ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Στη χώρα την Ελλήνων - In the land of the Greeks

Μια λεπτομερής περιγραφή της Ελλάδας, δόθηκε στη δημοσιότητα σε μια σειρά άρθρων στην εφημερίδα Al-Ahram το 1931. Ο καθηγητής Yunan Labib Rizk*, γράφει ότι ο ανταποκριτής της εφημερίδας Mahmoud Abul-Fath, επιθεώρησε τις επιχειρήσεις της χώρας, τη γεωργία και τη βιομηχανία και πως αυτά συγκρίνονται με την Αίγυπτο.

Με τα άρθρα "Η Al-Ahram στην Ελλάδα" το 1931 η εφημερίδα παρουσιάζει μια νέα σειρά από τον ανταποκριτή της Mahmoud Abul-Fath, ο οποίος αναλαμβάνει δύσκολες αποστολές. Αρχίζοντας στις 5 Οκτωβρίου 1931, ξεκινά το άρθρο του ως εξής: "η Ελλάδα μ' έχει απογοητεύσει! Αυτή είναι η πρώτη μου επίσκεψη. Έφτασα με μια εικόνα που σχημάτισα από απλή εικασία αλλά η πραγματικότητα δεν την επιβεβαίωσε. Η Ελλάδα θα απογοητεύσει κάθε Αιγύπτιο που την επισκέπτεται για πρώτη φορά".

Αναμφίβολα δεν ήταν απολύτως από "καθαρή εικασία" που πήγε στην Ελλάδα. Οι Αιγύπτιοι είχαν μια συλλογική προκατάληψη για τους Έλληνες. Στο βιβλίο του, "Οι Έλληνες της Αιγύπτου: Μια Ιστορική Μελέτη του Πολιτικο-Οικονομικού τους ρόλου από το 1805 μέχρι το 1956, ο Sayed Ashmawi γράφει: "Ο Έλληνας για τον μέσο Αιγύπτιο ήταν κάποιος Δημήτρης ή Αποστόλης που έφτασε στο (Αιγυπτιακό) χωριό ένας φτωχός άνθρωπος, άνοιξε ένα μικρό παντοπωλείο και μέσα σε λίγα χρόνια έγινε ο ιδιοκτήτης μιας μεγάλης εμπορικής επιχείρησης με εκτεταμένες ιδιότητες.

"Είναι ενδιαφέρον ότι οι Αιγύπτιοι αναφέρονται στους Έλληνες ως "Ρούμοι (Ρωμιοί)", ένα όνομα που προέρχεται από τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Βυζαντινή - ή Ανατολική Ρωμαϊκή - Αυτοκρατορία. Ένα έγγραφο που χρονολογείται από το 1837 αναφέρεται στον Έλληνα αντιπρόσωπο στην Αλεξάνδρεια ως πρόξενο των "Ρουμ". Στο βιβλίο "Khitat Al-Al-Tawfiqiya (Νέα σχέδια για την Αίγυπτο κάτω από τον Tawfiq, 1886-89), ο Ali Mubarak έγραψε ότι το 1840 υπήρχαν 5.000 "Ρούμοι" στην Αίγυπτο, εκ των οποίων 3.000 είχαν γεννηθεί στη χώρα και 2.000 ήταν νεοαφιχθέντες για την άσκηση του εμπορίου. Ο διάσημος αυτός κυβερνητικός επίσημος του 19 ου αιώνα, προσθέτει ότι η περιοχή του Καΐρου, στην οποία πολλοί από αυτούς ζούσαν ήταν γνωστή ως Rum Alley (Συνοικία των Ρωμιών). Υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτή η συνοικία ήταν κατά κύριο λόγο ελληνική τουλάχιστον από την εποχή των Φατιμίδων. Στην περιγραφή του για αυτή τη συνοικία, ο μεσαιωνικός ιστορικός, Al-Maqrizi, έγγραψε για την ύπαρξη γυναικείου μοναστηριού "που εξακολουθεί να υφίσταται και που το επισκέπτονται συχνά μουσουλμάνες γυναίκες, διότι λέγεται ότι περιέχει πηγάδι του οποίου τα νερά πιστεύεται ότι θεραπεύουν τις ασθένειες". Τέλος, για μια πηγή του 20 ου αιώνα, στρεφόμαστε στα απομνημονεύματα του πρίγκηπα Omar Touson, που θυμάται τον παππού του, τον Mohamed Ali, ν΄αναφέρεται στην ήττα των Οθωμανών από ελληνικές δυνάμεις στη μάχη της Αλ-Mura. "Τους προειδοποίησα [τις Αρχές των Οθωμανών] ότι αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα, γιατί ξέρω καλύτερα από τον καθένα το χαρακτήρα των Ρωμιών," ο Omar θυμάται να του λέγει ο παππούς του.

Επιστρέφοντας στον Ashmawi, βρίσκουμε στο βιβλίο του μια εξέσια αναφορά από έναν ξένο συγγραφέα για τη βήμα προς βήμα άνοδο του Έλληνα μπακάλη: "Τη νύχτα, κοιμάται πίσω από τον πάγκο. Φορά μια ακάθαρτη ποδιά. Χρησιμοποιεί τα πενιχρά κέρδη του για να αγοράσει άλλα εμπορεύματα. Ζει σχεδόν χωρίς να ξωδεύει τίποτα. Δανείζει χρήματα στους αγρότες με υπερβολικούς τόκους. Αγοράζει γη για το εμπόριο βαμβακιού. Συσσωρεύει ένα εκπληκτικό πλούτο όταν μόλις χθες, όταν ήρθε για πρώτη φορά στην Αίγυπτο, μετά βίας μπορούσε να προμηθευτεί το καθημερινό του ψωμί.

Σύμφωνα με τον Ashmawi, πολλοί Έλληνες επένδυσαν τις οικονομίες που συσσωρεύσαν μέσω του εμπορίου, στην ανάκτηση γης που είχαν τη δυνατότητα να πάρουν κάτω από το πλαίσιο ενός συστήματος, το οποίο εισήχθη από τον Mohamed Ali, των επιχορηγήσεων για ακαλλιέργητη γη. Επάνω σε αυτά τα εδάφη εισήγαγαν πολλές νέες καλλιέργειες ή είδη καλλιεργειών, ένα εκ των οποίων ήταν και το περιζήτητο μακρόβιο είδος βαμβακού που είναι γνωστό με το ελληνικό του όνομα: Σακκελαρίδη.

Η άλλη όψη αυτού του επιχειρηματικού πνεύματος, όμως, ήταν η κακή φήμη που ο Έλληνας είχε αποκτήσει στην ύπαιθρο για τις πρακτικές που χρησιμοποιούσε όταν δάνειζε χρήματα. Η αναφορά που παρατίθενται από τον Ashmawi συνεχίζει: "Αρχίζει να συγκεντρώνει χρήματα μέσω της τοκογλυφίας. Όταν η επιχείρησή του είναι σε σταθερή βάση, δανείζεται χρήματα από τους εμπόρους της Αλεξάνδρειας. Ξαφνικά, από τη μια μέρα στην άλλη γίνεται τραπεζίτης παίζοντας σε χρυσό. Τότε, ο άνθρωπος που ήρθε στο (Αιγυπτιακό) χωριό ξυπόλυτος και μόνο με τα ρούχα που είχε στην πλάτη του, χτίζει ένα παλάτι, το οποίο χρησιμεύει ως έδρα για να διευθύνει τις επιχειρήσεις του και όπου οι αγρότες έρχονται για να του σκύψουν το κεφάλι, στον khawaga [αφέντη]. Και μόνο το θέαμα αυτών των εκμεταλλευτών σε κάνει ν΄ανατριχιάζεις. Πλήρως αγράμματοι, οι ψυχές τους είναι γεμάτες με ακόρεστη απληστία, οι καρδιές τους δεν γνωρίζουν έλεος και το αίμα τους δεν περιέχει ούτε μια σταγόνα συμπόνιας. "


Η αστική εκδοχή του Έλληνα τα πήγε κάπως καλύτερα στο αιγυπτιακό μυαλό. Ενώ ακόμα μπακάλης, το κατάστημα του ήταν το πιο αξιοσέβαστο και βρισκόταν στις πιο αξιοσέβαστες αστικές συνοικίες. Πολύ καθαρότερο και εφοδιασμένο πολύ καλύτερα από εκείνο του ομόλογού του στην ύπαιθρο, εδώ θα μπορούσε κανείς τακτικά να βρει εμπορεύματα που δεν ήταν διαθέσιμα αλλού, αν μη τι άλλο ένα εκ των οποίων ήταν το ειδικό τυρί που απέκτησε το όνομα "gibna roumi" (ελληνικό τυρί, δηλαδή η φέτα).

Οι Έλληνες στις πόλεις είχαν διακλαδωθεί σε άλλες δραστηριότητες, ιδίως στον τομέα των ξενοδοχείων και καφετέριες. Τα Ευρωπαϊκού στυλ καφέ που άνοιξαν έγιναν εξαιρετικά δημοφιλής και πολλές από τις άλλες επιχειρήσεις τους ήταν εξίσου επιτυχή. Πολλά εξακολουθούν να φέρουν τα ονόματα των αρχικών ιδιοκτητών τους: το κατάστημα ρούχων Avirino, το ξενοδοχείο Antoniades και το θέατρο Zizinya, για να αναφέρουμε μερικά.

Διαβάζοντας τον Ashmawi, κάποιος σχηματίζει την εντύπωση ότι οι Έλληνες της Αιγύπτου έκαναν ελάχιστα για να βελτιώσουν την εικόνα τους κατά τη διάρκεια της βρετανικής εισβολής της Αλεξάνδρειας το 1882. "Πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς", γράφει, "έκαναν λόγο για την προθυμία του ελληνικού όχλου και τη φρενίτιδα των Ιταλών να αγοράσουν όπλα και τουφέκια". Μια άλλη πηγή κατηγορεί τους αλλοδαπούς για τα γεγονότα της 11ης Ιουνίου, "ειδικά οι Έλληνες είναι γνωστοί για την κλίση τους να δημιουργούν προβλήματα και φασαρία".

Αυτή είναι η εικόνα που ο Mahmoud Abul-Fath έφερε μαζί του στο ταξίδι του στη «Γη των Αl-Arwam» (ο πληθυντικός για τους Ρωμιούς), το φθινόπωρο του 1931. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι υπήρχε μια τεράστια διαφορά ανάμεσα σε αυτό που ανέμενε και σε αυτό που είδε. Πράγματι, αυτό γράφει στο εναρκτήριο άρθρο της σειράς του. Αυτή η χώρα "διαφέρει ριζικά από την εικόνα που είχα στο μυαλό μου", γράφει. "Ναι, η Ελλάδα ήταν οπισθοδρομική πριν από λίγα χρόνια και οι Έλληνες κοιμόντουσαν βαθιά. Όπως και εμείς, εμπαίζονταν γύρω από τις πολιτικές διαμάχες των κομμάτων. Ζούσαν από την πολιτική, για την πολιτική και μέσω της πολιτικής. Αλλά έχουν μάθει κάτι που μέχρι τώρα εμείς έχουμε αποτύχει να κάνουμε αντιληπτό, αυτό είναι ότι το έθνος αντικαθιστά όλα τα άλλα θέματα και ότι τα προσωπικά και κομματικά συμφέροντα, όσο μεγάλα κι αν είναι, έχουν δευτερεύοντα λόγο προστά στην ευημερία του έθνους."

Στη συνέχεια κάνει παρατηρήσεις σχετικά με τις εκδηλώσεις προόδου όσον αφορά τη «Γη των Αl-Arwam (Ρωμιών)." Οι πόλεις είχαν αναβιωθεί και αναζωογονηθεί με καινούργιους και πλατιούς δρόμους και μεγάλους χώρους που μετατράπηκαν σε δημόσια πάρκα και κήπους. Υπήρχαν κουνούργια νοσοκομεία που είχαν κατασκευαστεί και εξοπλιστεί με τα πλέον πρόσφατα σχέδια και καινούργια σχολεία του κάθε είδους - για την ακαδημαϊκή, τεχνική, τη γεωργική και την εμπορική - είχαν φυρτώσει παντού και παρείχαν τα τελευταία προγράμματα σπουδών. Τεράστιες επενδύσεις είχαν τοποθετηθεί στή ξενοδοχειακή βιομηχανία, σε κέντρα ιαματικών πηγών, στις παραθαλάσσιες και ορεινές περιοχές, με στόχο την προσέλκυση διάφορων τύπων τουριστών. Ήταν, επίσης, εντυπωσιασμένος από την άνθηση της βιομηχανίας και της γεωργίας και από τα "εμπορικά πλοία που διασχίζουν την ανοικτή θάλασσα, από τα λιμάνια της Μεσογείου πέρα από τον Ατλαντικό προς τις ακτές της Αμερικής. Όλο αυτό συνεπάγεται στην επέκταση της διακίνησης του εμπορίου".

Σε ένα δεύτερο του άρθρο, ο Abul-Fath συγκρίνει την ελληνική και την αιγυπτιακή ανώτερη τάξη, κατηγορώντας την τελευταία για την αποτυχία της να συμβάλει στην πρόοδο του έθνους. "Δεν υπάρχει ούτε ένας πλούσιος Έλληνας στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό που δεν έχει μοιραστεί τον πλούτο του με το έθνους του και που δεν έχει κληροδοτήσει τη χώρα του με ένα ή περισσότερα ιδρύματα που θα τιμούν τ' όνομά του για όλη την αιωνιότητα για την ισχυρή υποστήριξη που έδωσε στο κτίσημο της αναβίωσης του ελληνικού έθνους .

Μεταξύ αυτών των μεγαλόψυχων ευεργετών ήταν ο χρηματοδότης Ανδρέας Συγγρός που "πριν από αρκετά χρόνια αφιέρωσε 60 εκατομμύρια χρυσές δραχμές, ή περίπου 2,5 εκατομμύρια αιγυπτιακές λίρες, για να φέρει πόσιμο νερό την Αθήνα" και ο οποίος "έδωσε στο κράτος ένα πλούσιο κήπο και ένα τεράστιο αγρόκτημα κοντά στην πρωτεύουσα για πειραματικούς σκοπούς της γεωργικής πρακτικής εκπαίδευσης". Ένας άλλος, ο Γεώργιος Αβέρωφ, δώρισε ένα θωρακισμένο καταδρομικό στον ελληνικό στόλο και κατασκεύασε ένα τεράστιο γήπεδο (το Καλλιμάρμαρο) με 40.000 θέσεις θεατών. Μετά υπάρχει ο Ηρακλής Βόλτος, ο έμπορος βαμβακιού από την Αλεξάνδρεια που κληροδότησε 100, 000 αιγυπτιακές λίρες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ο Pasikha, ένας έμπορος βαμβακιού από το Καφρ Ελ–Ζαγιάτ που κληροδότησε 150, 000 αιγυπτιακές λίρες για την αναβίωση της μουσικής στην Ελλάδα. Ένας άλλος, ο Ιωάννης Δημητρίου, ο οποίος έζησε στην Αλεξάνδρεια για ένα σημαντικό μέρος της ζωής του, δώρισε τη συλλογή των πολύτιμων αιγυπτιακών αρχαιοτήτων που είχε στο Μουσείο Αθηνών. Τέλος, υπήρχαν οι αδελφοί Βαλλιάνου, Ρωμιοί κάτοικοι Λονδίνου, οι οποίοι έχτισαν την Εθνική Βιβλιοθήκη της Αθήνας, και η οικογένεια Satanato, Ρωμιοί από τη Ρουμανία, που κατασκευάσαν στην Ελλάδα Εθνική Ναυτική Ακαδημία.


Ο Abul-Fath συνεχίζει: "Πόσα αιγυπτιακά ονόματα μπορούμε να καταγράψουμε μαζί με αυτά τα ελληνικά ονόματα; Δυστυχώς, φαίνεται ότι εμείς (οι Αιγύπτιοι) είμαστε πολύ φτωχοί σε ευεργέτες. Πολύ λίγοι από τους πλουσίους μας έχουν χωριστεί ακόμη και με ένα μικρό μέρος του πλούτου τους, για να το δωρίσουν στο έθνος . Οι περισσότεροι άλλοι δεν αισθάνονται την παραμικρή έγνοια για την ευημερία του έθνους και κάθε ανησυχία που έχουν γι αυτή την ευημερία, προέρχεται από το πώς θα μπορούσε να χρησιμεύσει στην προσωπική τους εξυπηρέτηση. Έτσι, εάν συμμετέχουν στο εθνικό κίνημα, η συμμετοχή τους περιορίζεται σε λόγια και, αυτό, μόνο για την εμφάνιση και τη φθηνή φήμη. Υπάρχουν ονόματα που αντηχούν στον Τύπο από καιρό σε καιρό. Τα στοιχεία ακινήτων αποκαλύπτουν ότι τους ανήκουν χιλιάδες feddans (εκτάρια γης) και δεκάδες κτίρια, και εκατοντάδες χιλιάδες λίρες, σε τραπεζικές καταθέσεις. Ωστόσο, στο δημόσιο μητρώο φιλανθρωπίας είναι σπάνιο να βρεθεί ένα γρόσι να καταγράφεται δίπλα στα ονόματά τους." Ο Abul-Fath καταλήγει την επίπληξη του με μια έκκληση προς τους πλούσιους αιγυπτίους ν' ανοίξουν πορτοφόλι τους και να αφυπνίσουν το αίσθημα πατριωτισμού τους.

Στο τρίτο άρθρο του, ο ανταποκριτής της Al-Ahram συζητά για τις πολιτικές και εμπορικές σχέσεις μεταξύ της Αιγύπτου και της Ελλάδας. Η ιστορία των δύο χωρών χρονολογείται χιλιάδες χρόνια. "Οι ιστορίες των δύο εθνών είναι σε μεγάλο βαθμό αλληλένδετες", γράφει. "Για γενεές και αιώνες, κάθε φορά που μια θύελλα τους έπληξε, η φιλία τους ξανάρχιζε και πάλι σε μια στενότερη και πιο σταθερή βάση από ό, τι πριν." Η καλύτερη μαρτυρία για τη σχέση αυτή, κατά τη γνώμη του, ήταν η μεγάλη ελληνική κοινότητα στην Αίγυπτο. "Η πίστη αυτής της κοινότητας για την δεύτερη πατρίδα τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πολλοί από αυτούς έχουν πλήρως αφομοιωθεί στην αιγυπτιακή ζωή. Στην αιγυπτιακή ύπαιθρο, εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες Arwam (Ρωμιοί) δεν έχουν δει ποτέ τη χώρα καταγωγής τους και πιθανότατα θα ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους εδώ στην Αίγυπτο. Άλλοι έφεραν μαζί τους την Αίγυπτο με την επιστροφή τους στην Ελλάδα. Έξω από την Αθήνα βρίσκεται ένα αρχοντικό με εκπληκτική ομορφιά. Ανήκει σε έναν πλούσιο Ρωμιό που έχει αιγυπτιακή υπηκοότητα και που την διατήρησε ακόμη και μετά την επιστροφή του στην μητρική του γη. Μπορείτε να δείτε το αγωνιστικό αυτοκίνητο του μέσα στους δρόμους της Αθήνας με την αιγυπτιακή σημαία να κυματίζει πάνω του."

Η Αίγυπτος είχε πάντοτε ισχυρές εμπορικές σχέσεις με την Ελλάδα, συνεχίζει ο Abul-Fath . Πριν από τη σημερινή οικονομική κρίση ο όγκος των διμερών εμπορικών συναλλαγών υπερέβη το 1.5 εκατ. λίρες Αιγύπτου "Εμείς εξάγουμαι στην Ελλάδα μεγάλες ποσότητες ρυζιού, λαχανικών, ακατέργαστων δερμάτων και άσφαλτο. Η Ελλάδα ήταν ο όγδοος μεγαλύτερος εισαγωγέας αιγυπτιακού ρυζιού και ο τρίτος μεγαλύτερος εισαγωγέας αιγυπτιακών δερμάτων, με το σύνολο των αγορών του εν λόγω προϊόντος να υπερβαίνει τις 550, 000 αιγυπτιακές λίρες". Εκτός από τα τυριά και τα αλκοολούχα ποτά, οι εισαγωγές της Αιγύπτου από την Ελλάδα περιλαμβάνονται από καπνό, σταφύλια, σταφίδες, σύκα, αμύγδαλα, σαπούνι και χρυσό. Οι ετήσιες εισαγωγές της ανήλθαν πάνω από ένα εκατομμύριο λίρες.

Ο Abul-Fath κάνει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Αν και η παγκόσμια ύφεση έφερε τη δραστική μείωση των εισαγωγών της Ελλάδα από την Αίγυπτο το αντίστροφο δεν ισχύει. Ενώ ο όγκος των αιγυπτιακών εξαγωγών προς την Ελλάδα κατρακύλησε σε 265, 000 αιγυπτιακές λίρες, οι εισαγωγές της Αιγύπτου από την Ελλάδα έπεσαν μόνο κατά 912, 000 αιγυπτιακές λίρες. "Εάν η Ελλάδα μείωσε τις αγορές της από εμάς πάνω από το ήμισυ, ενώ οι αγορές μας από την Ελλάδα παραμένουν σχεδόν στα ίδια επίπεδα, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι Έλληνες είναι οι σοφότεροι και πιο αποφασιστικοί. Όταν η κρίση εντάθηκε, έσφιξαν τα ζωνάρια τους. Μείωσαν τις ανάγκες τους από την εξωτερικό, περνώντας με αυτά που παράγει η χώρα τους, φθάνοντας έτσι σε μια ισορροπία των εμπορικών συναλλαγών τους που εξασφαλίζει ότι τα χρήματα τους δεν θα διαρρεύσουν έξω από τα ταμεία τους για να πάνε σε ξένες χώρες. " Ένα μάθημα που φαίνεται ότι έχουμε ακόμη να μάθουμε.

Μια πιο σκοτεινή πλευρά των ελληνοαιγυπτιακών σχέσεων εμφανίζεται σε ένα τέταρτο άρθρο αφιερωμένο στο λαθρεμπόριο ναρκωτικών. "Ο Πειραιάς", γράφει ο Abul-Fath, "είχε γίνει σημείο διέλευσης μεταφοράς παράνομων ναρκωτικών στην Αίγυπτο. Ένας Έλληνας υπάλληλος που εμπλέκεται στην καταπολέμηση του λαθρεμπορίου ναρκωτικών του είπε τα εξής για μια συνομιλία που είχε με έναν διαβόητο βαρόνο ναρκωτικών στον Πειραιά. Ο επίσημος είπε, "Είσαι ένας πλούσιος άνθρωπος. Γιατί πρέπει να εργάζεσε στο λαθρεμπόριο, το οποίο γνωρίζεις ότι είναι πολύ υποτιμητικό και ένα επικίνδυνο εμπόριο;" Ο έμπορος ναρκωτικών απάντησε, "Βρίσκω μια διέγερση που δεν μπορώ να βρω σε οποιαδήποτε άλλου ήδους δουλειά."

Ευτυχώς, η ελληνική κυβέρνηση καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την προστασία των Αιγυπτίων από τα επιβλαβεί ναρκωτικά. "'Εχει απαγορεύσει την καλλιέργεια του χασίς, σύμφωνα με μια συμφωνία που υπέγραψε με την Αίγυπτο. Αλλά περισσότερο, έχει κάνει αυστηρότερη επιτήρηση και κάθε φορά που ανακαλύπτει μια παράνομη φυτεία από χασίς σ' ένα χωράφι, την καταστρέφει αμέσως." Ωστόσο, απαιτούνται περαιτέρω αντίδοτα και ο Abul-Fath συνέστησε δύο. Πρώτον, η αιγυπτιακή κυβέρνηση θα πρέπει να θεσπίσει θέσεις επιτήρησης στα μεγάλα ελληνικά λιμάνια. "Γνωρίζουμε ότι οι αιγυπτιακές αρχές επί του παρόντος κάνουν ελάχιστα για να ελέγξουν αυτό το διαβολικό εμπόριο. Επιπλέον, τα Αιγυπτιακά προξενεία δεν διαθέτουν επαρκή μέσα στη διάθεσή τους, αλλά πρέπει να βασίζονται στις αναφορές που έρχονται σ 'αυτά από άτομα τα οποία είτε ποθούν μια ανταμοιβή είτε επειδή διψούν για εκδίκηση εναντίον συναδέλφων τους στην επιχείρηση του λαθρεμπορίου. " Δεύτερον, προτρέπει την αιγυπτιακή ακτοφυλακή να εντείνει τις περιπολίες της και να τις επεκτείνει πέρα από τα λιμάνια που οι λαθρέμποροι τείνουν να αποφεύγουν έτσι κι αλλιώς.

Ο Abul-Fath αφιέρωσε τα τελευταία τρια άρθρα του στην μεγάλη πρόοδο που είχε επιτευχθεί στην Ελλάδα για την οικονομική της ανάπτυξη. Το ότι ένιωθε ότι η Αίγυπτος σημείωσε σημαντική καθυστέρηση ήταν εμφανής από τις συχνές εκκλήσεις του προς τους συμπατριώτες του να μιμηθούν το παράδειγμα των "Arwam" (Ρωμιών).

Στρέφεται πρώτα στη γεωργία και αρχίζει με μια σύντομη περιγραφή της γεωγραφικής και δημογραφικής διάταξης της Ελλάδας. "Η Ελλάδα", γράφει, "είναι μια μεγάλη χερσόνησος που περιτριγυρίζεται από τα νερά της Μεσογείου και διαχωρείζεται σε τρεις μεγάλες ενότητες. Η πρώτη περιλαμβάνει τη Μακεδονία, την Ηπείρο και τη Θεσσαλία. Η δεύτερη παρατείνεται από τα νότια σύνορα των επαρχιών αυτών προς τον Κορινθιακό Κόλπο και η τρίτη αποτελείται από την Πελοπόννησο. Επιπλέον, η Ελλάδα κατείχε πολλά νησιά. Η συνολική της έκταση ήταν 127 τετραγωνικά χιλιόμετρα, σε αντίθεση με περίπου ένα εκατομμύριο τετραγωνικά χιλιόμετρα της Αιγύπτου.

Μετά το Α' Παγκοσμίο Πολέμο, ο πληθυσμός στην Ελλάδα ανερχόνταν σε πέντε εκατομμύρια, αν και αυξήθηκε κατά ένα εκατομμύριο και ένα τέταρτο μετά την εκδίωξη των Ελλήνων από την Τουρκία. Οι Έλληνες οι ίδιοι είναι ένας "ομοιογενής λαός, σε αντίθεση με τους λαούς των Βαλκανίων. Η χώρα δεν έχει σημαντικές θρησκευτικές, γλωσσικές ή εθνοτικές μειονότητες, και ότι υπάρχει από αυτές αντιστοιχούν σε λιγότερο από πέντε ή έξι τοις εκατό του πληθυσμού. Αυτές οι μειονότητες, εξάλλου, έχουν βαθμιαία συρρικνωθη δυνάμει του δικαίου της αντικατάστασης πληθυσμού ή λόγω της εξομοίωσης."

Η γεωργία ήταν ο πρωτογενής τομέας της Ελλάδας, με τις εξαγωγές στον τομέα αυτό να αποτελούν τα τρία τέταρτα του εμπορίου της. "Ήταν επομένως φυσικό ότι η κυβέρνηση θα εστίαζε ιδιαίτερη προσοχή στην ανάπτυξη της γεωργίας μέσω της διευκόλυνσης από διάφορα κανάλια για επενδύσεις, την προώθηση σύγχρονων μεθόδων καλλιέργειας και αποκατάστασης εδαφών."

Επιπλέον, το 1918, η κυβέρνηση ψηφίσε ένα νέο νόμο για την αγροτική ιδιοκτησία γης. Ως μέλος της αιγυπτιακής μεσαίας τάξης, αντί της τάξης των γαιοκτημόνων αριστοκρατών, υπήρχαν λόγοι για τους οποίους ο Abul-Fath θα έδειχε ενδιαφέρον γι' αυτό το νόμο. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση ιδιοποιείται μεγάλα κομμάτια γης από μεγάλους γαιοκτήμονες, τους πληρώνει για αυτά τα οικόπεδα σε τιμή που βασίζεται στη προπολεμική αξία τους, και την κάνει αναδιανομή μεταξύ των μικρών αγροτών. Θα μπορούσε να ανακτήσει στη συνέχεια την αρχική δαπάνη τους από τις δόσεις που καταβάλλονται από τους νέους μικρό γαιοκτήμονες κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 30 ετών. Ο Abul-Fath προσθέτει, "εξακολουθούν να υπάρχουν σήμερα μόνο λίγα από τα πολύ μεγάλα κτήματα που έχουν παραμείνει άθικτα για συγκεκριμένους σκοπούς, όπως η πειραματική καλλιέργεια και η μαζική παραγωγή ορισμένων καλλιεργειών."

Ο ανταποκριτής της Al-Ahram ραδιουργήθηκε επίσης και από άλλες αγροτικές μεταρρυθμίσεις. Οι γεωργικοί συνεταιρισμοί είχαν αυξηθεί σε πάνω από 5.000, έξι φορές τον αριθμό που υπήρχαν το 1915. "Ο σκοπός αυτών των οργανώσεων είναι να επεκτείνουν τα δάνεια προς τους αγρότες ως ανταλλακτικό από τα συμπλέγματα των τοκογλύφων. Επιπλέον, αγοράζουν όλα τα γεωργικά εφόδια που χρειάζεται ένας γεωργός και τα πωλούν σε αυτόν σε πολύ λογικές τιμές. Τον βοηθούν να διαθέτει την παραγωγή του και εκτελούν όλες τις άλλες υπηρεσίες τους προς όφελος του αγρότη.

"Σε ένα ακόμη βήμα προς την κατεύθυνση αυτή, το 1928, η κυβέρνηση προέβη, μέσω μιας συμφωνίας με την Ελληνική Εθνική Τράπεζα, στη δημιουργία μιας αγροτικής τράπεζας, η λειτουργία της οποίας ήταν να επεκτείνει τα δάνεια προς τους γεωργικούς συνεταιρισμούς και να βοηθήσει τους μετανάστες για την εγκατάσταση τους και ανάληψη της γεωργίας. Από τότε, η τράπεζα "αύξησε τα επιπέδα της πιστοληπτικής ικανότητας των γεωργικών επενδύσεων, μείωσε τα επιτόκια και απλουστεύθηκαν οι όροι πληρωμής των δανείων προς τους αγρότες, και έγινε αναδιάρθρωση του φορολογικού συστήματος, έτσι ώστε οι φόροι να μην εκτιμούνται από την παραγωγή, αλλά από την παραγωγικότητα της γης".

Τέλος, η κυβέρνηση προώθησε ενεργά γεωργική εκπαίδευση στην ύπαιθρο. Εκτός από την κατασκευή σχολείων, ιδρύσε πειραματικές φάρμες, ίδρυσε κέντρα γεωργικής συμβουλής και δημιουργήθηκαν ειδικές υπηρεσίες για τη διαφύλαξη μεγάλων καλλιεργειών όπως ο καπνός, οι ελιές, το ελαιόλαδο και συναφείς μεταποιητικές βιομηχανίες.

Είκοσι χρόνια νωρίτερα ο βιομηχανικός τομέας στην Ελλάδα ήταν αμελητέος, γράφει ο Abul-Fath. Ωστόσο, μετά τους πολέμους στα Βαλκάνια, τo Μεγάλο Πολέμο και μετά τα γεγονότα στην Τουρκία, "η αξία του ελληνικού νομίσματος μειώθηκε τόσο δραστικά ώστε τα ξένα προϊοντα να καθιστούν δυσβάσταχτα." Αυτό υποχρέωσε τους Έλληνες να στρέψουν την προσοχή τους στη βιομηχανία και την «ανάπτυξη εθνικών βιομηχανιών για την κάλυψη των πρωτογενών τους αναγκών". Και συνεχίζει, "Από το 1920 και μετά, η Ελλάδα μπορεί να θεωρηθεί ότι κατέχει έναν βιομηχανικό κλάδο άξιο του ονόματός του. Ο τομέας αυτός, με τη σειρά του, δημιουργεί νέες βιομηχανίες, όπως τη παραγωγή δίσκων φωνογράφου, κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, ελαστικά, εξαρτήματα σωληνώσεων, μεταλλικά χρώματα, ταρταρούγα μέρη , ηλεκτρικούς λαμπτήρες και κλειδαριές.

"Ο λόγος που η ελληνική βιομηχανία αναπτύχθηκε τόσο αργά, σύμφωνα με τον Abul-Fath, ήταν η έλλειψη των πρώτων υλών και των επενδυτικών κεφαλαίων σε συνδυασμό με τα κακά μέσα μεταφοράς, τα υψηλά έξοδα μεταφοράς και τον ανεπαρκή αριθμό καταρτισμένων εργαζομένων και τεχνικών. Αυτά ήταν ακριβώς τα προβλήματα που η κυβέρνηση προσπάθησε να διορθώσει "με τη βοήθεια των μεγάλων τραπεζών, οι οποίες επέκτηναν χιλιάδες εκατομμύρια δραχμές σε διάφορες βιομηχανικές επιχειρήσεις". Επιπλέον, η κυβέρνηση βελτίωσε την υποδομή μεταφοράς και αύξησε τον αριθμό σχολείων βιομηχανικής κατάρτισης και εργαστηρίων προκειμένου να διαδοθεί η βιομηχανική εκπαίδευση και να προσφέρει καθοδήγηση στους κατασκευαστές".

Προς το συμφέρον της προώθησης της βιομηχανίας το Υπουργείο Οικονομίας θεσπίσε νομοθεσία για την προστασία της εκκολαπτόμενης εγχώριας παραγωγής. Οι νόμοι επηρέασαν τα πάντα από το ιδιοκτησιακό καθεστώς ιδιοκτησίας στον βιομηχανικό τομέα, μέχρι τη φορολογία. Όσον αφορά το τελευταίο, φαίνεται ότι η κυβέρνηση προώθησε μια σκληρή τελωνειακή πολιτική, "με την αύξηση των φόρων κατά την εισαγωγή προϊόντων που θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν με τις εγχώριες βιομηχανίες και μειώνοντας τους στα μηχανήματα και τον εξοπλισμό που απαιτούνται για την παραγωγή και για επενδύσεις σε νέες βιομηχανίες". Επιπλέον, η κυβέρνηση προσφέρει πολλές υπηρεσίες σε μεγάλες επιχειρήσεις", μεταξύ των οποίων τη άδεια εκμετάλευσης της κατάλληλης ιδιωτικής ή κρατικής ιδιοκτησίας που κρίνεται απαραίτητη για την κατασκευή ενός εργοστασίου". Ο Abul-Fath χωρίζει σε τρεις κατηγορίες τις βιομηχανίες της Ελλάδας: εκείνες που έχουν προχωρήσει αρκετά για να υποκαταστήσουν τις ανάγκες της χώρας για εισαγωγές μιας σειράς προϊόντων, αυτές οι οποίες δεν έχουν ακόμη φθάσει στο ανάλογο επίπεδο, και αυτές που πρέπει να συνεχίσουν να αναπτύσσονται με στόχο τη μείωση της εξάρτησης της Ελλάδας στις εισαγωγές. Η παραγωγή βιομηχανικών μηχανημάτων, για παράδειγμα, έπεσε στην δεύτερη κατηγορία.

Ο Abul-Fath δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να σταθεί στο ελληνικό εμπόριο, αναμφίβολα, επειδή ήξερε ότι οι αναγνώστες του είχαν επίγνωση της ιστορίας της Ελλάδας και τη φήμη της ως εμπορικής χώρας. Κατά την περίοδο που έγραφε, η Ελλάδα είχε ένα εμπορικό στόλο με συνολική χωρητικότητα του ενός εκατομμυρίου τόνων και μισό. Ωστόσο, πήρε την ευκαιρία να επαινέσει τις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης για την προώθηση του εμπορίου, παρατηρώντας ειδικότερα την πλευρά των εμπορικών επιμελητηρίων που έπαιξαν μαγάλο ρόλο συμβάλλοντας στο άνοιγμα νέων αγορών για τα ελληνικά προϊόντα και ανοίγοντας το δρόμο για διμερή συναλλαγές ως η πλέον ευνοουμένη χώρα.

Κάποιος μπορεί να φανταστεί ότι η σειρά άρθρων του Abul-Fath θα βοηθούσε τους αναγνώστες της Al-Ahram να καταλάβουν γιατί η μετανάστευση των "Arwam (Ρωμιών)" στην Αίγυπτο είχε βαθμιαία μειωθεί. Η Ελλάδα κατάφερε ν' ασκεί μια κεντρομόλο, παρά φυγόκεντρη, δύναμη πάνω στο λαό της.

* Ο συγγραφέας είναι καθηγητής της ιστορίας και ο επί κεφαλής του Ιστορικού Κέντρου Μελετών της Al-Ahram.

Από την εφημερίδα Al- Ahram

Μεταφράστηκε και αναρτήθηκε στα ελληνικά από Noctoc

A detailed description of Greece was published in several instalments in Al-Ahram in 1931. The newspaper's correspondent, writes Professor Yunan Labib Rizk*, reviewed the country's business, agriculture and industry and how they compared with Egypt's.

"Al-Ahram in Greece" introduces a new series by the newspaper's man of difficult missions, Mahmoud Abul-Fath. Beginning on 5 October 1931, it opened, "Greece has disappointed me! This is my first visit. I arrived with an image formed by pure conjecture and reality did not bear it out. Greece will disappoint every Egyptian who visits it for the first time."

Undoubtedly it was not entirely "pure conjecture" at work here; Egyptians did have a collective preconception of the Greeks. In The Greeks in Egypt: A Historical Study of Their Political-Economic Role from 1805 to 1956, Sayed Ashmawi writes: "The Greek to the ordinary man in the street was that Dimitri or Apostoli who arrived in the village a poor man, opened a small grocery and within a few years became the owner of a large commercial enterprise and extensive properties."

Interestingly, Egyptians referred to the Greek as a "Roumi", a name derived from Greece's membership in the Byzantine -- or Eastern Roman -- Empire. A document dating from 1837 refers to the Greek representative in Alexandria as the consul of "Roum". In Al-Khitat Al-Tawfiqiya (New Plans for Egypt Under Tawfiq, 1886-89), Ali Mubarak wrote that in 1840 there were 5,000 "Roumis" in Egypt, of whom 3,000 were born in the country and 2,000 newly arrived for the pursuit of commerce. The famous 19th century government official adds that the area of Cairo in which many of them lived was known as Roum Alley. There is evidence that this quarter had been predominantly Greek since at least the Fatimid era. In his description of this quarter, the mediaeval historian, Al-Maqrizi, documents the existence of a convent "that still exists and is frequently visited by Muslim women because it is said to contain a well whose waters are believed to cure illness". Finally, for a 20th century source, we turn to the memoirs of Prince Omar Touson, who remembers his grandfather, Mohamed Ali, referring to the Ottoman defeat by Greek forces at the battle of Al-Mura. "I warned them [the Ottoman authorities] that this would be the outcome, because I know better than anyone the character of the Roumi," Prince Omar recalled.

Returning to Ashmawi, we find in his work a delightful account by a foreign writer of the step-by-step climb of the Greek grocer: "At night, he sleeps behind the counter. He wears a grimy apron. He uses his meagre profits to buy other goods. He lives on virtually nothing. He lends money to peasants at exorbitant interest. He buys land and trades in cotton. He amasses an astounding fortune when only yesterday, when he first came to Egypt, he could barely afford his daily bread."

According to Ashmawi, many Greeks invested the savings they accumulated through commerce in the reclamation of lands they were able to obtain under a system, introduced under Mohamed Ali, of grants of uncultivated land. Onto these lands they introduced many new crops or strains of crops, of which was that highly prized long-staple cotton known by its Greek name: sklaridis.

The other face of this entrepreneurial spirit, however, was the notoriety the "Roumi" acquired in the countryside for his money lending practices. The account cited in Ashmawi continues: "He begins to accumulate money through usury. When his business is on a solid footing he borrows money from the merchants of Alexandria. Suddenly, from one day to the next he becomes a banker playing in gold. Then, the man who came to the village barefoot with only the clothes on his back, builds a palace, which serves as his headquarters for running his business and where the peasants come to grovel to him, the khawaga [master]. Merely the sight of most of those usurers makes one's skin crawl. Totally unlettered, their souls are obsessed with voracious greed, their hearts know no mercy and their blood contains not a drop of compassion."

The urban version of the "Roumi" fared somewhat better in the Egyptian mind. While still a grocer, his was the more respectable shop to be found in the more respectable urban neighbourhoods. Far cleaner and much better stocked than that of his rural counterpart, one could frequently find goods unavailable elsewhere, not least of which was that special cheese that acquired the name "gibna roumi".

Greeks in the city also branched into other activities, particularly the hotel business and coffeehouses. The European style cafés they opened became hugely popular and many of their other businesses were equally successful. Many still carry the names of their original owners: the Avirino clothes store, Antoniades Hotel and Zizinya Theatre, to name a few.

One gathers from Ashmawi that the Greeks in Egypt did little to improve their image during the British invasion of Alexandria in 1882. Many contemporaries, he writes, had spoken of "the readiness of the Greek rabble and the frenzy of the Italians to buy guns and rifles". Another source blamed foreigners for the events of 11 June, "especially the Greeks known for their proclivity for causing trouble and their rowdiness".

Such is the image that Mahmoud Abul-Fath bore with him on his excursion to the "Land of Al-Arwam" (the plural of Roumi) in the autumn of 1931. No wonder there was a world of difference between what he expected and what he saw. Indeed, he says as much in the opening article in his series. This country "differs radically from the image I had in my mind", he said. "Yes, Greece was backwards until a few years ago and the Greeks were fast asleep. Like us, they toyed around with political party squabbles. They lived on politics, for politics and by politics. But they have learned something we as yet have failed to grasp, which is that the nation supersedes all other considerations and that personal and party interests, no matter how great, come second to the welfare of the nation."

He then remarks on the manifestations of progress in the "Land of Al-Arwam." Cities had been revived and rejuvenated with new and broader roads and large spaces accorded to public parks and gardens. There were new hospitals constructed and equipped to the latest designs and new schools of every sort -- academic, technical, agricultural and commercial -- had cropped up everywhere and featured the latest curricula. Huge investments had been made in the hotel and spa industries in seaside, coastal and mountain areas in the interests of attracting various types of tourists. He was also impressed by the booming industrial and agricultural sectors and by the "commercial ships that traverse the high seas from the ports of the Mediterranean across the Atlantic to the shores of America. All this implies expansion in the movement of trade".

In a second article, Abul-Fath compares the Greek and Egyptian upper classes, faulting the latter for their failure to contribute to the progress of the nation. "There is not a wealthy Greek in Greece or abroad who has not shared his wealth with his nation and has not bequeathed his nation one or more institutions that will commemorate his name for all eternity for the powerful support he has given in building the Greek revival."

Among these magnanimous benefactors was the financier Singros who "several years ago dedicated 60 million gold drachmas, or approximately 2.5 million pounds, to bring fresh water to Athens" and who "gave to the state a garden of riches and a vast farm near the capital for the purposes of agricultural experiments and practical training". Another, Avirov, donated an armoured cruiser to the Greek navy and constructed an enormous stadium that seats 40,000 spectators. Then there was Voltos, the cotton merchant from Alexandria who bequeathed LE100,000 to the University of Athens and Pasikha, a cotton merchant from Kafr Al-Zayyat who bequeathed LE150,000 towards the revival of music in Greece. A fifth, Dimitrio, who had lived in Alexandria for a considerable portion of his life, donated his collection of highly valuable Egyptian antiquities to the Athens Museum. Finally, there were the Valino brothers, Arwam residing in London, who built the National Library in Athens, and the Satanato family, Arwam from Romania, who constructed Greece's National Naval Academy.

Abul-Fath continues: "How many Egyptian names can we list alongside these Greek names? Sadly, it appears that we are very poor in benefactors. Very few of our wealthy have parted with even a small portion of their wealth to donate to the nation. Most others feel not the slightest bond to the welfare of the nation and any concern they have for the public welfare stems from how it might serve their personal advantage. Thus, if they participate in the national movement, their participation is restricted to words and, then, only for display and cheap fame. There are names that reverberate in the press from time to time. Property records reveal that they own thousands of feddans and dozens of buildings, and have hundreds of thousands of pounds as bank deposits. Yet, in the public charity register it is rare to find a single piastre listed next to their names." Abul-Fath concludes his rebuke with an appeal to the Egyptian wealthy to loosen their purse strings and to awaken their sense of patriotism.

In his third instalment, the Al-Ahram correspondent discusses political and trade relations between Egypt and Greece. The history of the two countries dates back thousands of years. "The histories of the two nations are greatly intertwined," he writes. "For generations and centuries, whenever a storm struck, their friendship would resume on a closer and more solid basis than before." The best testimony to this relationship, in his opinion, was the large Greek community in Egypt. "The loyalty of this community to their second homeland has been so great that many of them have totally assimilated into Egyptian life. In the Egyptian countryside, hundreds, indeed thousands, of Arwam have never seen their country of origin and they will most likely live out the remainder of their days here in Egypt. Others have brought Egypt with them back to Greece. Outside Athens stands a mansion of astounding beauty. It belongs to a wealthy Roumi who had taken Egyptian nationality and has kept it even after returning to his native land. You can see his car racing through the streets of Athens with the Egyptian flag fluttering over it."

Egypt has always had strong trade relations with Greece, Abul-Fath continues. Before the current economic crisis the volume of bilateral trade exceeded LE1.5 million. "We exported to Greece large quantities of rice, vegetables, untanned leather and asphalt. Greece was the eighth largest importer of Egyptian rice and the third largest importer of Egyptian leather, with total purchases of this product exceeding LE550,000." In addition to cheeses and alcoholic beverages, Egypt's imports from Greece included tobacco, grapes, raisins, figs, almonds, soap and gold bullion. Its annual imports totaled over a million pounds.

Abul-Fath makes an interesting observation. Although the global depression brought a drastic reduction in Greece's imports from Egypt the reverse did not apply. While the volume of Egyptian exports to Greece plummeted to LE265,000 its import bill only fell to LE912,000. "If Greece has cut its purchases from us by over a half while our purchases from Greece remain virtually at the same level, this is because the Greeks are wiser and more resolute. When the crisis intensified they tightened their belts. They reduced their needs from abroad, making do with what their own country produces, thereby reaching a balance of trade that ensures their money does seep out from their coffers to foreign countries." A lesson it appears that we still have to learn.

A darker side of Egyptian-Greek relations appears in a fourth article dedicated to drug smuggling. Piraeus, writes Abul-Fath, had become a transit point for the transport of illicit drugs to Egypt. A Greek official involved in combating drug trafficking told him of the following conversation he had with a notorious drug baron in Piraeus. The official said, "You are a rich man. Why must you work in smuggling, which you know is both a dishonorable and a perilous trade?" The drug merchant answered, "I find in it a stimulation I cannot find in any other line of work."

Fortunately, the Greek government was doing its utmost to protect Egyptians from harmful drugs. "It has outlawed the cultivation of hashish in accordance with an agreement it signed with Egypt. But more, it has tightened up surveillance and whenever it discovers an illicit plot of hashish it destroys it immediately." However, further antidotes were needed and Abul-Fath recommended two. First, the Egyptian government should establish surveillance posts in the major Greek ports. "We know that the Egyptian authorities are currently doing little to control this fiendish trade. In addition, the Egyptian consulates do not have sufficient means at their disposal but must rely on the reports that come to them from individuals who are either lusting after a reward of thirsting for revenge against their colleagues in the smuggling business." Secondly, he urges the Egyptian coast guard to intensify its patrols and extend them beyond the ports which smugglers tend to avoid anyway.

Abul-Fath devoted his last three instalments to the great strides Greece had made in economic development. That he felt Egypt lagged considerably behind was evident from his frequent appeals to his countrymen to emulate the example of the "Arwam".

Turning first to agriculture, he opens with a brief description of Greece's geographical and demographic layout. Greece, he writes, is a large peninsula cleft by the waters of the Mediterranean into three large sections. The first comprised Macedonia, Epirus and Thessaly; the second extended from the southern borders of these provinces to the Gulf of Corinth and the third consisted of the Peloponnisos. In addition, Greece possessed many islands. Its total land area was 127 square kilometres, as opposed to Egypt's approximately one million square kilometres.

Following the Great War, Greece's population stood at five million although it rose by a million and a quarter following the expulsion of the Greeks from Turkey. The Greeks themselves were "a homogeneous people, unlike the peoples of the Balkans. The country has no religious, linguistic or ethnic minority of note, for such that exist account for less than five or six per cent of the populace. These minorities, moreover, are gradually dwindling by virtue of the law of population replacement or by virtue of assimilation."

Agriculture was Greece's primary industry, with exports from this sector constituting three-fourths of its trade. "It was therefore only natural that the government focus particular attention on agricultural development through facilitating various channels for investment, promoting modern methods of cultivation and land reclamation."

In addition, in 1918, the government promulgated a new law on agrarian land ownership. As a member of the Egyptian middle class, rather than of the landed gentry, there were reasons why Abul-Fath would take an interest in this law. Under it, the government appropriated large tracks of land from large landholders, paying them for these lands a price based on their prewar value, and redistributing them among small farmers. It would then recover its initial outlay from the instalments paid by the new small landholders over a period of 30 years. Abul- Fath adds, "There remain now only a handful of the very large estates which have been kept intact for specific purposes such as experimental farming and mass production of certain crops."

The Al-Ahram correspondent was also intrigued by other agrarian reforms. Agricultural cooperatives had increased to over 5,000, six-fold the number that existed in 1915. "The purpose of these associations is to extend loans to farmers in order to spare them from the clutches of moneylenders. In addition, they purchase all the agricultural supplies a farmer needs and sell them to him at very reasonable prices. They help him dispose of his produce and perform other services all of which benefit the farmer."

In a further step in this direction, in 1928, the government initiated, through an agreement with the Greek National Bank, the establishment of an agrarian bank, the function of which was to extend loans to the agricultural cooperatives and assist migrants in settling down and taking up agriculture. Since then, the bank "increased its credit levels for agricultural investment, lowered interest rates and simplified terms of payment on loans to farmers, and restructured the tax system so that taxes would be gauged not by produce but by the productivity of land".

Finally, the government actively promoted agricultural education in the countryside. In addition to constructing schools, it founded experimental farms, established agricultural counseling centres and created special agencies to safeguard major cash crops such as tobacco, olives, olive oil and their associated processing industries.

Twenty years earlier the industrial sector in Greece had been negligible, Abul-Fath writes. However, following the wars in the Balkans, the Great War and subsequent events in Turkey, "the value of the Greek currency dropped so drastically as to render foreign goods unaffordable." This compelled the Greeks to turn their attention to industry and "develop national industries to meet their primary needs". He continues, "From 1920 onwards Greece can be said to posses an industrial sector worthy of the name. This sector, in turn, generated new industries such as the production of phonograph records, textiles, rubber, piping accessories, metallic paints, celluloid articles, electric bulbs and locks."

The reason the Greek industry was so late in developing, according to Abul-Fath, was the lack of primary materials and investment capital combined with poor transport facilities, the high costs of freight and the insufficient numbers of trained workers and technicians. These were precisely the problems the government sought to remedy "with the assistance of the major banks, which extended thousands of millions of drachmas to diverse industrial enterprises. In addition, the government improved the transportation infrastructure and increased the number of industrial training schools and workshops in order to spread industrial education and offer guidance to manufacturers".

In the interest of promoting industry the Ministry of Economy introduced legislation to protect nascent domestic production. The laws affected everything from property ownership in the industrial sector to taxation. With regard to the latter, it appears that the government promoted a tough customs policy, "raising import taxes on products that could compete with domestic industries and lowering them on machinery and equipment necessary for production and investment in new industries". In addition, the government offered many facilities to major firms, "among which is the permission to appropriate private or state property deemed essential for the construction of a factory". Abul-Fath divided Greece's industries into three categories: those that have progressed sufficiently to supplant the country's need for imports in their line of products, those that have not yet met that mark and those that still need to be developed in order to reduce Greece's dependency on imports. The production of industrial machinery, for example, fell into the latter category.

Abul-Fath did not feel the need to dwell at length on Greek commerce, undoubtedly because he knew his readers were aware of Greece's history and reputation as a mercantile nation. At the time he was writing, Greece had a mercantile fleet with a total capacity of a million and a half tonnes. Nevertheless, he took the opportunity to praise the efforts of the Greek government in promoting trade, remarking in particular on the part its chambers of commerce played in helping to open new markets for Greek goods and paving the way for bilateral most favoured nation trading status.

One imagines that Abul-Fath's series would have helped Al- Ahram readers understand why migration of the "Arwam" to Egypt had tapered off. Greece had become to exercise a centripetal, rather than a centrifugal, force on its people.

* The author is a professor of history and head of Al-Ahram History Studies Centre.

From Al-Ahram newspaper


3 σχόλια:

  1. Ομολογώ φίλη μου ότι κουράστηκα πάρα πολύ ώστε να γίνει μια σωστή μετάφραση αυτού του κειμένου,αλλά για του ίδιους λόγους που αναφέρεις και εσύ,το θεώρησα ότι άξιζε να το κάνω γιατί είναι ένα σπάνιο ντοκουμέντο.
    Δεν γνώριζα για την ύπαρξη αυτού τοτ βιβλίου που μου αναφέρεις και θα το έχω υπόψη μου να το αγοράσω αν και δεν νομίζω να μπορέσω να το βρω στη Κύπρο.
    Οι πλοροφορίες σου για τους μουσουλμάνους που έρχονται στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου είναι πολύ χρήσιμες.Το έχω δει αυτό να γίνεται και σε άλλους ελληνορθρόδοξους θρησκευτικούς χώρους στην Συρία και το Λίβανο και το θαύμασα.
    Τέλος στη Συρία και το Λίβανο απακαλούν το τυρί jέρπνα και όχι γκέμπνα. Αυτή πρέπει να είναι αιγυπτιακή προφορά :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ομολογώ φίλη μου ότι κουράστηκα πάρα πολύ ώστε να γίνει μια σωστή μετάφραση αυτού του κειμένου, αλλά για τους ίδιους λόγους που αναφέρεις και εσύ, το θεώρησα ότι άξιζε να το κάνω γιατί είναι ένα σπάνιο ντοκουμέντο.
    Δεν γνώριζα για την ύπαρξη αυτού του βιβλίου που μου αναφέρεις και θα το έχω υπόψη μου για να το αγοράσω αν και δεν νομίζω να μπορέσω να το βρω στη Κύπρο.
    Οι πλοροφορίες σου για τους μουσουλμάνους που έρχονται στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου είναι πολύ χρήσιμες. Το έχω δει αυτό να γίνεται και σε άλλους ελληνορθρόδοξους θρησκευτικούς χώρους στην Συρία και το Λίβανο και το θαύμασα.
    Τέλος στη Συρία και το Λίβανο απακαλούν το τυρί jέρπνα και όχι γκέμπνα. Αυτή πρέπει να είναι αιγυπτιακή προφορά :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Το σχόλιό μου χάθηκε;; :)))

    Ναι είναι η αιγυπτιακή προφορά. Το j προφέρετια γκ:)

    Θα ξανάρθω για την ανάρτηση του Τολστόι. Φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή