ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2010

Ο Άγιος Ιωσήφ ο Δαμασκηνός - Saint Joseph of Damascus

Πιστοί, ας τιμήσουμε τον μάρτυρα του Χριστού, τον ιερέα της Εκκλησίας της Αντιοχείας, ο οποίος βάφτισε τη γη, τις εκκλησίες, και το λαό της Συρίας, κατά τον λόγο του Κόσμου, στο αίμα του και στο αίμα των συντρόφων του . Όντας βαφτίστηκε από τα νεανικά του χρόνια από το φως του Ευαγγελίου, μόχθησε , δίδαξε, και διατήρησε την εκκλησία του Χριστού με το ποίμνιο της. Τοιουτοτρόπως, ο Ιωσήφ ο Δαμασκηνός, είναι το παράδειγμά μας και προστάτης μας και ο ένθερμος μεσσολαβητής μας με τον Σωτήρα.

Τροπάριο Αγίου Ιωσήφ του Δαμασκινού

Εισαγωγή:

Το όνομα του Ιερομάρτυρος είναι Ιωσήφ, γιος του Γιωργίου Μωυσή, που ήταν γιος του Μουχάνα Αλ- Χαντάντ, γνωστός ως Πάτερας Ιωσήφ Μουχάνα Αλ- Χαντάντ. Συνήθως χαιρόταν να συστήνει τον εαυτό του ως άτομο του οποίου η καταγωγή ήταν από τη Βηρυτό, και η πατρίδα του ήταν η Δαμασκός, και ότι είχε την Ορθόδοξη πίστη. Ο πατέρας του άφησε την Βηρυτό κατά το τελευταίο τρίμηνο του δέκατου όγδοου αιώνα, για να εγκατασταθεί στη Δαμασκό. Εκεί εργάστηκε υφαίνοντας ύφασμα, παντρεύτηκε και γέννησε τρεις γιους: τον Μωυσή, τον Αβραάμ και τον Ιωσήφ. Η καταγωγή της οικογένειάς του ανάγεται στους Χασανίδες- οι πρόγονοί του μετακόμισαν στο λιβανικό χωριό Αλ- Φιρζούλ τον δέκατο έκτο αιώνα, και από εκεί στην Μπασκίντα, στο Όρος Λιβάνου, και στη συνέχεια, στην Βηρυτό. Οι βιογράφοι του Ιωσήφ τον περιγράφουν ως ιερέα μετρίου αναστήματος, με λευκή χροιά, αξιοπρεπή εμφάνιση, μεγάλο μέτωπο, έξυπνα μάτια, και θαμνώδη γενειάδα, στην οποία οι γκίζες τρίχες είχαν εξαπλώσει τις γραμμές τους, μέχρι που έμοιαζε σαν τις ακτίνες του ήλιου τα ξημερώματα.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΝΕΑΝΙΚΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΑ

Γεννήθηκε το Μάιο του 1793, σε μια φτωχή, αλλά ευσεβή οικογένεια. Σε νεαρή ηλικία απέκτησε κάποια εκπαίδευση, έτσι έμαθε τα αραβικά, και μερικά ελληνικά. Επειδή ο πατέρας του δεν μπορούσε να πληρώσει τα δίδακτρα, αποφάσισε να σταματήσει την εκπαίδευση του και να τον βάλει να εργαστεί στην βιομηχανία του μεταξιού. Η επιθυμία του για γνώση, ωστόσο, δεν είχε σβήσει λόγο της φτώχειας και την εξαθλίωσης, έτσι αποφάσισε να βρει μια λύση. Άρχισε να δουλεύει όλη την ημέρα και μάθαινε γράμματα από μόνος του το βράδυ - η αναγκαιότητα δημιούργησε ένα αυτοδημιούργητο άνθρωπο. Το πιο πιθανό είναι ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Μωυσής, ο οποίος ήταν ένας καλά εκπαιδευμένος συγγραφέας και ένας καλά στιχουργημένος άνθρωπος στην αραβική γλώσσα, να τον έχει ωθήσει στο να έχει μια τέτοια επιθυμία προς τη γνώση. Ο Μωυσής είχε μια μικρή βιβλιοθήκη στο σπίτι, στην οποία ο Ιωσήφ ξεκινήσει τη μελέτη του, αλλά δυστυχώς ο Μωυσής έφυγε από αυτή τη ζωή στην ηλικία των είκοσι πέντε. Λέγεται ότι πέθανε επειδή ο ίδιος έπαθε υπερκόπωση από τη πολλή μελέτη. Αυτή η δοκιμασία είχε διττό αντίκτυπο πάνω τους γονείς του Ιωσήφ σχετικά με την λαχτάρα του Ιωσήφ προς τα βιβλία. Η δάδα της γνώσης, ωστόσο, συνέχισε να καίει στην καρδιά του Ιωσήφ.
Από την ηλικία των δεκατεσσάρων, ο νεαρός άνδρας άρχισε να διαβάζει τα βιβλία του αδελφού του, αλλά ήταν απογοητευμένος γιατί μπορούσε να κατανοήσει μόνο λίγο από αυτά που διάβαζε. Αν και ανεπιτυχής, δεν αποκαρδιώθηκε, αλλά απεναντίας, η αποφασιστικότητά του αυξήθηκε σημαντικά. Η ερώτησή του ήταν: "οι συγγραφείς αυτών των βιβλίων δεν ήταν ανθρώποι σαν κι εμένα; Γιατί να μην μπορώ να τους καταλάβω;! Πρέπει να κατανοήσω τι εννοούν." Στη συνέχεια, σπούδασε κάτω από την καθοδήγηση ενός Δαμασκηνού μουσουλμάνου σοφού, τον Μοχάμεντ Αλ- Αττάρ, ο οποίος ήταν ένας από τους μεγαλύτερους λόγιους της εποχής του. Από αυτόν έμαθε αραβικά, λογική, την τέχνη της συζήτησης και να λογικεύεται σωστά. Ωστόσο, διέκοψε τις σπουδές του, επειδή τα δίδακτρα και το κόστος των βιβλίων υπερφόρτωναν τον πατέρα του, και υποχρεώθηκε να επιστρέψει στον παλιό τρόπο ζωής του: να εργάζεται την ημέρα, και να μαθαίνει γράμματα από μόνος του το βράδυ. Σε αυτό το σημείο, είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η εκπαίδευση ήταν τότε σε συνδυασμό με την πνευματικότητα και την θεολογία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Βίβλος ήταν το πιο σημαντικό βιβλίο. Ο Ιωσήφ αφιέρωνε ολόψυχα τα βράδια του για να μελετήσει την Τορά, τους Ψαλμούς και την Καινή Διαθήκη, συγκρίνοντας το ελληνικό κείμενο των Εβδομήκοντα με την αραβική μετάφραση, μέχρι να αποκτήσει γνώση στη μετάφραση από και προς τα ελληνικά. Η γνώση του δεν περιορίστηκε στην ελληνική γλώσσα, αλλά έμαθε να απομνημονεύει το μεγαλύτερο μέρος της Βίβλου. Με μεγάλη λαχτάρα, επέμενε στην αξιοποίηση κάθε ευκαιρίας για να αποκτήσει περισσότερη μάθηση. Ο Ιωσήφ σπούδασε θεολογία και ιστορία κάτω από τον κ. Γιώργιο Σιαχαντέχ Σαμπάχ. Ξεκίνησε τότε να διδάσκει από το σπίτι του και συνάμα έμαθε εβραϊκά από έναν εβραίο μαθητή του. Η επίμονη προσπάθεια του άναψε το φόβο των γονέων του, γι' αυτό προσπάθησαν να τον αποτρέψουν από την εκμάθηση και τη διδασκαλία, από φόβο ότι μπορεί να αντιμετωπίσει την ίδια μοίρα με τον αδερφό του. Ανεπιτυχής στις προσπάθειές τους, προσπάθησαν με μια άλλη λύση: Τον έδωσαν σε γάμο με μια Δαμασκηνή κοπέλλα της οποίας το όνομα ήταν Μαριάμ Αλ- Κούρσι, ενώ ήταν ακόμα δεκαεννιά ετών σε ηλικία (1812). Ο γάμος, ωστόσο, δεν τον έστρεψε μακριά από την άσκηση της γνώσης, η βιογραφία του, μας λέει ότι ακόμη και κατά τη νύχτα του γάμου του, επέμεινε στην ανάγνωση και τη μάθηση.


Ο ΙΩΣΗΦ ΩΣ ΑΡΧΙΕΡΕΑΣ

Ένεκα της έντιμης φήμης του, υπέπεσε στην αντίληψη της ενορίας του στη Δαμασκό και τον ζήτησε ο Πατριάρχης Σεραφείμ (1813-1823) για να τον διορίσει ως ποιμένα τους. Δεδομένου ότι ο Πατριάρχης απέκτησε μεγάλο θαυμασμό για αυτόν, τον χειροτόνησε διάκονο, και μέσα σε μια εβδομάδα ως ιερέα, ενώ ήταν ακόμα είκοσι τεσσάρων χρόνων (1817). Όταν ο διάδοχός του Σεραφείμ, Πατριάρχης Μεθόδιος (1824-1850), γνώρισε τη θέρμη, ευσέβεια, τη γνώση και την τόλμη του, αυτός τον ανέδειξε σε Αρχιερέα, και του έδωσε τον τίτλο: Μέγας Οικονόμος. Λαμβάνοντας μεγάλο ενδιαφέρον στο να κηρύττει για πολλά χρόνια από τον άμβωνα του Πατριαρχικού Καθεδρικού Ναού (Αλ- Μαριαμέιχ), πέτυχε εξαιρετικά αποτελέσματα στα κηρύγματά του. Μερικοί άνθρωποι τον θεωρούσαν ως το διάδοχο του Χρυσοστόμου: Ο Νεεμάν Κασάτλι τον επαίνεσε στο βιβλίο του "Ο Υπεράφνονος Κήπος" ως ένα δημιουργικό ιεροκήρυκα. Στο τέλος του δεκάτου ενάτου αιώνα, δηλαδή, τριάντα εννέα χρόνια μετά το θάνατό του, ο Αμίν Καϊράλα αναφέρει στο βιβλίο του "Η Ευώδης Οσμή" ότι οι ηλικιωμένοι επαναλάμβαναν ακόμη μερικά από τα κηρύγματά του. Η ηχώ από τα κηρύγματά του αντιλαλούσε ακόμη μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα. Ο Χαμπίπ Αλ- Ζαΐατ, ένας Μελχίτης (Ουνίτης) συγγραφέας, αναφέρει ότι ήταν γνωστός μεταξύ των Ορθοδόξων Αράβων από τη γνώση και τα κηρύγματά του. Στα κηρύγματά του ξεχώριζε από τις αποδείξεις του και τις πειστικές και αδιασείστατες απαντήσεις του. Σύμφωνα με τον Ίσσα Ισκαντέρ Αλ- Μααλούφ, είχε μια ήρεμη φωνή που ακουγόταν από μακρυά. Ο κόσμος συνήθιζε να ακούει τα λόγια του με λαχτάρα και με απόλαυση και αμιλλούσε τις συμβουλές του και κρατούσε τις εντολές του. Εκτός από τα κηρύγματά του, ήταν επιμελής στο να θώσει παρηγοριά στους καταβεβλημένους, να παρηγορεί τους παθόντες, να βοηθά τους φτωχούς και να ενισχύει τους αδύνατους. Το 1848, όταν εξαπλώθη ο κίτρινος πυρετός στη Δαμασκό, ο Πάτερ Ιωσήφ δόθηκε με μεγάλη θέρμη υπηρετώντας τους αρρώστους, και στην ταφή των νεκρών, χωρίς να ενοχλείται από τη δυνατότητα να κολλήσει από αυτό το λοιμώδη πυρετό, επειδή είχε βαθιά πίστη στον Θεό. Παρά το γεγονός ότι έχασε ένα από τα παιδιά του από την μεταδοτική ασθένεια, ήταν ακούραστος στο ποιμενικό του καθήκον. Η θέρμη του, η επιμονή του και η συμπόνια του αυξήθηκε. Ήταν πολύ σεβαστός από τους κατοίκους της Δαμασκού. Έβλεπαν στο πρόσωπό του την εικόνα του Αγίου Παύλου ο οποίος είπε: "εν πάντι θλιβόμενοι αλλ΄ου στενοχωρούμενοι, απορούμενοι αλλ΄ουκ εξαπορούμενοι, διωκόμενοι αλλ' ουκ εγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι αλλ΄ ουκ απολλύμενοι, πάντοτε την νέκρωσιν του Κυρίου Ιησού εν τω σώματι περιφέρονταις, ίνα και η ζωή του Ιησού εν τω σώματι ημών φανερωθή" (Β' Κορ. 4:8-10). Ανάμεσα στις πολυσχιδής επιδιώξεις του, κατάφερε να μεταστρέψει τους ανθρώπους μακριά από πολλές ανορθόδοξες παραδόσεις κατά τη διάρκεια αρραβώνων, γάμους και κηδείες. Όπως ήταν άξιος για την οικοδόμηση των ψυχών, ήταν και άξιος για την οικοδόμηση εκκλησιών. Το 1845 αποκατάστησε την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, που ήταν δίπλα στον Πατριαρχικό Καθεδρικό Ναό, αλλά κάηκε από πυρκαγιά κατά τη διάρκεια των φρικτών γεγονότων του 1860.

Η ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

Δεν ξέρουμε ακριβώς ποιος δημιούργησε τη Πατριαρχική Σχολή στη Δαμασκό, ούτε πότε ιδρύθηκε. Επιβεβαιώνεται ότι η Σχολή συνδέθηκε το δέκατο ένατο αιώνα με το όνομα του Πατρός Ιωσήφ, μέχρι που έγινε γνωστή ως Σχολή του. Όταν ανέλαβε τη Σχολή το 1836, έφερε μαζί τους μαθητές του με τους μαθητές της. Τότε κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να την αναπτύξει, διορίζοντας διοικητικό συμβουλίου διοίκησης και έδωσε στους καθηγητές τακτικούς μισθούς, μέχρι που προσελκύσει σπουδαστές από όλη τη Συρία και τον Λίβανο. Ανησυχία του Πατρός Ιωσήφ ήταν να εκπαιδεύσει το μυαλό των Ορθόδοξων νέων, και "να τους προετοιμάσει για την ιεροσύνη για να εξυπηρετήσουν το ποίμνιο με ένα χρήσιμο τρόπο." Τα έξοδα της εκπαίδευσης καλύφθηκαν από τους πιστούς και από το Πατριαρχείο. Το όραμά του ήταν να αυξήσει το ενδιαφέρον για θεολογικές μελέτες. Το 1852, κατά τη διάρκεια του Πατριάρχη Ιεροθέου (1850-1885), ο Πάτερ Ιωσήφ πήρε την πρωτοβουλία να ανοίξει τμήμα Θεολογικών Σπουδών, προσπαθώντας να το ανυψώσει στο επίπεδο των άλλων Θεολογικών Σχολών στον Ορθόδοξο Κόσμο. Δώδεκα μαθητές φοίτησαν σε αυτό, και όλοι τους έγιναν επίσκοποι στην Εκκλησία. Το μαρτύριο του το 1860 θα θέσει τέλος στο όνειρο του, το οποίο είχε ως στόχο να καθιερώσει το τμήμα σε στέρεες βάσεις. Ανάσανε στους μαθητές του το πνεύμα της ειρήνης και της επιτυχίας, το οποίο μπορεί να βρεθεί μεταξύ των αγίων, μέχρι που αυτό το θείο πνεύμα εξαπλώθη σαν αλυσίδα πέρα από τους φοιτητές και αποφοίτους για να φθάσει όλους τους γνωστούς, συναδέλφους και φίλους τους. Έτσι, η διδασκαλία του έγινε ευρέως διαδεδομένη, και η εκπαίδευση που παρέδιδε, έφερε τον καρπό της δικαιοσύνης. Αναφέρεται ότι ο Πατέρας Ιωσήφ ήταν για ένα χρονικό διάστημα, ένας από τους διδάσκοντες στην Σχολή Μπαλαμάντ, μεταξύ του 1833 και του 1840.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του Αρχιερέα και διδάσκαλου ήταν η φτώχεια του. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι η υπηρεσία του στην Εκκλησία ήταν χωρίς πληρωμή. Ένας από τους Ρώσους λόγιους αναφέρει ότι δεν είχε εισόδημα από τη διδασκαλία του στη Σχολή. Κέρδιζε τα προς το ζειν μέσω της εργασίας των παιδιών του. Τα χρήματα δεν τον έβαλαν στον πειρασμό. Λόγο της ανέπαφης φήμης του, ο Κύριλλος ο δεύτερος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων (1845-1872), του ζήτησε να διδάσκει αραβικά στην Ιερατική Σχολή της Ιερουσαλήμ (Αλ- Μουσαλαμπάχ). Όταν αυτός αρνήθηκε, ο Πατριάρχης του πρόσφερε ένα δελεαστικό μισθό - είκοσι πέντε λίρες - καθώς και διαμέρισμα, και ιερατικό μισθό. Ο ίδιος αρνήθηκε παρά την ανάγκη του. Είπε ότι "Εγώ κλήθηκα να υπηρετήσω την ενορία στη Δαμασκό. Αυτός που με κάλεσε θα με φροντίσει." Ήταν ένας αληθινός πιστός, ένθερμος στην πίστη του, εξαιρετικά υπομονετικός, δίκαιος, πράος, ήσυχος, ταπεινός, συμπονετικός, και ένας φιλικός άνθρωπος. Δεν του άρεσε να μιλάει για τον εαυτό του, ένιωθε αμηχανία από τον έπαινο των άλλων, δεν ήξερε πώς να τους απαντήσει. Ήταν σοφός και υπομονετικός στην ποιμαντική του φροντίδα, συνήθιζε να αναιρεί τους λόγιος μιλώντας τη γλώσσα τους και να πείθει τον απλό λαό, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του. Όταν μερικοί άνθρωποι με απλό μυαλό εγκατέλειψαν την Εκκλησία για ένα ασήμαντο λόγο, ο Πατριάρχης Μεθόδιος του ζήτησε να τους φέρει πίσω. 'Οταν τους συνάντησε δεν έδειξε καμία δυσαρέσκεια από τη συμπεριφορά τους, αλλά εκείνος τους αντιμετώπισε με ευγένεια, δείχνοντάς τους κάποιες μικρές εικόνες. Ήρθαν πίσω μετανιωμένοι αφού είχε αγγίξει τις καρδιές τους. Ως λόγιος, ήταν ο καθηγητής μεταξύ των καθηγητών, το αστέρι της Ανατολής, καθώς και ο διανοούμενος που έφερνε αποτελέσματα. Πολλοί μη-Ορθόδοξοι σύγχρονοι άνθρωποι μαρτυρούν ότι ήταν ένας από τους μεγάλους Χριστιανούς λόγιους της εποχής του. "Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ήταν ένα πολύ διακριτικό πρόσωπο στη γνώση του, δεν υπήρχε κανείς σαν κι αυτόν, εκτός από τον George Lian." Ως κληρικός, έχει θεωρηθεί μεγάλος θεολόγος, μια υπερηφάνεια της Ορθοδοξίας, ένας Ιερομάρτυρας και ένα παράδειγμα για την δικαιοσύνη και την ευσέβεια. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά του Αρχιερέα Ιωσήφ του Δαμασκηνού: Είναι ένας από τους ανθρώπους του Θεού.

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ

Δεν έχουμε καμία γνώση για το μέγεθος της βιβλιοθήκης του, διότι είτε έχει τυλιχτεί στις φλόγες ή λεηλατήθηκε κατά τη διάρκεια των καταστροφών του 1860, όταν έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου. Ο ανιψιός του, Ιωσήφ Αβραάμ Αλ- Χαντάντ ανέφερε ότι Πατέρας Ιωσήφ κατείχε περίπου 1827 βιβλία (ή μάλλον 2827 βιβλία) κατά το έτος 1840. Τα γραπτά του ήταν πολλά: συνέκρινε το βιβλίο των Ψαλμών, τη σύνοψη προσευχών, το Λειτουργικόν, και το βιβλίο των Επιστολών στην αρχική ελληνική τους γλώσσα. Μετέφρασε στα αραβικά το κατηχητικό βιβλίο του Φιλαρέτου, Μητροπολίτη Μόσχας. Στην αντιγραφή συνέκρινε τα χειρόγραφα που χρησιμοποιούσε με άλλα χειρόγραφα και τα διόρθωνε όταν ήταν αναγκαίο. Οι εκδόσεις του ήταν ακριβείς, όπως "ένα αυθεντικό ασημένιο νόμισμα". Σύνταξε τη μετάφραση του ιεροδιακόνου Αμπτουλάχ Αλ- Φατέλ Αλ Αντάκι του βιβλίου του Αγίου Βασιλείου για τη Γέννηση, καθώς και τριάντα κηρύγματα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Ολοκλήρωνε τα χειρόγραφα του με το ακόλουθο κόλοφων : "Αυτό το βιβλίο ήταν αντιγραφή από ένα παλιό χειρόγραφο, και είναι τελείος ταυτόσημο του". Και με τη σφραγίδα του και την υπογραφή του το εκτύπωνε. Όλες οι Ορθόδοξες εκτυπωτικές εταιρείες , όπως του Αγίου Γεωργίου στη Βηρυτό, του Αγίου Τάφου στην Ιερουσαλήμ, τα αραβικά τυπογραφεία στη Ρωσία. . . βασίζονταν στον Πατέρα Ιωσήφ για την σύνταξη, και την επιμέλεια των βιβλίων τους. Στην θεολογία, τη λογοτεχνία και την επιστημονικότητα, η σφραγίδα του ήταν σφραγίδα εμπιστοσύνης. Σε μεταφράσεις από τα ελληνικά στα αραβικά, και από τα αραβικά στα ελληνικά, ένωσε τις προσπάθειες του με το Γιάννη Παπαδόπουλο. Έκανε μια μεγάλη συμβολή στην επεξεργασία της αραβικής μετάφρασης της Βίβλου, η οποία είναι γνωστή ως η έκδοση του Λονδίνου. Όλα τα σχέδια, που εκπονήθηκαν από τον κ. Φάρες Αλ-Σίντιακ και τον κ. Lee, έπρεπε να διορθωθούν από τον Πατέρα Ιωσήφ, που τα σύγκρινε με την ελληνική και την εβραϊκή γλώσσα. Στη λογοτεχνική προσφορά του, έδειξε την αντοχή του, την πίστη και ορθότητα του. Το παράπονο του ήταν πάντα η εσφαλμένη ανάγνωση των τυπογραφείων. Δεν έχουμε καμία γνώση για τα δικά του συγγράμματα, εκτός από μερικά άρθρα. Προφανώς, δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο να συμβαδίσει με τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας. Ο ίδιος περιορίστηκε στη μετάφραση, επιμέλεια, παρουσιάζοντας τα γραπτά των Πατέρων της Εκκλησίας στους πιστούς ως μια καθαρή, ακέραια και άφθαρτη κληρονομιά.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΩΣΗΦ ΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΥΣ ΜΕΛΧΙΤΕΣ (ΟΥΝΙΤΕΣ)

Κατά την εποχή του Πατρός Ιωσήφ, το πρόβλημα της αντιμετώπισης των Μελχιτών - που ήταν πρόσφατα μέρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας - ήταν το πιο δύσκολο και πιο οδυνηρό από τα εμπόδια που αντιμετώπισαν τα παιδιά της Ορθόδοξης πίστης. Εκείνη την εποχή, όλες οι επιδιώξεις κατευθύνθηκαν προς τους σχισματικούς για να τους φέρουν πίσω στην Εκκλησία. Ασχολούμενοι με το θέμα αυτό, ορισμένοι ακολούθησαν το δρόμο της πολιτικής και διοικητικής πίεσης, άλλοι ακολούθησαν το δρόμο για την επίτευξη αμοιβαίας συμφωνίας. Ο Πατέρας Ιωσήφ ανήκει στη δεύτερη ομάδα. Μισούσε τη βία, δεν δέχτηκε να κάνει διασυνδέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία για να τσακίσει και να καταπιέσει τους Μελχίτες. Αυτός ήταν ασύμφορος τρόπος, ενίσχυε το διαχωρισμό, και αποδυνάμωνε την ενότητα. Το μέτρο της επιτυχίας του είναι άγνωστο σε μας, αλλά αυτά που συνέβησαν το 1857, και τα επόμενα χρόνια, δείχνουν ότι το όραμά του ήταν πιο σωστό από άλλους. Κατά το ίδιο έτος, όταν ο Μελχίτης Πατριάρχης Κλήμης εξανάγκασε το Δυτικό ημερολόγιο πάνω στην Εκκλησία του, πήρε πολλή επίθεση γι αυτή τη διαδικασία, και αποφάσισε να επιστρέψει στην Μητέρα Εκκλησία. Μια ομάδα από αυτούς, υπό την ηγεσία του Σίμπλι Αλ- Ντεμάσκι, Γιωργίου Αντζούρι, Ιωσήφ Φουράενκ, Μωυσή Αλ-Μπάχρι, Σεργίου Ντιπάναχ, και Πέτρου Ντζάχελ, επικοινώνησε με τον Πατέρα Ιωσήφ που τους αγκάλιασε, τους ενίσχυσε πνευματικά, και παλέψε για να τους ενημερώσει για τρία συνεχόμενα έτη. Προλόγησε ένα βιβλίο γραμμένο από τον Σίμπλι Αλ-Ντεμάσκι σχετικά με τις διαμαρτυρίες της ομάδας αυτής. Ο τίτλος του βιβλίου ήταν: "Ο Χριστιανικός νόμος είναι πολύ υψηλότερος από τις Αστρολογικές Κρίσεις". Ήταν τυπωμένο από τον εκδοτικό οίκο του Αγίου Τάφου το 1858. Το μέγεθος της ομάδας άρχισε να αναπτύσσεται με ταχύ ρυθμό, μέχρι που έχει αναφερθεί ότι αν το μαρτύριο του Πατρός Ιωσήφ δεν λάμβανε χώρα κατά τη σφαγή του 1860, θα είχε καταφέρει να φέρει πίσω τους υπόλοιπους Μελχίτες στην Ορθόδοξη πίστη.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΩΣΗΦ ΕΝΤΑΝΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ

Ο Πατέρας Ιωσήφ είχε περισσότερες από μια αντιπαραθέσεις με τους Προτεστάντες. Οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν στις πόλεις Χάσμπαια και Ράσαια, και μετά, στην πόλη της Δαμασκού. Στην πόλη της Χάσμπαια, οι αμερικανοί Προτεστάντες ιεραπόστολοι είχαν μεγάλη επιτυχία μέσω του σχολείου τους, που είχαν συστάσει στην πόλη αυτή. Περισσότερα από εκατό πενήντα άτομα προσηλυτίστηκαν στον Προτεσταντισμό, ως αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης μεταξύ των Ορθοδόξων στις δύο αυτές πόλεις. Ως απεσταλμένος του Πατριάρχη Μεθόδιου, ο Πατέρας Ιωσήφ ήταν σε θέση να φέρει κάποια από τα μαχόμενα πρόβατα πίσω στην Ορθόδοξη στάνη. Αφού αντέκρουσε τους ιεραπόστολους αρκετές φορές, κατάφερε τη συγκράτησης τους. Στη Δαμασκό προσπάθησε μέσα από την ποιμαντική του φροντίδα, κάνοντας κηρύγματα, και να καθοδηγεί τον λαό του με το Διαφωτισμό, για να τον οχυρώσει κατά των αιρέσεων που κυκλοφορούσαν. Αναφέρεται ότι ένας άγγλος ιεραπόστολος με το όνομα Grame, συναντούσε τον Πατέρα Ιωσήφ για να συζητήσει βιβλικά θέματα μαζί του. Συνειδητοποιώντας ότι αυτός ο ιεραπόστολος παραχάραζε τις απαντήσεις που του έδινε για τις ερωτήσεις του, ο Πατέρας Ιωσήφ του ζήτησε να στείλουν τις ερωτήσεις τους σε γραπτή μορφή. Στην αρχή νόμιζαν ότι τον είχαν αναιρέσει, αφού αμέλησε να τους απαντήσει. Όταν ήρθαν στην αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής, απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις τους με ακρίβεια, μέχρι που επέστρεψαν στο σπίτι τους, κατάπληκτοι από την ορθότητα της γνώσης και της έρευνας του. Λέγεται ότι, ως συνέπεια του εν λόγω περιστατικού, σταμάτησαν την ιεραποστολική εκστρατεία τους πάνω στο Ορθόδοξο ποίμνιο. Οι ερωτήσεις τους μετά από αυτό ήταν για την έρευνα και όχι για τη συζήτηση.

ΕΝΑΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΑΝΔΡΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ

Αναμφίβολα, ο Πατέρας Ιωσήφ ήταν - κατά τον δέκατο ένατο αιώνα- ο οσπουδαιότερος άνδρας της Αναγέννησης στην Εκκλησία της Αντιοχείας. Εκείνη την εποχή, η Αντιοχεία ήταν σε μια αξιολύπητη κατάσταση: Το σχίσμα των Μελχιτών οδήγησε σε πολύ κρίσιμες επιπτώσεις σε διάφορα επίπεδα, κυρίως στο ποιμαντικό επίπεδο. Οι προτεστάντες ιεραποστόλοι ήταν πολύ ενεργητικοί και επιθετικοί, ενώ η Εκκλησία ήταν ανίκανη και αδύναμη, μέσα στην άγνοια και τη φτώχια. Ξεκινώντας από το 1724, οι ιεράρχες ήταν ξένοι προς τη γη και στον αγώνα του λαού της. Η Αντιόχεια ζούσε κάτω από κηδεμονία, με το πρόσχημα ότι πρόκειται να διαλυθεί και να γίνει σταδιακά Ρωμαιοκαθολική. Στο όνομα της Ορθοδοξίας, τόσο η Κωνσταντινούπολη όσο και η Ιερουσαλήμ, κατανέμεναν μεταξύ τους την εξουσία του διορισμού επισκόπων της Αντιοχείας, προσπαθώντας να καθορίσουν τη μοίρα της. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ικανοί ιερείς, ούτε ποιμαντική φροντίδα. Η Εκκλησία της Αντιοχείας θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένα πλοίο που επλήγηκε από τα κύματα, και ήταν έτοιμο να βυθιστεί. . . Εν μέσω αυτών των προκλήσεων και των κινδύνων, ο Πατέρας Ιωσήφ άνθησε ως νέο θεϊκό κλωνάρι, έχοντας μεγάλη θέρμη προς τον Θεό και την Εκκλησία του Χριστού στη γη. . . Στη συνέχεια, ξεκίνησε η αναγέννηση. . . Η ζωή του Πατέρα Ιωσήφ, θέρμη, ευσέβεια, φτώχεια, αγάπη της γνώσης, συνεχιζόμενη ποιμαντική φροντίδα, κηρύγματα, καθοδήγηση, συγγράμματα, μεταφράσεις, το σχολείο και η επαγρύπνηση, δημιούργησε μια ατμόσφαιρα αναζωογόνησης, έδωσε πνευματικά κίνητρα, συνεπήρε τις καρδιές, και ενίσχυσε την αποφασιστικότητα. Μια νέα γενιά, ένας νέος τρόπος σκέψης, και μια νέα κατεύθυνση άνθησε. "Τα οστά ήρθαν μαζί, οστόν στον οστόν του... Και πήραν αναπνοή, και έζησαν," (Ιεζεκιήλ 37:7-10). Περισσότεροι από πενήντα ηγέτες της Εκκλησίας μελέτησαν κάτω από την καθοδήγηση του, και έγιναν άγρυπνοι όπως ήταν και αυτός: ο Πατριάρχης Μελέτιος Αλ Ντουμάνι (+1906), ο πρώτος αυτόχθονας Πατριάρχης από το 1724, ο Γαβριήλ Σατίλα, Μητροπολίτης της Βηρυτού και του Λιβάνου (+1901), ο μεγάλος λόγιος Γεράσιμος Γιαρέντ (+1899), Μητροπολίτη Ζάχλε, Σαϊντναίας, και Μααλούλας, και οι μαθητές του ήταν πάνω από δέκα επίσκοποι, όπως ένας μεγάλος αριθμός ιερέων, μεταξύ των οποίων και ο Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος Κάσεερ (+1863), ιδρυτή της Θεολογικής Σχολής Μπαλαμάντ, ο Πατέρας Σπυρίδων Σαρούφ (+1858), κοσμήτορα της Ιερατικής Σχολής στην Ιερουσαλήμ και εκδότη των εκδόσεων του Αγίου Τάφου, ο Αρχιερέας Ιωάννης Ντούμε (+1904), ιδρυτή του αραβικού εκδοτικού οίκου στη Δαμασκό, εκτός από κάποιους φημισμένους λαϊκούς, όπως τον Δημήτρη Σιαχαντέχ, πυλώνα της αναγέννησης, τον Μηχαήλ Κλάιλα, διαχειριστή της Πατριαρχικής Σχολής στη Δαμασκό, και τον διδάκτωρ Μηχαήλ Μασιακάχ (+1888 ). Αυτό που λαχταρούσε επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του και μετά τον θάνατό του. Πολλάκις επανέλαβε: "Φύτευσα τον σπόρο στον αληθινό αμπελώνα του Χριστού, και είμαι σε αναμονή για τη συγκομιδή του." Όλα αυτά τα πράγματα μπορεί να εξηγηθούν από τη δήλωση του Μητροπολίτη Γαβριήλ Σατίλα: "Τα αστέρια της Δαμασκού είναι τρία: Ο Απόστολος Παύλος, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, και ο Ιωσήφ Αλ- Χαντάντ". Η Ζωή του θα πρέπει να στεφθεί με ένα τέλος ίσο με την ευσέβεια του και την μεγάλη του αγάπη, την οποία θα δοξάζουμε τον Θεό μέσα από το μαρτύριο του.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ

Στις 9 Ιουλίου 1860, όταν άρχισε η σφαγή (από τους Δρούζους) στη Δαμασκό, πολλοί Χριστιανοί κατέφυγαν στον Πατριαρχικό Καθεδρικό Ναό (Αλ- Μαριαμέιχ). Μερικοί ήλθαν από τις πόλεις του Λιβάνου, Χάσμπαια και Ράσαια, όπου άρχισε η σφαγή και όπου έλαβαν χώρα σκοτωμοί. Άλλοι προέρχονταν από χωριά γύρω από την Δαμασκό. Ακολουθώντας την παράδοση των ιερέων στη Δαμασκό, ο Πατέρας Ιωσήφ συνήθιζε να κρατά την αποσκευή της Κοινωνίας στο σπίτι του. Κατά τη διάρκεια της σφαγής του 1860 έκρυψε την αποσκευή της Κοινωνίας κάτω από τα μανίκια του, και πήγε πηδώντας από μία στέγη στην άλλη προς τον Καθεδρικό Ναό. Πέρασε όλη τη νύχτα δίνοντας ενίσχυση και ενθάρρυνση στους Χριστιανούς για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, γιατί οι επιτιθέμενοι μπορεί να σκοτώσουν το σώμα, αλλά δεν μπορούν να σκοτώσουν την ψυχή (Κατά Ματθαίον 10:28). Οι κορυφές της δόξας έχουν προετοιμαστεί για αυτούς που ανέλαβαν τη δέσμευση τους με τον Θεό μέσω του Ιησού Χριστού. Διηγώντας τους το μαρτύριο κάποιων αγίων, τους προσκάλεσε να μιμηθούν τη ζωή τους. Το πρωί της Τρίτης, 10 Ιουλίου, οι διώκτες επιτέθηκαν εμπόλεμα στην Μητρόπολη, ληστεύοντας, σκοτώνοντας και καίγοντας τα πάντα. Πολλοί μάρτυρες σφαγιάστηκαν, άλλοι βγήκαν στους δρόμους και στα σοκάκια. Ένας από αυτούς ήταν και ο Πατέρας Ιωσήφ. Καθώς περπατούσε στους δρόμους, ένας (Δρούζος) θρησκευτικός μελετητής, ο οποίος ήταν ένας από τους επιτιθέμενους, αναγνώρισε τον Ιωσήφ, επειδή τελευταία τον είχε αναιρέσει σε μια συζήτηση μεταξύ τους. Βλέποντας τον, φώναξε: "Αυτός είναι ο ηγέτης των Χριστιανών. Αν τον σκοτώσουμε, θα σκοτώσουμε όλους τους Χριστιανούς!" Όταν άκουσε αυτά τα λόγια, ο Πατέρας Ιωσήφ κατάλαβε ότι είχε έρθει το τέλος του. Έβγαλε την αποσκευή της Κοινωνίας, και έλαβε του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού. Οι διώκτες του επιτέθηκαν με τα τσεκούρια τους, σαν να ήταν ξυλοκόποι, και παραμόρφωσαν το σώμα του. Δέσαν τα πόδια του με σχοινιά, και τον έσυραν πάνω στους δρόμους μέχρι που το σώμα του διαμελήθηκε. Αν και πέθανε ως μάρτυρας, η ζωή του, η επαγρύπνηση του, και τα δεινά του ήταν μάρτυρες της αγιότητας του. Με το "να γίνει όπως Αυτόν με τον θάνατο Του" (Φιλ. 3:10), στέφθηκε με την δόξα Του. Έγινε ένα παράδειγμα προς μίμηση, και ευλογία για να αποκτηθεί, και ένας μεσίτης του Κυρίου μας Χριστού και Σωτήρα Ιησού Χριστού, σ 'Αυτόν ας είναι η δόξα για πάντα. Αμήν.
Μέσα από τις προσευχές του Ιερομάρτυρος Ιωσήφ του Δαμασκηνού και τους συντρόφους του, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσε ημάς. Αμήν.

Μεταφράστηκε από Noctoc

Η μνήμη του Αγίου Ιωσήφ του Δαμασκινού εορτάζεται στις 10 Ιουλίου

O faithful, let us honor the martyr of Christ, the priest of the Church of Antioch, who baptized the land, the churches, and the people of Syria, in the word of the Word, in his blood and in the blood of his companions. Being baptized from his youth by the light of the Gospel, he labored, taught, and kept the Church of Christ with her sheep. Wherefore, O Joseph the Damascene, be our example and our protector and our fervent intercessor with the Savior.

Troparion of Saint Jospeh of Damascus

Introduction:

The Hieromartyr's name is Joseph, the son of George Moses, the son of Mouhana Al-Haddad, known as Father Joseph Mouhana Al-Haddad. Usually he takes pleasure in introducing himself as a person whose origin is from Beirut, and his homeland is Damascus, and his Faith is Orthodox. His father left Beirut in the last quarter of the eighteenth century, establishing himself in Damascus; there he worked weaving fabric, married and begot three sons: Moses, Abraham and Joseph. His family's origin goes back to the Ghassanids - his ancestors moved to the Lebanese village of Al-Firzul in the sixteenth century, and from there to Biskinta, in Mount Lebanon, then to Beirut. His biographers described Joseph as a medium sized priest, with white complexion, dignified appearance, large forehead, sharp-witted eyes, and bushy beard, in which the gray hair has spread its lines, until it resembled the rays of the sun at daybreak.

HIS BIRTH AND HIS YOUTH

He was born in May 1793, to a poor but pious family. At an early age he obtained some education, so he became acquainted with Arabic, and some Greek. Unable to afford tuition, his father decided to halt his education in favor of putting him to work in the silk industry. His desire for knowledge, however, was not quenched by poverty and destitution, so he decided to find a solution. He started working all day long and teaching himself at night - necessity created a self-made person. Most likely, his older brother Moses, who was a well-educated writer and a well-versed person in the Arabic language, motivated him to have such a desire toward knowledge. Moses had a small library at home, upon which Joseph embarked studying, but sadly Moses departed this life at the age of twenty-five; it is said that he died because he overexerted himself in study. This ordeal had an ambivalent impact on Joseph's parents concerning Joseph's longing toward books. The torch of knowledge, however, continued to burn in Joseph's heart.
Reaching the age of fourteen, the young man started to read his brother's books, but he was frustrated because he could comprehend just a little from what he was reading. Unsuccessful, he was not disheartened, and his determination increased tremendously. His question was: "Was not the author of these books a human being like me, why do I not comprehend them?! I should grasp their meaning."Then, he studied under a Damascene Muslim elder, Mouhamad Al-Attar, who was one of the greatest scholars of his age; he learned from him Arabic, logic, the art of debate and right reasoning. He discontinued his studies, however, because tuition and the cost of books overburdened his father, he was obliged to go back to his old life-style: working all day long, and teaching himself at night. At this point, it is important to mention that schooling then was coupled with spirituality and theology. We should not forget that the Bible was the most important textbook. Joseph dedicated his evenings wholeheartedly to study the Torah, the Psalms and the new Testament, comparing the Greek text of the Septuagint with the Arabic translation, until he gained mastery in translating to and from Greek. His knowledge was not limited to the Greek language, but he was able to memorize a greater portion of the Bible. He persisted in seizing every opportunity to gain more education with great yearning. Joseph studied theology and history under Mr. George Shahadeh Sabagh. He then started teaching from his home, he learned Hebrew under one of his Jewish students.His tenacious endeavor kindled the fear of his parents, so they tried to dissuade him from learning and teaching, for fear that he might face the same fate of his brother. Unsuccessful in their efforts, they tried another solution: They gave him in marriage to a Damascene young woman whose name was Mariam Al-Kourshi, while he was still nineteen years of age (1812). Marriage, however, did not turn him away from his pursuit of knowledge, his biography tells us that even at the night of his wedding he persisted in reading and learning.

JOSEPH AS AN ARCHPRIEST

Becoming aware of his honorable reputation, the parish in Damascus requested Patriarch Seraphim (1813-1823) to ordain him as their pastor. Since the Patriarch had a high admiration of him, he ordained him a deacon, then a priest within one week while he was still twenty-four years old (1817). When his successor, Patriarch Methodios (1824-1850), became acquainted with his fervor, godliness, knowledge and intrepidity, he elevated him to archpriest, and gave him the title: Great Oikonomos. Taking a great interest in preaching for many years from the pulpit of the Patriarchal Cathedral (Al-Mariameih), he achieved excellent results in his preaching. Some people regarded him as the successor of Chrysostom: Naaman Kasatly praised him in his book: The Luxuriant Garden as a creative preacher. At the end of the nineteenth century, i.e., thirty-nine years after his death, Amin Kairala mentioned in his book: The Fragrant Odor that the elderly were still reiterating some of his sermons. The echo of his sermons were still reiterating until the beginning of the twentieth century, Habib Al-zaiat, a Melkite writer, mentioned that he was renowned among the Orthodox Arabs by his knowledge and preaching. In his sermons he was distinguished by his proofs and his convincing and irrefutable answers. According to Issa Iskander Al-Maloouf, he had a quiet voice that could be heard from a distance. People used to listen to his words, with longing and enjoyment and to emulate his advice and keep his commandments. Along with his sermons, he was diligent in comforting the heartbroken, in consoling the grief stricken, in helping the destitute and in strengthening the feeble. In 1848, when the yellow fever spread in Damascus, Father Joseph manifested a great fervor in ministering to the sick, and in burying the dead, without being troubled by the possibility of catching this infectious fever, because he had a profound faith in God. Although he lost one of his children by this contagious disease, he was tireless in doing his pastoral duty. His fervor, his steadfastness and his compassion increased. He was highly respected by the Damascene people; they saw in him the image of Saint Paul who said: "We are afflicted in every way, but not crushed; perplexed but not driven to despair; persecuted, but not forsaken; struck down, but not destroyed; always carrying in the body the death of Jesus Christ, so that the life of Jesus may also be made visible in our bodies," (2 Cor. 4:8-10). Among his multifarious endeavors, he succeeded to turn the people away from many unorthodox traditions during betrothals, weddings and funerals. As he was competent in building up the souls, he was competent in building churches. In 1845 he restored the church of Saint Nicholas, which was next to the Patriarchal Cathedral, but it was consumed by fire during the horrible events of 1860.

THE PATRIARCHAL SCHOOL

We do not know precisely who established the Patriarchal school in Damascus, nor when it was established. It is confirmed that the school became associated in the nineteenth century with the name of Father Joseph, until it became known as his school.When he took charge of the school in 1836, he brought together its students with his own students. Then he spared no effort to develop it, by appointing a board of administration and gave the teachers regular salaries, until it attracted students from all Syria and Lebanon. Father Joseph's concern was to educate the minds of Orthodox young men, and to "prepare them for priesthood and to serve the flock in a useful way. "The expenses of education were covered by the faithful and by the Patriarchate. His vision was to make the interest in theological studies increase. In 1852, during the Patriarchate of Irotheos (1850-1885), Father Joseph took the initiative to open a department of theological studies, striving to elevate it to the level of the other theological seminaries in the Orthodox world. Twelve students were enrolled in it, and all of them became bishops in the Church. His martyrdom in 1860 put an end to his dream, which aimed to establish the department on solid foundation. He breathed in his students the spirit of peace and success, which can be found among the saints, until this godly spirit spread like a chain beyond his students and graduates to reach all their acquaintances, colleagues and friends. Thus, his teaching became widespread, and his education bore the fruit of righteousness. It is mentioned that Father Joseph was for a period of time one of the teachers at Balamand Seminary, between 1833 and 1840.

CHARACTERISTICS OF A MAN OF GOD

One of the main characteristics of this archpriest and teacher was his poverty. Some sources mention that his ministry to the Church was without payment. One of the Russian scholars said that he had no income from teaching in school; he used to earn his living from the labor of his children. Money never tempted him.Because of his intact reputation, Cyril the second, Patriarch of Jerusalem (1845-1872), asked him to teach Arabic at the clerical school in Jerusalem (Al-Mousalabah). When he declined, the Patriarch offered him a tempting salary - twenty-five pounds - in addition to an apartment, and priestly wages. He declined in spite of his need. He said that "I was called to serve the parish in Damascus. He who called me will satisfy me." He was a true worshiper, fervent in his faith, exceedingly patient, righteous, meek, quiet, humble, compassionate, and a friendly person; he hated to talk about himself, he felt embarrassed by the praise of others, not knowing how to answer them. He was wise and patient in his pastoral care, he used to confute the scholars by speaking their language and to convince the simple people by using their language. When a few simple-minded people left the Church for an insignificant reason, Patriarch Methodios asked him to bring them back. After he met them he did not manifest any resentment from their behavior, but he treated them With kindness, showing them some small icons; they came back repentant after he had touched their hearts. As a scholar, he was the professor among the teachers, the star of the East, and the working intellectual. Many unorthodox contemporary people testify that he was one of the great Christian scholars of his epoch. "In the Orthodox Church, he was a very distinctive person in his knowledge, there was no one like him, except George Lian."As a churchman, he was considered a great theologian, a pride of Orthodoxy, an hieromartyr and an example in righteousness and godliness. Those are the characteristics of Archpriest Joseph the Damascene: He is one of God's people.

HIS LIBRARY AND HIS WRITINGS

We have no knowledge of the size of his library, because it either bursted (sic) into flames or was looted during the calamities of 1860, when he received the crown of martyrdom. His nephew, Joseph Abraham Al-Haddad mentioned that Father Joseph possessed about 1827 books (or probably 2827 books) in the year 1840. His writings were numerous: he compared the book of Psalms, the Breviary, the Liturgikon, and the book of Epistles to their original Greek. He translated into Arabic the catechetical book of Philaret, Metropolitan of Moscow. In copying the manuscripts, he used to compare them with other manuscripts and correct them; his versions were accurate like "the unforged silver coin." He edited the translation of Deacon Abdallah Al-Fadel Al-Antaki of Saint Basil's book on Genesis as well as thirty sermons of Saint Gregory the Theologian. With the following colophon, he used to finish the manuscripts: "This book was copied from an old manuscript, and compared to it completely." And with his seal and signature he used to imprint it. All the Orthodox printing offices, like Saint George in Beirut the Holy Sepulcher in Jerusalem, the Arabic printing houses in Russia. . . relied on Father Joseph in editing, comparing and proof reading their books. In theology, literature and scholarship his seal was a seal of trust. In translating from Greek to Arabic, and from Arabic to Greek, he joined efforts with Yanni Papadopoulos. He made a great contribution in editing the Arabic translation of the Bible, which is known as the Edition of London. All the drafts,prepared by Mr. Fares Al-Shidiak and Mr. Lee, had to be corrected by Father Joseph, by comparing them to the Greek and Hebrew languages. In his literary contribution, he showed in his stamina faithfulness and correctness; his complaint was always the misreading of printing houses. We have no knowledge about his own writings, except for a few articles. Apparently, he did not consider himself worthy to keep pace with the great Fathers of the Church; he confined himself to translating, editing, and presenting their writings to the faithful as a pure, intact and unblemished heritage.

FATHER JOSEPH VERSUS THE MELKITES (UNITES)

During the epoch of Father Joseph, the problem of dealing with the Melkites - they were recently part of the Orthodox Church - was the most difficult and most painful impediments which faced the children of the Orthodox Faith. At that time, all the endeavors were directed toward getting the schismatics back to the church. In dealing with this issue, some followed the way of political and administrative pressure, others followed the way of reaching mutual agreement. Father Joseph belongs to the second group. He hated violence, he did not concede to have connections with the Ottoman Empire to knock down and oppress the Melkites. This is unprofitable style, it strengthens separation, and weakens unity. The measure of his success is unknown to us, but what happened in 1857, and the following years, show that his vision was more correct than others. In that year, when the Melkite Patriarch Clement forced the Western calendar upon his Church, many took offense at this procedure, and decided to go back to the Mother Church. A group of them, under the leadership of Shibli Al-Demashki, George Anjouri, Joseph Fouraeig, Moses Al-Bahri, Sarkis Dibanah and Peter Jahel contacted Father Joseph who embraced them, strengthened them and struggled to enlighten them for three consecutive years. He prefaced a book written by Shibli Al-Demashki about the protestations of this group. The title of the book was: Christian Law is Far Above The Astrological Considerations; it was printed in the publishing house of the Holy Sepulcher in 1858. The size of the group started to grow rapidly, until it was said that had not the martyrdom of Father Joseph taken place during the massacre of 1860, he would have succeeded in bringing back the rest of the Melkites to the Orthodox Faith.

FATHER JOSEPH VERSUS PROTESTANT MISSIONARIES

Father Joseph had more than one confrontation with protestants. The most important ones were in the cities of Hasbaia and Rashaia, then in the city of Damascus. In the city of Hasbaia, the American Protestant missionaries had great success through their school which they had established in that city. More than a hundred fifty persons converted to Protestantism, as a result of a conflict between the Orthodox people in those two cities. As an envoy of Patriarch Methodios, Father Joseph was able to bring back some of the straggling sheep to the Orthodox pen. After he refuted the missionaries several times, he succeeded to restraint them. In Damascus he strived in his pastoral care, preaching and guiding his people to the enlightenment and to fortify them against the circulating sects and heresies.It is mentioned that an English missionary Grame used to meet Father Joseph and discuss Biblical issues with him. Realizing that this missionary was perverting the answers given by Father Joseph on the questions raised, he asked him to send their questions in a written form. In the beginning they thought that they had confuted him, after he neglected to answer- them. When they came in the beginning of the Great Lent, he answered all their questions accurately, until they returned amazed by the correctness of his knowledge and research. It is said that as a consequence of that incident they ended their missionary campaign on the Orthodox congregation; their questions were for inquiry and not for debate.

A GREAT MAN OF RENAISSANCE

Undoubtedly, Father Joseph was - in the nineteenth century- the greatest man of renaissance in the Antiochian Church. At that time, Antioch was in a pathetic situation: The schism of the Melkites led to very critical repercussions on different levels, especially on the pastoral level. The Protestant missionaries were very active and aggressive, while the Church was impotent and feeble, ignorant and poor. Starting from 1724, the hierarchs were foreign to the land and to the struggle of its people. Antioch lived under custodianship, under the pretext that she is going to disintegrate gradually and become Roman Catholic. In the name of Orthodoxy, both Constantinople and Jerusalem distributed among themselves the authority of appointing Antiochian bishops, trying to determine her destiny. At that time there were no competent priests, no pastoral care. The Antiochian Church could be described as a ship stricken by waves, and ready to sink . . .In the midst of those challenges and dangers, Father Joseph bloomed as a new godly branch, having a great fervor toward God and the Church of Christ in the land. . .Then, renaissance started. . . Father Joseph's life, fervor, godliness, poverty, love of knowledge, persisting pastoral care, preaching, guidance, writings, translations, school and vigilance created a revivalistic atmosphere, motivated the spirits, moved the hearts, and strengthened the determination. A new generation, a new thinking, and a new direction bloomed. "The bones came together, bone to its bone. . . and breath came into them, and they lived," (Ezekiel 37:7-10). More than fifty Church leaders studied under him, and became as watchful as he was: Patriarch Meletios Al-Doumani (+1906), First indigenous patriarch since 1724; Gabriel Shatila, Metropolitan of Beirut and Lebanon (+1901); the great scholar Garasimos Yared (+1899), Metropolitan of Zahle, Saidnaia and Maloula; and his students were more than ten bishops, as wellas large numbers of priests, among them Archimandrite Athanasius Kaseer (+1863), founder of Balamand Seminary; Father Speredon Sarouf (+1858), dean of the clerical school in Jerusalem and editor of the publications of Holy Sepulcher; Archpriest John Doumai (+1904), founder of the Arabic publishing house in Damascus, in addition to some renowned laymen like Dimitiri Shahadeh, pillar of renaissance; Michael Klaila, administrator of the Patriarchal schools in Damascus; and Doctor Michael Mashakah (+1888). What he longed for Was accomplished during his lifetime and after his death; oftentimes he repeated: "I planted the seed in the true vineyard of Christ, and I am waiting for the harvest." All these things can be explained by the statement of Metropolitan Gabriel Shatila: "The stars of Damascus are three: The Apostle Paul, John of Damascus, and Joseph Mouhana Al-Haddad."His life should be crowned With an ending equal to his godliness and great love, in which he would glorify God through his martyrdom.

HIS MARTYRDOM

On July 9, 1860, when the massacre in Damascus started, many Christians took refuge in the Patriarchal Cathedral (Al-Mariamieh); some came from the Lebanese cities of Hasbaia and Rashaia, where the massacre started and where killing took place. Others came from the villages around Damascus.Following the tradition of the priests in Damascus, Father Joseph used to keep the Communion kit at his house. During the massacre of 1860 he hid his communion kit under his sleeves, and went jumping from one roof to another toward the Cathedral. He spent the whole night strengthening and encouraging the Christians to face the situation, for the attackers can kill the body but cannot kill the soul (Matthew 10:28); the crowns of glory have been prepared for those who committed themselves to God through Jesus Christ. In relating to them the martyrdom of some saints, he called them to emulate their life.On Tuesday morning, July 10, the persecutors belligerently attacked the Cathedral, robbing, killing and burning everything. Many martyrs Were slaughtered, others went out on the streets and alleys; one of them was Father Joseph. As he walked on the streets, a religious scholar-, who was one of the attackers, recognized Joseph, because the latter had confuted him in a debate between them. Seeing him he shouted: "This is the leader- of Christians. If we kill him, we will kill all the Christians!" When he heard these words, Father Joseph knew that his end had come. He took out his communion kit, and partook of the Body and Blood of Jesus Christ. The persecutors attacked him with their hatchets, as if they were woodcutters, and disfigured his body. Binding his legs with ropes, they dragged him over the streets until he was dashed into pieces. Although he died as a martyr, his life, his vigilance, and his sufferings were a witness of his holiness. By "becoming like Him in His death" (Phil. 3:10), he was crowned with His glory. He became an example to be emulated, and a blessing to be acquired, and an intercessor to C our Lord-d and Savior Jesus Christ, to Him be the glory forever. Amen.
Through the prayers of HIEROMARTYR JOSEPH THE DAMASCENE and his companions, Lord Jesus Christ our God, have mercy on us and save us. Amen.

Translated by V. Rev. Fr. MICHEL NAJIM

The memory of Saint Joseph of Damascus is celebrated on July 10

Source here


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου