ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Η εκκλησία της Παναγίας του Άρακα στο χωριό Λαγουδερά - The church of the Virgin Mary of Arakas at the village of Lagoudera


Η ύπαιθρος δυτικά του Μαχαιρά τεμαχίζεται από κοιλάδες όπου αμυγδαλιές και κερασιές ανθίζουν την άνοιξη.
Κάτω στ' απότομα ξέφωτα τους τα ρέματα κροτούν αόρατα και στη πηγή του καθενός, που ρέει από το βουνό, ένα κεραμοσκέπαστο χωριό είναι χτισμένο ανάμεσα σε φουντουκές ή πλατάνια. Απομονώνοντας αυτούς τους κόλπους ζωής τη μία από την άλλη είναι ορεινές περιοχές, όπου τον Απρίλιο τα φυλλώματα της ξυσταριάς (αλαδανιάς) είναι ήδη μισοκαμένα από τον ήλιο.
Η ξυσταριά ήταν κάποτε μια πηγή μύρρου, και τα φύλλα της παράγουν μια κολλητική ρετσίνη που ονομάζεται λάδανο, την οποία οι πρώιμοι ταξιδιώτες φαντάστηκαν ότι ήταν δροσιά. «αυτή η μυρωδάτη ουσία», έγραψε ο Ηρόδοτος «βρίσκεται στους πιο δύσβατους τόπος: κολλάει, δηλαδή σαν κόλλα στα γένια των τράγων που βόσκουν ανάμεσα στους θάμνους. Χρησιμοποιείται ως συστατικό σε πολλά είδη αρωμάτων και είναι αυτό που κυρίως οι Άραβες καίνε ως θυμίαμα». Ακόμη και πρόσφατα, οι αγρότες συνήθιζαν να το χτενίζουν από τις γενειάδες των αιγών τους και να το χρησιμοποιούν ως φάρμακο.
Έχω διασχίσει αυτή την ύπαιθρο για δύο ημέρες, εισχωρώντας κάποιες φορές σε κοιλάδες ηπιότερες όπου αμπελώνες μεγάλωσαν σε κίτρινο χώμα με χαμομήλι, και ήρθα στην εκκλησία του χωριού Λαγουδερά πέραν του ποταμού της Ασίνου. Αυτά τα ορεινά ιερά προσκυνήματα είναι άξεστα κατασκευασμένα και βουβαίνονται μέσα σε απότομες στέγες που απομακρύνουν το χιόνι και φτάνουν τόσο χαμηλά που ένα ξύλινο δικτυωτό κιγκλίδωμα τις στηρίζει από το έδαφος.
Η αποσιώπηση του εξωτερικού μεγαλείου- η αυξανόμενη εσωστρέφεια των θρησκευτικών κτιρίων από την πρώιμη ρωμαϊκή εποχή μέχρι μακρά μέσα στην Βυζαντινή- δύσκολα θα μπορούσε να εκδηλωθεί εκτενέστερα. Ο φόβος μπορεί να είχε κάτι να κάνει με αυτό, γιατί καθώς η ασφάλεια της μεγάλης αυτοκρατορίας διευρύνετο, οι άνθρωποι έμαθαν ότι ο πλούτος πρέπει να αποκρύβεται. Ήρθε μια μεγάλη πτώση. Πειρατές λύμαιναν και πάλι τις ακτές, οι Άραβες έφτασαν μέχρι τη θάλασσα, το Βυζάντιο συρρικνώθηκε. Και η Κύπρος μέχρι τον 10ο αιώνα είχε υποστεί τετρακόσια χρόνια εισβολής από τη Συρία και την Αίγυπτο.
Αλλά μεταξύ του 965 μ.Χ. και την κατάληψη του νησιού από τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, μια ήσυχη αναγέννηση συνέβη. Οι αραβικές επιδρομές εξαφανίστηκαν σαν ηχώ της βροντής. Τεχνίτες που εισήχθησαν από την Κωνσταντινούπολη και ίσως από τη Μακεδονία, έχτισαν ένα πλήθος εκκλησιών οι οποίες αγιογραφήθηκαν με την ευγενή τεχνοτροπία της πρωτεύουσας. Περιέργως μεταμοσχευμένες σε αυτούς τους απομονωμένους λόφους, των οποίων οι άνθρωποι δεν ήταν ούτε πλούσιοι μα ούτε και εκλεπτυσμένοι, οι τοιχογραφίες της δυναστείας των Κομνηνών, έθεσαν τα τείχη να χορεύουν στο κομψό όραμά τους.
Είναι μια μπαρόκ τεχνοτροπία, η οποία βρίσκει την ακριβέστερη ομορφιά της σε αυτό το μικρό εκκλησάκι στα Λαγουδερά, που ονομάζεται Παναγία του Άρακα. Από αυτές τις τοιχογραφίες η ανατολίτικη φλέβα της βυζαντινής τέχνης έχει σχεδόν αποκλειστεί. Οι προφήτες δεν κοιτάζουν με αυτήν τη γνώριμη, γουρλωμένη αγωνία. Αντιθέτως είναι σαρκικοί και ευαίσθητοι, τα μέτωπα τους σπάνια σουφρωμένα, και χειρονομούν με μια ευγενική ανατροφή.
Οι Κύπριοι, πιστεύω, ήταν φυσικά μέλη αυτού του εκθαμβωτικού υβριδίου, το Βυζάντιο. Αυτοί, όπως και το Βυζάντιο, βρίσκονταν στο ενδιάμεσο μεταξύ του κλασικού και του ανατολίτικου. Η απαλότητα και ο συντηρητισμός τους δεν ήταν κάτι το Ελληνικό. Γι αυτούς ο χαρακτήρας της ηπειρωτικής Ελλάδας ήταν ασυμπάθητα αρρενωπός, και καθ΄όλα τα μεσαιωνικά χρόνια, οι Κύπριοι ευγενείς συνέχιζαν να στέλνουν τους γιους τους για την εκπαίδευση τους στην Κωνσταντινούπολη, την οποία πίστευαν ότι ήταν η μητρική τους πόλη. Μοιράζονταν την θρησκευτική σφοδρότητα του Βυζαντινού, και επίσης την αστασία και την καχυποψία του, η οποία, μεταξύ της αριστοκρατίας μπορούσε να στραφεί σε πνεύμα οξύ. Το ειδωλολατρικό γέλιο, αχρείο ή εύθυμο, είχε φύγει για πάντα.
Πατώντας μέσα σ ' αυτή την εκκλησία είναι σαν να βλέπει κανείς τον κλασικό κόσμο σταματημένο στο διασκελισμό του. Τα στοιχεία είναι ακόμη ελληνικά στο χάρισμα, αλλά η αναλογία είναι παραμορφωμένη, η προοπτική χαμένη, και ο λόγος της ύπαρξής τους δεν είναι για να εκφράσουν ένα ιδανικό μέσω της ομορφιάς, αλλά να ενεργήσουν ως αγωγοί της θείας εξουσίας. Ο άνθρωπος δεν είναι πλέον καθ 'ομοίωσιν του Θεού, αλλά ικέτης του.


Αυτό δεν σηματοδότησε μόνο το πέρασμα από την ειδωλολατρία στον Χριστιανισμό, αλλά ήταν και μια επιστροφή στην πίστη, αντί της έρευνας. Μέχρι το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η φιλοσοφία είχε εν πάση περιπτώσει, ξεπέσει σ΄ένα συγκριτικό παιχνίδι, στο οποίο οι θεοί και τα συστήματα ανακατεύτηκαν σαν τα συστατικά μιας χαμένης συνταγής. Και η απάντηση σ΄αυτή τη μάταιη αναταραχή ήταν η εγγύησης του Χριστού. Ξαφνικά ο ευρύς διαλογισμός θα μπορούσε να σταματήσει. Όλες οι σκέψεις, όλες οι επιστήμες, θα γινόταν ένας κλάδος της μελέτης του Θεού. Σύμφωνα με την μακραίωνη στάση του Βυζαντίου, η πίστη και η τέχνη, ακόμα και τα όργανα του κράτους απολιθώθηκαν σε ένα φοβερό μυστήριο. Υπήρξαν εξελίξεις, βέβαια, αλλά δεν ήταν κάτι παραπάνω από παλιρροϊκές αλλαγές πάνω σε μια βαθιά χριστιανική θάλασσα. Στη ζωή του μυαλού και του πνεύματος οι άνθρωποι είχαν ανταλλάξει την ελευθερία για την εξουσία και τη μονιμότητα - και μ' αυτό την στασιμότητα που είναι η τιμή της βεβαιότης.
Ο ναός ο ίδιος, ακόμη και όταν είναι μικρός, όπως αυτός στα Λαγουδερά, έχει σχεδιαστεί ως μια μικρογραφία του σύμπαντος. Ο τρούλος του, ζωγραφισμένος με τη φοβερή φιγούρα του Χριστού Παντοκράτορα, συμβολίζει τα ουράνια. Ανάμεσα ουρανού και γης, κατά μήκος του άνω τοίχους του κυρίως ναού, η αφήγηση του Ευαγγελίου και απόκρυφες γραφές συνδέουν τον άνθρωπο με τον Θεό, ενώ στο κάτω τοίχος απεικονίζονται πιο κοσμικά επιχειρήματα, κατεβαίνοντας από τους αποστόλους και προφήτες σε μαχητές της Εκκλησίας που παρελαύνουν κατά μήκος των ματιών.
Βρήκα τη βασιλική υπό αναστήλωση, και γεμάτη με σκαλωσιές, γι 'αυτό έπρεπε να ανέβω τα επίπεδα ανά τεμάχιο. Στη στάθμη του εδάφους οι αγιογραφημένοι ιεράρχες αναμιγνύονται με αναχωρητές και ασκητές των οποίων τα θολωτά τους πρόσωπα ήταν παράξενα τρυφερά και ανθρώπινα. Ακόμη και ο Άγιος Ονούφριος, ο οποίος ανίχνευε γυμνός την έρημο μέχρι που στο σώμα του φύτρωσε μια προστατευτική γούνα, φαινόταν ελαφρώς ακαδημαϊκός, τα γεννητικά του όργανα κρυμμένα πίσω από ένα τυχαίο πεύκο.
Ανέβηκα τη σκαλωσιά προσπερνώντας μια όμορφη και επιτηδευμένη εικονογράφηση από τα «Εισόδια της Θεοτόκου» - η Αγία Άννα να οδηγεί τη μικροσκοπική κόρη της από το φωτοστέφανο - και αργοπόρησα πάνω σε μια απόδοση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Στην ανατολική εικονογραφία πεθαίνει περιτριγυρισμένη από τους αποστόλους, ενώ ο Χριστός εγείρεται πάνω από το σκοτεινιασμένο σώμα της, νανουρίζοντας τη ψυχή της. Είναι μια πολύ αρμονική αντίληψη. Παρά την πίστη τους στα Ευαγγέλια και στο θυμίαμα φαίνονται βαθιά πληγωμένοι, αγνοώντας το φάντασμα του Χριστού, ο οποίος κρατά ήδη το πνεύμα της μητέρας του στην αγκαλιά του. Αυτή η ψυχή, συρρικνωμένη σε φασκιωμένο παιδί, είναι μισοσηκωμένη μέχρι τον ώμο του, ενώ ένας άγγελος πετά από την στρατόσφαιρα προς τα κάτω για να την παραλάβει.
Ανέβηκα τη σκαλωσιά μέχρι το τύμπανο του τρούλου, όπου οι Ευαγγελιστές έγραφαν άβολα στα πλαίσια τους, και η Παναγία καθόταν με έναν αδράκτι και κόκκινο νήμα, ακούγοντας στον Ευαγγελισμό. Πάνω απ 'αυτούς μια ομάδα από προφήτες στέκονταν μεταξύ των παραθύρων, και ακόμη υψηλότερα, σκαρφάλωσα στο θόλο τον ίδιο. Κάθισα στην υψηλότερη σκαλωσιά. Από τα μετάλλια τους, ένας κύκλος από αγγέλους σήκωναν τα χέρια τους στον Θεό στη σκιά πάνω. Η πτώση των φτερών τους δεν έκανε τίποτα για να ξορκίσει την παγανιστική ομορφιά τους, και τα μαλλιά τους έπεφταν κάτω στους λαιμούς τους περιτυλιγμένα στην κλασική μορφή.
Αυτοί οι άγγελοι των Κομνηνών είχαν γίνει γνωστοί σε μένα. Σε χιτώνες και διαδήματα, μερικές φορές περίτεχνα υποδημένοι και πάντα με ακριβά κτενίσματα, πλησιάζουν το καθεστώς αριστοκρατικών ανθρώπων. Με τα φτερά τους μαδημένα και τα ραβδιά τους σε κατάσχεση, θα μπορούσαν να περιπλανηθούν απαρατήρητοι στην αυλή του παλατιού της Κωνσταντινούπολης τον καιρό τους- θηλυπρεπής γιοι τους δούκες και πολέμαρχους. Η αμεσότητα της απεικόνισης τους από τον καλλιτέχνη είναι εξαιρετική. Είναι όπως εμείς, στον εικοστό αιώνα, να απεικονίζαμε τους αγγέλους σε κοστούμια ή σμόκιν.
Για τη στιγμή αυτή, οι τοιχογραφίες φαίνονται να υπονοούν ότι ένα από αυτά τα πλάσματα θα μπορούσε να μετατραπεί σε ανθρώπινο είδος και πραγματικά να κατεβεί με ένα φτερούγισμα των πορφυρών του φτερών. Αλλά εμείς στη Δύση, αποξενωμένοι από τις ρίζες της θρησκείας μας, μπορούμε να ντύσουμε τους αγγέλους μόνο όπως οι άλλοι τους είδαν, και όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα που σχεδιάστηκαν τόσο πιο εύκολα μπορούμε να δεχτούμε την πιθανότητα τους, ως εάν η πάροδος του χρόνου θα μπορούσε να υποκρύψει την αλήθεια.
Το βλέμμα μου μετατοπίστηκε από το τύμπανο στο θόλο τον ίδιο, του οποίου η σφαίρα είναι γεμάτη από μία παρουσία. Εκεί, πάνω από τη γλυκύτητα των αγγέλων και τον συλλογισμό των αγίων, ο Χριστός σηκώνει το χέρι του σε μια εκλιπών ευλογία. Τα φρύδια αχνά μαζεμένα όπως για κάποια μακρινή ανησυχία, ατενίζει σε μια περικυκλωμένη από δύναμη ηρεμία, όχι στο λάτρη, αλλά πλάγια μακριά. Πάνω από το μαλακό νήμα της γενειάδας και κοκαλένιας μύτης, τα μάτια είναι ελεήμων. Το βλέμμα τους ακυρώνει την αμαρτία. Τα χαρακτηριστικά του, μέσα σ΄ένα πλαίσιο από σκούρα περιτυλιγμένα μαλλιά, δείχνουν ένα ίχνος σχεδόν τρυφερότητας.
Για τους Βυζαντινούς, όπως και για τους Έλληνες, η ομορφιά αντανακλούσε τη δόξα του Θεού, και συχνά υπαγόρευε τη τοποθεσία μιας εκκλησίας ή ενός μοναστηριού.

Από το βιβλίο: Οδοιπορικό στην Κύπρο, 1975
του Κόλιν Θάμπρον
Μετάφραση NOCTOC


The country west of Macheras is cut by valleys where almond and cherry trees blossom in spring. Down their steep glades the streams clatter invisibly and at the head of each, where it flows from the mountain, a red-roofed village stands among hazel or sycamore. Isolating the gulfs of life from one another are uplands where in April the bubble of rock roses is already half burnt away from the sun.
The rock-rose was once a source of myrrh, and its leaves exude a gum called in Greek Ladanum, which early travelers imagined to be dew. "Sweet-smelling substance though it is "wrote Herodotus " it is found in a most malodorous place: sticking, namely like glue in the beards of he-goats who have been browsing among the bushes. It is used as an ingredient in many kinds of perfume and is what the Arabians chiefly burn as incense". Even recently the peasants used to comb it from the beards of their goats and use it as medicine.
I crossed this country for two days, sometimes dipping into milder valleys where vines grew in soil yellow with chamomile, and came to the church of Lagoudera beyond Asinou River. These mountain shrines are rudely built and are muffled in the steep-pitched roofs which ward off the snow and reach so low that a wooden lattice props them from the ground.
The muting of outward grandeur-the growing introversion of religious buildings from early Roman times far into Byzantine-could scarcely be carried further. Fear may have had something to do with it, for as the security of the great Empire eroded, people learned that wealth must be concealed. A long decline set in. Pirates infested the shores again, the Arabs reached the sea, Byzantium shriveled. And Cyprus by the 10th century had suffered four hundred years of invasion from Syria and Egypt.
But between A.D 965 and the capture of the island by Richard Coeur-de-lion, a quiet renaissance occurred. The Arab forays vanished like a peal of thunder. Artists imported from Constantinople and perhaps from Macedonia, built a crowd of churches which where frescoed in the court style of the capital. Curiously transplanted into these secluded hills, whose people where neither rich or sophisticated, the murals of the Comnenian dynasty set the walls dancing in their elegant vision.
It is a baroque style, which finds its completest beauty in this small Lagoudera church, called our Lady of the Vetches (Arakas). From these frescoed vaults the orient vein in Byzantine art is almost excluded. The prophets do not stare in that familiar, wide-eyed anguish. Instead they are fleshly and gesture with a courtly breeding.
The Cypriots, I rather think, were natural members of this dazzling hybrid, Byzantium. They, like it, lay midway between the classical and the oriental. Their softness and conservatism were not Hellenic. To them the character of the Greek mainland was unsympathetically masculine, and all though the medieval years the Cypriot nobles continued to send their sons for education in Constantinople, which they felt to be their mother-city. They shared the Byzantine's religious intensity, and also his fickleness and suspicion which among the aristocracy could turn to acid wit. The pagan laughter, ribald or gay, was gone forever.
To step into this church is to see the classical world halted in its stride. The figures are still Hellenic in grace, but proportion is distorted and perspective is lost and their raison d'etre is not to express an ideal through beauty, but to act as the channel of numinous power. Man is no longer God's likeness, but his supplicant.


This not only marked the passage from pagan to Christian, but was a return to faith instead of inquiry. By the end of the Roman Empire philosophy had in any case floundered into a syncretic game, in which gods and systems were shuffled like the ingredients of a lost recipe. And the answer to this futile flurry was surety of Christ. Suddenly wider speculation could cease. All thought, all science, would become a branch of the study of God. Under the centuries-long stasis of Byzantium, belief and art and even the organs of state petrified into an awesome sacrament. There were developments, of course, but they were little more than tidal changes on the deep Christian sea. In the life of mind and spirit people had exchanged freedom for authority and permanence - and for that stagnation which is the price of certainty.
The church itself, even when small like that at Lagoudera, was conceived as a microcosm of the universe. Its cupola, painted with the dread figure of Christ Pantocrator, symbolized heaven. In between heaven and earth, along the upper walls of the transepts, the Gospel narrative and apocryphal scriptures linked man to God, while the lower walls portrayed more worldly business, descending from apostles and prophets to the Church militant parading at eye level.
I found the basilica under restoration, and filled with scaffolding, so I has to ascend these tiers piecemeal. At ground-level the frescoed faces were strangely tender and humane. Even St. Onoufrius, who crawled naked about the desert until his body grew a protective fur, looked faintly academic, his genitals hidden by a fortuitous pine-tree.
I climbed the scaffolding past a beautiful and mannered 'Presentation of Mary' - St. Anne leading her tiny daughter by the halo- and lingered before a rendering of the Dormition of the Virgin. In eastern iconography she dies surrounded by the apostles, while Christ rises over her darkened body, cradling her soul. It is a gravely harmonious conception. Despite the faith of the Gospels and incense they look deeply wounded, oblivious of the ghostly Christ who already clasps his mother's spirit in his arms. This soul, shrunk to a swaddled child, is lifted halfway to his shoulder while an angel flies down from the upper air to receive it.
I mounted to the drum of the dome, where the Evangelists wrote uncomfortably in the pendentives, and the Virgin was seated with spindle and scarlet thread, listening to the Annunciation. Above them a group of prophets stood between windows, and higher still I clambered into the dome itself. I sat down on the topmost scaffolding. From their medallions a circle of angels lifted their hands to the God in shadow above. The fall of their wings wings did nothing to exorcise their pagan beauty, and the hair fell down their necks in classical coils.
The Comnenian angels were by now familiar to me. In chitons and diadems, sometimes elaborately slippered and always expensively coiffured, they approach the status of aristocratic humans. With their wings plucked and their wands confiscated, they could have wandered unremarked about the court of Constantinople in their day -effeminate sons of dukes and polemarchs. The immediacy of the artist's portrayal is extraordinary. It is as if we, in the twentieth century, were to portray angels in suits or dinner jackets.
For at the moment, the frescoes seem to imply, one of these creatures may hover into human ken and alight matter -of- factly with a clap of vermilion wings. But we in the West, enstranged from the roots of our religion, can clothe the angels only as others saw them, and the longer they were conceived the more easily we can accept their likelihood, as if a lapse of time could dissemble truth.
My stare shifted from the drum to the dome itself, whose bowl is filled by one presence. There, above the sweetness of the angels and the brooding of the saints, Christ lifts his hand in a vestigial blessing. His brows gathering faintly as at some distant concern, he gazes in a power -encircled calm, not at the worshiper, but obliquely away. Above the soft twine of beard and bone-like nose, the eyes are merciful. Their gaze cancels sin. His features, in their frame of dark-coiled hair, show a trace almost of tenderness.
To the Byzantines, as to the Greeks, beauty reflected the glory of God, and often dictated the setting of a church or a monastery.

From the book: Journey into Cyprus, 1975
by Colin Thubron

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου