ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Χαραλάμπης Ρέπανος: Ο ευλαβής διδάσκαλος

Τούτος ο ευλογημένος Χατζη-Χαραλάμπης Ρέπανος, ο επικαλούμενος ευλαβής, εγεννήθη περί το 1810 στο χωριό Κάθηκας. Εσπούδασε κατ' αρχάς τα ελληνικά γράμματα αρχόμενος εκ του Ψαλτηρίου και της Οκτωήχου, όπως τότε, αλλά και μέχρι των αρχών του εικοστού αιώνα, τούτο εσυνήθιζαν οι μανθάνοντες γράμματα. Λόγου χάριν, ο παπά-Θεοφύλακτος που ιερατεύει τώρα στη Θελέτρα, έμαθε γράμματα από τον πατέρα του αρχόμενος να συλλαβίζει το «μακάριος ανήρ». Στη συνέχεια εδιάβαζε ένα κάθισμα του Ψαλτηρίου κάθε βράδυ, προ του ύπνου για να μάθει καλήν ανάγνωση. Ο πατέρας του έμαθε τα γράμματα στη Μονή των Αγίων Αναργύρων της Μηλιούς, κοντά στους μοναχούς.
Αυτή η Μονή ήτο μετόχι της αρχαίας μονής του Αγίου Φωτίου του Αναργύρου. Σ΄αυτή τη Μονή Φωτίστηκε στα γράμματα και ο εν λόγω Χαραλάμπης. Τότε η Μονή αυτή βρισκόταν σε ακμή. Είχε, λένε, περί τους εβδομήκοντα μοναχούς και ναό τρίκλιτο τοιχογραφημένο που κατέπεσε σταδιακά περί το 1934.
Δεν γνωρίζουμε αν ο Χαραλάμπης εσπούδασε περαιτέρω στη Λευκωσία ή στο εξωτερικό. Πάντως το 1845 βρίσκεται στο μικρό χωριό Μηλιού. Ενυμφεύθη εκεί και ίδρυσε το πρώτο σχολείο στο χωριό.
Το σχολείο ήταν το ίδιο το σπίτι του που βρισκόταν σε μεγάλο κτήμα φυτευμένο με ποικιλία δέντρων και ανθέων. Αγαπούσε πολύ να ασχολείται με τη μελέτη δέντρων και φυτών. Γενικώς, εμελετούσε και ασχολείτο με τα πάντα, ήτο φιλομαθής και άοκνος ερευνητής είδος επιστητού. Συνάμα ήτο άνθρωπος θεοσεβής, ευλαβούμενος μάλιστα πολλά την Κυρίαν Θεοτόκον Παναγίαν του Κύκκου. Σ' αυτή τη Μονή χάρισε τελικά και το μεγάλο αυτό κτήμα με το σπίτι του που ήταν και το πρώτο σχολείο των χωριού και της περιφέριας.
Ο Χαραλάμπης εγνώριζε άριστα την εκκλησιαστική μουσική, την οποία εδίδασκε στους μαθητές του ως κύριο μάθημα. Τα άλλα μαθήματα που δίδασκε ήσαν: Ψαλτήριο, Οκτώηχον, Απόστολον και μαθηματικά. Έπαιρνε ως αμοιβή από κάθε μαθητή 20- 30 γρόσια για κάθε βιβλίο, επληρώνετο και με γεννήματα αντί για χρημάτων. Του έκαμναν και διάφορα δώρα κάθε Σάββατο, τα λεγόμενα σαββατιάτικα. Εδίδαξε στη Μηλιού για πενήντα συναπτά έτη. Μαθητές είχε και από τα γύρω χωριά.
Περί το 1855 σε συνεργασία με τον παπά του χωριού ανακαίνισε την εκκλησία, την Αγίαν Παρασκευή. Αυτή την περίοδο ή θα ευρίσκετο σε βαθύ γήρας ο λαοφιλής εικονογράφος της επαρχίας μας, ο μέγας και πολύς Παρθένιος. Γι΄αυτό φαίνεται ο διδάσκαλος κατέφυγε στην αγαπητή του άλλωστε Μονή του Κύκκου για να παραγγείλει τις εικόνες. Ιστορήθηκαν πιθανόν από μοναχό της Μονής, άγνωστο σε μας, μαθητή πάντως του σπουδαίου ζωγράφου, Ιωάννου του Κορνάρου. Ο εικονογράφος αυτός δεν υπέγραψε, έγραψε μόνο την δέησιν. Στην εικόνα του Χριστού «μνήσθητι, Κύριε» και στην εικόνα της Παναγίας «μνήσθητι Δέσποινα του δούλου σου Χαραλάμπους, συζύγου και τέκνων, 1855».
Για την εικόνα του αγίου Χαραλάμπους εδαπάνησε ο παπα-Χριστόδουλος και κάποιος Παύλος. Η εικόνα της αγίας Παρασκευής δεν σώζεται.
Το έτος 1879 ο φωτίζων τις εσκοτισμένες διάνοιες των αγροτόπαιδων έχασε το φως του παντελώς. Ο κόσμος πολύ λυπήθηκε για την ξαφνική και ανεξήγητη τύφλωση του ανθρώπου του Θεού, του αφοσιωμένου στην εκκλησία και τα γράμματα. Αναζητώντας μια εξήγηση που να ικανοποιεί τη λογική των απλών ανθρώπων της εποχής εκείνης, είπαν: «Ήταν θέλημα Θεού να τυφλωθεί ο δάσκαλος για να μη συνεχίσει τη μανιακή έρευνα του και γνωρίσει και άλλα μυστήρια, που δεν έπρεπε». Διότι τον έβλεπαν που μελετούσε τη φύση, έκαμνε σημάδια και έγραφε ημερομηνίες στους κορμούς των δέντρων. Μάλιστα κάποιοι έλεγαν ότι σημείωνε ένα δέντρο κάθε μέρα κόβοντας ένα κλάδο του, παρατηρώντας τις αντιδράσεις του, π.χ. αν σάπιζε ή αν ξηραινόταν για να γνωρίσει έτσι τις καλές και κακές μέρες του χρόνου και άλλα παρόμοια. Ο Χατζη-Χαραλάμπης όμως μετά την τύφλωσή του συνέχισε να κάνει, ότι μπορούσε. Δεν παρατηρούσε πλέον τα δέντρα και τα πετρώματα αλλά συνέχισε να διδάσκει τα ελληνικά γράμματα και την ψαλτικήν για άλλα δεκαπέντε χρόνια, δηλαδή μέχρι τον θάνατό του, το 1894.
Δεν χρησιμοποιούσε βιβλία, βέβαια, αλλ' εγνώριζε απ' έξω όσα εχρειάζοντο ώστε και οι μαθητές που είχε αυτά τα χρόνια να μην υστερούν σε τίποτα από τους παλαιότερους. Οι τελευταίοι αυτοί μαθητές του που μιλούσαν γι΄αυτόν στις μέρες μας τον εγνώριζαν εξαρχής της μαθητείας τους τυφλό.
Ένας από τους μαθητές του αόμματου διδασκάλου, ο Θεμιστοκλής Δημητρίου που κοιμήθηκε το 1975, έμαθε από αυτόν ανάγνωση και σπούδασε ιδιαιτέρως την Οκτώηχο. Έλεγε μάλιστα ότι κατά την ώρα της διδασκαλίας οι μαθητές είχαν το βιβλίο μπροστά τους και τους έλεγε ο δάσκαλος να βρουν και να διαβάσουν το τάδε τροπάρι. φερ΄ειπείν, το «πρόσδεξαι, Κύριε...». Μετροφυλλούσαν οι μαθητές κι όταν αργούσαν να το βρουν, του έλεγε: «στην τάδε σελίδα ρε!». Ενθυμάτο και τη σελίδα όπου υπήρχε ένα έκαστο των τροπαρίων! Τούτος ο αξιομακάριστος Θεμιστοκλής όντας στο κρεβάτι, προτού να πεθάνει, ψυχορραγών εσιγόψαλλε την Παρακλητική απ΄έξω. Λόγια ιερά που είχε μάθει στα πρώτα χρόνια της ζωής του από τον ιερό διδάσκαλο.
Άρχιζε: «τας εσπερινάς ημών ευχάς πρόσδεξαι, Άγιε Κύριε, και παράσχου ημίν άφεσιν αμαρτιών, ότι μόνος Συ ο δείξας εν κόσμω την Ανάστασιν» και συνέχιζε μέχρι να κουραστεί. Εκοιμήθη με τα άγια τούτα λόγια στα χείλη του.
Ένας άλλος μαθητής, συνηλικιώτης του Θεμιστοκλή, ο Κλεόβουλος του Χατζη- Γιώργη εμακάριζε το δάσκαλόν του μετ' ευγνωμοσύνης. Αυτός ο Κλεόβουλος δεν αγαπούσε τη μάθηση και τον κόπο καθόλου.
Ο δε πατέρας του, Χατζη-Γιώργης, ήθελε πολύ να μάθει ο υιός του γράμματα καθώς και την ψαλτικήν. Γι΄αυτό μικρό-μικρό τον επήρε πρώτα στον παπα-Χριστόδουλο και του διάβαζε την ευχή: «Όταν απέρχεται παιδίον μανθάνειν τα Ιερά Γράμματα». Έπειτα τον επήρε και τον παρέδωσε στον τυφλό Χατζή-δάσκαλο.
Εκεί, λέγει, δυσκολεύτηκε πολύ. Ο Χατζη-Γιώργης έδειχεν περισσήν ευλάβεια προς τον ευλαβή, αόμματο ναρθηκοφόρον κι εκουβαλούσεν προς αυτόν κάθε Σάββατο πλούσια τα ελέη. Αφ' ενός όμως ο υιός του δεν έπαιρνε τα γράμματα, αφ΄ετέρου ο ναρθηκοφόρος Χαραλάμπης άμα και βάκχος δεν εχρησιμοποιούσε καθόλου τον νάρθηκα, δηλαδή την βέργα. Επειδή ήτο φτανόκαρδος, δηλαδή λιπόψυχος, ελυπάτο να κτυπά τους μαθητές, γι΄αυτό εφηύρε μια πρωτότυπη μέθοδο τιμωρίας.
Είχε μια κεφαλή του γαϊδάρου, δηλαδή κρανίο, περασμένη μ΄ ένα λουρί. Αυτό το τεράστιο κρανίο εκρέμαζε στο λαιμό των ατάκτων και ανεπιδέκτων μαθήσεως μαθητών για ορισμένη ώρα ή και ολόκληρη την ημέρα, αναλόγως του σφάλματος. Να ήθελεν έτσι να παρομοιάσει τον απαίδευτο μαθητή με γαϊδούρι και τη κεφαλή του ανεπίδεκτου μαθήσεως με καφαλήν αλόγου ζώου; Πάντως οι λοιποί μαθητές περιγελούσαν τον φέροντα ως περιδέραιον το κρανίον. Εκ τούτου καθίστατο αβάστακτη η τέταια τιμωρία στο μικρό, καλομαθημένο Κλεόβουλο, ο οποίος φαίνεται ότι περιεβάλλετο συχνάκις την κεφαλή. Σαν μικρόσωμος μάλιστα που ήτο, του έρχονταν το περίεργον κρανίον μέχρι τα γόνατα. Ούτε να τρέξει ημπορούσε, ούτε να περπατήσει.
Ο καημένος ο Χατζη-Γιώργης στην αγωνία του για την πρόοδο του υιού του κάλεσε για δεύτερη φορά τον παπα-Χριστόδουλο να διαβάσει την ευχή. Ο παπάς βρίσκοντας περιττό να διαβάσει την ίδια ευχή, του διάβασε την «Ακολουθία εις παίδας κακοσκόπους». Ο μικρός όμως δεν είχε καθόλου κακό σκοπό, απλώς δεν έπιανε ο νους του τα γράμματα. Γι αυτό αποφάσισε να μη ξαναπάει στο σχολείο. Επειδή όμως εφοβάτο τον πατέρα του, έπαιρνε κανονικά το συσσίτιό του από τη μάνα του το πρωί και πήγαινε κι εκρύβετο στην κουφάλα μιας τρεμιθιάς. Υπήρχε μέχρι πρότινος οπότε και κατεκάη από πυρκαγιά.
Το Σάββατο όμως ο πατέρας του επισκέφθηκε το χατζή- δάσκαλο για τα καθιερωμένα δώρα και τον ερωτά: «πως πάει τώρα ο μικρός;» «Μήτε πάει, μήτε έρχεται» απάντησε ο χατζής. «Είναι μια εβδομάδα που δεν φάνηκε». Απόρησε ο φιλότεκνος πατέρας και αναχώρησε σκεπτόμενος για το τι μπορεί να συμβαίνει. Τη Δευτέρα το πρωί παρακολούθησε από μακριά και είδε που ο μαθητής ενδιατρίβει και που ενδιαιτάται. Αφού τον ετιμώρησε και δια χειρός και δια νάρθηκος, τον έπεμψε εις το σχολείο.
Όταν ο διακριτικός και ευαίσθητος διδάσκαλος έμαθε τα γενόμενα, έδειξε κατανόηση στην περίπτωση του ευαίσθητου μαθητή και δεν του εφόρεσε άλλη φορά την κεφαλήν του γαϊδάρου. Έτσι, παρέμεινε ο Κλεόβουλος δυο-τρία χρόνια στο σχολείο κι έμαθε δυο-τρια γράμματα κι άλλα τόσα τροπάρια των αγίων. Το σπουδαιότερο, έμεθε ν΄αγαπά τις ακολουθίες και τις ψαλμωδίες της εκκλησίας. Γι΄αυτό είχε να λέγει ως τα γεράματά του, στην ευχή του Αποδείπνου, «μακαρίσωμεν τους γονείς ημών και διδασκάλους, αιωνία η μνήμη αυτών» φέρνοντας στη μνήμη του και τούτον τον αοίδιμο διδάσκαλο, το Χατζη-Χαραλάμπη τον ευλαβή.

Από το βιβλίο «περί ΗΣΥΧΙΑΣ λόγοι επτά» του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου