδρειαν και τας Αθήνας.Και βλεπουμεν ούτω κάθε παλμόν της χρυσομένης αυτών καρδίας, να κινή και μιαν πολυχεύμονα πηγήν, ποτίζουσαν τον αγρόν του πλησίον, αδρεύουσαν τους διψώντας παιδελιαν, δροσίζουσαν τους νοσούντας, παρηγορούσαν τους τεθλιμμένους και δημιουργούσαν Άλοη σκιερά, υπό την αμφιλαφή σκιάν των οποίων θρησκεύεται το Άγαλμα της Πατρίδος.Κι' ίστανται ούτω, ως άλλοι φάροι τηλαυγείς σκορπίζοντες άφθονον την φιλανθρωπίαν των, καλλιμάρμαρα και μεγαλοπρεπή ενδιαιτήματα των Ελικωνιάδων και Πιερίδων Μούσων, τα οποία διαπλάσσεται, και κατεργάζεται και σφυρηλατείται ηθικώς και πνευματικώς ο χαρακτήρ, η συνείδησις και το εθνικόν φρόνημα των Ελληνοπαίδων. Νοσοκομεία ένθα νοσηλεύονται οι άποροι. Ορφανοτροφεία και Άσυλα ένθα περισυλλέγονται και στεγάζονται τα ορφανά. Συσσίτια όπου ευρίσκουν υγιεινήν τροφήν οι πεινώντες.Αλλ' η φιλάνθρωπος δράσις του έλληνος της Αλεξανδρείας δεν έχει περιορισθή μόνον εις την πόλιν ένθα επλούτισε και εις την οποίαν επόθησε να συγκρατήση τον Ελληνικόν αποικισμόν, ως παράγοντα σθεναρόν του Εθνισμού, ως εθνικήν δύναμιν, παράλληλον προς την της Μητροπόλεως.Αλλ' έχει επεκταθή και αλλαχού και προ παντός εις το ιοστέφανον Άστυ, την εστίαν ταύτην του πολιτισμού και εντολοδόχον τόσων αναμνήσεων, πόθων και ελπίδων, όλου του Ελληνισμού.Το πάλλευκον Αθηναϊκόν Στάδιον, το αναβιώσαν τους Ολυμπιακούς αγώνας. Το Πολυτεχνείον, όπου θεραπεύονται αι εικαστικαί τέχναι και η μηχανική. Το Εφήβειον, ενθα φρονιματίζονται οι παρεκτρεπόμενοι νεαροί έφηβοι. Η Αβερώφειος Ναυτική Σχολή. Το ένδοξον και δαφνοστεφές θωρηκτόν "Αβέρωφ" το καταναυμαχήσαν τον τουρκικόν στόλον. Η Γεωργική Σχολή. Η μέλλουσα να ιδρυθή Σχολή των Ωραίων Τεχνών Σιββιτανίδου και πλείστα άλλα σεμνώματα, κοσμούντα διαφόρους της Ελλάδος πόλεις, όλα είναι έργα της φιλανθρώπου δράσεως του Ελληνισμού της Αλεξανδρείας.
Αλλά θα ήτο όχι έλλειψις αβρότητος, αλλ' αυτόχρημα ασύγγνωστος παράλειψις, αν ομιλούντες περί του φιλανθρωπικού έργου του Ελληνισμού της Αλεξανδρείας, δεν εκάμνομεν ιδιαιτέραν μνείαν και δεν εχαράττομεν ολίγας ιδιαιτέρας λέξεις δια τας αβράς Ελληνίδας μας. Όχι βέβαια δια την Μάρθαν, την μεριμνώσαν και τυρβάζουσαν περί πολλά. Αλλά δια τας Μαρίας μας, αίτινες εκλέξασαι την αγαθήν μερίδα, ενεργούσι, κοπιώσι, δρώσι και μοχθούσιν υπέρ του πάσχοντος πλησίον και αίτινες δια της φιλανθρωπικής των, αλλά και εθνικής των δτάσεως απέβησαν τόσον ευεργετικαί και ανυψώθησαν τόσον, ώστε να καταλάβουν περίβλεπτον θέσιν εις την συνείδησιν και εκτίμησιν της παροικίας της Αλεξανδρείας.Και αποτελούν ολόκληρον λεγεώνα, αι ηρωΐδες αυταί του καθήκοντος, αι ιεραπόστολοι της ευποιΐας και αγαθοεργίας. Αι σεμναί του καθήκοντος και της φιλανθρωπίας ιέρειαι, αι ευγενείς και λατρευταί ψυχαί, όσαι γλυκύ και παρήγορον ρίπτουν το βλέμμα της συμθαθείας και του πόνου εις την καλύβην της δυστυχίας, και την κλίνην του πάσχοντος, από της υψηλής σκοπιάς, εις την οποίαν τας έχει αναβιβάσει, ουχί απλώς κοινωνική θέσις, αλλ' ιδεών και αισθημάτων αιθέριον κάλλος.Και όταν καθημερινώς βλέπω τας σεμνάς και αβρόφρονας ταύτας Ιερείας, μετά τόσης αυταπαρνήσεως να στρέφουν τας καρδίας των προς τον ήλιον της αγάπης και του ελέους. Να σκορπώσι τόσον αφειδώς το άρωμα της αγαθοεργίας και της χαράς. Και να ασχολώνται μετά τόσης θέρμης εις το έργον του θείου ελέου, χωρίς να θέλω ενθυμούμαι τους λόγους του Σατωβριάνδου, ότις λέγει ότι " αι γυναίκες έχουν διά την δυστυχίαν ουράνιόν τι ορμέμφυτον". Όταν δε κάποτε διερωτώμαι, τι είναι εκείνο το οποίον τας ενθαρρύνει , εις την αστείρευτον ευσπλαχνίαν και αφοσίωσιν προς τους πάσχοντας και γυμνητεύοντας και πεινώντας ο Ιούλιος Σιμών μου απαντά : " είνε ο νόμος του καθήκοντος όστις είναι η βάσις της ευαγγελικής ηθικής, νόμος άγιος τον οποίον οι χριστιανοί καλούσιν αγάπην του Θεού".
Ιδού η μεγάλη Ευαγγελική αρχή, της οποίας ίδιον είνε να καθιστά αγαπητόν παν ότι εκ Θεού προέρχεται.Πράγματι ουδέν θειότερον, ουδέν ευγενέστερον, από την Ευαγγελικήν αγάπην, από το ιδεώδες κάλλος το οποίον ο Πλάτων ελάτρευσε. Και το οποίον ενεσαρκώθη και επραγματώθη επί του Γολγοθά!Η Ευαγγελική αγάπη, όχι μόνον σκορπά το άρωμα και επιχέει το έλεος, αλλά και την παρηγοριάν και την ανακούφισιν. Και καταλείπει όπισθεν αυτής την καρτερίαν, το θάρρος, την ελπίδα!Απ' αυτήν την γάπην εφλέγησαν αι καρδίι απειραρίθμων ηρώων κι μαρτύρων. Από αυτήν εμπνέονται ευγενείς και αβραί ψυχαί και αφιερούν μέγα μέρος της ζωής και της υπάρξεως των, υπέρ της πασχούσης και δεινοπαθούσης ανθρωπότητος.Ζώσα προσωποποίησις, του νόμου τούτου τοι καθήκοντος, είνε και αι Φιλανθρωπικαί Πλειάδες, αίτινες διαλάμπουν και ακτινοβολούν εις το στερέωμα της Ελληνικής Παροικίας Αλεξανδρείας. Και εις το μέσον των οποίων, εις ακτινοβόλος και ζείδωρος ήλιος, διαλάμπει. Η συμπαθής και γλυκεία μορφή της Μεγατίμου Εθνικής Ευεργέτιδος Κας Βιργινίας Εμ. Μπενάκη.Η Αθλιότης, ήτις υπό την ειδεχθεστέραν μορφήν και την μάλλον στιγνήν, εμάστιζε και μαστίζει το μέγα μέρος της Ελλ. παροικίας, δεν ήτο δυνατόν να αφίση ασυγκίνητον, καρδίαν φιλάνθρωπον, ως την της Κυρίας Μπενάκη.Δια τούτο έσπευσε να ιδρύση την "Φιλόπτωχον" κατά τω 1894, έχουσα συνεργάτιδας εις το φιλάνθρωπον τούτο έργον της τας κ. κ. Συναδινού, Ιουλ. Σαλβάγου, Αρ. Ροδοκανάκη, Μαρ. Ζερβουδάκη, Αλ. Χωρέμη, Κ. μαυροσκούφη, Αικ. Αδημακοπούλο, Ελ. Ιωακωβίδου και άλλας, εμφορουμένας από τα αυτά ευγενή αισθήματα, και πονοσούσας την δυστυχίαν.Αλλ' η δράσις της κ. Μπενάκη δεν περιωρίσθη μέχρις αυτού. Καρδία συμπαθεστάτη και στρογικωτάτη, αντλούσα δρόσον εκ φίλτρου της μητρότητος και νάμα από την θείαν πηγήν της ευτυχίας και της ευσπλαγχίας. Ενωτισθελισα των θελιων ρημάτων " Άφετε τα παιδία ελθείν προς με, αυτών γαρ στίν η Βασιλεία των Ουρανών" ίδρυσεν ιδίαις δαπάναις κατά τω 1909, παρά τω Chatby, μεγαλοπρεπές Ορφονοτροφείον. Με αιθούσας ευρείας, με κήπον και όλα τα απαιτούμενα, όπως εκπληροί πλήρος τας σημερινάς απαιτήσεις της υγιεινής. Πλέον των πεντακοσίων ορφανών εστεγάσθησαν εν αυτώ μέχρι τούδε.Σήμερον στεγάζονται πλέον των 190. Τα άλλα, αφού εμορφώθησαν ηθικώς και πνευματικώς, εις τα εν αυτώ σχολεία, αποδόθησαν ενήλικα εις την κοινωνίαν.Το έργον τούτο το οποίον η κ. Μπενάκη επροικοδότησε με 40 χιλ. λίρας, όπως εκ των τόκων ανταποκρίνεται εις τας ανάγκας του, διοικούν σήμερον αι κ. κ. Αλεξ. Κ. Χωρέμη, Ε. Μπενάκη, Κοραλία Πηλαβάκη, Ε. Βαλασοπούλου, Π. Αυγουστίνου, Δ. Θεοδωράκη, Ν. παρασκευά, Μ. Σαλβάγου, Ν. Τσάμη.Απαξάπασαι με τα αυτά ευγενή αισθήματα, σκορπίζουν άφθονον την μητρικήν αγάπην και στοργήν και γλυκύ το μειδίαμα, εις τας ψυχάς των δυστυχών ορφανών πλασμάτων, τα οποία σκιρτούν και ζωογονούνται από την επιδεικνυομένην θερμότητα της μητρικής ταύτης αγάπης. Τα δυστυχή ταύτα πλάσματα αν είχαν το ατύχημα και την σκληράν μοίραν να χάσουν τους μητρικούς των γονείς έχουν το αυτύχημα, να επανευρίσκουν τας μητρικάς θωπείας και το μητρικόν μειδίαμα, εις την αφοσίωσιν και αυταπάρνησιν των ιεραποστόλων τούτων της αγάπης. Αλλ' εκτός του "Ορφανοτροφείου", έχει ιδρύσει και Μπενάκειον Οικονομικόν Συσσίτιον, το οποίον κατόπιν εδωρήσατο εις την Ελλ. Κοινότητα. Και το οποίον χάρις εις την επιχορήγησιν αυτής και του Πατρώζοντος υιού της κ. Αντωνίου Μπενάκη, παρέχει εις τους απόρους μαθητές, διά της Κοινότητος, πλέον των χιλίων πεντακοσίων μερίδων τροφής, υγιεινής και θερμής καθ΄έκαστην ημέραν.Αλλ' η γυναικεία δράσις δεν περιορίζεται μέχρις αυτού. Τα αυτά έχομεν να είπωμεν και διά το έργον της "Ενώσεως των Ελληνίδων".Αφού η "Ένωσις των Ελληνίδων" κατ' αρχήν ειργάσθη υπέρ της "Φανέλλας του Στρατιώτου" και υπέρ του Νοσοκομείου του Κυανού Σταυρού, υπέρ του έργου του οποίου προσήνεγκεν υπέρ τας 3 χιλ. λίρας, κατόπιν η δράσις της εστράφη προς την φιλανθρωπίαν. Και ίδρυσε το "Νηπιοτροφείον" η Μάννα, και την Νυκτερινήν Σχολήν, η "Εργάτις".Εβδομήκοντα και πλέον ορφανά προσέρχονται καθ' έκαστην πρωΐαν εις την "Μάννα" ήτις αφού τα λούση, θα τους δώση το πρωϊνόν πρόγευμα, το μεσημβρινόν γεύμα και το απογευματινόν τέϊον. Θα τα διδάσκη, καθ΄όλην την ημέραν, παιδιάς ή μαθήματα μέχρις ότου, έλθουν, το εσπέρας εκ της εργασίας αι μητέρες των διά να τα παραλάβουν.Αι κ. κ. Βαλασοπούλου, Κυρ. Πηλαβάκη, Δώρα Σεράντη, Σεμέλη Τσώτσου, Μ. Καζούλη, Ρούσσου, Γρυπάρη, Παπαθεολόγου, Π. Συρδάρη, Ρίνη, Κατίνα Βαρδαμίδου.'Ολαι με τα αυτά ευγενή αισθήματα, παρέχουν μητρικήν περίθαλψιν και αγάπην στα μικρά και άπορα ορφανά.Αλλά και το έργον της "Αμύνης Ελληνίδων" ήτις είνε σαρξ εκ της σαρκός και οστούν εκ των οστών της "Ενώσεως" δεν υστεροί με την πονετικήν, την ακούραστον, την ευγενή εις αισθήματα Προέδρον την κυρίαν Μαρ. Μιχ. Καζούλη.Πόσους κόπους δεν κατέλαβον αι κυρίαι της Αμύνης κ. κ. Μ. Καζούλη, Αποστολίδου, Τσώτσου, Δις Καμπά όπως θερμάνουν, με ενδύματα κι σκεπάσματα τα γυμνά θύματα της Μικρασιατικής τραγωδίας;Αλλά και ο Σύνδεσμος Ελληνίδων με τας Παιδικάς εξοχάς, με την ακούραστον εις εθνικήν δράσιν ιατρόν κ. Αγγελ. Παναγιωτάτου, ως πρόεδρον, δεν παρέχει μικράν την συμβολήν του εις το καθ΄όλον φιλάνθρωπον έργον της γυναικείας δράσεως.Όλα τα ασθενικά και καχεκτικά κοράσια των Σχολείων μας, μεταφέρονται εις Sibi Bishr.Εκεί στα κύματα της ακρογιαλιάς, στον ανυκτόν ορίζοντα, τον ζείδωρον ήλιον, αναπνέουν τον καθαρόν αέρα, αποβάλλουν την ωχρότητα και δροσερά, δροσερά, εύχαρη και γεμάτα ζωήν επιστρέφουν στην πολιν, με νέας δυνάμεις.Αι κ. κ. Παναγιωτάτου, Στάμπα, Βορλόου, είνε άξιαι συγχαρητηρίων και πάντος επαίνου.Και πόσα άλλα δεν έχομεν να γράψωμεν διά την δράσιν των Ελληνίδων μας;Αλλ΄ο χώρος του "Δωδεκανησιακού" εξηντλήθη.Ας ελπίσωμεν εις το προσεχές, το οποίον θα είνε και μεγαλύτερον, να περιβάλωμεν ότι κατ' ανάγκην και παρά την θέλησιν μας παραλείψαμεν εις την παρούσαν.

Θωμάς Θ. ΓεράκιςΔωδεκανησιακόν Ημερολόγιον1924Αλεξάνδρεια, Αίγυπτος


Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Ανάλυση της Βυζαντινής Ζωγραφικής - Analysis of Byzantine Painting

Για μας τους Έλληνες υπάρχει ζωντανή και η άλλη πλευρά: Η Βυζαντινή παράδοση. Εκείνη ακριβός που ονειδίζεται, λοιδορείται από τους «νέους» σαν τον Σαβέττα ή τον Τζιόττο. Στην βυζαντινή ζωγραφική δεν θα συναντήσουμε τα νατουραλιστικά στοιχεία που παρατηρήσαμε στην Ιταλική Πρώτο-Αναγέννηση καί ακόμη λιγότερο τις αισθησιακές προεκτάσεις της. Ακόμη και η αφηγηματικότης είναι περιορισμένη στο ελάχιστον. Δεν υπάρχουν εγκόσμιοι άγιο, ούτε εγκόσμιες πράξεις ή σκηνές, ούτε προσωπογραφίες, ιδιωτικές κατοικίες, παλάτια μεγιστάνων, πόλεις, αρχιτεκτονικά τοπία, ερείπια και φυτά με τα οποία βρίθει η Ιταλική Αναγέννησις. Αν φαίνεται κάπου ένα κτήριο είναι πάντοτε το ίδιο συμβατικό σχήμα με την ίδια πάντα ανεστραμμένη προοπτική, με το ίδιο πάντα απλωμένο παραπέτασμα. Αν αναπαραστώνται βράχοι παίρνουν μορφή υπερκαθημένων, τραπεζοειδών και πολυεδρικών στερεών που αγνοούν την προοπτική του τόνου και του χρώματος. Ουσιαστικά η «φύσις» δεν υπάρχει. Το φόντο είναι ουδέτερο, χρυσό ή μονόχρωμο. Αν πρόκειται για δάσος, ένα δένδρο αρκεί. Έτσι, ποτέ δεν θα μας δώσει ο βυζαντινός τεχνίτης ένα ρομαντικό τοπίο όπως του Κλωντ ή του Πουσσέν. Και όμως στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας, στο ψηφιδωτό εκείνο όπου ο Χριστός προσεύχεται μόνος επί του 'Ορους Ελαιών, υπάρχουν βράχοι εξαίσιοι, «αληθινοί» και αγκάθια τόσο ξερά και μυρωδάτα που σε κάνουν να απορείς και να αναλογιστείς τί άρα γε θα έκαναν, τί θαύματα, αν οι βυζαντινοί τεχνίται επέτρεπαν στον εαυτό τους την αναπαράσταση της φύσεως. Αλλά ούτε οι ίδιοι το επέτρεπαν στον εαυτό τους ούτε η εκκλησιαστική εξουσία. Άλλες είναι οι επιδιώξεις της βυζαντινής τέχνης. Άλλος ο προορισμός της.

Η βυζαντινή τέχνη είναι μοναδική και άφθαστη στο ότι επενόησε σχήματα ταυτόσημα με σύμβολα υπερβατικά των αχράντων μυστηρίων, λειτουργικούς αίνους που βασίζονται σε μίαν υπερκόσμια γεωμετρία, κατοπτρισμους ουρανίων ενοράσεων, νοητά αρχέτυπα – κάτι σαν άλλου είδους Ινδικά ή Θιβετιανά «μάνταλα». Δεν υπάρχει τέχνη πιο αυστηρή. Κοιτάζοντας την περίτεχνη αλληλουχία, διαβάθμιση και αλληλοεξάρτηση των σχημάτων, άγεται κανείς στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί τέχνης που εφήρμοσε την άτεγκτη αναγκαιότητα της μηχανικής επιστήμης στην έκφραση του θρησκευτικού συναισθήματος. Δεν υπάρχει εδώ ο λυρισμός του Σασσέτα, ούτε αισθηματολογία ούτε καν αίσθημα, αλλά μία κρύα, παγερή κατασκευή που δεν απιδέχεται ούτε προσθήκη ούτε τελειοποίηση. Αν τελειοποιηθεί, θα αλλάξει αναγκαστικά είδος και θα προσλάβει άλλη μορφή. Τα πάντα έχουν τυποποιηθεί. Τα σχήματα, τα φώτα, τα ημιτόνια, οι σκιές. Στην βάση υπάρχει η γραμμική-γεωμετρική σύνθεσις που συνεχώς θυμίζει τον μαθηματικό γνώμονα. Κάθε σχήμα εντάσσεται και προέρχεται από τα προηγούμενα. Είναι ένας αριστοτελικός συλλογισμός, μία αλγεβρική εξίσωσις αλάνθαστη. Ο καλλιτέχνης δεν υπάρχει. Έχει αφομοιωθεί με την απόδοση μιας εντότητας που τον απορροφεί και τον εξουθενώνει ολοκληρωτικά. Τα υπερφυσικά όντα που εικονίζει έχουν την πληρότητα και την στιλπνότητα του ατσαλιού. Η σοφή τοποθέτησις των τριγωνικων ή γωνιακών φώτων, οι λεπτότατες γραμμικές ψιμυθιές, οι γραμμικές σκιές και όλος ο ρυθμός της αφηρημένης αυτής φωτοσκιάσεως μεταμορφώνει τα όντα τούτα σε κινητές πανοπλίες που αντανακλούν ή απορροφούν το φως με τις ακμές και τις υπέρ-λεϊες τους επιφάνειες. Οι στάσεις τους είναι μετωπικές και ιεραρχικές, τα πρόσωπα με υποτυπώδη εκφραση, αυστηρή και κάποτε, σχεδόν βλοσυρή, οι πτυχώσεις σχεδιασμένες με ευθείες γραμμές και λιγοστές καμπύλες προσεκτικά ζυγισμένες, ετσι που δίνουν την εντύπωση σαν να είναι τραβηγμένες με τον χάρακα. Τεντωμένες σαν την νευρή του δοξαριού, σαν υποτείνουσες τριγώνων, σαν χορδές κύκλων, σαν παραβολές και υπερβολές, γραμμένες, χαραγμένες, καρφωμένες στην σανίδα ή το σοβά, έτσι, που να μη μπορούν να ξεφύγουν, να χαλαρώσουν, να ξετεντωθούν, να λυγίσουν και να μαραθούν.

Είναι μία νοητή κατασκευή που έχει όγκο, αλλά ελάχιστο όγκο, που καταλαμβάνει τον τρισδιάστατο χώρο, αλλά τον καταλαμβάνει μόλις. Ποιος κατ' αρχήν εφεύρε και επενόησε το στυλ αυτό της ζωγραφικής είναι άγνωστον, αλλά κάποιος σοφός και ιδιόμορφος και τολμηρός τεχνίτης πρέπει να συνέθεσε τα ιδιάζοντα τούτα στοιχεία. Δεν είναι δυνατόν να εγεννήθηκαν σποραδικά και τυχαία και συν το χρόνο. Η αφετηρία βεβαίως βρίσκεται όπως ξέρουμε στην ελληνιστική τέχνη της παρακμής κυρίως. Πράγματι, η βυζαντινή τεχνοτροπία έχει διαφυλάξει πιστά το μάθημα της ελληνιστικής εποχής. Κάτω από την αυστηρή, την άτεγκτη και σκληρή παρουσία της, βρίσκεις, αν σκάψεις, όλη τη γνώση των επιπέδων, αξόνων, συνθέσεων, φωτοσκιάσεων καθώς και της αναγλυφικότητος κατά το σύστημα της αρχαίας. Αλλά από την ελληνιστική τέχνη κάποιοι διανοούμενοι και δαιμόνιοι πρωτομάστορες διεμόρφωσαν πρώτοι, καθώς υποπτεύομαι, άγνωστον πότε, αλλά ίσως κατά τον 3ο μ. Χ. αώνα τον απόκοσμο τούτο βυζαντινό ρυθμό. Δεν αρκέστηκαν να υιοθετήσουν την γνώση του χρώματος, την κλασσική γραμμή, την έννοια της συνθέσεως. Πέραν και κάποιες νοητές αρχές που ανάγονται σε δυο πηγές: Αφ' ενός, στα επιστημονικά επιτεύγματα του μαθηματικού γεωμέτρου Ήρωνος, 'οπως είναι τα «πνευματικά» και η «Κατοπτρική». Άφ' ετέρου, στις μεταφυσικές και αισθητικές θεωρίες του Πλωτίνου, και μέσω αυτού της θεωρίας των ιδεών του Πλάτωνος.

Το βαθύ αυτό και ολοκληρωμένο σύστημα γνώσεων, το φυλαγμένο μέσα της, η βυζαντινή τέχνη το μετέδωσε ολόγυρα, σε πάμπολλες άλλες τέχνες, πρωτίστως δε στην νηπιακή τέχνη της Δύσεως. Αν λοιπόν εσυκοφαντήθη ως βάρβαρος είναι μόνο από όσους δεν αντελήφθησαν τι περιείχε πέραν από την ξηρότητα και αυστηρότητά της καθώς και τί προσέφερε. Ουσιαστικώς προσέφερε τα πάντα. Ήταν η τέχνη ή διδάσκαλος, όπως θα έλεγε ο Καβάφης: «Εις κάθε λόγον, εις κάθε έργον η πιο σοφή». Δυστυχώς υπάρχουν ακόμη στην Δύση πολλά εγχειρίδια και ιστορίαι τις τέχνης ή του σχεδίου που αγνοούν και παραλείπουν τις αρχές τούτες της βυζαντινής παιδείας και παρουσιάζουν ως εκ τούτου μία παραμόρφωση της πραγματικότητας ξεκινώντας αυθαίρετα από την Τέχνη της Φλωρεντίας με τον Ντούτσιο, τον Ορκάνια, και τέλος τον Τζιότο.

Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας

For us Greeks, the other side is still alive: the Byzantine tradition. The very one that is mocked and reviled by the 'moderns' like Sassetta or Giotto. In Byzantine painting we do not encounter the naturalistic elements that we observed in the Italian Early Renaissance, and even less so its sensual extensions.

Even the narrative intent is confined to a minimum. There are no worldly saints, no worldly deeds or scenes, none of the portraits, private dwellings, lord's palaces, cities, architectural landscapes, ruins, and trees, with which the Italian Renaissance abounds. If a building may be seen here and there, it is always the same conventional shape, with the same inverted perspective, with invariably the same drawn curtain. If rocks are depicted, they take the form of trapeziums and polyhedrons piled one on top of the other, ignoring tone and colour perspective. 'Nature', essentially, does not exist. The background is neutral, gold or monochrome. If it is meant to be a forest, a single tree suffices. The Byzantine artist, never gives us a romantic landscape, like those of Claude or Poussin. And yet in Saint Mark in Venice, the mosaic depicting Christ praying alone on the Mount of Olives, there are superb, 'real' rocks, and thorns so dry and aromatic that they fill you with amazement and make you wonder what the Byzantine artists would have done, what miracles they would have achieved, if they had allowed themselves to depict nature. But they did not allow themselves, nor did the ecclesiastical authority permit them to.

Byzantine art had other aspirations. Another purpose. Byzantine art is unique and unequalled in that it devised forms that were tantamount to transcendental symbols of timeless mysteries, liturgical narratives based on unearthly geometry, reflections of heavenly visions, conceptual archetypes - rather like different kinds of Indian or Tibetan 'mandala'. There is no art more strict. Looking at the elaborate sequence, gradation and interdependence of the forms, one is drawn to the conclusion that this is an art that applies the relentless inevitability of mechanical science to the expression of religious feelings. Here we do not have the lyricism of Sassetta, nor do we have sentimentality. There is no sentiment, just a cold, icy construct which does not admit of addition or completion. The aesthetic machine works and produces so much. If anything is added, it will inevitably change in kind and will acquire a different form. Everything has become standardised. Forms, light, half-tones, shadows. At bottom is a linear-geometric composition that continually recalls the mathematician's protractor. Every form is set within and derives from the preceding ones. It is Aristotelian logic, an unforgettable algebraic equation. The artist does not exist. He is assimilated in the portrayal of an entity that absorbs him and comprehensively annihilates him. The supernatural beings that he paints have the completeness and lustre of steel. The sage placing of triangular or angular lights, the delicate linear white highlights; the linear shadows and the entire rhythm of this abstract chiaroscuro transforms these beings into moving suits of armour that reflect or absorb the light with their edges and super-smooth surfaces. Their stances are frontal and hierarchical, their faces have a rudimentary expression, severe and sometimes almost grim. The drapery is executed with straight lines and a few carefully balanced curves, that give the impression that they were drawn with a ruler. Stretched like bowstrings, like the hypotenuse of a triangle, like chords of a circle, like parabolas and hyperbolas, drawn, incised, pinned on the panel or the plaster, so that they cannot escape, sag, slacken, bend and wither.

It is a conceptual construct that has volume, but only minimal volume, which occupies three-dimensional space, but only just occupies it. We do not know who was the first to invent and devise this style, but some wise, idiosyncratic, bold artist must have composed these idealising elements. They could not have come about sporadically or by chance, with the passage of time. The starting point, of course, was in Hellenistic art, mainly during its decline. Indeed, Byzantine art has faithfully preserved the lesson of Hellenistic art. Beneath its austere, stern, harsh presence one will observe knowledge of planes, axes, composition, chiaroscuro and relief, based on the ancient system. I suspect, some intellectual, inspired master-craftsmen first devised this other-worldly Byzantine style based on Hellenistic art. We do not know when, but possibly during the 3rd century AD.

The Byzantine artists were not content with adopting the knowledge of colour, the Classical line, the concept of composition. They also took over some conceptual principles that go back to two sources: one to the mathematical and scientific achievements of the mathematician Hero, such as the Pneumatica, Belopoeica ('manufacture of Missiles'), and Dioptra ('Theory of Reflection'), and the other to the metaphysical and aesthetic theories of Plotinus, and through him to Plato's theory of ideas. This profound, complete system of knowledge was preserved by Byzantine art and transmitted to many other arts, above all to the infant art of the West. If it was defamed as barbarous, it was only by those who did not realize what it contained and what it had to offer. In essence, it offered everything. It was the teacher-art, as Cavafy would have said: 'In all words, in all deeds, the wisest'. Unhappily, there are still many handbooks in the West, and histories of Art or Drawing, that are ignorant of and omit these principles of Byzantine culture. They therefore present a distortion of reality, and begin arbitrarily with the Art of Florence, with Duccio, Orcagna and, finally, Giotto.

Nikos Hatzikyriakos Ghikas

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Ο Άγιος μάρτυς Σώζων ο Κύπριος και το σπήλαιο του στο χωριό Ασπρογιά της Πάφου - Saint and Martyr Sozon the Cypriot and his cave in Asprogia village, Paphos


Ο Άγιος Σώζων είναι ένας τοπικός Άγιος της Πάφου και μάρτυρας της Κυπριακής Εκκλησίας, που όμως αγνοείται από τους συναξαριστές. Τον αναφέρει ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς που γράφει :

"... Ομοίως ο Άγιος Σώζοντας εις του Πλακουντουδίου, παιδίν βοσκαρίδιν, και ετρέξαν το οι Σαρακηνοί όταν εκάψαν την εικόναν της Θεοτόκου εις την Μονήν και ετυπώθην η εικόνα εις τας πλάκας και είναι μέχρι την σήμμερον. Και ετρέξαν το, και εκράτεν το γαλευτήριν με το γάλαν και εσκοντύλισεν και ετζακίστην το γαλευτήριν και εχενώθην το γάλαν, και φαίνεται ως την σήμερον. Και ενέβην εις το σπήλαιον με τα άλλα παιδιά, και εβάλαν λαμπρόν και εκάψαν τα. Και έκτισαν ναόν και εβάλαν τα αγιάσματα (τα άγια λείψανα), και θεραπεύουν πάσαν νόσον".

Κατά τον Λεόντιο Μαχαιρά, λοιπόν, όταν ήρθαν οι Σαρακηνοί στην Κύπρο κατά την διάρκεια του 7ου μ.Χ. αιώνα, έκαψαν την εικόνα της Παναγίας στην Μονή (πιθανότατα είναι το κοντινό μοναστήρι της Παναγίας Χρυσορροϊάτισσας, ή η Μονή των Ιερέων) και η μορφή της Παναγίας , από θαύμα τυπώθηκε πάνω στις πλάκες εκεί, και υπήρχε μέχρι τον καιρό του Μαχαιρά δηλαδή τον 14 ο αιώνα. Ο Άγιος Σώζων ήταν ένας νεαρός βοσκός από το Πλακουντούδιν, μεσαιωνικό οικισμό κοντά στο χωριό Ασπρογιά της Πάφου. Ο νεαρός αυτός βοσκός καταδιώχθηκε από τους Σαρακηνούς και κατά την καταδίωξη έσπασε το δοχείο με το γάλα που κρατούσε, και εφαίνοντο τα αποτυπώματα του χυμένου γάλακτος στις πέτρες. Ο Άγιος Σώζων κατέφυγε σε ένα σπήλαιο, όπου είχαν κρυφτεί και άλλα παιδιά και όταν έφθασαν οι Σαρακηνοί έβαλαν φωτιά στο σπήλαιο και τα έκαψαν.
Το σπήλαιο αυτό βρίσκεται κοντά στο χωριό Ασπρογιά της επαρχίας Πάφου και φέρει το όνομα "σπήλιος τ΄αή Σώζοντα". Το σπήλαιο είναι πολύ μεγάλο, αλλά μέσα σήμερα δεν υπάρχει τίποτα αφού έχει σταματήσει να είναι λατρευτικός χώρος. Λέγεται ότι στα παλιά χρόνια μέσα από το σπήλαιο πήγαζε νερό το οποίο εξέρχετο από το στόμιο του και εθεωρείτο αγίασμα. Κατά την επιτόπια παράδοση το αγίασμα του Αγίου Σώζοντος θεραπεύει τα μιμίθκια (εξανθήματα). 'Ομως σήμερα δεν υπάρχει καμιά ένδειξη νερού εκεί. Νερό πηγάζει από πολύ μικρότερο σπήλαιο το οποίο βρίσκεται μέσα στην κοίτη του ποταμού, πιο κάτω από το μεγάλο σπήλαιο. Κατά τα παλιά χρόνια επίσης, οι πιστοί κρέμμαζαν ρούχα στους άγριους θάμνους κοντά στο σπήλαιο.
Στην περιοχή που μαρτύρησε ο Άγιος, απέναντι από το σπήλαιο και το ποτάμι, κτίστηκε αργότερα εκκλησία όπου εφυλάγοντο τα οστά του μάρτυρα που εθεωρείτο θαυματουργός. Τα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Σώζοντος στην Ασπρογιά υπάρχουν μέχρι σήμερα. Η εικόνα του Αγίου σώζεται στη Μονή Χρυσορρογιάτισσας. Λείψανα του Αγίου σώζονται στην Μονή Μαχαιρά και στη Μονή Χρυσορρογιάτισσας.

Η μνήμη του Αγίου Σώζοντος εορτάζεται στις 7 Σεπτεμβίου.


Saint Sozon is a local Saint of Paphos and a martyr of the Church of Cyprus, but he is unkown to biographers of Saints' lives and for this reason he has no synaxary. However, he is mentioned by the Cypriot Medieval chronicler Leontios Macheras.
According to Leontios Machairas, when the Saracens came to Cyprus during the 7th century AD, they burned the icon of the Virgin Mary at the Monastery (probably the near by monastery of Panagia Chrysorroiatissa or Ayia Moni Monastery) and the image of the Virgin Mary was, printed by miracle on the flat stone surface there, and this image existed until the time of Macheras in the 14th century. Saint Sozon was a young shepherd from Plakountoudin, a medieval settlement near the village of Asprogia in Paphos. The young shepherd was persecuted by the Saracens, and during the chase he broke his milk container and the print of the spilled milk remained on the rocks where it fell. Saint Sozon fled to a cave where he hid along with other boys and when the Saracens reached them, they set fire to the cave and burned them. The cave is located near the village of Asprogia in the Paphos district and is called "The Cave of Saint Sozon". The cave is very large, but today there is nothing inside it since it has ceased to be a place of worship. It is said that in the old days there was water running from the cave which stemmed from its mouth and was considered to be holy water. According to tradition, the holy water of Saint Sozon cures hives. However, today there is no evidence of water there. There is water running from a much smaller cave located in the riverbed, below the large cavern. Also in the old days the faithful used to hang clothes on the wild bushes near the cave in order to be cured. In the area where the Saint became a martyr, opposite the cave and over the river, a church was built to his name in later years where the remains of the Martyr were kept and which were considered miraculous. The ruins of the church of Saint Sozon in Asprogia are still to be seen there. The icon of the saint survives at the Monastery of Chrysorrogiatissa. Holy remains of the Saint are kept in the Monastery of Machairas and the Monastery of Chrysorrogiatissa.

The memory of Saint Sozon is celebrated on the 7th of September.

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Η Μονή της Παναγίας Κανταριώτισσας και οι 13 Άγιοι Μάρτυρες Μοναχοί - The Monastery of Panagia Kantariotissa and the 13 Holy Martyr Monks

Στα δυτικά του φρουρίου της Καντάρας στην επαρχία της Κερύνειας, βρίσκεται το μοναστήρι της Παναγίας της Κανταριώτισσας, το οποίο κτίστηκε τον 12 ο αιώνα και ανακαινίστηκε από τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρύσανθο το 1777. Το 1783 χρυσώθηκε το εικονοστάσι του Ναού του μοναστηριού και στολίστηκε με εικόνες.

Στις αρχές του 13 ου αιώνα εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι μια ομάδα από 13 Μοναχούς του Αγίου 'Ορους και αναβίωσαν την ασκητική ζωή και την Ορθόδοξη Παράδοση στο νησί, κάτι που εξαγρίωσε τους Φράγκους κατακτητές της Κύπρου, και ιδιαίτερα την Λατινική Εκκλησία. Επί Φραγκοκρατίας η Λατινική Εκκλησία, δια των εκπροσώπων της στην Κύπρο, είχε προβεί σε μεγάλους διωγμούς των Ορθοδόξων. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου κατόρθωσε να επιβιώσει μόνο με συνεχή αγώνα, με αδιάκοπη αντίσταση και με πολλές και μεγάλες θυσίες. Το συγκλονιστικότερο γεγονός αντίστασης των Ορθοδόξων ενάντια στους Λατίνους, είναι το μαρτύριο των 13 μοναχών του μοναστηριού της Παναγίας στην Καντάρα. Ο θάνατός τους, ύστερα από φρικτά βασανιστήρια, τοποθετείται στις 19 Μάη του 1231 και ακριβώς η 19η του Μάη είναι η μέρα κατά την οποία τιμά τη μνήμη τους η Εκκλησία, που τους ανακήρυξε αγίους.
Οι δεκατρείς μοναχοί - άγιοι ήταν:
01. Ιωάννης (ηγούμενος) 02. Κόνωνας 03. Ιερεμίας 04. Μάρκος 05. Κύριλλος 06. Θεόκτιστος 07. Βαρνάβας 08. Μάξιμος 09. Θεόγνωστος 10. Ιωσήφ 11. Γεννάδιος 12. Γεράσιμος 13. Γερμανός
Ως άγιοι, είναι άγνωστοι στους Κυπρίους χρονογράφους. Λεπτομέρειες, ωστόσο, για τους ίδιους και το μαρτύριό τους απαντώνται σε σχετικό κείμενο που φέρει τίτλο "Διήγησις των αγίων τριών και δέκα οσίων πατέρων των δια πυρός τελειωθέντων παρά των Λατίνων εν τη νήσω Κύπρω εν τω αψλθ' έτει".
Η Διήγησις σώθηκε σε δύο χειρόγραφα, του 14ου αιώνα το ένα (βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού) και του 1426 το δεύτερο (αρ. 575 της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας. Το δεύτερο αυτό χειρόγραφο δημοσιεύτηκε αρχικά από τον Κ. Σάθα [Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμος Β', Βενετία,1873, σσ.20-39]).
Από τα χειρόγραφα αυτά αντλούμε και τις ακόλουθες πληροφορίες: Η πρώτη σύγκρουση με τους Λατίνους κληρικούς της Κύπρου θα πρέπει να έγινε το 1228. Ήταν μια εποχή κατά την οποία οι διωγμοί των Ορθοδόξων από τους Λατίνους στην Κύπρο βρίσκονταν σε έξαρση. Η Λατινική Εκκλησία του νησιού, που πληροφορήθηκε για τη μεγάλη φήμη των μοναχών της Καντάρας, απέστειλε στο μοναστήρι ένα εκπρόσωπό της - τον Ανδρέα - για να ερευνήσει σχετικά με τους μοναχούς που βρίσκονταν εκεί. Οι τελευταίοι τον υποδέχτηκαν και τον φιλοξένησαν, αρχικά δε η όλη συνομιλία τους είχε τόνο φιλικό, μέχρι να γίνει λόγος για το ζήτημα της χρήσης αζύμων, ζήτημα που είχε προκαλέσει μεγάλη διαμάχη μεταξύ της Ορθόδοξης Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας. Οι μοναχοί της Καντάρας ομολόγησαν ότι στις ιεροτελεστίες χρησιμοποιούσαν ένζυμον άρτον, όπως με επιχειρήματα απέδειχνε η Ορθόδοξη Εκκλησία ότι ήταν το ορθό. (Η διένεξη για τη χρήση, στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, αζύμου ή ενζύμου άρτου είχε προκύψει επειδή οι Λατίνοι θεωρούσαν ότι ο Μυστικός Δείπνος είχε συμβεί κατά την ημέρα των αζύμων, όπως μαρτυρεί ο ευαγγελιστής Λουκάς. Οι Ορθόδοξοι αντίθετα ισχυρίζονταν ότι οι Εβραίοι αποκαλούσαν "ημέρα των αζύμων" το χρονικό διάστημα από τη δύση του ήλιου κατά τη Μεγάλη Πέμπτη μέχρι τη δύση του ήλιου κατά τη Μεγάλη Παρασκευή. Και λεγόταν έτσι, όχι επειδή κατά το διάστημα αυτό έτρωγαν άζυμα, αλλά επειδή τα ετοίμαζαν. Αφού λοιπόν ο Μυστικός Δείπνος πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, Ο Χριστός θα πρέπει να χρησιμοποίησε ένζυμον άρτον, και όχι ψωμί χωρίς προζύμι, αφού το τελευταίο δεν είχε ακόμη παρασκευαστεί και αφού χρήση του γινόταν την Μεγάλη Παρασκευή).
Η μεγάλη διαφορά, λοιπόν, μεταξύ Ορθοδόξων και Λατίνων τονίστηκε με οξύ τρόπο και στη συζήτηση μεταξύ του Λατίνου Ανδρέα και των μοναχών της Καντάρας, ο δε πρώτος αναχώρησε οργισμένος από το μοναστήρι.
Όπως αναφέρει η Διήγησις, οι μοναχοί της Καντάρας πρότειναν μάλιστα και μια διαδικασία για να αποδειχθεί ποια ήταν η ορθή άποψη για τα άζυμα. Αφού τελέσουν τη λειτουργία και αυτοί (με χρήση ενζύμων) και οι Λατίνοι (με χρήση αζύμων), στη συνέχεια ένας εκπρόσωπος του κάθε δόγματος να πέσει στη φωτιά για να αποδειχθεί ότι το ορθό πρεσβεύει εκείνος από τους δύο που δε θα καεί! Η εισήγηση αυτή δεν έγινε αποδεκτή, και οι μοναχοί διατάχθηκαν να παρουσιαστούν ενώπιον του Λατίνου αρχιεπισκόπου Λευκωσίας για να λογοδοτήσουν.
Αφού τέλεσαν αγρυπνία και ολονύκτια λειτουργία στο μοναστήρι τους, οι δεκατρείς μοναχοί ξεκίνησαν την επόμενη μέρα για τη Λευκωσία. Στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων (ή του Αγίου Γεωργίου του Λάμποντος) στη Λευκωσία, όπου έφτασαν, πλήθη Ορθοδόξων συνέρρεαν για να δουν τους μοναχούς της Καντάρας.
Στη συνέχεια οι μοναχοί παρουσιάστηκαν ενώπιον του Λατίνου αρχιεπισκόπου Ευστοργίου, ο οποίος περιστοιχιζόταν από μεγάλο αριθμό Λατίνων κληρικών. Ο Ευστόργιος τους ανέκρινε, οι δε μοναχοί με παρρησία υποστήριξαν και ενώπιόν του την άποψη των Ορθοδόξων για τη χρήση ενζύμου άρτου. Τότε ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος τους φυλάκισε, αφού πιο πριν τους εξευτέλισε με βασανιστήρια.
Στη φυλακή, οι μοναχοί παρέμειναν, σύμφωνα πάντοτε με τη Διήγησιν, τρία χρόνια, πάσαν κάκωσιν υπομένοντες... τη δυσωδία τη ταλαιπωρήσει και τη ετέρα, θλίψει ευχαριστούντες θεω ως ενιαυτόν ένα, άρτου και ύδατος μεταλαβόντες... Στη φυλακή, καταβεβλημένος από τις κακουχίες, πέθανε ο ένας από αυτούς ο Θεόγνωστος (Θεοδώρητος). Το σώμα του κάηκε από τους Λατίνους (5 Απρίλη του 1231).
Κατά το διάστημα της φυλάκισής τους, οι μοναχοί ανακρίθηκαν και βασανίστηκαν ξανά και ξανά, χωρίς όμως να ενδώσουν και να αποκηρύξουν τη σχετική με τη χρήση ενζύμων άποψή τους. Τελικά, με εντολή του πάπα, οι μοναχοί αντιμετωπίστηκαν ως αιρετικοί, πράγμα που σήμαινε γι' αυτούς βασανιστήρια και εκτέλεση. Μεταξύ των βασανιστηρίων που υπέστησαν, αναφέρεται στη Διήγησιν ότι δέθηκαν πίσω από άλογα που τους έσερναν σε όλο το μήκος της κοίτης του ποταμού Πηδιά που τότε περνούσε μέσα από τη Λευκωσία (περίπου από την πύλη Πάφου μέχρι την πύλη Αμμοχώστου). Τελικά, μισοπεθαμένοι οι μοναχοί, ρίχτηκαν στην πυρά και κάηκαν (19 Μάη του 1231).
Το φοβερό αυτό έγκλημα των Λατίνων προκάλεσε μεγάλη αντίδραση τόσο στην ίδια την Κύπρο όσο και έξω από αυτή, ο δε πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Γερμανός απευθύνθηκε στον πάπα Γρηγόριο Θ' και με επιστολή του, μεταξύ άλλων, ρωτούσε: "Καλά 'γε ταύτα, αγιώτατε και του αποστόλου Πέτρου διάδοχε. Ταύτα παραγγέλλει ο του πράου και ταπεινού τη καρδία Χριστού μαθητής;" Επίσης, ο Γερμανός έγραψε στο Γρηγόριο ότι το μαρτύριο και ο θάνατος των μοναχών της Καντάρας ήταν το τελευταίο γεγονός που χρειαζόταν για να ολοκληρώσει την κατάρα του πολέμου ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες.
Στο έγκλημα είχε αναμειχθεί και ο βασιλιάς της Κύπρου Ερρίκος Α', ο οποίος είχε αναγκαστεί από τους Λατίνους ιερωμένους να διατάξει το βασανισμό και το θάνατο των μοναχών. Και τούτο, γιατί οι Λατίνοι εκκλησιαστικοί θεώρησαν ότι οι ίδιοι, ως ιερωμένοι, δεν μπορούσαν να δώσουν τέτοια εντολή! Το μοναστήρι της Παναγίας της Καντάρας συνέχισε τη ζωή του και μετά το δράμα των δεκατριών Μοναχών, και η οριστική του διάλυση έγινε στα τέλη του 19 ου, αρχές 20 ου αιώνα. Σήμερα διασώζεται μονάχα ο Ναός της Μονής ο οποίος είναι σε πολύ προχωρημένο στάδιο φθοράς λόγο της λεηλασίας που έχει υποστεί από τους Τούρκους εισβολείς μετά το 1974, και από τη μη συντήρησή του.
To the west of the castle of Kantara in the province of Kyrenia, there is the monastery of Panagia Kantariotissa, which was built in the 12th century and renovated by Archbishop Chrysanthos of Cyprus in 1777. In 1783 the iconostasis of the monastery's church was made gold and was decorated with icons.
In the early 13th century a group of 13 monks who came from Mount Athos settled in the monastery and revived the ascetic way of life and Orthodox tradition on the island, which infuriated the Frankish rulers of Cyprus, and notably the Latin Church.
During the Frankish Period, the Latin Church, through its representatives in Cyprus, had made great persecutions against the Orthodox. The Orthodox Church of Cyprus has managed to survive only through constant struggle, with continued resistance and with many great sacrifices. The most striking Orthodox resistance against the Latins, is the suffering of the 13 monks of the monastery of Panagia at Kantara. Their deaths, after horrific torture, took place on May 19th, 1231 and it is on May 19th that the Orthodox Church honors their memory, because they have been declared into saints by it.
The thirteen monks - saints were:
01. John (Abbot) 02. Conon 03. Jeremiah 04. Mark 05. Cyril 06. Theoktistos 07. Barnabas 08. Maximus 09. Theognostus 10. Joseph 11. Gennadius 12. Gerasimos 13. Germanos
As saints, they are unknown to the Cypriots chronographers. Details, however, about them and their suffering are found in a relevant text Titled "Diigisis: The thirteen Saints and Fathers who were killed through burning by the Latins in the island of Cyprus in the year 1231. The text "Diigisis" survived in two manuscripts of the 14th century one (located at the National Library in Paris) written in 1426 and the second (No. 575 at the Marciana Library in Venice. The second manuscript was published originally by K. Sathas [Medieval Library, Volume B, Venice, 1873, pages.20-39]).
From the manuscripts we derive the following information: The first conflict with the Latin clergy of Cyprus must have happened in 1228. It was during a time when the persecution of the Orthodox by the Latins in Cyprus was on the rise. The Latin Church on the island was informed about the great reputation of the monks of Kantara, and had send a representative to the monastery - Andreas - to inquire about the monks who were there. The latter was welcomed and hosted and initially the entire conversation had a friendly tone, until they started to talk about the issue of using unleavened bread in communion, an issue which had caused much controversy between the Eastern Orthodox and Western Churches. The monks of Kantara confessed that during their Orthodox ritual they used leavened bread, in accord to arguments which proved the Orthodox Church correct. (The dispute over the use or not of unleavened bread during the mystery of the Eucharist, had arisen because the Latins believed that the Last Supper had happened during the day of unleavened bread, as evidenced by the evangelist Luke. The Orthodox on the other hand supported that the Jews called "the day of the unleavened bread" the period between sunset on Good Thursday until sunset on Good Friday. And it was named so, not because during that time they ate unleavened bread, but because they prepared it. Therefore, since the Last Supper took place during the evening of Holy Thursday, Christ must have used bread made with yeast, and not bread without yeast, because the latter had not yet been prepared since it's use was on Good Friday).
The big difference then, between the Orthodox and Latins was highlighted with an acute manner during the discussion between the Latin Andreas and the monks of Kantara, with the first leaving very angry from the monastery.
As the "Diigisis" records, the monks of Kantara had even suggested a process to establish which was the correct view about the use of unleavened bread. After both conducting the Liturgy, with them (using leavened bread), and the Latins (using unleavened), a representative of each faith had to fall in the fire to prove that the one of the two who advocated the truth would not burn! This suggestion was not accepted, and the monks were ordered to appear before the Latin archbishop of Nicosia to answer.
After an overnight vigil in their monastery, the thirteen monks began their journey to Nicosia the next day. In the monastery of Saint George of Mangana (or Saint George Lampontos) in Nicosia, where they arrived, Orthodox crowds flocked to see the monks of Kantara. Then the monks came before the Latin archbishop who was called Efstorgios, and who was surrounded by a large number of Latin clergy. Efstorgios questioned them, and the monks with frankness argued also before him about the Orthodox view of the use of enzyme bread. Then the Latin archbishop jailed them after earlier humiliating them through torture.
In prison, the monks remained, always in accordance with the text "Diigisis" for three years, enduring much suffering. From the suffering in prison, one of them died and it was Theognostus (Theodoretus). His body was burnt by the Latins (April 5, 1231).
During the period of imprisonment, the monks were interrogated and tortured again and again, but the attempts to make them renounce their views about the use of enzyme bread failed. Finally, by order of the Pope, the monks were treated as heretics, which for them it meant torture and execution. Among other tortures they suffered as it is reported in the text "Diigisis" they were also tied behind horses which dragged them along the river bed of the River Pidias which then passed through Nicosia (between Paphos Gate and the Gate of Famagusta). Finally, half dead, the monks were thrown and burned at the stake (May 19, 1231).
This terrible crime of the Latins caused great reaction both in Cyprus itself and outside it, and the Patriarch of Constantinople Germanos send a letter addressed to Pope Gregory IX and in his letter, among other things, he asked: "Well , Your Holiness, Beatitude and Apostle Peter's successor. Is this what a meek and humble of heart disciple of Christ orders to happen to monks? "Also, Germanos wrote to Pope Gregory that the suffering and death of the monks of Kantara was the last event needed to complete the curse of war between the two Churches. The King of Cyprus Henry I was also involved in the crime because he had been forced by the Latin priests to order the torture and killing of the monks. This is because the Latin churchmen felt that they, themselves as priests, could not provide such a mandate!
The monastery of Panagia Kantariotissa continued its existence after the tragedy of the thirteen monks, and its final dissolution happened in the late 19th, or early 20th century. Today only the church of the monastery is preserved which is in a very advanced stage of deterioration because of the looting it suffered by the Turkish invaders after 1974, and by not been maintained.