ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Μαρία Ρουσσιά: Μια Κύπρια πεζογράγος της Αλεξανδρινής λογοτεχνίας

Η Μαρία Ρουσσιά ανήκει στις πιο καλές πεζογράφους της Κύπρου που γεννήθηκαν μακριά από το νησί κι έγραψαν με πάθος για την ιδιαίτερη πατρίδα τους και πόνεσαν γι΄αυτήν όταν η Κύπρος έπασχε.
Κυπριακής καταγωγής, γεννήθηκε το 1904 στο Κάιρο, ανάμεσα στη μεγάλη ελληνική παροικία της Αιγύπτου, που την αποτελούσαν και πολλοί Κύπριοι. Όταν η συγγραφέας ήταν ακόμα σε μικρή ηλικία, η οικογένειά της πήγε στην Τεργέστη, όπου κι εγκαταστάθηκε.
Στην Τεργέστη η Ρουσσιά τελείωσε το ελληνικό δημοτικό σχολείο και μετά το ιταλικό λύκειο. Μελετούσε όμως συνεχώς την ελληνική γλώσσα και τη λογοτεχνία και έκανε επίσης καλές σπουδές και στη μουσική.
Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκόσμιου Πολέμου η οικογένειά της ξαναγύρισε στην Αίγυπτο και εγκαταστάθηκε στη Αλεξάνδρεια.
Από το 1937 η πεζογράφος άρχισε να επιδίδεται μς πάθος στην λογοτεχνική ζωή, αρχίζοντας να δημοσιεύει τα πρώτα έργα της σε ελληνόφωνες εφημερίδες της Αλεξάνδρειας. Έτσι, έδωσε συνεργασιές της στον «Ταχυδρόμο Αλεξανδρείας» και μετά συνεργάστηκε με τα «Κυπριακά Γράμματα».
Το 1942, επάνω στην κρισιμότερη στιγμή του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου, η Ρουσσιά δημοσίευσε το βιβλίο της «Γράμματα της αδελφής του στρατιώτη» (1942), γράμματα διαλεγμένα από εκατοντάδες που είχε γράψει απευθείας στους στρατιώτες, τον καιρό που ανασυντασσόταν ο ελληνικός στρατός στη Μέση Ανατολή, για να τους ενθαρρύνει, να τους παρηγορήσει, να τους κρατήσει συντροφιά στα νοσοκομεία, στα στρατόπεδα, στα χαρακώματα, στα μετόπισθεν, στο μέτωπο. Κατά τη μελετήτρια της Ρουσσιά, Ελένη Βοΐσκου, «τα γράμματα αυτά είχαν δημοσιευτεί προηγούμενα σε ημερήσιο φύλλο με τον τίτλο «Ανοικτά Γράμματα στο Στρατιώτη».
Η Ρουσσιά δεν ήταν για τους Έλληνες στρατιώτες της Μέσης Ανατολής η Μάνα, αλλά η Αδελφή, και σ' αυτήν οι ξενιτεμένοι στρατιώτες έλεγαν κι έγραφαν τους πόνους, τους καημούς και τις ελπίδες τους.
Η ίδια μελετήτρια της ζωής και του έργου της Μαρίας Ρουσσιά, Ελένη Βοΐσκου, μας δίνει το ποτραίτο της πεζογράφου: «Ήταν η πιο χρυσή καρδιά ανάμεσά μας. Μακριά από συναδελφικές αντιζηλίες και φιλολογικούς καυγάδες. Η Ρουσσιά, δίχως να' χει συγκεκριμένη επαγγελματική δουλειά, ήταν μια πολυάσχολη, πολυτεχνίτισσα... Έκανε, κατά διαστήματα τη δασκάλα, τη δημοσιογράφο, την καθηγήτρια πιάνου, την εθελόντρια νοσοκόμα, και, με φόρμα, σαν απλός εργάτης, ξεσκόλισε... στην στοιχειοθεσία».
Με τόση κοινωνική δράση και προσφορά η Ρουσσιά έγραφε συνεχώς και δημοσίευσε μια σειρά αξιόλογα βιβλία. Εκτός από τα «Γράμματα της αδελφής του στρατιώτη» (1942), κυκλοφόρησε ακόμα «Για το δίκιο στη Μέση Ανατολή» (1946), «Ο Ξένος» (1951), «Κύπρος» (1956), όλα στην Αλεξάνδρεια. Στα «Κυπριακά Γράμματα», από το 1939 ως το 1956, δημοσίευσε τέσσερα διηγήματα και νουβέλες. Κατά τη Βοΐσκου, είχε και άλλο ανέκδοτο έργο, όπως το θεατρικό «Πίσω από την κλειστή πόρτα», το μυθιστόρημα «Το σαράκι» κλπ.

Η κριτική έγραψε καλά λόγια για τα παραπάνω βιβλία της και τόνισε τη γυναικεία ευαισθησία και προπαντός την απέραντη ανθρωπιά της δημιουργού.
Ο Κώστας Βάρναλης, κρίνοντας το βιβλίο της «Για το δίκιο στη Μέση Ανατολή», σημείωσε: «Η Ρουσσιά έχει μια πείρα της ζωής και της ανθρώπινης ψυχής όσο λίγοι άντρες... Και συμπόνοια όχι συναισθηματολογική, παρά θεμελειωμένη στη γνώση της Αλήθειας και του Δίκιου». Για τις νουβέλες της «Ο Ξένος» και το «Το παιδί του ανθρώπου» έγραψε ο Νικηφόρος Βρεττάκος: «Η καρδιά κι η σκέψη παλεύουν συγκερασμένες ν' αξιοποιήσουν το ζεστό γεγονός της παρούσας ώρας». Ο Κώστας Προύσης, γνωστός Κύπριος λογοτέχνης και μελετητής, έγραψε: «Μια κατάχτηση και μορφή και στο περιεχόμενο... Πολλές φράσεις είναι επιγράμματα σκαλισμένα σε μάρμαρο».

Επίσης ο ίδιος κριτικός, Κώστας Προυσής, γράφοντας για την «Κύπρο» της Ρουσσιά, σημειώνει: «Το βιβλίο αυτό είναι ένα πολύτιμο τεκμήριο, που μας αποκαλύπτει το γοητευτικό και πονεμένο πρόσωπο της Κύπρου».
Κοφτός ο λόγος της Ρουσσιά, χωρίς περιττά στολίδια, δίχως ωραιολογίες, σύντομος στις εκφάσεις του, χωρίς απεραντολογία. Μεστός κι αληθινός, δουλεμένος μορφικά, όπως παρατηρούν κι οι μελετητές και οι κριτικοί της.
Δε φλυαρεί, κι αυτό δείχνει το ταλέντο μιας αληθινής γυναίκας, που γράφει εκ του περισσεύματος της καρδιάς, πονά για τον άνθρωπο, τη σκοτώνει ο πόλεμος, ανήκει στους ειρηνιστές, στους εχθρούς του πολέμου, που τον έζησε η πεζογράφος και γνώρισε τον όλεθρό του. Και οι τύποι που να δίνει δεν είναι φανταστικοί, είναι παρμένοι από την καφτή καθημερινότητα, είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά, άνθρωποι καθημερινοί κι αιώνιοι. Ένα ωραίο γυναικείο τύπο μας δίνει στο διήγημά της «Οι γειτόνισσες». Πρόκειται για μια ξένη, γειτόνισσά της, τη Μισμέρ. Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα από το διήγημα αυτό, δείγμα της γραφής της Ρουσσιά:
«Η Μισμέρ, που βρήκα μέσα στο σπίτι, δεν είναι αυτή που ξέρουμε. Που βλέπουμε κάθε μέρα στο δρόμο. Άλλος άνθρωπος. Υπερβολικά αστεία. Δηλαδή να ξηγούμαστε: Αν ήταν μια δική μας θα ήταν αστεία. Αυτής της πήγαινε. Να φανταστήτε: Φόρεμα χρώμα βερίκοκο, στο κεφάλι μια κορδέλα πράσινη. Και τα μαλλιά της κάτασπρα, το ωραίο άσπρο της ξανθιάς. Ένα μπουκέτο ψεύτικοι μενεξέδες στη μέση της. Και στολίδια... όσα θες: Σκολαρίκια, βραχιόλια, καρφίτσα, δαχτυλίδια. Τα μπράτσα γυμνά ίσαμε την αμασχάλη. «Για χορό είσθε, ρώτησα μ΄ευγένεια, ή για κανένα γάμο;». «Όχι» μου λέει ξερά, σαν να την πρόσβαλα. «Θα' χει ξένους», σκέφτομαι, και για να μην τη χασομερώ της ξηγώ πως σκότωσαν το σκύλο της, πως μάζεψα τη λαιμαριά και την έφερα. «Βλέπω, βλέπω», λέει με αδιάφορη φωνή. Μόνο όταν ακούμπησα τη λαιμαριά στο τραπέζι τα μάτια της με κοίταξαν, γιατί τόση ώρα με βλέπανε, αλλά δε με κοίταζαν. Μεμιάς πετάχτηκε ζωηρή σαν παιδί και μου έφερε τη φωτογραφία του Μπίλι της. Μπίλι λέγανε το σκύλο της που σκότωσαν. Ολοζώντανη, λες θα σου μιλήσει. Την κράταγε κ΄ήταν τόσο συμπαθητική, έτσι όπως με κοίταζε με τα γλαρά υγρά μάτια της, ίδια ανοιχτά παράθυρα πάνω στο γιαλό της πατρίδας μου. «Δεν έχεις κανένα στον κόσμο κοκόνα μου;». «Πως!», αγανάκτησε, κι αμέσως κλείνουν τα γλαρά παράθυρα. «Έχω αδέλφια, γονείς, άντρα». «'Εχεις άντρα;». «Και βέβαια...». «Θα είναι στον πόλεμο...». «Τα παιδιά του είναι στον πόλεμο. Ο άντρας μου ξαναπαντεύτηκε». Και το είπε τόσο απλά, σαν να' ταν τίποτε. «Εμείς ζούμε αλλιώτικα», μου ξήγησε, «Δεν είμαστε σαν και σας, τους ανατολίτες, ο ένας κολλημένος στον άλλο και όλοι στην οικογένεια. Εμείς είμαστε ελεύθεροι. Άντρες, γυναίκες, το ίδιο. Κάνει τη ζωή του όπως θέλει ο καθένας...». «Τέταια ελευθερία ας με λείπει. Ούτε παιδί, ούτε σκυλί». Δίχως να το θέλω στέναξα. Τότε κατάλαβε. Ό' τι κι αν πεις, γυναίκα είναι. Μ΄εκείνη την παιδική ζωηράδα της, πατάχτηκε πάλι και μου έφερε μια φωτογραφία. Άνθρωπο έδειχνε αυτή τη φορά. Ένα παλικάρι με κοντυλένια μύτη, πανέμορφο. Η φωτογραφία παμπάλαιη, σκουλικιασμένη. «Γιος σου;». Πάλι αγανάκτησε, σα να την πρόσβαλα. Ενός ξαδέρφου της παιδί. «Τώρα θα είναι στον πόλεμο...», είπε και βράχηκαν τα μάτια της. «Ένοια σου και θα περάσει ο πόλεμος...». «Αν σκοτωθεί, τι το έφελος;...».
Η πεζογράφος Μαρία Ρουσσιά δεν ήταν μόνο μια δημιουργός που εξαντλούσε το πάθος της για ανθρωπιά και ειρήνη μόνο στο λόγο, αλλά το λόγο τον έκανε πράξη με τη δράση της και την ίδια της τη ζωή. Η ποιήτρια Ευγενία Πετρώνδα- Παλαιολόγου μας άφησε μια μαρτυρία που τη σημειώνει η Ελένη Βοΐσκου στο σχετικό μελέτημά της για τη Ρουσσιά, στο περιοδικό «Λογοτεχνία» (σελ. 140) : «Σαν στήθηκαν οι αγχόνες του Χάρτιγκ, ο πόνος της ήταν αβάσταχτος. Οι βαρβαρότητες των αποικιστών την αναστάτωναν. Η πονεμένη της καρδιά έπαθε τότε την πρώτη προσβολή. Ήρθε, θυμούμαι, μια μέρα στο σχελείο αγαναχτισμένη, γιατί οι Άγγλοι μαστίγωσαν μέσα στο κρύο τ΄ανήλικα μαθητούδια του Πεδουλά.
Και ύστερα από την επίθεση κατά της δεύτερης πατρίδας της, της Αιγύπτου, έγραψε η ίδια: «Ευγενία, δεν το μπορώ αυτό το ματοκύλισμα, δε θ' αντέξω κι άλλο πόλεμο». Και δεν άντεξη. Πέθανε σε τέσσερις μήνες από θρόμβωση. Πράγματι η σπάνια αυτή Ελληνίδα πεζογράφος πέθανε στην Αλεξάνδρεια το Μάρτη του 1957.

Από το βιβλίο: «Ιστορία Κυπριακής Λογοτεχνίας» του Πάνου Παναγιωτούνη. Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από noctoc.

2 σχόλια:

  1. Καλησπέρα φίλε Νόστο, πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την Μαρία Ρουσσιά. Θα φροντίσω να βρω κάτι δικό της να διαβάσω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μακάρι να βρεις φίλη μου, γιατί θα είναι δύσκολο αφού όλα της τα βιβλία εκδόθηκαν στην Αλεξάνδρεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή