ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

Το βασιλοπαίιν τζιαι η πεντάμορφη: Κυπριακό παραμύθι

Μια βολάν είσσιεν έναν βασιλέαν τζι εν έκαμνεν παιδκιά. Ο βασιλέας ήθεν να πελλάνει που το μαράζιν του. Εκαρτερούσαν να κάμει παιδκιά... εκαρτερούσαν... τίποτε. Αποφασίσαν να τον ρίξουν που τον θρόνον του, γιατί όπκοιος βασιλέας εν κάμνει παιδκιά ρίβκουν τον. Επροσκάλεσεν τζι ο βασιλέας ούλλους του μάους τζιαι τους σοφούς να τους αρωτήσει είντα που να κάμει για να κάμει παιδκιά. Ένας σοφός επολοήθην τζι είπεν του: «Έσσιεις τρεις βρύσες αφέντη βασιλέα, την μιαν γρυσήν, την άλλην γρυσταλλένην, τζιαι την άλλην αρκυρένην. Να θυσιάσεις την γρυσήν τζι εν να κάμεις μιαν κόρην τζιαι να την βκάλεις Γρυσήν, την γρυσταλλένην εν να κάμεις μιαν κόρην τζιαι να την βκάλεις Γρυσταλλένην, τζιαι την αρκυρένην τζι εν να κάμεις έναν γυιόν τζιαι να τον βκάλεις Αρκυρόν».
Έτσι ήτουν. Εθυσίασεν την πρώτην βρύσην, έκεμεν κόρην, έβκαλέν την Γρυσήν, ευθυσίασεν την δεύτερην, έκαμεν κόρην, έβκαλέν την Γρυσταλλένην, εθυσίασεν τζιαι την τρίτην, έκαμεν γυιόν, τζι έβκαλέν τον Αρκυρόν. Άμαν ήρτεν ο τζιαιρός να χαρτώσει* την πρώτην κόρην του, έπεψέν την ο βασιλέας ο τζύρης της εις το παζάριν να ψουμνίσει ό,τι θέλει. Σαν ήτουν εις το παζάριν, ένας δράκος με τα φτερά έπκιασεν την κοπέλλαν τζι έφυεν. Μαράζια ο βασιλέας τζι βασίλισσα πολλά.
Ήρτεν ο τζιαιρός να χαρτώσει την άλλην την Γρυσταλλένην, πάλ΄έπεψεν την εις το παζάριν να ψουμνίσει, ήρτεν πάλε άλλος δράκος, τζιαι τούτος με τα φτερά, τζι άρπαξεν την κοπελούαν τζι έφυεν. Μαράζια πάλε ο βασιλέας τζι η βασίλισσα, μεν αρωτήσεις! Που τα πολλά μαράζια ο βασιλέας αρώστησεν τζι επροσκάλεσεν τον γυιόν του τον Αρκυρόν να πάει τζιαι θέλει τον. Επήεν ο γυιός του: «Γυιέ μου», λαλεί του, «εγιώ θωρείς εν να πεθάνω τζι επροσκάλεσά σε πριχού πεθάνω να σου δώκω παράδοσες. Έσσιεις εκατόν μιαν τζάμπρες*, τες εκατόν να τες αννοίεις τζιαι την μιαν, να έσσιεις την ευτζήν μου, να μεν την ανοίξεις, γιατί εν να σου φέρει πολλά κακά». Είπεν τα τούτα του γυιού του τζι επέθανεν.
Το βασιλοπαίιν εις την αρκήν άννοιεν τες εκατόν τζάμπρες τζιαι την μιαν εν την άννοιεν. Επέρασεν κάμποσος τζιαιρός, μιαν ημέραν, λαλεί με τον νουν του, «μέμ'πα* τζι ο τζύρης μου έσσιει τα σεντούτζια* του με τα ριάλια μεσ' στουν' την τζάμπρα... εν να την αννοίξω να δω» τζι άννοιξέν την. Είντα να δεις! Εις τον τοίχον ήταν η εικόνα της πεντάμορφης! «Α», λαλεί, «εν να πα να την εύρω τζι εγιώ τούτην να την παντρευτώ. Γη να χαθώ, γη να με καταπκιεί, εγιώ εν να πάρω την πεντάμορφην». Εκαβαλλίτζεψεν τον άππαρον* του τζι ελάμνησεν* κατά τον βορκάν, γιατί εδκιάβασεν την γραφήν που λαλεί πως η πεντάμορφη κόβκει κατά τον βορκάν το μέρος της.
Επήαιννεν, επήαιννεν, ενυχτώθην. Ηύρεν ένα χάνι μέσ΄στην στράταν τζι επέζεψεν*. Ο χανιτζής τζι η γεναίκα του άμαν τζι είαν τον εσσιουπποβάλαν* πως ήτουν βασιλοπαίιν. Εφέραν του τζι έφαεν ό,τι εζήτησεν. Που το πωρνόν που του φέραν τον καβέν*, εθελήσαν να τον αρωτήσουν που πάει. «Πάω», λαλεί τους, «να πάρω την πεντάμορφην». «Α, κακορίζιτζε!», λαλεί του η γεναίκα, «επήαν πολλοί πο τουν' την στράταν, αμμά εν εστράφησαν πίσω!». Λαλεί τους, «αμμά 'μαι γυιός του βασιλέα εγιώ. Τζι είντα, αφούς την έχω μέσ' την καρκιάν μου, εν να πάω τζι ας χαθώ». «Μακάρι, γυιέ μου», λαλεί του η χανιτζήνα, «τζιαι να σου βοηθήσει ο Θεός να την πάρεις, ποττέ να χαθείς...». Τζι ελάμνησεν το βασιλοπαίιν.
Επήαινεν, επήαινεν, ηύρεν πάλε έναν άλλο χάνι τζι εσταμάτησεν. Έφαεν τζι ετζοιμήθην. Αρώτησεν τον πάλε η χανιζήνα που το πωρνόν τζι είπεν της πως πάει να φέρει την πεντάμορφην. «Α, γυιέ μου», λαλεί του, «τζι επήαν πολλοί σαν εσέναν, αμμά εν εστράφην κανένας πίσω. Να σου πω όμως, έσσιει μέσ' την στράταν σαν πααίνεις ένα χάνι τζι εν της αρφής μου, τζιαι τζείνη εν μάϊσσα τζι εν να σου πει είντα που εν να κάμεις».
Ελάμνησεν το βασιλοπαίιν τζι έφτασεν εις την αρφή της. Όσσον* τζι είεν τον ισσιά κατάλαβέν τον. «Α», λαλεί του, «εσού πάεις να φέρεις την πεντάμορφην. Κακορίζιτζέ μου, ενενηνταενιά τζι εκόπησαν οι τζεφαλάες τους τζι η δική σου εν να μένει; ... Όμως να σου παραντζείλω να πάεις σ΄έναν τόπον να ρωτήσεις τζι ό,τι σου πουν, τζείνο ένει. Θωρείς τζειν την βρύσην που εν τζει κάτω τζει; Να πάεις τζι εν ν' άρτει η δούλα της βασιλοπούλλας της Γρυσής. Ήταν κόρη του τάδε βασιλέα τζι εκλέψαν την οι δράτζοι που το παζάριν τζι έχουν την μεσ' τζειν τον πύρκον». «Α», λαλεί της το βασιλοπαίιν, «εν αρφή μου η βασιλοπούλλα η Γρυσή». «Αι», λαλεί του, «εν ν΄ρτει η δούλα να γεμώσει την κούζαν* της μ΄έναν γρουσόν χανάππι* που τη βρύσην τζιαι να της το ζητήσεις τζι έθθα σου το δώκει. Τζιαι να πάεις πα στον πύρκον πως εν να παρακαλέσεις την Γρυσήν τζιαι να την αρωτήσεις, να δεις είντα εν να σου πει».
Έτσι ήτουν. Ήρτεν η δούλα να γεμώσει με το χανάππιν το γρουσόν, εζήτησέν της το το βασιλοπαίιν τζι εν του τόδωσεν. «'Οϊ» λαλεί του, «μαλλώνει η τζυρά μου η Γρυσή». «Αι», λαλεί της το βασιλοπαίιν, «ή τζυρά σου η Γρυσή εν αρφή μου τζιαι να μου το δώκεις». «Όϊ, να πα να την αρωτήσω», λαλεί του. Επήεν εις τον πύρκον, είπεν της το. «Τζι εν του τόδωκες τ΄αρφού μου το χανάππιν να πκιεί νερόν;» λαλεί της. «γλήορα να πα να τον φέρεις πάνω». Επήεν, έφερεν το βασιλοπαίιν, αγκαλιάστησαν με την αρφήν του τζι αρώτησέν τουν είντα λοής* τζι επήεν τζει πάνω τζει. «Πααίννω», λαλεί της, «να πάρω την πεντάμορφην. «Α, αέρφιν μου», λαλεί του «τζι ο βασιλέας ο τζύρης της έχτισεν πύρκον με τες τζεφαλάες τζιαι φοούμαι πως εν να πάει τζι η δική σου. Όμως κοντεύκει η ώρα τ΄αντρός μου τζι άμπα* τζιαι δει σε τζι αζουλέψει, όπως εμπεί τζιαι δει σε άρπα*, τζιαι σκοτώσει σε, να σε χώσω ώστι να του το πω εγιώ με τρόπον».
Ήρτεν ο δράκος ποσταμένος που το τζυνήιν τζι έκατσεν. «Άτε», λαλεί της, «εν έσσιει τίποτε να φάμεν; Βάρ΄το ταβλίν*». Η γεναίκα συλλοάται είντα λοής να του το φέρει τζιαι να του το πει. «Είντα να σου πω, άντρα μου», λαλεί του, «αν σου πω έναν λόον εν να θυμώσεις;». «Πε μου» λαλεί της, «τζι εν θυμώνουμαι». «Ήρτεν ο αρφός μου τζι εφοήθηκα μέμπα τζιαι κατζιωθείς του τζιαι σκοτώσεις τον έτσι άρπα που ήθεν να τον δεις τζι έχωσά τον». Λαλεί της, «Ποττέ να του κατζιωθώ; Αφούς εν αρφός σου, πε του να βκει να τον δω».
Εβκαίειν το βασιλοπαίιν, εσσαιρετίστησαν τζι αρώτησέν τον που πάει. «Πάω», λαλεί του «να φέρω την πεντάμορφην». «Α! γυιέ μου!» λαλεί του, «τζι εμείς που έχομεν φτερά τζι εν τα καταφέραμεν τζι εν να την πάρεις εσού; ... Να μεν πάεις τζι ο βασιλέας έχτισεν πύρκον με τες τζεφαλάες τζι εν να πάει τζι η δική σου». «Όϊ», λαλεί του το βασιλαοπαίιν, «εν να πάω τζι ο,τι θέλει ο Θεός». Ήρτεν τζι ο άλλος ο δράκος, τζιαι λαλούσαν σου να τον πάρομεν εις το τζυνήιν να του περάσει ο καμός.
Επήαν εις το τζυνήιν, εποστάθην* το βασιλοπαίιν, άφηκεν τους δράκους τζιαι τζυνηούσαν τζι έππεσεν που κάτω σ΄έναν δεντρόν να τζοιμηθεί. Ήρτεν ένας τζιαι λαλεί του στ' όρομάν* του:
«Εγιώ ήρτα από χάρης Θεού να σου παραντζείλω είντα να κάμεις τζιαι να πάρεις την πεντάμορφην. Τζιαι μεν φοάσαι τζι εν να τα καταφέρεις. Να γοράσεις εκατόν κουέλλες*, εκατόν οκκάες μέλιν τζι εκατόν οκκάες σιτάριν. Τες κουέλλες να τες εσφάζεις τζιαι να τες δώκεις εις τους ατούς* να τες φάσιν, το μέλιν να το δώκεις εις τες μέλισσες τζιαι το σιτάριν εις τους λίμπουρους* τζι εν να δεις πολλήν καλόν που λλόου τους».
Εσηκώθην το βασιλοπαίιν που τον ύπνον, «εν να το κάμω», λαλεί. Εγόρασεν τες εκατόν κουέλλες, έσφαξεν τες τζι έδωκεν τες εις τους ατούς. «Τόσος κόσμος», λαλούν του, «τζι έτσι καλωσίνην εν μας έκαμεν! Είντα καλόν θέλεις να σου κάμωμεν τζι εμείς;». «Είντα», λαλεί τους το βασιλοπαίιν, «εσείς οι ατοί, είντα εν να μπορείσεται να μου κάμετε;». Τελος πάντων εδώκαν του έναν φτερόν τζι είπαν του άμαν λάβει ανάγκην να το κρούσει* τζι εν να συναχτούν* να του βοηθήσουν.
Ύστερα έδωκεν το μέλιν εις τες μέλισσες τζι εφάαν το. «Τόσος κόσμος», λαλούν οι μέλισσες, τζι έτσι καλωσύνην εν μας εκάμαν! Είντα καλόν θέλεις να σου κάμωμεν τζι εμείς;». «Εσείς οι μέλισσες», λαλεί τους το βασιλοπαίιν, «είντα καλόν εν να μπορείσετε να μου κάμετε;». Εδώκαν του τζιαι τούτες έναν φτερόν τζι άμαν λάβει ανάγκην να το κρούσει τζι εν να συναχτούν να του βοηθήσουν.
Έδωκεν τζιαι τες εκατόν οκκάες σιτάριν εις τους λίμπουρους. «Τόσος κόσμος», λαλούν οι λίμπουροι, τζι έτσι καλωσύνην εν μας εκάμαν! Είντα καλον θέλεις να σου κάμωμεν;». «Εσείς οι λίμπουροι», λαλεί τους το βασιλοπαίιν, «είντα καλόν εν που μπορείτε να μου κάμετε;». Εδώκαν του τζιαι τούτες έναν φτερόν τζι άμαν λάβει ανάγκην να το κρούσει τζι εν να συναχτούν να του βοηθήσουν.
Επήαιννεν, επήαιννεν το βασιλοπαίιν, ηύρεν έναν χας* γεμάτο πηλά* τζιαι που την άλλην μερκάν ήτουν η πόλη. Εσκέφτετουν, εσκέφτετουν, είντα λοής να ρέξει*. Αθθυμήθην τους ατούς, έκαψεν το φτερόν τους τζι ήρταν ούλοι. Εβάλαν τον πα στα φτερά τους τζι ερέξαν τον πο τζείθθε. Τα πλάσματα που τον εθωρούσαν επαραξενεύκουντων, είντα λοής έρεξεν πο τζείθθε.
Επήεν εις τον βασιλέαν, λαλεί του: «Ήρτα τζιαι θέλω την πεντάμορφην». Όσσον τζι είεν τον ο βασιλέας εγέλασεν. «Α», λαλεί του, «μια τζεφαλή θέλει να στουππώσει ο πύρκος τζι εν να΄ν η τζεφαλή σου αλώπως*». «Εγιώ», λαλεί του το βασιλοπαίιν, «ήρτα με την δύναμην του Θεού τζι εν να την πάρω». Λαλεί του ο βασιλέας, «για να την πάρεις όμως, έχω τρία στοισσήματα τζιαι πρέπει να τα κάμεις ούλλα, ειδέ μη, εν να πα΄η τζεφαλή σου». Λαλεί του «Καλόν*». «Έχω», λαλεί του ο βασιλέας, «εκατόν έναν λαούς, να τους πάρεις έξω να τους βοσσίσεις, να τους ποτίσεις τζιαι να τους μαντρίσεις τζιαι τους εκατόν έναν».
Έπκιασεν τους εκατόν έναν λαούς, επήρεν τους έξω, εβόσσισέν τους, επότισέν τους, τζι εμάντρισέν τους τζιαι τους εκατόν έναν. «Α, βρε γυιέ της ορόσπας*», λαλεί του ο βασιλέας, «τζι έφερες τους τζιαι τους εκατόν έναν. Έσσιεις ακόμα δκυο στοισσήματα. Έχω ανακατωμένα μέσα σ΄έναν σπίτιν, σσίλιες οκκάες ψουμίν, εκατόν οκκάες ρόβιν*, εκατόν οκκάες σιτάριν, εκατόν οκκάες κριθθάριν, εκατόν οκκάες φαέτταν*, εκατόν φατζήν*, εκατόν λουβάναν*, εκατόν μαυρόκοκκον, εκατόν γλυκάνισσον, εκατόν λινάριν, εκατόν αρτυσσιάν*, τζι ώσπου το πωρνόν να μου τα χουρίσεις, ένα το κάθε λοής τζι έναν βουνάριν*». «Γλέπου* χα», λαλεί του, «ούτε έναν κουτσίν να μεν εύρω που το έναν μέσ΄το άλλον, γιατί πα η τζεφαλή σου». «Καλόν», λαλεί του το βασιλοπαίιν.
Έπκιασεν το φτερόν των λιμπούρων, έκρουσεν το, τζι εσύναξέν τους, όπου τους είσσιες. Ώσπου το πωρνόν εχουρίσαν το κάθε είδος, τζι εκάμαν το βουνάρκα- βουνάρκα. Που το πωρνόν που φεύκαν ηύραν τζι έναν κουτσολίμπουρον τζι έρκετουν κούτσα- κούτσα. «Άτε στράφου*», λαλούν του, «τζι εσάσαμέν* τα». «Μέμπα τζι εξηχάσετε», λαλεί τους, «κανέναν κουτσίν τζιαι πάει η τζεφαλή του αφέντη μας!». «Ρε στράφου τζι εκάμαμέν τα εν τάξει...». «'Οϊ, εν να πα να παρατηρήσω». Επήεν, ηύρεν έναν κουτσίν μαυρόκκοκον μεσ΄το σιτάριν τζι εχούρισέν το.
Την άλλην ημέραν είντα ΄ν να δει! Έμεινε ξερός ο βασιλέας. «Καλάν», λαλεί του, «αν εύρεις τζιαι το τελευταίον, να πάρεις την κόρη μου. Σσίλλιες κοπέλλες στην ελιτζιάν* της κόρης μου, στο χόντρος, τζι εις την φορισιάν, τζιαι σεντονιασμένες να μεν φαίνεται η μουτσούνα* τους, εν ναν μέσα σ΄ένα σπίτιν, τζιαί που το πρώτος* να πα να πκιάσεις την κόρη μου, ει δε μη, πα η τζεφαλή σου». Λαλεί του «Καλόν».
Έκρουσεν το φτερόν της μέλισσας τζι εσυνάχτησαν ούλλες οι μέλισσες: «Είντα που γινίσκεται;». «Έτσι τζι έτσι». Λαλεί του η βασίλισσα των μέλισσων, «Να με παρατηράς εμέναν τζι όπου κάτσω, τζείν' εν η πεντάμορφη». Έτσι ήτουν. Επαρατήραν την βασίλισσαν όπου έκατσεν τζι έπκιασέν την. «'Οϊ», λαλεί ο βασιλέας, «να το ξανακάμωμεν». Γύρισ΄ήμέρα έντυσέν τες άλλην φορισιάν. Πάλ΄επαρατήραν την βασίλισσαν που ήτουν να κάτσει τζι επήεν τζι έπκιασεν την πεντάμορφην. «Μα' ντα΄ν να σου πω», λαλεί του ο βασιλέας, «εν δική σου πκιόν».

Τέλος τζιαι τον Θεόν δόξα

Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC


Γλωσσάρι

χαρτώσει = αρραβωνιάσει
τζάμπρα = αίθουσα. Από την γαλλική λέξη chambre
μεμ΄πα = μήπως
σεντούτζια = μπαούλα. Από την αραβική λέξη sunduk η οποία όμως στ΄αραβικά σημαίνει κουτί και όχι μπαούλο.
άππαρος = άλογο. Από την αρχαία ελληνική λέξη ίππος
εσσιουπποβάλαν = υποψιάστηκαν
ελάμνησεν = ξεκίνησε. Από την αρχαία ελληνική λέξη ελαύνω
επέζεψεν = κατέβηκε από το ζώο, έγινε πεζός
καβές = καφές
όσσον = μόλις
κούζα = στάμνα. Από την περσική λέξη kuza, η οποία μεταφέρθηκε αυτούσια στη κυπριακή διάλεκτο.
χανάππι = είδος κυπέλλου. Από την αραβική λέξη hanap η οποία μεταφέρθηκε αυτούσια στην γαλλική γλώσσα, κι από τη γαλλική μεταφέρθηκε στην κυπριακή διάλεκτο, η οποία ελληνοποιήθηκε ως χανάππι.
άμπα = μήπως
άρπα = ξαφνικά
είντα λοής = πώς
βαρ΄το ταβλίν = ετοίμασε το τραπέζι
εποστάθην = κουράστηκε
όρομαν = όνειρο
κουέλλες = προβατίνες
ατούς (ατοί) = γύπες. Οι ατοί στα κυπριακά είναι οι γύπες, και όχι οι αετοί οι οποίοι ονομάζονται σιαχίνια, από την περσική λέξη shahin.
λίμπουρους = μερμήγκια
κρούσει = κάψει
συναχτούν = μαζευτούν
χας = χάσμα
πηλά (τα) = λάσπες
ρέξει = περάσει
αλώπως = φαίνεται
καλόν = εντάξει
ορόσπα = πόρνη, πουτάνα. Από την τουρκική λέξη orospu
ρόβιν = ρόδιν
φαέττα = φαβέττα
φατζή = φακές
λουβάνα = κίτρινες φακές
αρτυσσιά = κύμινο
βουνάριν = στοίβη
γλέπου = πρόσεχε
κουτσίν = κουκκί
στράφου = γύρνα πίσω
εσάσαμεν = φτιάξαμε
ελιτζιά = ανάστημα
μουτσούνα = πρόσωπο. Από την ιταλική λέξη musone
που το πρώτος = από την πρώτη δοκιμή

2 σχόλια:

  1. Αγαπητέ φίλε Νόστο,

    Είδα παραμύθι στον τίτλο και ήρθα:) αλλά με δυσκόλεψε η γλώσσα, παρόλο που ηχητικά τόσο μου άρεσε η ροή της, και δεν το τελείωσα.
    Όμως εδώ, επίτρεψέ μου να πω, ότι γαλήνεψε την ψυχή η μουσική του blog και τα υπέροχα εικονίσματα της Παναγίας.

    Μια που πέρασα, να σου πω ότι στην προηγούμενη ανάρτησή μου (Βαρανάσι), μετά από ένα μικρό ταξίδι στην Ινδία, δεν ξέχασα να μνημονεύσω κάτι λίγο για τους νταλίτ, βάζοντας κάποιο σχετικό link για περισσότερες λεπτομέρειες, ένα θέμα που κι εσύ έχεις θίξει σε ανάρτησή σου αλλά και έχεις μόνιμη αναφορά στο blog σου.

    Καλό βράδυ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φίλη μου Άστρια,

    Καλωσόρισες και πάλι στο ιστολόγιο μου. Καταλαβαίνω ότι το παραμύθι είναι δυσνόητο γιατί όχι μόνο είναι γραμμένο στη κυπριακή διάλεκτο αλλά συνάμα και στο γλωσσικό ιδίωμα της Πάφου το οποίο ομιλείται πιο βαριά αλλά και σε πιο αρχαίζουσα μορφή.Σήμερα φυσικά θα την ακούσεις να ομιλείται με αυτό τον τρόπο, μόνο από τους πολύ ηλικιωμένους στα ορεινά χωριά της Πάφου.
    Εν πάσει περιπτώσει,έχοντας κατά νου ότι δεν θα είναι κατανοητό όχι μόνο για τους Ελλαδίτες αλλά ακόμη και για μερικούς Κυπρίους, μερίμνησα να προσθέσω γλωσσάρι στο τέλος του παραμυθιού, με κυπριακές λέξεις και φράσεις οι οποίες εξηγούνται στα νέα ελληνικά. Δεν ξέρω αν το είδες, αν όχι, ξαναπροσπάθησε αν θέλεις, και η γλώσσα θα σου είναι πιο κατανοητή.
    Όσο για τις αναρτήσεις σου για τις Ινδίες, τις διαβάζω με μεγάλο ενδιαφέρον, και πολύ σωστά έκανες και άγγιξες το θέμα των Νταλίτ γιατί ο πιο πολλής κόσμος είναι σε άγνοια για την κατάσταση της πλήρης εξαθλίωσης κάτω από την οποία ζουν αυτοί οι άμοιροι(με την κυριολεξία της λέξης) ανθρώποι.

    Φίλη μου, ευχαριστώ πολύ που με διαβάζεις.
    Καλή σου νύχτα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή