ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

Ο Αζγουρής: Κυπριακόν Ακριτικόν Άσμα

Το κυπριακό ακριτικό αυτό τραγούδι, το οποίο είναι παραλαγή του τραγουδιού του Αρμούρη και του άσματος του Ανδρονίκου, κατά πάσα πιθανότητα, αναφέρεται στη παιδική ηλικία του Διγενή, του επισημότερου δηλαδή, ακρίτα, ο οποίος με την πάροδο των αιώνων άλλαξε αρκετά ονόματα, αναλόγως των συμπαθειών, των διαφόρων τόπων προς ωρισμένους ακριτικούς ήρωες ή και ένεκα της προσαρμογής των ονομάτων των ακριτών προς τα συχνότερα ακουόμενα ονόματα.

Ο ΑΖΓΟΥΡΗΣ

Ο Αζγουρής ο φρόνιμος τ΄όμορφο παλληκάριν
εμήνυσέν του ο βασιλιάς να πα να πολεμήση.
Γεναίκα του εν εννιά μηνών που πάει τζιαι να την φήση;
Φίννει* την πρώτα στον Θεόν, δεύτερα στην Παρθένα
τζιαι τρίτα τζιαι καλλίττερα εις τα ευκενικά* του.
Παίρνει τα ανοιχτάρκα* του τζιαι πάει στ΄άλοα του
τζ' όσα ήτουν για πόλεμον γαίμαν εκατουρούσαν
τζ' όσα ΄ταν μιτσοπούλαρα* εγύρναν τζ' εψοφούσαν.
Τζιαι παίρνει τζιαι τον μαύρον του τον πετροκαταλύτην
που κοκκαλιεί τα σίερα τζιαι πίννει τον Αφρίτην
τζ΄άμα πεινάση, ετσά κα*, μιαν χώραν καταλυεί την.
Που τον θωρεί η κάλη του πάνω του ετυλήχτην:
- Τζιαι που να πάης, Αζγουρή τζιαι μεν που να με φήσης;
Τζ΄αν έρτ' η ώρα η καλή, καλέ μου, να γεννήσω
τζιαι πκιος να φέρη την μαμμούν να με τζοιλιοπονήση*
τζιαι πκιος να φέρη τον παπά δίχως σου να βαφτίση;
- Νάρτεν η ώρα η καλή, καλή μου, να γεννήσης
στέλλεις τζιαι φέρνεις την μαμμούν να σε τζοιλιοπονήση
στέλλεις τζιαι φέρνεις τον παπά δίχως μου να βαφτίση.
Αν ένι κόρη το παιδί βκάλλεις το Μυροφόραν
τ' όνομα μου να στέκεται στην Πόλιν* τζιαι στην Χώραν*.
Αν εν αγόριν το παιδίν ονόμαστ' το Αρέστην
Αρέστην τζι' Αρεστόπουλλον ούλλου του κόσμ΄αρέσκει.
Αρέσκει τζιαι του βασιλιά ωσάν καβαλλιτζέψη
τζ΄αππήδιν καβαλλίτζεψεν σαν νέφος αγκωμένον*
περούνιν* δεν εγύρεψεν σαν ήτουν μαθημένος.
Ώστι να πη έσσιετε γειαν έκοψεν σσίλια μίλια
ώστι να πουν εις το καλόν άλλα' κατόν πενήντα.
Όσον τζιαι εκοντόφτασεν κοντά στην πόλιν τζείνην
ο μαύρος εσσισσίνισεν μέσα η χώρα σείστην
τζιαι το σκαμνίν του βασιλιά έππεσεν τζ΄ετσακκίστην.
Που το γροικά* ο βασιλιάς αψώθην* τζ΄εθυμώθην.
χόρευκεν μέσα στην αυλή θαρρείς πως ελαώθην.*
Ο λόος δεν ετέλειωσεν ο λόος δεν τελειώνει
τζιαι νάσου τζιαι τον Αζγουρήν που κάτω τζι' ανεφαίνει.*
Παππέξω* βάλλει την φωνήν έξω' τουν τζ' έσσω μπαίνει
τζιαι πολοάται ο Αζγουρής του βασιλιά τζιαι λέει:
- Είντα με θέλεις, βασιλιά, τζιαι μήνυσες μου νάρτω;
Εάν με θέλης για χορόν να βαλω τ΄αλλαχτά μου
Εάν με θέλης τραουδκιάν να πκιάσω τα δκιολιά* μου,
εάν με θέλης για πόλεμο να πάρω τ' άρματά μου.
Τζιαι πολοάται ο βασιλιάς του Αζγουρή τζιαι λέει:
- Τζιαι δεν σε θέλω, Αζγουρή, για κούρσους, για πολέμους.
Εμήνυσά σου, Αζγουρή, του κόσμου το λιοντάριν,
να ππέσεις με βασίλισσαν να κάμης παλληκάριν.
Ας φήσουμεν τον Αζγουρή στη κάλην του να πάμεν.
Ήρτεν η ώρα η καλή πούθελεν να γεννήση
στέλλουν τζιαι φέρνουν την μαμμούν να την τζοιλιοπονήση
στέλλουν τζιαι φέρνουν τον παπά δίχως του να βαφτίση.
Βαφτίσασιν τζιαι το παιδίν τζ΄εβκάλαν τον Αρέστην
Αρέστην τζ΄Αρεστόπουλλον ούλλου του κόσμ' αρέσκει.
Γίνην τριών ημερινών* ζητά ψουμίν να φάη
μισό ψουμιν του δώκασιν εσυντροόλησεν* το
σωστό ψουμίν του δώκασιν, εκλωτσοκόπησέν το.
Έφαν* εφτά φουρνιές ψουμιά τζιαι πέντε ποξαμάτιν,
δαμάλιν δώδεκα μηνών αφέλια στο τηάνιν.
Εφτά σκάλες* σαλατικά σέλλινα τζιαι ρεπάνια
έφαν τα τζιαι το Αρεστίν τζ΄εζήτησεν τους τζ΄άλλα.
Τζιαι μιαν αΐαν Τζερκατζήν* τζιαι πίσημην ημέραν
εθέλησεν ο βασιλιάς να πα να τζυνηήση.
Καλεί ούλους τους άρκοντες τζ΄ούλον τ΄αρκοντολόΐν,
τ΄Αρέστιν δεν το κάλεσεν καλιέται μανιχόν του.
Που βούρου πκιάννει τους λαούς, που φτέρου τα περτίτζα
έπκιανεν τα τζ' εθώρεν τα τζιαι πάλε ξαπολυεί τα.
Που τον θωρούν οι άρκοντες εκακοφάνηκέν τους.
- Άδε τον γυιον της άνομης*, άδε τον γυιον της κούρβας*
άδε τον σσυλλομπάσταρτον* άδε πως μας περιπαίζει.
Που τους γροικά το Αρεστίν εκακοφάνηκεν του
τζ' εγύρισεν που τζειχαμαί στην μάνα του τζιαι πάει
τζιαι πολοάται τζιαι λαλεί της μάνας του τζιαι λέει.
- Μάνα ' μαι γυιος της άνομης μάνα ' μαι γυιος της κούρβας
μάνα ΄ μαι σσυλλομπάσταρτος, πε μου το να το ξέρω.
- Δεν είσαι γυιος της άνομης δεν είσαι γυιος της κούρβας
δεν είσαι σσυλλομπάσταρτος τζιαι πως εν να το ξέρεις;
Ο τζύρης σον ο Αζγουρής τον τρέμ' η γη τζ' ο κόσμος
τζ' ο βασιλιάς του μήνυσεν να πα να πολεμήση
τζ΄επήεν τζιαι του γέλασεν τζιαι έφεκεν τον σκλάβον.
- Μάνα χάρισ' μου την ευτζήν, στον τζύρην μου να πάω.
- Γυιέ μου τριών χρονών παιδίν, που ξέρης που να πάης;
Παραντζελλιάν* που λείβκεσαι* να σου την παραντζείλω.
Να κάμης μιαν γιορτήν μικρήν τζ΄έναν τραπέζιν* μιάλον
τζιαι κάλεσε τους δράκοντες τζ΄ούλον το δρακολόΐν,
παραντζελλιάν που λείβκεσαι να σου την παραντζείλουν.
Όπως του είπεν έκαμεν τζ΄όπως του παραντζέλλει.
Τζ΄έκαμεν μιαν γιορτήν μικρήν τζ΄έναν τραπέζιν μιάλον
τζ΄εκάλεσεν τους δράκοντες τζ' ούλλον το δρακολόϊν.
Πάνω στα φα* πάνω στο πκειν περιλοήν* τους ρίβκει
περιλοήν τους έριψεν πάνω εις στα διτζίμια*.
Τζαι φέρνει το διτζίμιν του το σσιλιοκανταράτον*
τζιαι πκιάννει τό ' νας δράκοντας, μιαν πιθαμήν τζιαι κάτω
πκιάνει το άλλος δράκοντας, δκυό πιθαμές τζιαι κάτω
πκιάννει το τζ΄ο καλλίττερος τρεις πιθεμές τζιαι κάτω
τζιαι πκιάννει το τζιαι τ΄Αρεστίν στους ουρανούς το σύρνει,
σαν μήλον Τριπολίτικον έπαιζεν το τζιαι πάει.
Που τον θωρούν οι δράκοντες πολλά εφοηθήκαν
τζιαι πολοούνται τζιαι λαλούν της μάνας του τζιαι λέουν.
- Τζυρά χάρισ' του την ευτζήν στον τζύρην του να πάη
τζ' όπου τζ΄αν πάη το παιδίν κανέναν δεν φοάται.
Τζιαι πολοάται η μάνα του του Αρεστή τζιαι λέιε.
- Γυιέ μ΄όσσε* την ευκούλλαν μου, γυιε μ΄όσσε την ευτζήν μου
τζ΄ο άης Γιώρκης ο Κοντός ναν η βοήθειά σου
τζ΄η Παναΐα τζ΄ο Χριστός δεξσιά τζ΄αριστερά σου
τζ΄ο άγιος Χαράλαμπος ναν πισωκάπουλλά σου
τζ΄ο άης Αρχιστράτηγος να μεν σε ξηστρατίση*.
Τζιαι πκιάννει τ΄ανοιχτάρκα του τζιαι πάει στ΄άλοά του
τζ΄οσά τουν για τον πόλεμον γαίμαν εκατουρούσαν
τζ΄οσά τουν μιτσοπούλαρα εγύρναν τζ΄εψοφούσαν.
τζ΄αππήδιν καβαλλίτζεψεν σαν νέφος αγκωμένον
περούνιν δεν εγύρεψεν σαν ήτουν μαθημένος.
Ώστι να πη έσσετε γειάν έκοψεν σσίλλια μίλια
τζ΄ώστι ν΄ακούση στο καλόν άλλα κατόν πεήντα.
Όσον τζιαι εκοντόφτασεν κοντά εις τον Αφράτην
ο ποταμός ήταν πλατύς τ΄Αρέστιν εφοήθην
τζ΄αννοίει τες αγγάλες του τζιαι τον Θεόν δοξάζει.
- Θεέ τζ΄αν είμαι πλάσμα σου, Θεέ τζ΄επάκουσέ μου
τζ΄άγιε Γιώρκιε Κοντέ, έλα βοήθησέ μου
τζιαι Παναΐα τζιαι Χριστέ δεξσιά τζ΄αριστερά μου.
Τζιαι άγιε Χαράλαμπε ΄πο* πισωκάπουλλά μου
τζ΄άγιε Αρχιστράτηγε, να μεν με ξηστρατίσης.
Φτερνιστηρκάν του μαύρου του έκατσεν μες την μέσην,
ξαναδιά του άλλη μιαν τζιαι έβκαλέν τον έξω.
Εσείστηκεν ο άππαρος ππέφτουν οχτώ μόδκ΄άμμος
εσείστηκεν τζ΄ο Αρεστής ππέφτουν άλλα δεκάξη.
Εγύρισεν που τζει χαμαί τζιαι πα στο μεσοβούνιν*
τζιαι βρίσκει τους Σαρατζινούς στον κάμπον τζ΄ετζοιμούνταν
τζιαι πολοάτ ' ο Αρεστής τζιαι λέει τους τζιαι λαλεί τους.
- Σηκούτε*, βρε Σαρατζινοί τζιαι πκιάστε τα σπαθκιά σας

πκιάστε τζιαι τες σαΐττες σας, πκιάστε τζιαι τ΄άρματά σας
μεν πήτε ΄δωκα πάνω σας άρπα* τζιαι άρπαξά σας.
Τζ΄ένας που μες στην μέσην τους, που νήεν* ποξυλώση*
που νήεν φαη την ψατζήν, νήεν ποταξαρώση*
εγύρεψεν τζιαι το παιδίν για να το περιπαίξη.
- Παίδκιο τζιαι πόθθεν το λαλείς, τζιαι πόθθεν το περνιέσαι*
όξα* που τον κοντράππαρον που είσαι καβαλλάρης,
όξα που τα παπούτσια σου πόσσεις εις τα ποδάρκα;
Τζιαι σσεί* το μανικάτζιν* του τζιαι ππέφτει το σπαθίν του
δώδεκα πήχες μακρυόν τζιαι τρεις το κουρτελλίν* του,
τες μέσες μέσες έπκιαννεν, οι άκρες καταλυούνταν,
τες άκρες άκρες έπκιαννεν, στες μέσες δεν ευρίσκει.
Στο γύρισμαν τ΄αππάρου του, στο κλώσμαν* του σπαθκιού του
τζ΄εις τα κλωθοϋρίσματα επόγλιασεν* του ένας
τζιαι μιαν σπαθκιάν του έδωσε κόβκει του το ναν σσέριν
ξαναδιπλάζει τ΄αλλην μιαν κόβκει του το' ναν φτιν του
ξανατριπλάζει τ΄άλλην μιαν, κόβκει του τζιαι την μούττην*
τζιαι πολοάται τζιαι λαλεί τζιαι λέει τζιαι λαλεί του.
- Γλήορα, βρε Σαρατζινέ, να πας εις τον Σελίμην,
να πέψη τζιαι τον τζύρην μου, τον τζύρην του τζυρού μου
να πέψη τζιαι τον πάππον μου τον πάππον του παππού μου,
γιατί πατώ την χώραν του τζιαι κάμνω μέγαν κούρσον*
τζιαι μπαίννω που την μιαν μερκάν τζιαι βκαίννω που την άλλην,
σπέρνω τζιαι διολίζω* την τζιαι βάλλω την παμπάτζιν
τζιαι ξανατριολίζω την τζιαι βάλλω την λουλλάτζιν.
Όπως του είπεν έκαμεν όπως του παραντζέλλει
τζι΄επήεν ο Σαρατζινός ίσσια εις τον Σελίμην.
Τον τον θωρεί ο βασιλιάς αψώθην τζ΄εθυμώθην
τζιαι πολοάται τζιαι λαλεί τζιαι λέει τζιαι λαλεί του:
- Τζιαι πε μου πκοιος σου το' καμεν τζιαι να τον ισκοτώσω.
- Έναν κοντόν κοντούτσικον τζιαι χαμηλοβρακάτον
μέσα η σέλλα χώννει τον τζ΄ο μαύρος ξητρουλλά* τον.
Τζείνος κατά την πίστιν του καλά εν που μας είπεν.
- Σηκούτε, βρε Σαρατζινοί τζιαι πκιάστε τα σπαθκιά σας
πκιάστε τζιαι τες σαΐττες σας, πκιάστε τζιαι τ΄άρματά σας
μεν πήτε ΄δωκα πάνω σας άρπα* τζιαι άρπαξά σας.
Τζ΄ένας που μες στην μέσην μας, που νήεν ποξυλώση
που νήεν φαη την ψατζήν, νήεν ποταξαρώση
εγύρεψεν τζιαι το παιδίν για να το περιπαίξη.
Τζιαι σσεί το μανικάτζιν του τζιαι ππέφτει το σπαθίν του
δώδεκα πήχες μακρυόν τζιαι τρεις το κουρτελλίν του.
Τες μέσες μέσες έπκιαννεν, οι άκρες καταλυούνταν,
τες άκρες άκρες έπκιαννεν, στες μέσες δεν ευρίσκει.
Στο γύρισμαν τ΄αππάρου του, στο κλώσμαν του σπαθκιού του
τζ΄εις τα κλωθοϋρίσματα επόγλιασα του εγιώνι
τζιαι μιαν σπαθκιάν μου έδωσε κόβκει μου το' ναν σσέριν
ξαναδιπλάζει μ΄αλλην μιαν κόβκει μου το' ναν φτιν μου
ξανατριπλάζει μ΄άλλην μιαν, κόβκει μου τζιαι την μούττην
τζιαι πολοάται τζιαι λαλεί τζιαι λέει τζιαι λαλεί μου.
Γλήορα, βρε Σαρατζινέ, να πας εις τον Σελίμην,
να πέψη τζιαι τον τζύρην μου, τον τζύρην του τζυρού μου
να πέψη τζιαι τον πάππον μου τον πάππον του παππού μου,
γιατί πατώ την χώραν του τζιαι κάμνω μέγαν κούρσον
τζιαι μπαίννω που την μιαν μερκάν τζιαι βκαίννω που την άλλην,
σπέρνω τζιαι διολίζω την τζιαι βάλλω την παμπάτζιν
τζιαι ξανατριολίζω την τζιαι βάλλω την λουλλάτζιν.
Που το γροικά ο βασιλιάς αψώθην τζ΄εθυμώθην
εχόρευκεν μες την αυλήν θαρρείς πως ελαώθην.
Τζιαι σάζει* σσίλιους φλάμπουρους* των εκατόν σσιλιάων
τζιαι σσίλιους που την μιαν μερκάν τζιαι σσίλιους που την άλλην
τζ΄έστειλεν τους τον Αρεστήν να πα να πολεμήσουν.
Επήεν ούλλος ο στρατός ίσσια στο μεσοβούνιν
τζιαι βρίσκουσιν τον Αρεστήν χαμαί τζιαι ετζοιμάτουν.
Τραβά τον άππαρον κοντά τζ΄ευτύς καβαλλιτζεύκει
τζιαι πκιάννει το σπαθάτζιν του το πολλοφουμισμένον*.
Που το θωρεί ο Αζγουρής ευτύς αγνώρισέν* το
τζιαι γνώρισεν τον άππαρον που' τουν που τ' άλοά του.
τες μέσες μέσες έπκιαννεν, οι άκρες καταλυούνταν,
τες άκρες άκρες έπκιαννεν, στες μέσες δεν ευρίσκει.
Στο γύρισμαν τ΄αππάρου του, στο κλώσμαν του σπαθκιού του
τζ΄εις τα κλωθοϋρίσματα τον τζύρην του εσσιάστην*
- Αλάρκ'* αλάρκ', αφέντη μου, γιατί κακαδικώ* σε,
γιατί ο μαύρος μό' δρωσεν τζιαι το σπαθίν μου κόβκει
τζ' η φούχτα* μου πυρομασσιεί* πον ηύρεν να χορτάσει.
Τζιαι πολοάται ο Αζγουρής του γυιούλλη του τζιαι λέει:
- Αν εύρης τζιαι τον θκειούλλην σου μεν τον κακαδιτζήσης
τζ΄έσσιει παιδιά στο σπίτιν του τζ΄εν να τα κετσιντίση*
Στο γύρισμαν τ΄αππάρου του στο κλώσμαν του σπαθκιού του
τζιαι στα κλωθοϋρίσματα, εσσιάστηκεν* τον θκειόν του.
- Αλάρκ' αλάρκα, θκειούλλη μου, γιατί κακαδικώ σε,
γιατί ο μαύρος μό' δρωσεν τζιαι το σπαθίν μου κόβκει
τζ' η φούχτα μου πυρομασσιεί πον ηύρεν να χορτάσει.
Τζιαι πολοάται ο θκειούλλης του τζιαι λέει τζιαι λαλεί του.
- Ο μαύρος σου τζ΄αν έδρωσεν φλαγκάρα* να τον πιάση
τζ' η φούχτα σ΄αν πυρομασσιεί τζιαι το σπαθίν σ΄αν κόβκει
έσσιει χωράφκι΄αθέριστα τζιαι κόψε να χορτάσεις.
Τζιαι μιαν σπαθκιάν του έδωσεν κόβκει την τζεφαλήν του
ξαναδιπλάζει τ΄άλλη μιαν κόβκει τζιαι το κορμίν του
τζ΄εγύρισεν που τζει χαμαί στον τζύρην του τζ΄επήεν
τζιαι πκιάννουν τζιαι τους μαύρους τους στην μάναν του τζιαι πάσιν
Κάτω σ΄περβόλια λασερά αδόνια τζιλαδούσαν
ζωήν τζιαι χρόνια να' χουσιν όσοι τζ΄αν το γροικούσαν.

Γλωσσάρι

φίννει = αφίνει
ευκενικά = ευγενικά , γονείς
ανοιχτάρκα = κλειδιά
μιτσοπούλαρα = μικρά πουλάρια
ετσά κα = έτσι δα, μόλις, λίγο
τζοιλιοπονήση = να με περιποιηθεί στη γέννα μου.
Πόλιν = Κωνσταντινούπολη
Χώραν = Λευκωσία
αγκωμένον = φουσκωμένον
περούνιν = πεζούλα που πατούσαν για να ιππεύσουν
ώστι = έως ότου
γροικά = ακούει
αψώθην = πήρε φωτιά, ωργίσθηκε, έγινε αψύς
ελαώθην = τρελλάθηκε, τρόμαξε
αναφαίνει = εμφανίζεται, παρουσιάζεται
παππέξω = από έξω
αλλαχτά = τα καινούργια ρούχα, ρούχα για τις γιορτές
δκιολιά = βιολιά, φκιολιά ( περίεργη τροπή του β σε δ)
ημερινών = ημερών
εσυντροόλησεν = πέταξε μακρυά
έφαν = έφαγε
σκάλες = στρέμματα
Τζερκατζήν = Κυριακή
ταπισών = ξοπίσω
που βούρου, που φτέρου = στην τρεχάλα, σαν πετούσαν
ξαπολυεί τα = τ΄αφίνει ελεύθερα
κoύρβας = πρόστυχης, πόρνης από την λατιν. corva. Και κούρβα του δρόμου = το στρίψιμο του δρόμου.
σσυλλομπάσταρτον = σκυλλομπάσταρδον
παραντζελλιάν = παραγγελιά, συμβουλή
λείβκεσαι = υπολείπεσαι, χρειάζεσαι
τραπέζι = γλέντι
το φαν = απάνω στο φαγί
περιλοή = κουβέντα, αναφορά
διτζίμια = δοκίμια, πέτρες μεγάλες συνήθως κομμάτια κιόνων, που τα σήκωναν δοκιμάζοντας τη δύναμή τους τα παλληκάρια.
σσιλιοκάνταρον = έχον βάρος χίλιων κανταριών, στατήρων
μ΄όσσε = μου έχει
ξηστρατίση = σε βγάλει από τον σωστό δρόμο
πο = από
μόδκια = μόδια
μεσοβούνιν = μεσαίος λόφος
σηκούτε = σηκωθήτε. Αλλιώς ανούτε
μεν = μην
άρπα= έξαφνα
νήεν = είθε να
ποξυλώση = ξυλιάσει. Παφίτικη λέξη: ποξυλώνω = κρυώνω πολύ
ποταξαρώση = μείνει ξερός σαν τον νεκρό
ψατζή = δηλητήριο
παιρνιέσαι = παινιέσαι, παινεύεσαι
όξα = ή μήπως. Τουρκική λέξη yoksa
σκει ή σσει = τινάζει
μανικάτζιν = μικρό μανίκι
κουρτελλίν = λεπίδα, λάμα. Ιταλική λέξη coltella
κλώσμαν = στρίψιμο, κούνιμα του κορμού
επόγλιασεν = ξεγλύστρησε

μούττην = μύτη
κούρσος = λεηλασία
διολίζω = οργώνω δυο φορές
ξητρουλλά τον = τον υπερέχει κατά το ύψος πολύ
εγιώνι = εγώ . Στη Πάφο λένε εγιώνι / εσούνι = εσύ
σάζει = ετοιμάζει

φλάμπουρους = σημαίες. Επίσης βλάμπουρος = σκιάκτρο
πολλοφουμισμένον = περίφημο
αγνώρισεν = ανεγνώρισε. Λέγεται και αγρώνισε
εσσιάστην = είδε για μια στιγμή, είδε σαν σκιά

αλάρκα = μακρυά, πήγαινε μακρυά. Λέξη Ιταλική alla larga
κακαδικώ σε = κακοαδικώ σε, σε κτυπώ άσχημα
φούχτα = χούφτα
πυρομασσιεί = μάχεται όπως τη φωτιά
κετσιντίση = να τα αναθρέψει. Τουρκική λέξη geçin-meκ-dim
φλαγκάρα ή βλαγκάρα = ηπατίτιδα. Η λέξη έχει σχέση με το φλαντζίν ή το βλαντζίν = σηκότι. Γαλλική λέξη flanc
λασερά τα = δασερά, λάσια

1 σχόλιο: