ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

ένα κι ένα κάνουν ένα: σύγχρονο κυπριακό παραμύθι



Ένα κι ένα κάνουν ένα,
Μην το πείτε σε κανένα,
να σας πω δυο παραμύθια,
που ιστορούνε μιαν αλήθεια.

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια πολιτεία όμορφη, κτισμένη, κουρνιασμένη στην κόγχη ενός θεόρατου βράχου, κατάντικρυ στην ανατολή του ήλιου. Τα σπιτάκια της ήταν μπλε κι είχαν τις στέγες κόκκινες. Οι κάτοικοί της αγαπούσαν τα ωραία πράγματα κι είχαν στα μπαλκόνια τους γλάστρες με πασαλογής λουλούδια. Κάθε πρωί σηκώνονταν νωρίς. Ήθελαν να χαίρονται την αυγή, το γλυκοχάραμα, τον ήλιο, που έλουζε την όμορφη πόλη τους με φως.
Πολύ αγαπούσαν το κάστρο τους κι ήταν περήφανοι, που τα σπίτια τους ήταν βαμμένα μπλε και είχαν τις στέγες κόκκινες και που τα μπαλκόνια τους ήταν φορτωμένα με λουλούδια.
Μια μέρα ένας περίεργος, αργόσχολος, ταξιδιάρης κατάφερε ν΄ανέβει απάνω στην κορφή του πανύψηλου βράχου. Και τι βλέπουν τότε τα μάτια του; Εκεί ακριβώς, που όλοι νόμιζαν πως τέλειωνε ο κόσμος, άρχιζε μια άλλη πολιτεία πλούσια, περίλαμπρη και αυτή, ομορφοκτισμένη, περίτεχνα σκαρφαλωμένη στην πίσω πλευρά του βράχου. Τα σπίτια της ήταν όλα βαμμένα κόκκινα κι είχαν τις στέγες τους πράσινες.

Κατεβαίνει σιγά- σιγά ο αργόσχολος, παρατηρεί... στα μπαλκόνια δεν είχαν καθόλου λουλούδια, είχαν κλουβιά με πουλιά, όλων των ειδών τα πουλιά: όρνιθες και πετεινούς, πάπιες, χήνες, πέρδικες, καναρίνια, σπίνους και κορυδαλλούς, ακόμα και στρούθους κι ότι άλλο φανταστείς.

Έμεινε κατάπληκτος ο ξένος, έβλεπε την ομορφιά και άκουγε τη λαλιά του καθενός πουλιού κι όλων μαζί τη συμφωνία. Ξεχάστηκε κι ήρθε το δείλι. Εβγήκαν τότε οι κάτοικοι της πόλης εκείνης να χαρούν και να χαιρετίσουν τον ήλιο που άπλωνε τις τελευταίες του ακτίνες και χρύσωνε τα κόκκινα σπίτια και τις πράσινες στέγες. Ήταν η πιο όμορφη ώρα της πόλης!

Ξεγλίστρησε τότε ο ταξιδευτής κρυφά και το σούρουπο σκαρφάλωσε στην κορφή του τεράστιου βράχου και κατέβηκε μετά στη δική του πόλη. Δεν έκλεισε μάτι τη νύχτα εκείνη. Τέτοιο πράγμα δεν περίμενε να δει ποτές του. Σαν θαύμα ήτανε, σαν όνειρο, σαν φαντασία. Όλο το βράδυ άντεξε τη σιωπή, μα μόλις εχάραξε, τό 'πε στη γυναίκα του, αυτή στη γειτονιά κι ως το μεσημέρι έφτασε στ΄αυτιά του βασιλιά, του ρήγα της πόλης.

- Να μου φέρετε αμέσως εδώ αυτή την παράξενη πόλη, ξεφώνισε.
- Πολυχρονεμένε μου ρήγα... πήγε να πει ο σύμβουλος.

- Σιωπή! Τον διέκοψε ο ρήγας. Είμαι ανένδοτος. Πώς τολμούν να βάφουν τα σπίτια τους κόκκινα και τις στέγες πράσινες; Πού ξανακούστηκε αυτό; Πού το βρήκανε γραμμένο; Και ποιος τους είπε πως έχουν το δικαίωμα να' χουν τα πουλιά στα κλουβιά; Φανταστείτε με πόσες βρώμικες κουτσουλιές στολίζουν τα μπαλκόνια τους αντί μ΄ευωδιαστά λουλούδια! Και το δείλι να κάθονται να χαζεύουν τον ήλιο την ώρα που φεύγει... Χαζό δεν ακούγεται;

- Μεγαλειότατε... πήγε να πει πάλι ο σύμβουλος.

- Αρκετά! Αυτοί οι άνθρωποι σίγουρα είναι βάρβαροι, κατέληξε ο ρήγας.
- Ακριβώς, εντιμότατέ μου άρχοντα, απόσωσε ο σύμβουλος. Αν όμως δίνατε μια ευκαιρία σ΄αυτή τη βάρβαρη πόλη να εκπολιτιστεί, τότε δύο πόλεις θα προσκυνούν την εκλαμπότητά σας. Εξάλλου δε θ΄ απαιτήσουμε πολλά και δύσκολα. Μόνο να βάψουν τα ντουβάρια τους μπλε και τις στέγες κόκκινες, να φυτέψουν μερικά λουλούδια και να πνίξουν μερικά πουλιά. Παρακολουθούσε τα λόγια αυτά ο ρήγας σα ν' άκουγε Ευαγγέλιο. Και μόλις τέλειωσε, είπε μ' ευλάβεια:
- Κανονίστε μου μια συνάντηση με το βασιλιά αυτής της πόλης. Αμέσως τα συνεργεία έπιασαν δουλειά. Με οδηγό τον αργόσχολο γυρολόγο αναρριχήθηκαν στο βράχο, έριξαν σχοινιά, έφτιαξαν σκάλες, σκαλωσιές, αναβατόρια κι ανέβησαν πάνω στη κόψη του ψηλού βράχου. Μετά έστειλαν απεσταλμένους με δώρα και σύντομα όρισαν μια συνάντηση του ρήγα της Ανατολής και του βασιλιά της Δύσης πάνω στην κορφή του βράχου. Ανέβηκε με βιάση, με περηφάνια, μ΄επισημότητα ο ρήγας της Ανατολής. Ανέβηκε με την ησυχία του, κάπως ενοχλημένος, πλην με σοβαρότητα ο βασιλιάς της Δύσης. Πρώτος ο ρήγας πήρε το λόγο κι είπε:
- Μεγάλη είναι η χαρά μας, πολυχρονεμένε μου συνάδελφε, που σας ανακαλύψαμε. Και η δική σας χαρά, υποθέτω, θα είναι μεγάλη, που ανακαλυφθήκατε από εμάς. Επιτρέψετε μας όμως να εκφράσουμε και τη λύπη μας για όλην αυτήν την κοκκινίλα που σας πλάκωσε...
- Μα... εμείς διαλέξαμε το κόκκινο, επενέβηκε ο βασιλιάς, μας ταιριάζει...
- Να το ξεδιαλέξετε και να το ξεβάψετε, τον διέκοψε ο ρήγας. Είναι σόι χρώμα το κόκκινο; Και χωρίς άνθη πώς ζείτε; Θα στείλω να σας φέρουν βολβούς από κρινάκια. Αυτό κάνουμε σε όλες τις πόλεις που ανακαλύπτουμε. Και τα σπίτια τ΄αφήνουμε στο φυσικό τους χρώμα, το μπλε. Έτσι είναι σ΄όλο τον κόσμο.
- Μα η πόλη σας δεν είναι όλος ο κόσμος, είπε ο βασιλιάς. - Δεν θέλω αντιρρήσεις, είπε ενοχλημένος ο ρήγας.
- Δεν θέλω επεμβάσεις, απάντησε εξοργισμένος κι ο βασιλιάς και κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στην πόλη της Ανατολής. «Μας πρόσβαλαν», είπε, «και πρέπει να πληρώσουν».

Το τι έγινε τότε μην ρωτάς. Σύννεφο σκόνης σηκώθηκε από την αναχώρηση και την οργή των δύο ηγεμόνων. Σύννεφο μαύρο πλάκωσε τον ουρανό και των δύο πόλεων.

Σκοτείνιασε η ομορφιά των κόκκινων και των μπλε σπιτιών, των μπαλκονιών, των λουλουδιών και των πουλιών. Σκοτείνιασαν κι τα μυαλά των ανθρώπων της Ανατολής και των ανθρώπων της Δύσης. Δεν έβλεπαν τίποτε εμπρός τους παρά μόνο τον πόλεμο.

Σε λίγες μέρες, στρατιές απ΄την Ανατολή και στρατιές από τη Δύση ανέβηκαν και παρατάχθηκαν για πόλεμο απάνω στην κορυφογραμμή του πανύψηλου βράχου, με τ΄άλογα και τ΄αμάξια τους, τα κανόνια, τις σημαίες και τα φλάμπουρα τους, τα σπαθιά και τα κοντάρια τους, τα βέλη στις φαρέτρες και τα τόξα τους, τις περικεφαλαίες κι τις ασπίδες κι ότι άλλο φανταστείς πολεμικό εργαλείο. Ήταν οπλισμένοι σαν αστακοί!

Δόθηκε το σύνθημα κι άρχισε η μάχη. Μια μάχη! Τι να σας πω! Ακούσατε για τον Τρωικό πόλεμο; Τίποτα δεν είν' εκείνος κοντά σ΄αυτόν εδώ. Μα τι λέω; Περιγράφεται ο πόλεμος;

Πέρασαν έτσι σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Όλη τη μέρα πόλεμο, τη νύχτα καραούλι, που λένε. Και τούτο όλο το κακό επάνω στη ράχη του βράχου. Πόσο ν΄αντέξει κι αυτός, να μη ραγίσει; Μια μέρα, πες απ΄ τις κανονιές, πες απ΄ την κακία των ανθρώπων, που συνάχτηκε πάνω στην κεφαλή του, έκανε ένα «αχ» και ράγισε η καρδιά του. Μια ρωγμή άνοιξε ίσια στη μέση του βράχου.

Ο αναστεναγμός ακούστηκε σ΄ ανατολή και δύση μα με τη μανία που είχαν όλοι, σημασία δεν έδωσαν. Μόνο τα πουλιά τρόμαξαν και πήγαν να δουν την πληγή του βράχου.

Έτσι, πολλά πέρασαν απ΄ τη χαραμάδα κι ήρθαν στην πόλη της Ανατολής. Μετά απ΄ τα πουλιά ακολούθησαν πολλά παιδιά κι έγινε η χαραμάδα πέρασμα και μονοπάτι. Κι ενώ απάνω μένονταν ο πόλεμος τα παιδιά της μιας πόλης έπιασαν φιλίες με τα παιδιά της άλλης.

Ήταν ένα κοριτσάκι απ΄ την ανατολική πόλη, που το ΄λεγαν Ελένη. Της άρεσε πολύ να κάνει επισκέψεις και να προσφέρει δώρα. Μια μέρα πήγε να δει τη φίλη της τη Μαριάμ, στη δυτική πόλη, που γιόρταζε. Πήρε μια γλάστρα με κρινάκια και πήγε.
- Μαριγούλα μου, της λέει, δεν είχα τίποτα καλύτερο να σου φέρω στη γιορτή σου.
- Ελενίτσα μου, κι εγώ δεν έχω τίποτα καλύτερο απ' αυτά τα δύο καναρινάκια να σου προσφέρω. Χαρές και πανηγύρια οι δύο φίλες! Και όχι μόνο αυτές, όλα τα παιδιά. Πηγαινέλα ο ένας, δώρα ο άλλος... σε λίγο καιρό, ένα σωρό γλάστρες με κρινάκια και ζουμπούλια και πανσέδες στόλιζαν τα μπαλκόνια της δυτικής πόλης κι ένα χωριό παπαγάλοι, καναρινάκια και κάθε λογής ωδικά πουλάκια βρέθηκαν στα μπαλκόνια της ανατολικής πόλης.
Μια μέρα η Ελένη λέει στη Μαριάμ:

- Αχ, φιλενάδα μου, δεν ταιριάζουν τα κόκκινα κρινάκια στο κόκκινο σπίτι. Αν ήτανε το σπίτι πράσινο κυπαρισσί...

- Και δεν το βάφουμε, λέει η Μαριάμ.

Αυτό ήταν! Μάζεψαν κάμποσα παιδιά κι άρχισαν δουλειά.

- Και το δικό σου το σπίτι να το βάψουμε μενεξεδί να ταιριάζει με τα καναρινάκια, που είναι κίτρινα, είπε η Μαριάμ.
- Και το δικό σου χρώμα λουλακί και τη στέγη βυσσινί, είπε άλλο παιδάκι.
- Το δικό μου λεμονί και τη στέγη καστανί, έλεγε άλλος.
- Το δικό σου πορτοκαλί και τη στέγη κανελί.
- Το δικό σου ουρανί και τη στέγη θαλασσί...

Βάψε και να βάψεις ανακάλυπταν τα χρώματα τραγουδώντας:

«Πράσινο για να γενεί
βάζεις μπλε και λεμονί,

κίτρινο με κόκκινο, το πορτοκαλί

κόκκινο και θαλασσί, να το βυσσινί.
Ένα κι ένα κάνουν ένα,
μην το πείτε σε κανένα».

Άλλη δουλειά δεν έκαναν τα παιδιά, ζωγράφιζαν στέγες και παράθυρα, τοίχους και καλντερίμια. Έγινε η πόλη - και η μια και η άλλη - πλουμιστή, ζωγραφιστή, χαρά σου να τη θωρείς!
Μόνο οι μεγάλοι δεν είχαν χαρά για να θωρούν την ομορφιά των χρωμάτων και των πραγμάτων. Μέρα με τη μέρα πρόσεξαν όμως ότι κάτι άλλαξε κι έτριβαν τα μάτια τους.
- Μήπως και δεν βλέπω καθαρά; λέει μια μέρα ο ρήγας. Θα είναι από τις κακουχίες του πολέμου. Όλα παρδαλά τα βλέπω τώρα τελευταία. Πρέπει να δω ένα γιατρό.
- Κι εμένα θόλωσαν τα μάτια μου, είπε ο βασιλιάς. Από την πείνα θα είναι... δεν τρέφομαι καλά τώρα τελευταία. Σαν να τα βλέπω όλα ίδια, και ανατολικά και δυτικά. Τί πλήξη!
- Δεν κάνουμε ανακωχή, συνάδελφε, να πάμε για λίγο στα σπίτια μας; πρότεινε ο ρήγας. Να δούμε και κανένα γιατρό.
- Νομίζω πως επιβάλλεται, συνάδελφε, απάντησε ο βασιλιάς. Να φάμε και λίγο φαγάκι της προκοπής.
Έδωσαν διαταγή και σάλπισαν οι σαλπιγκτές ανακωχή.

Τότες ήταν πού 'γινε η μεγάλη σύγχυση. Βασιλιάδες, αξιωματούχοι και στρατιώτες δεν αναγνώριζαν την πόλη τους, δεν εύρισκαν τα σπίτια τους, δεν ξεχώριζαν τα μπαλκόνια τους. Έχασαν τον προσανατολισμό τους, έχασαν τον πατριωτισμό τους. Απορούσαν για την αλλαγή, μα πιο πολύ απορούσαν για τη ρωγμή.

- Τι νά' ναι αυτό; ρωτούσε ο ένας.

- Και πώς έγινε; ρωτούσε ο άλλος.
- Με τρύπα μοιάζει.
- Όχι, με μεγάλη πληγή.

- Και με φαράγγι μοιάζει.

- Μάλλον πόρτα είναι.

- Όχι, είναι ωραία πύλη!

- Αψίδα του θριάμβου!
- Έξοδος από την πόλη!
- Είσοδος μάλλον!

Κι ο καθένας έλεγε την ιδέα του· είχαν τόσα πολλά τώρα να πουν και να σκεφτούν και να κάνουν μαζί...

Τα παιδιά ανέμελα έπαιζαν ακόμα με τα χρώματα. Χάρηκαν, που τα βρήκαν οι μεγάλοι μεταξύ τους και τραγουδούσαν:

Ένα και ένα κάνουν ένα,
μην το πείτε σε κανένα.
Πράσινο και κόκκινο,
μπλε και βυσσινί,

η ιστορία τέλειωσε,

δεν είν' αληθινή.


Τέλος και τω Θεώ δόξα.


Το παραμύθι αυτό το έγραψε ο Χαράλαμπος Επαμεινώνδας


1 σχόλιο: