ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Οι ελιές του Ισείνη: Κυπριακό Διήγημα

Η φτώχια και η μιζέρια βασίλευαν παντού. Οι φτωχοί έτρεχαν να βρουν δουλειά στους τσιφλικάδες και στους προύχοντες από το «γέννημα» έως το «βούττημαν» (δύσιν) του ήλιου για ψίχουλα, όσο να μπορέσουν να ζήσουν τη φαμίλια τους.
Δύσκολα χρόνια που, άμα οι κρουνοί του ουρανού δεν άνοιγαν και η γη έμενε ξερή να χάσκει, γίνονταν τα χρόνια πέτρινα. Το στάρι και το κριθάρι που οι φτωχοί ρεσπέρηδες (αγρότες) έσπερναν δεν έβγαζε μύτη πάνω από τη γη. Και άμα αυτό επαναλαμβανόταν δυο και τρεις χρονιές συνέχεια, οι καταστροφές ήταν τραγικές.
Οι φτωχοί, για να αντέξουν την πείνα τους, έπρεπε να χωθούν όλο και περισσότερο στα χρέη. Θα υποθήκευαν στους τσιφλικάδες ότι είχαν για να πάρουν μερικές αμπούστες (είδος μέτρησης των σιτιρών, κουτί) σιτάρι, να το αλέσουν να γίνει αλεύρι και να φτιάξουν ψωμί.
Όπως και να γινόταν ήταν ανάγκη όλοι, μικροί και μεγάλοι, να βγουν στη βιοπάλη, όλοι έπρεπε να εργαστούν. Αμούστακα παιδιά, μικρά παιδάκια, πριν πατήσουν το κατώφλι του δημοτικού σχολείου, έπρεπε να ξυπνούν από τα χαράματα για να πάνε στα χωράφια, να προσέχουν τα ζωντανά ή να βοηθούν στις ατέλειωτες δουλιές του χωραφιού.
Και αν κάποιοι κατάφερναν να μπουν στο δημοτικό σχολείο, λιγοστοί ήταν εκείνοι που θα κατάφερναν να το τελειώσουν. Όχι βέβαια γιατί δεν είχαν όρεξη για διάβασμα, αλλά γιατί οι γονείς τους θα τους έστελναν είτε «μισταρκούς» (υπηρέτες) σε κάποιον επαγγελματία, είτε θα τους χρησιμοποιούσαν στις αγροτικές τους δουλειές.
Ο Χρίστος και ο Λαζαρής ήταν αδέλφια, παιδιά ενιαμελούς οικογένειας. Ο Χρίστος ήταν δκαεφτά χρόνων και ο Λαζαρής μόλις έκλεισε τα δεκατρία. Είχαν βγει και οι δυο τους από καιρό στη βιοπάλη.
Οκτώβρης μήνας, καιρός που μάζευαν ελιές. Και οι δυο τους είχαν πάει σ΄'ενα γειτονικό τούρκικο χωριό για να βρουν μάστρο να τον βοηθήσουν στο μάζεμα των ελιών και να πάρουν από την ποσότητα που θα μάζευαν μερίδιο. Συμφώνησαν με τον Ισείνη της Παχαλίνας να του μαζέψουν τις ελιές.
- Όσες σωρέψετε ούλη μέρα, ρε μιτσιοί, τη νύκτα να τες μετρούμε. Στα τρία καλάθκια, τα δκυο ναν δικά μου τζιαι το έναν δικό σας.
Ο Χρίστος και ο Λαζαρής αντέδρασαν:
- Ένεν σωστό Ταή (Θείε) Ισείνη, να δουλεύκωμεν δκυο τζιαι να πκιάννουμεν έναν καλάθι τζιαι σου να μας παίρνεις τα δκυο.
- Ο Ισείνης τους αγριοκοίταξε.
- Οι ελιές ρε κοπελούδκια (παιδιά) εν δικές μου. Λάμνετε στο καλό, τζι' έσιει πολλούς που παρακαλούν γιαβρούμ μεν έσιετε έννοιαν. Ο Ισείνης της Παχαλίνας εν παρακαλεί, παρακαλούντον.
Ωστόσο ο Χρίστος και ο Λαζαρής έπκιασαν δουλειά. Μέχρι να βραδυάσει είχαν μαζέψει πολλά καλάθια ελιές. Ο Ισείνης πολύ το ευχαριστήθηκε.
- Όϊ μάσσιαλλα, καλοί δουλευτάες τζιαι οι δκυο α..., μάσσιαλλα. Έναν καλάθι δικό σας, δκυό καλάθκια δικά μου...
Ο Ισείνης γέμισε δκυο σακούλες ελιές, τις φόρτωσε στο γαϊδουράκι του και έφυγε ευχαριστημένος. Για τα δυο αδέλφια έμεινε μια σακούλα. Τη φορτώθηκαν στον ώμο, πότε ο ένας και πότε ο άλλος, και ανέβηκαν την ανηφόρα κατά το χωριό τους. Ο Χρίστος δεν ησύχαζε.
- Εν αδικία, μιάλη, ρε Λαζαρή, τούτο που μας κάμνει ο Ισείνης της Πασχαλίνας. Σκοτωνούμαστε εμείς ούλη μέρα για να πκιάνει τζείνος τα δκυο καλάθκια.
0 Λαζαρής συμφώνησε.
- Μα τι να κάμουμεν όμως ρε Χρίστο, οι ελιές εν δικές του. Ε, ίντα ένι, εννά φάμεν τζιαι λλίες τσακκιστές, τζιαι λλίες της κούμνας. Πέρκει έσιει πολλές τζιαι βκάλουμεν τζιαι λλίον λάϊν να τρώμεν.
Ο Χρίστος έμεινε σιωπηλός. Ήταν σίγουρος πως θα έβγαζαν και λάδιν, είχε βγάλει τα σχέδια του. Μόνο που στο Λαζαρή θα τα αποκάλυπτε την επομένη το πρωί.

.................................................................................................

Ο Χρίστος θυμόταν πως και πέρσι κατάφεραν να φάνε λάδι. Ήταν μέσα του Δεκέμβρη όταν με το Λαζαρή γύριζαν από δέντρο σε δέντρο για να μαζέψουν τις ελιές που απόμειναν στα ψηλά κλαδιά- τα ποβάκλια. Πέτυχαν μια ελιά ατρύγητη. Ήταν ριζωμένη απάνω σ' ένα γρεμμό και φαίνεται πως ο ιδιοκτήτης της φοβόταν να ανέβει στο δέντρο και να το τρυγήσει και την άφησε φορτωμένη. Ο Χρίστος και ο Λαζαρής δεν φοβήθηκαν τον γκρεμμό, ανέβηκαν απάνω στο δέντρο και δεν δεν άφησαν ελιά. Κατά το απόγευμα που ετοιμάζονταν να φύγουν ήρθε ένα Τουρκάκι, ο Χασάνης του Μετώπα, ήταν γύρω στα δεκαεννιά και ήρθε στις ελιές.
- Εν δική μου ελιά, ίντα γυρέβκετε εσείς;
- Γιατί εν τες εσωρέψεται (μαζέψετε) τις ελιές; Ρωτησε ο Χρίστος.
- Ήταν να σωρέψει την ελιά ο τζιύρης μου.
- Εφοάστουν τον γκρεμμό τζι' αφήκετε την. Εσωρέψαμεν τες εμείς, άεις μας να φύουμε να βκάλουμε τζιαι μεις λλίον λάϊν, του είπε με θυμό ο Χρίστος.

.................................................

Έφυγαν από το σπίτι τους πριν ακόμα ο ήλιος φανεί πίσω από το βουνό. Ο Χρίστος πήρε μαζί του και μια σακούλα.
- Μα αφού έσιει ο Ισείνης σακκούλες, έτο παίρνω πίσω τη δική του, εφκερώσαμεν (αδειάσαμε) τες ελιές, ίνταν που θέλεις εσού τη σακκούλα; Ρώτησε ο Λαζαρής το μεγαλύτερο του αδελφό.
- Άκου ρε Λαζαρή. 'Αμαν έννα κοντέψουμεν του Ισείνη, τούτην την σακκούλα εννά την χώσω μες την σιηνιά. 'Οσες ελιές σωρεύκω εγιώνι, εκτός που το τελευταίο καλάθι, άμα κοξιάσει (παραμερίσει) ο Ισείνης, έννα βουρώ (θα τρέχω) να τις φκερώνω μες τη σακκούλα μου.
- Μα έννα το καταλάει ο παλιόγερος.
- Τίποτε έθθα καταλάει, τζι΄αν καταλάει τες ελιές έμμε τον κόπο μας που τες σωρέφκουμεν.
Έπιασαν δουλειά, ανέβηκαν απάνω στο δέντρο και άρχισαν να μαζεύουν ελιές.
Ο Χρίστος εφάρμοσε με επιτυχία το σχέδιο του. Άμα γέμιζε το καλάθι του πήγαινε πίσω από το δέντρο που ήταν κρυμμένη η σακκούλα του και το άδειαζε μέσα.
Αργά το απόγευμα ο Ισείνης φώναξε τους «συνεταίρους» του για τη μοιρασιά. Άμα όμως είδε πόσες μάζεψαν, γούρλωσε τα μάτια.
- Μα ίντα ολάν, ούλλη μέρα μόνο τούτες; Εχτές ήταν δκυο φορές.
- Ε, Ταή Ισείνη, τού΄πε κοφτά ο Χρίστος, εχτές τζιαι πναστοί (ξεκούραστοι) ήμασταν τζιαι φορτωμένα τα δεντρά. Σήμερις όμως ήταν ύλατρες (γέραντρα), ελιές πάνω εν είχαν.
Ο Ισείνης κούνησε τη γέρικη του κεφάλα δείχνοντας πως δεν ήταν ευχαριστημένος.
Μοίρασε τις ελιές δυο καλάθια δικά του και ένα των παιδιών.
- Άτε γιαβρούμ, αύριο πάλαι αν θέλει ο Αλλάχ.
Φόρτωσε τη μια σακκούλα και μια μισή πάνω στο γαϊδουράκι του και έφυγε για το χωριό του. Τα αδέλφια χαμογέλασαν ικανοποιημένα.
Ο Λαζαρής είπε: Ο Αλλάχ σου θέλει, μα ρώτα τζιαι τον Γριστόν μας αν θέλει την αδικία!
Χαμογέλασαν και πάλιν. Όταν ο Ισείνης χάθηκε, ο Χρίστος και ο Λαζαρής φορτώθηκαν από μια σακκούλα και ξενίνησαν να ανέβουν την ανηφόρα κατά το χωριό τους περήφανοι για το κατόρθωμά τους.
Ήταν τώρα και οι δύο τους σίγουροι πως θα είχαν και λάδι για την επόμενη χρονιά.

Από το βιβλίο του Νεόφυτου Παπαλαζάρου «η σπορά». Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

2 σχόλια:

  1. Ήθελα απλά να σου δώσω συγχαρητήρια για το αξιόλογο ιστολόγιο.Χριστός Ανέστη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Αληθώς Ανέστη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή