ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Γεώργιος Μηλιώτης: ο εκατονταετής

Εσυγχώρεσε σήμερον ο Θεός το δούλον αυτού Γεώργιον και η Παναγία η Δέσποινα έπεμψε το Μιχαήλ Αρχάγγελο και πήρε τον υπέργηρο νεωκόρο της. Διότι αυτή ακριβώς ήτο και η έμπονος προσευχή του, τα τελευταία έτη, κατά τα οποία ευρίσκετο έγκλειστος οίκαδε ατενίζοντας από μακριά την εκκλησία της Χρυσελεούσης. Έγκλειστος και αλειτούργητος ήτο, πλην όμως όχι ακοινώνητος, διότι συχνά-πυκνά ερχόταν ο παπα-Θεοφύλακτος και του μετέδιδε τα Άχραντα Μυστήρια.
Ως ένα μυστήριο μου εφαίνετο η ζωή και η μορφή του ανθρώπου τούτου. Τον εσυνάντησα για τελευταία φορά, ολίγες μέρες προ του θανείν αυτόν και εσυντύχαμεν αρκετά. Ήτο σύννους και σοβαρός. Το δειν του ήτο σταθερό και ιλαρό, άμα και ζοφώδες. Εκοίταζε ως να βλέπει μακριά, εις την αντίπερα όχθη. Πλην, όμως, ήτο παρών και ομιλούσε σε μένα για τα παρόντα και τα παρελθόντα. Και ήσαν πολλά τα παρελθόντα, διότι είχε περασμένα τα εκατόν χρόνια της ζωής του. Εφαίνετο ως να μην είχε ανάγκη να μιλήσει ούτε ν' ασχοληθεί πλέον με τα περασμένα ούτε με τα τωρινά. Ακόπως, όμως, συγκατένευε, με ταπείνωση φυσική, απλότητα και απάθεια - ως να ήτο πλέον έξω και πάνω από αυτά - και εδιηγείτο έτσι τα του παρελθόντος βίου παθήματα τε και μαθήματα, θλιβερά ομού και χαρμόσυνα. Δεν έδιδε βαρύτητα πια σε τίποτε απ' όσα έλεγε, απ' όσα έζησε. Ούτε θλίψην εξέφραζε ούτε χαρά, ήταν απλώς απαθής αφηγητής μιας έντονης ρευστότητας, της δραματικής ρευστότητας του βίου του δικού του και του σύμπαντος κόσμου.
Ενθυμείται ο εκατονταετής εντονότατα, ως να ήταν εχθές, το όραμα εκείνο που έβλεπε στη νηπιακή και παιδική του ηλικία, οσάκις τον έπαιρνε η μάνα του στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής για να λειτουργηθούν. Μέσα στο σκάμνο του Δεσπότη, ήγουν το θρόνο, έβλεπε να κάθεται άνδρας ωραίος, υπέρκαλλος. Άλλοτε τον έβλεπε ως καλόγερο και άλλοτε ως Δεσπότη. Κι όταν επερνούσε από δίπλα του, άπλωνε το χέρι του και τον άγγιζε στον ώμο ή του εθώπευε την κεφαλή. Για πολλά χρόνια έβλεπε τον Δεσπότην τούτον, αλλά δεν έλεγε σε κανένα τίποτε, διότι ενόμιζε πως όλοι τον έβλεπαν και πως όλους εχαιρέτα και άγγιζε δια της δεξιάς του. Εις τα δεκατρία του χρόνια έκοψεν ο νους του να πει της μητρός του: «Μάνα, ποιος ένι τούτος ο Δεσπότης που κάθεται μέσ΄στο σκάμνο;» Έκτοτε δεν τον ελιδεν άλλη φορά.
Κατ΄αυτή την ηλικία έτυχε να φιλονικήσει μετά της αδελφής του Ζηνοβίας και εβλαστήμησε. Τότε, κατά την φράση του, «εφάνην η ορκή του Θεού πα' στον ουρανό». Και περιγράφει ότι εφάνη ένας «ατσουπάς», ένα πλάσμα μαύρο, ανάποδο σαν να κρεμμόταν από πάνω και του είπε: «Φέρ' μου το χέρι σου να σε πάρω μετά μου». Και τον άρπαξεν αυθίς από το χέρι. Ο μικρός του ξέφυγε λέγοντάς του: «Όχι. Θέλεις να με πάρεις πάνω και να με ξαπολύσεις κάτω να πεθάνω!». Αμέσως εξαφανίστηκε το δαιμόνιο.
Μέχρι σήμερα - έναν αιώνα μετά - θυμάται αυτό το δαιμονικό άγγιγμα στο χέρι του κι ανατριχιάζει, «ωσάν να συνέβηκε μόλις τώρα», λέγει ο ίδιος.
Στο μεταξύ, απέθανε ο πατέρας του, Σάββας. Η μητέρα του, Μαρία, έμεινε με τέσσερα ορφανά, το Γιωρκή, το Νεόφυτο, το Θρασύβουλο και τη Ζηνοβία. Η Ζηνοβία έμεινε στο χωριό τους τη Μηλιού. Ήταν συνομήλικη και φίλη με τη Χαρικλού, την παραμυθού. Μου έλεγε η ίδια ότι συχνάκις επήγαινε με τη Ζηνοβία στα προσκυνήματα της περιοχής και ότι εκαθάριζαν μαζί την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής.
Ο Γιωρκής, δεκατριών ετών, χωρίς να φοιτήσει σε σχολείο καθόλου, εστάλη σ΄ένα μακρινό του συγγενή στη Θελέτρα, τον παπα-Χριστόφορο, τον γνωστό ως Χατζή-παπα. Εκεί του ανετέθη να φροντίζει τις μούλες του παπά. Δια πλερωμή ήταν το φαγητό του και μία βράκα τον χρόνο. Έκαμε ως τέσσερα χρόνια κοντά στον παπά κι έπειτα άλλα τρία εδούλεψε στην Πέγεια, όπου εσύναγε κεράτια. Ύστερα έφυγε έξω ως μισθωτός στρατιώτης, το 1918. Υπηρέτησε ως μουλάρης στη Ρωσία, στα Δαρδανέλεια, στη Τύνιδα. Έπαιρνε μισθό μια λίρα το μήνα και την έστελνε στη μάνα του. Κατ' αυτήν την περίοδο έμαθε πολλά τραγούδια της εποχής, τα οποία ετραγούδα μέχρι τα γεράματά του. Μου ετραγούδησε τον «Πορφυρή», τους «Τρεις καλογήρους» και ένα άλλο που το κατέγραψα κι έχει ως εξής:

Μια μάνα είχε δυό παιδιά στον πόλεμο γραμμένα,
πέστε να μην τα καρτερεί, να μην τα περιμένει,
για' τα παιδιά σκοτώθηκαν στης Δομοχού τα μέρη.
Κι η Δομοχός κατέβαζε δέντρα ξεριζωμένα,
κατέβαζε και μια μηλιά τα μήλα φορτωμένη.
Πάνω στα κλωναράκια της δυό αδέλφι΄αγγαλιασμένα,
μαύρα πουλιά τους τρώγανε, μαύρα τους τριγυρίζαν.
Κι ένα πουλί, καλό πουλί, δεν ήθελε να φάει.

Φάε και συ, καλό πουλί, που το δικό μας κρέας,
να κάμεις πήχυν το φτερό και πιθαμή το νύχι
κι αν πας εις την πατρίδα μας να μας τη χαιρετήσεις
και να της πεις της μάνας μας για κάθε κλωναράκι,
όπου χωριό κι όπου ' κκλησιά ν' αφταίνει ένα κεράκι.

Είχε μάλιστα ο Γιωρκής το χάρισμα της ευφωνίας έμφυτο. Αφότου επέστρεψε στην πατρίδα, εσυνήθιζε να τραγουδά αμανέδες στους γάμους και στα πανηγύρια και στις εορτές της Λαμπρής Ανάστασης. Κάποτε, αφού ετραγούδησε πάρα πολύ, εκουράστηκε και εσιώπησε. Όμως, ο κόσμος τόσο πολλά ευχαριστήθη, που τον επαρακαλούσαν όλοι ομοθυμαδόν να τους πει, έστω, ακόμα ένα. Και αυτός εσυγκατένευσε και αφού στάθηκε στη μέση των οργανοπαικτών, εμελώδησε ακόμα και τούτο:

Άνοιξε, στόμα μου γλυτζύ, τραγούδησε ακόμα
γιατί εν να΄ρτει ένας τζιαιρός πο' ν' να γεμώσεις χώμα!

Και πάνω σ΄αυτό, όλος ο κόσμος έκλαψε κλάμα πολλή. Τούτο το γεγονός μου το είπε και η Χρυσή του Μιτσικουρή, η αδελφή του παππού μου που ήτο παρούσα.
Ο Γιωρκής στα είκοσι δυο του χρόνια ενυμφεύθη τη Χριστίνα από τη Θελέτρα. Αυτή ήταν εγγονή του παπα-Νικόλα, ο οποίος έφθανε συγγενής με τον κυρ Λεόντιο, τον Δεσπότη. Τούτη η Χριστίνα, λέγουν, ήταν θεοφοβούμενη πολλά και καλόγνωμη. Εγηροκόμησε τον παππού της, τον παπά, και έμαθε εξ αυτού πολλά εκκλησιαστικά και βίους αγίων και ιστορίες ψυχωφελείς. Εγνώριζε όλες τις εορτές των αγιών, δηλαδή κάθε μέρα ποιος Άγιος εορτάζει. Άμα ήθελαν να μάθουν γι' αυτά τα πράγματα, ερωτούσαν τη Χριστίνα. Εγνώριζε ακόμα όλα τα ευαγγέλια των Κυριακών κατά σειράν όλου του έτους. Λέγουν ότι ήτο αγία γυκαίκα. Εγώ δεν την εγνώρισα.

Ο Γιωρκής και η Χριστίνα έκαμαν οκτώ παιδιά, των οποίων τα ονόματα είναι: Πολυξένη, Παρτενού, Σάββας, Φιγούρα, Κατερίνα, Μαρία, Ανδρούλα και Λεόντιος.
Ο Γιωρκής έζησε την οικογένειά του ασχολούμενος με τη γεωργία. Είχε δικά του βόδια, έσπερνε και θέριζε. Ήτο μάλιστα και κυνηγός καλός, παρόλο που ο ίδιος δεν συνήθιζε να τρώει κρέας. Το φαγητό του ήτο πάντοτε λιτότατο. Δεν έτρωγε ποτέ γλυκά με ζάχαρη. Όταν όργωνε με τα βόδια, το σύνηθες φαγητό του κατά τις νηστείες ήταν ένα κολοκυθάκι βραστό, ελιές και σταφίδες, και κατά τις άλλες ημέρες, προσέθετε λίγο χαλούμι. Το δείπνο του αποτελούσαν πέντε σαλιγκάρια, δύο-τρεις ελιές και ένα ποτήρι κρασί. Δεν θυμάται να αρρώστησε ποτέ και δεν είχε ποτέ συνάντηση με γιατρό. Νήστευε όλες τις εκκλησιαστικές νηστείες του χρόνου, χωρίς να είναι θρήσκος. Πήγαινε στην εκκλησία, μόνο όταν κοινωνούσε, δηλαδή τρεις εως τέσσερις φορές το χρόνο.
Κάποτε, περίτο 1972, είχε προκύψει κάποιο πρόβλημα στο χωριό. Έγινε διχασμός και δεν ανελάμβανε κανένας επίτροπος στην εκκλησία ούτε καντηλανάφτης ούτε και ψάλτης. Έμεινε μόνος του ο παπάς και ευρίσκετο σε πολλή στενοχωρία, μαζί και απορία για το τι να κάμει. Είδε τότε όνειρο η παπαδιά, την Παναγία και της είπε: «Να βάλετε τον Γιωρκή τον Μηλιώτη!» Εγερθείσα η παπαδιά το είπεν εις τον παπά και ο παπάς εις τον Γιωρκή. Και αυτός εβρέθη σε δυσκολία και έπεσε σε σκέψη και απορία. Από τη μια δεν ήθελε να αρνηθεί του παπά και της παπαδιάς και της Παναγίας, και από την άλλη δεν εγνώριζε καθόλου την τάξη της εκκλησίας και ήτο τελείως αγράμματος και εβδομήντα ετών γέρος.
Εξέβη όμως από τη δυσκολία, όταν φωτίστηκε ο νους του να κάμει τάξιμο στον Άη-Φώτη, για να τον φωτίσει, όπως έκαμναν οι μανάδες, για να μάθουν τα παιδιά των γράμματα. Επήρε, λοιπόν το γαϊδούρι του κι επήγε προσκύνημα στον Άγιο Φώτιο, που βρίσκεται έξω από τη Μηλιού και που ήταν παλιά μεγάλο μοναστήρι. Αυτός ο Άγιος Φώτιος είναι ο Ανάργυρος, αν συμπεράνουμε από την παλαιότερη εικόνα που ήταν εκεί και που την ιστόρησε ο Παρθένιος το 1820.
Αφού, λοιπόν, έκαμε το τάξιμό του ο Γιωρκής και επέστρεψε στο σπίτι του, αισθάνθηκε ένα φωτισμό μέσα στο νου του ότι μπορούσε να γίνει νεωκόρος. «Ήθελα», όπως έλεγε, «να μπορώ να βγάλω τον παπά ΄που τη λουτουρκά». Δηλαδή, να βοηθεί τον παπά ν΄απολειτουργεί. Επιστρέφοντας κιόλας από το προσκύνημά του, επί του χώου καθήμενος, άρχισε να ψάλλει. Όταν ήρθε πίσω στο χωριό, βρέθηκε κάποιος Νεόφυτος που ήξερε γράμματα και ήταν πρόθυμος να τον διδάξει. Διάβαζε, λοιπόν, ο Νεόφυτος τις ακολουθίες της εκκλησίας, Εσπερινό, Όρθρο, Θεία Λειτουργία και ο Γιωρκής άκουγε και αποστήθιζε. Μάλιστα λέγει ότι μετά το τέλος του μαθήματος απομονωνόταν κι ανέβαινε πότε πάνω στο δώμα και πότε πάνω στις αθασιές και απήγγελλε μεγαλόφωνα, για να εμπεδώσει. Μετά έτρεχε στον Νεόφυτο και του διάβαζε άλλο κομμάτι και έπειτα επέστρεφε στην αμυγδαλιά και ούτω καθ΄εξής. Έμαθε όσα εχρειάζοντο, «για να βγάλει τον παπά ΄που τη λουτουρκά». Και τέτοιο μεράκι τον έπιασε, ώστε ποτέ από τότε δεν έλειψε από τις ακολουθίες. Πολλές φορές ημπορούσε να περπατήσει οδό τριών και τεσσάρων μιλίων επιστρέφοντας από τους αγρούς, για να είναι στην ώρα του στο ναό, ν' ανάψει τις κανδήλες και ν΄απαγγείλει τον Προοιμιακό «με χαρά» όπως έλεγε, «με μανία».
Με τον παπα-Θεοφύλακτο λειτουργούσαν όλους τους μεγάλους αγίους και τα ξωκκλήσια. Μια φορά, στον Άγιο Χαράλαμπο, στη Σαραμά, όπου πήγαν να λειτουργήσουν, συνέψαλλε μαζί τους ένας ψηλός καλόγερος με άσπρα γένια. Έψαλλε μάλιστα πολύ ωραία! Μόλις τέλειωσε η λειτουργία διέφυγε ο καλόγερος και κατευθύνθηκε προς το σπήλαιο, που είναι έξω από το εκκλησάκι. Περίμεναν έξω του σπηλαίου, για να βγει να του πουν να κάτσει μαζί τους για φαγητό, μα ούτε βγήκε ούτε τον βρήκαν μέσα στο σπήλαιο. Ήταν ο Άγιος Χαράλαμπος!
Ο Γιωρκής χρημάτισε καντηλανάφτης δώδεκα χρόνια στο παλαιό χωριό και έξι στο νέο, διότι μετοίκησε ολόκληρο το χωριό σε άλλη τοποθεσία πλέον ευρύχωρη. Το παλαιό χωριό που χρονολογείται από τον 11 ο αιώνα ήτο κτισμένο στην κόγχη ενός βουνού και εμπρός του είναι γκρεμοί και δεν ημπορούσε να επεκταθεί. Εις το νέο χωριό εγνώρισα, για πρώτη φωρά, το γέροντα σε μια λειτουργία, που είχα πάει τυχαίως. Μπήκα στην εκκλησία την ώρα του Χερουβικού και είδα τον παπά να εξέρχεται του Ιερού Βήματος με τα Δισκοπότηρα. Ταυτοχρόνως, είδα τον εν λόγω γέροντα να προπορεύεται κρατώντας σταυρό, κερί αναμμένο και θυμιατό και να ψάλλει: «Τον Βασιλεία των όλων υποδεξόμεθα...» και τα επίλοιπα της Θείας Λειτουργίας, χωρίς να πλησιάσει στο αναλόγιο. Έκτοτε γίναμε φίλοι. Τα τελευταία χρόνια τον εσυναντούσα στο σπίτι της κόρης του Μαρίας, όπου διέμενε, καθότι δεν μπορούσε, εκ του γήρατος, να περπατεί εύκολα. Γι' αυτό είχε παύσει και από του ιερού διακονήματός του.
Συχνά, εύρισκα το γέροντα να κάθεται μόνος του και να σιγομουρμουρίζει. Όπως μου είπαν, από πάντα είχε αυτό το συνήθειο να σιγοψιθυρίζει σαν να μιλούσε με τον εαυτό του. Μια φορά τον ερώτησα τι λέγει τόσες ώρες μόνος του, και μου απάντησε μόνο τούτο: «Δικάζω τα έπραξα!». Ο κανόνας της προσευχής του ήτο ο εξής: κάθε βράδυ το Τρισάγιο μεγαλόφωνα, το Πάτερ Ημών και το Πιστεύω. Μετά έκαμνε το σταυρόν του τρεις φορές και εκοιμάτο. Το αμάρτημα της ζωής του, που όταν το θυμόταν- ως το θάνατό του- έκλαιγε, είναι που στα νιάτα του μια φορά εσήκωσε χέρι κατά της μητρός και κατά της γυναικός του. τα τελευταία χρόνια του εσήκωσε ο Σατανάς έναν πόλεμο. Του ψιθύριζε συνέχεια να βλαστημήσει. Δηλαδή, άκουγε μια φωνή να του λέγει: «Βλαστήμα τον Θεόν». Αυτός εντέλεγε το «Κύριε ελέησον» επίμονα κι όσες άλλες προσευχές εγνώριζε. Εκράτησε αυτός ο πειρασμός τρία χρόνια κι έπειτα έπαυσε τελείως.
Τα περασμένα Χριστούγεννα ενώ ο γέροντας ήτο έγκλειστος και κατάκοιτος, η κόρη του Μαρία εσηκώθη πρωί και επήγε στην εκκλησία, χωρίς να πει τίποτε στον πατέρα της για την εορτή. Αυτός, αφού ξύπνησε, είδε στο διπλανό κρεβάτι, που ήταν εκεί στρωμένο, να ξαπλώνει μια ωραία γυναίκα κρατούσα ένα μωρό. Το μικρό εχαριεντίζετο στις αγκάλες της μητρός του. Ο γέρων Γιωρκής έβλεπε έκθαμβος και γεμάτος αγλλίαση, όταν ξαφνικά μπήκε η κόρη του στο δωμάτιο. Γυρίζει και της λέγει:
- Μόλις ήρθες, εχάθη το μωρό! Μα τι γιορτήν έχουμε;
- Χριστούγεννα!
Αυτά έμαθα για τη ζωή του Γιωργίου Μηλιώτη από τον ίδιο κατά τις συναντήσεις που είχα μαζί του, ιδίως την τελευταία φορά, όπου μου είπε και τούτο: «τωρα που δεν ημπορώ να πάω στην εκκλησία, ανεφανίσκω στο παραθύρι, θωρώ την εκκλησία τζιαι λαλώ: Θεέ μου, συγχώρα μου. Τζιαι σου, Παναγία μου, πέμψε τον Μιχαήλ Αρχάγγελο να με πάρει!» Μετά από λίγες ημέρες άκουσα ότι ο Αρχάγγελος ήρθε και τον επήρε τρεις του Γενάρη του 1997. Ο Θεός μακαρίσοι τον.

Από το βιβλίο «περί ΗΣΥΧΙΑΣ λόγοι επτά» του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου